Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto (Πορτογαλία) ερωτά το Δικαστήριο ως προς το αν συμβιβάζεται ο Imposto Automovel (φόρος αυτοκινήτων), που επιβλήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 152 της 10ης Μαΐου 1989, με τα άρθρα 12 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
'Οπως προκύπτει από το πρώτο άρθρο του εν λόγω διατάγματος, ο φόρος αυτός, ειδικός, ενιαίος και κυμαινόμενος ανάλογα με τον κυλινδρισμό, πλήττει τα ελαφρά αυτοκίνητα μεταφοράς επιβατών, περιλαμβανομένων των αυτοκινήτων μικτής χρήσεως, τα αγωνιστικά αυτοκίνητα, καθώς και τα υπόλοιπα αυτοκίνητα που προορίζονται κυρίως για μεταφορά προσώπων, εκτός από τα αυτοκίνητα τροχόσπιτα. Ο φόρος επιβάλλεται τόσο στα εισαγόμενα αυτοκίνητα, καινούργια ή μεταχειρισμένα, όσο και στα αυτοκίνητα που συναρμολογούνται ή κατασκευάζονται στην Πορτογαλία και έχουν ήδη ταξινομηθεί.
2. Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από τη Διάταξη παραπομπής και τη δικογραφία, είναι τα ακόλουθα. Τον Νοέμβριο 1989, η εταιρία Automoveis Citroen, με έδρα τη Λισσαβώνα, εισήγαγε στην Πορτογαλία καινούργιο αυτοκίνητο μάρκας Citroen, με κυλινδρισμό 1 360 κυβικών εκατοστών. Οι τελωνειακές αρχές θεώρησαν το αυτοκίνητο αυτό ως ελαφρό αυτοκίνητο μεταφοράς εμπορευμάτων, επειδή είχε σταθερό χώρισμα το οποίο διαχώριζε πλήρως τον προοριζόμενο για τον οδηγό και τους επιβάτες χώρο από τον χώρο τον προοριζόμενο για τα εμπορεύματα.
Γι' αυτό τον λόγο επί της εν λόγω εισαγωγής δεν επιβλήθηκε ο προβλεπόμενος με το νομοθετικό διάταγμα 152/89 φόρος αυτοκινήτων. Ωστόσο, ο εισαγωγέας είχε την υποχρέωση να μη μεταβάλει τα χαρακτηριστικά βάσει των οποίων το αυτοκίνητο κατετάγη, από φορολογικής απόψεως, στην κατηγορία των ελαφρών αυτοκινήτων μεταφοράς εμπορευμάτων, άλλως θα αντιμετώπιζε την κατηγορία της φοροδιαφυγής και την επιβολή χρηματικού προστίμου κυμαινόμενου από 10 000 έως 10 000 000 εσκούδος (ESC).
Το αυτοκίνητο κατόπιν, πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1989, πωλήθηκε σε πορτογαλική εταιρία η οποία το ταξινόμησε στην κατηγορία των ελαφρών αυτοκινήτων μεταφοράς εμπορευμάτων.
Στις 20 Ιουλίου 1990 η Policia de Seguranca Publica διατύπωσε κατηγορία για φοροδιαφυγή κατά του Lourenco Dias, συνεργάτη της προαναφερθείσας εταιρίας, επειδή οδηγούσε το αυτοκίνητο αυτό από το οποίο είχε αφαιρέσει το χώρισμα μεταξύ του χώρου του οδηγού και του χώρου των εμπορευμάτων.
3. Κατά του προστίμου των 200 000 ESC που του επιβλήθηκε ο ενδιαφερόμενος άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunal Fiscal Aduaneiro, ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου το επιληφθέν δικαστήριο, έχοντας αμφιβολίες ως προς τη συμφωνία του νομοθετικού διατάγματος 152/89 με το κοινοτικό δίκαιο, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα οκτώ προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Επιτρέπει το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ στο Πορτογαλικό Κράτος να υποβάλλει σε φόρο αυτοκινήτων τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που εισάγονται από την Κοινότητα και να απαλλάσσει από τον φόρο τα πωλούμενα στην Πορτογαλία μεταχειρισμένα αυτοκίνητα;
2) Επιτρέπει το άρθρο 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ να χρησιμοποιείται, για την επιβολή του πορτογαλικού φόρου
αυτοκινήτων, πίνακας ειδικών συντελεστών, που εμφανίζει απότομη αύξηση, από ορισμένο κυλινδρισμό και άνω, για οχήματα που δεν είναι συναρμολογημένα ή κατασκευασμένα στην Πορτογαλία, έτσι που να επιβαρύνει μόνο τα εισαγόμενα;
3) Επιτρέπει το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ στην Πορτογαλία να σταθεροποιεί ή να επιχειρεί να σταθεροποιήσει την κατανάλωση αυτοκινήτων με βάση ένα οικονομικό πρότυπο που περιλαμβάνει αυτοκίνητα κυλινδρισμού μεταξύ 801 και 1 500 κυβικών εκατοστών, χορηγώντας έκπτωση επί του φόρου αυτοκινήτων για τα αυτοκίνητα αυτού του κυλινδρισμού;
4) Επιτρέπει το άρθρο 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ να ισχύει διαφορετικός τρόπος εισπράξεως και διαφορετικές προθεσμίες πληρωμής για τον φόρο αυτοκινήτων κατά την εισαγωγή σε σύγκριση με τον καταβλητέο φόρο για κατασκευαζόμενα στην Πορτογαλία αυτοκίνητα;
5) Επιτρέπει το άρθρο 95, δεύτερο εδάφιο, στο Πορτογαλικό Κράτος να επιβάλλει περιορισμό κυκλοφορίας για τα εισαγόμενα οχήματα, όταν δεν επιβάλλει κανένα περιορισμό για τα οχήματα που συναρμολογούνται ή κατασκευάζονται στην Πορτογαλία, αν ληφθεί υπόψη ότι τα πρώτα μπορούν να κυκλοφορήσουν μόνο για 48 ώρες από της εισόδου τους στη χώρα;
6) Επιτρέπει το άρθρο 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ στο Πορτογαλικό Κράτος να επιβάλλει προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών εισαγωγής οχημάτων στο αρμόδιο τελωνείο, όταν δεν ορίζει προθεσμία για την προσκόμιση των υποβλητέων στο τελωνείο εγγράφων για τα οχήματα που συναρμολογούνται ή κατασκευάζονται στην Πορτογαλία;
7) Επιτρέπει το άρθρο 95 της Συνθήκης στο Πορτογαλικό Κράτος να απαλλάσσει του φόρου αυτοκινήτων την εισαγωγή οχημάτων
' αντικών' , εφόσον συντρέχουν ορισμένες περιστάσεις υποκειμενικώς εκτιμώμενες;
8) Εάν κράτος μέλος, λίγο πριν από την προσχώρησή του στην ΕΟΚ, θεσπίσει εσωτερικό ειδικό φόρο καταναλώσεως, επιβαρύνοντα όχι μόνο τα προϊόντα που εισάγονται από την Κοινότητα, αλλά και τα προϊόντα που ενδεχομένως κατασκευάζονται στο κράτος αυτό, το οποίο όμως κράτος είτε δεν κατασκευάζει το προϊόν αυτό, είτε το κατασκευάζει μεν, αλλά σε ποσότητες τόσο ασήμαντες, ώστε να μην ασκούν καμία επίδραση στην αγορά, δεν υπάρχει η υφέρπουσα και συγκεκαλυμμένη παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ; Δεν πρόκειται, ως εκ τούτου, για επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό, αντίθετη προς το άρθρο 12 της Συνθήκης ΕΟΚ;"
4. Πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η αρμόδια για το Tribunal Fiscal Aduaneiro εισαγγελική αρχή και, σε μικρότερο βαθμό, η ίδια η Επιτροπή διατύπωσαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αναγκαίο των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν.
Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί ότι, εκτός από το όγδοο ερώτημα, το οποίο εν πάση περιπτώσει πρέπει να αναδιατυπωθεί και στο οποίο θα αναφερθώ παρακάτω, θεωρώ ότι οι επιφυλάξεις αυτές είναι εντελώς θεμελιωμένες. Πράγματι, ενόψει των δεδομένων της υποθέσεως, δεν αντιλαμβάνομαι πώς η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα βοηθήσει το αιτούν δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του στην πραγματικότητα, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά τρόπο γενικό και αόριστο ως προς το σύμφωνο της πορτογαλικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο εξετάζοντας διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας που δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς και υπερβαίνοντας, κατά συνέπεια, το πλαίσιο των λειτουργιών που του έχουν ανατεθεί με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Τονίζω σχετικώς ότι όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ και όπως διευκρίνισε το ίδιο το Δικαστήριο, η διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής αποτελεί όργανο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της οποίας το πρώτο παρέχει στα δεύτερα τα ερμηνευτικά εκείνα στοιχεία του κοινοτικού δικαίου που τους είναι απαραίτητα για την επίλυση των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιόν τους (1). Εξάλλου, κατά το άρθρο 177, αποστολή του Δικαστηρίου δεν είναι να διατυπώνει συμβουλευτικές κρίσεις επί γενικών και υποθετικών ζητημάτων, αλλά να συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη (2).
Εξάλλου, κατ' εφαρμογή αυτών των αρχών το Δικαστήριο, αφενός μεν, υπογράμμισε πάντοτε την άρνησή του να απαντά σε ερωτήματα τιθέμενα από εθνικά δικαστήρια όταν είναι προφανές ότι η διάταξη του κοινοτικού δικαίου της οποίας ζητείται ερμηνεία δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση (3), αφετέρου δε, το Δικαστήριο συχνά προέβη σε αναδιατύπωση ερωτημάτων που το αιτούν δικαστήριο δεν είχε εκφράσει δεόντως.
Είναι πράγματι αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της κατανομής των δικαστικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κατανομή στην οποία προβαίνει το άρθρο 177 της Συνθήκης, το εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και των επιχειρημάτων των διαδίκων και το οποίο φέρει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, έχει
μεγαλύτερη ικανότητα να αξιολογεί, με πλήρη επίγνωση των περιστατικών της υποθέσεως, τη σημασία των νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν στην εκκρεμούσα ενώπιόν του διαφορά και την αναγκαιότητα προδικαστικής αποφάσεως για τη διαμόρφωση της δικής του δικανικής κρίσεως (4). Ωστόσο, είναι επίσης ακριβές ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, σε περίπτωση ερωτημάτων που δεν διατυπώθηκαν ορθώς ή υπερβαίνουν το πλαίσιο των κατά το άρθρο 177 αρμοδιοτήτων του, το Δικαστήριο μπορεί να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο, και ιδίως από το σκεπτικό της παραπεμπτικής του αποφάσεως, τα στοιχεία εκείνα του κοινοτικού δικαίου που απαιτούν ερμηνεία - ή, ενδεχομένως, έλεγχο του κύρους - ενόψει πάντοτε του αντικειμένου της διαφοράς (5).
5. Ενόψει αυτών των παρατηρήσεων, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ συνοπτικώς στους λόγους για τους οποίους θα προτείνω στο Δικαστήριο να μην απαντήσει σχεδόν στο σύνολο των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στο ενδεχόμενο να δημιουργεί η πορτογαλική νομοθεσία διακρίσεις αναφορικά με τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. 'Οπως προανέφερα, στη συγκεκριμένη υπόθεση πρόκειται για αυτοκίνητο που εισήχθη ως καινούργιο, επομένως δε, η νομική θέση του Lourenco Dias στο πλαίσιο της κύριας δίκης ουδόλως
μεταβάλλεται αν διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση εισάγει δυσμενείς διακρίσεις έναντι των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.
Το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο και τρίτο ερώτημα, αν ιδίως ληφθεί υπόψη ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο έχει κυλινδρισμό 1 360 κυβικών εκατοστών, ενώ, όπως σαφώς προκύπτει από το σκεπτικό της Διατάξεως παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν η αύξηση της φορολογικής επιβαρύνσεως των αυτοκινήτων με κυλινδρισμό άνω των 1 750 κυβικών εκατοστών αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο και υπογραμμίζει ότι η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση ευνοεί τα αυτοκίνητα ο κυλινδρισμός των οποίων περιλαμβάνεται από 801 έως 1 500 κυβικά εκατοστά.
Θεωρώ ως απολύτως προφανές ότι ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η συγκεκριμένη πορτογαλική νομοθετική ρύθμιση είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 95 της Συνθήκης, καθόσον πλήττει τα εισαγόμενα αυτοκίνητα με κυλινδρισμό άνω των 1 500 κυβικών εκατοστών ή των 1 750 κυβικών εκατοστών, μια τέτοια απόφαση δεν θα επηρέαζε καθόλου τον επιβαλλόμενο σε αυτοκίνητα μικρότερου κυλινδρισμού φόρο.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, αλλά ωστόσο, προκειμένου να είναι πλήρης η απάντησή του, θα μπορούσε να υπενθυμίσει τα κριτήρια που κατά τη νομολογία ισχύουν για τα κλιμακούμενα φορολογικά συστήματα, αναφερόμενο στον ειδικό φόρο που αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως αυτής, δηλαδή τον φόρο που πλήττει τα αυτοκίνητα με κυλινδρισμό 1 360 κυβικών εκατοστών.
Το τέταρτο, πέμπτο και έκτο ερώτημα αναφέρονται στον τρόπο εισπράξεως και στις τελωνειακές διατυπώσεις που προβλέπει η πορτογαλική κανονιστική ρύθμιση.
Ως προς τα ερωτήματα αυτά επίσης είναι αδύνατο να μη τονιστεί ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο εισήχθη απαλλαγμένο από φόρο αυτοκινήτων, ο οποίος
κατέστη απαιτητός μόνο μετά τη μετατροπή του αυτοκινήτου και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που θα ίσχυαν και για αυτοκίνητο κατασκευασμένο στην Πορτογαλία. Κατά συνέπεια, και σ' αυτή την περίπτωση, η ενδεχόμενη διαπίστωση ότι ο τρόπος εισπράξεως του φόρου κατά τον χρόνο εισαγωγής δημιουργεί διακρίσεις, προφανώς δεν θα βοηθούσε καθόλου την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Tribunal Fiscal Aduaneiro.
Οι ίδιες σκέψεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν και για το έβδομο ερώτημα, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα της νομιμότητας των διατάξεων του νομοθετικού διατάγματος 152/89 που αφορούν τα αυτοκίνητα "αντίκες".
6. Βάσει αυτών των σκέψεων και λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο, όπως αυτά συνάγονται από τη δικογραφία, φρονώ ότι το μόνο ερώτημα στο οποίο επιβάλλεται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι το όγδοο ερώτημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο και το οποίο αναφέρεται στον χαρακτηρισμό του φόρου ως φόρου ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης ή ως εσωτερικού φόρου κατά την έννοια του άρθρου 95 (6).
Επισημαίνω, καταρχάς, ότι όπως συνάγεται από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (7), ο ίδιος φόρος, στο πλαίσιο της Συνθήκης, δεν μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα στην κατηγορία των φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, κατά την έννοια των άρθρων 9, 12 και 13 της Συνθήκης, και στην κατηγορία των εσωτερικών φόρων, κατά την έννοια του άρθρου 95, δεδομένου ότι τα άρθρα 9 και 12 απαγορεύουν, μεταξύ των κρατών μελών, την επιβολή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ή επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, ενώ το άρθρο 95 περιορίζεται να απαγορεύσει τους εσωτερικούς φόρους οι οποίοι εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος προϊόντων άλλων κρατών μελών.
Ειδικότερα, το κύριο χαρακτηριστικό μιας επιβαρύνσεως ισοδυνάμου με δασμούς αποτελέσματος, που τη διακρίνει από τους εσωτερικούς φόρους, είναι ότι η πρώτη πλήττει αποκλειστικώς το εισαγόμενο προϊόν, λόγω της ιδιότητάς του ως εισαγόμενου, ενώ η δεύτερη πλήττει τόσο τα εισαγόμενα όσο και τα εγχώρια προϊόντα.
Τέλος, όπως επίσης προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, επιβάρυνση που πλήττει προϊόν εισαγόμενο από άλλο κράτος μέλος, στην περίπτωση που δεν υφίσταται όμοιο ή παρεμφερές εγχώριο προϊόν, δεν συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, αλλά εσωτερικό φόρο κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, εφόσον εντάσσεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών φόρων που πλήττουν συστηματικά κατηγορίες προϊόντων βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της καταγωγής των προϊόντων.
7. Εάν η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση εξεταστεί υπό το φως αυτής της αρχής, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι ο Imposto Automovel εφαρμόζεται χωρίς διάκριση τόσο επί των αυτοκινήτων που συναρμολογούνται ή
κατασκευάζονται στην Πορτογαλία, όσο και επί των εισαγομένων αυτοκινήτων, καινούργιων ή μεταχειρισμένων, ανάλογα με τις κατηγορίες κυλινδρισμού για τις οποίες έχουν καθοριστεί συγκεκριμένες τιμές σε κυβικά εκατοστά, και, επομένως, παρουσιάζει χαρακτηριστικά βάσει των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου, ως εσωτερικός φόρος κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης.
Εξάλλου, αντιθέτως προς αυτό που προφανώς υποθέτει το αιτούν δικαστήριο, από τα στοιχεία που υπέβαλε η πορτογαλική αυτοκινητοβιομηχανία (στοιχεία που δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή) προκύπτει ότι η εθνική παραγωγή αυτοκινήτων (κατασκευαζομένων ή συναρμολογουμένων) δεν είναι τελείως αμελητέα.
Βάσει αυτών των παρατηρήσεων, φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι φόρος χαρακτηριζόμενος ως φόρος αυτοκινήτων, ο οποίος πλήττει τόσο τα εισαγόμενα όσο και τα εγχώρια προϊόντα, δεν συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου προς εισαγωγικούς δασμούς αποτελέσματος, κατά την έννοια των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης, εάν εντάσσεται σε γενικό σύστημα εσωτερικών φόρων που πλήττουν συστηματικώς κατηγορίες προϊόντων βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της καταγωγής προϊόντος ένας τέτοιος φόρος έχει τον χαρακτήρα εσωτερικού φόρου κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης.
8. Ως προς τον τελευταίο αυτό κανόνα, αρκεί να τονιστεί ότι, αφενός μεν, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη είναι καταρχήν ελεύθερα να θεσπίζουν για προϊόντα όπως τα αυτοκίνητα σύστημα φόρων κυκλοφορίας το ποσό των οποίων κλιμακώνεται βάσει ενός αντικειμενικού κριτηρίου, όπως είναι η
φορολογητέα ισχύς ή ο κυλινδρισμός (8), αφετέρου δε, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως μάλλον δέχεται και το ίδιο το αιτούν δικαστήριο και όπως προφανώς προκύπτει από την εξέταση του πίνακα που αποτελεί παράρτημα του νομοθετικού διατάγματος 152/89 (9), ο φόρος που επιβάλλεται σε αυτοκίνητα κυλινδρισμού από 1 360 κυβικά εκατοστά και άνω δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις ή να λειτουργεί προστατευτικώς.
9. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο παραπέμπον δικαστήριο:
"Φόρος, χαρακτηριζόμενος ως φόρος αυτοκινήτων, ο οποίος πλήττει τόσο τα εισαγόμενα όσο και τα εγχώρια προϊόντα, δεν συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου προς εισαγωγικούς δασμούς αποτελέσματος, κατά την έννοια των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης, εάν εντάσσεται σε γενικό σύστημα εσωτερικών φόρων που πλήττουν συστηματικώς κατηγορίες προϊόντων
βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της καταγωγής των προϊόντων."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1990, C-286/88, Falciola (Συλλογή 1990, σ. Ι-191, σκέψη 7).
(2) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 18).
(3) Αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-231/89, Gmurzynska (Συλλογή 1990, σ. Ι-4003, σκέψη 23) της 18ης Οκτωβρίου 1990, C-297/88 και C-197/89, Dzodzi (Συλλογή 1990, σ. Ι-3763, σκέψη 40) της 16ης Σεπτεμβρίου 1982, 132/81, Vlaeminck (Συλλογή 1982, σ. 2953, σκέψεις 13 και 14), και της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia (Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 6).
(4) Αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1980, 53/79, Damiani (Rec. 1980, σ. 273, σκέψη 5) της 29ης Νοεμβρίου 1978, 83/78, Redmond (Rec. 1978, σ. 2347, σκέψη 25), και της 16ης Μαρτίου 1978, 117/77, Ρierik (Rec. 1978, σ. 825, σκέψεις 6 και 7).
(5) Αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Tissier (Συλλογή 1986, σ. 1207, σκέψη 9) της 4ης Δεκεμβρίου 1980 54/89, Wilner (Rec. 1980, σ. 3673, σκέψη 4) της 15ης Οκτωβρίου 1980, 4/79, Providence agricole de la Champagne (Rec. 1980, σ. 2823, σκέψη 15), και της 29ης Νοεμβρίου 1978, Redmond, προαναφερθείσα, σκέψη 26.
(6) Το όγδοο ερώτημα, όπως αυτό έχει διατυπωθεί, αναφέρεται προφανώς σε κανονιστική ρύθμιση η οποία δεν ισχύει πλέον. Πράγματι, αναφέρεται σε φόρο που επιβλήθηκε στην Πορτογαλία λίγο πριν την προσχώρησή της, με το νομοθετικό διάταγμα 679 του Δεκεμβρίου 1973, όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 504/F του Δεκεμβρίου 1985. Η κανονιστική αυτή ρύθμιση καταργήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 405/87 και, εξάλλου, κατ' αντίθεση με το νομοθετικό διάταγμα 152/89, το οποίο έχει εφαρμογή στην περίπτωση του Lourenco Dias, καθορίζει το ποσό του φόρου με βάση την αξία και όχι τον κυλινδρισμό του αυτοκινήτου.
(7) Αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, 193/85, Co-Frutta (Συλλογή 1987, σ. 2085, σκέψεις 8 έως 11), και της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76, Steinike (Rec. 1977, σ. 595, σκέψεις 27 και 28).
(8) Αποφάσεις της 5ης Απριλίου 1990, C-132/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. Ι-1567, σκέψη 17), και της 9ης Μαΐου 1985, 112/84, Humblot (Συλλογή 1985, σ. 1367, σκέψη 12).
(9)
Κατηγορία κυλινδριμού
(σε κυβικά εκατοστά)Συντελεστής
(σε εσκούδος ανά
κυβικά εκατοστά) Εκπιπτόμενο ποσό
(σε εσκούδος) 'Εως 800
Από 801 έως 1 000
Από 1 001 έως 1 250
Από 1 251 έως 1 500
Από 1 501 έως 1 750
Από 1 751 έως 2 000
Από 2 000 και άνω95
200
420
735
390
1 040
1 7000
84 000
304 000
697 750
0
0
0
Full & Egal Universal Law Academy