Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει την απόφαση που εξέδωσε στις 20 Σεπτεμβρίου 1990 (1) το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί της προσφυγής του Hanning. Η απόφαση αυτή του Πρωτοδικείου ακυρώνει την απόφαση του Κοινοβουλίου να αγνοήσει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού ΡΕ/41/Α και να προκηρύξει τον διαγωνισμό ΡΕ/41α/Α.
2. Με χωριστό δικόγραφο το Κοινοβούλιο υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με σκοπό την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Το Δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση αυτή με Διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 1991 (2).
3. Κατωτέρω συνοψίζονται τα περιστατικά της υποθέσεως.
4. Στις 5 Δεκεμβρίου 1986 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκήρυξε διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων, προκειμένου να καλυφθεί η θέση προϊσταμένου τμήματος που θα διηύθυνε το Γραφείο Πληροφοριών του Κοινοβουλίου στο Λονδίνο (τον διαγωνισμό ΡΕ/41/Α).
5. Η προκήρυξη του διαγωνισμού έθετε αυστηρές προϋποθέσεις ως προς την κατάθεση των δικαιολογητικών σχετικά με τους ακαδημαϊκούς τίτλους και την επαγγελματική πείρα των υποψηφίων (3).
6. Η εξεταστική επιτροπή επέτρεψε μεν στον Hanning να μετάσχει στον διαγωνισμό, αλλ' απέρριψε αρχικά, μεταξύ άλλων, τις αιτήσεις των Spence και Waters, υπαλλήλων του Κοινοβουλίου, και των Elphic και Morris, επειδή έλειπαν ή ήταν ανεπαρκή τα δικαιολογητικά τους. Οι ενδιαφερόμενοι αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της απορριπτικής αυτής αποφάσεως.
7. Κατόπιν συνεδριάσεως, η εξεταστική επιτροπή επέτρεψε τελικά στους Spence και Waters να μετάσχουν στον διαγωνισμό, επειδή τα αναγκαία δικαιολογητικά, τα οποία δεν είχαν υποβληθεί εμπροθέσμως, περιλαμβάνονταν στους ατομικούς τους φακέλους, τους οποίους χειρίζεται η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ).
8. Ο Hanning έλαβε μέρος στις εξετάσεις του διαγωνισμού στις 6 Οκτωβρίου 1987. Στις 29 Οκτωβρίου 1987 του γνωστοποιήθηκε ότι το όνομά του περιλαμβανόταν στον πίνακα των τεσσάρων υποψηφίων που είχαν κριθεί από την εξεταστική επιτροπή ικανοί να καταλάβουν την οικεία θέση.
9. Στον πίνακα επιτυχόντων περιλαμβάνονταν οι εξής υποψήφιοι: ο Hanning με 72 μονάδες, η Beck με 69 μονάδες και οι Spence και Waters με 63 μονάδες έκαστος.
10. Ένας πέμπτος υποψήφιος, ο Tate, είχε συγκεντρώσει 58 μονάδες και επομένως είχε υπερβεί το ελάχιστο όριο που ήταν αναγκαίο για να περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων, στον οποίο όμως δεν είχε περιληφθεί, επειδή ο πίνακας αυτός δεν έπρεπε να περιλαμβάνει περισσότερους από τέσσερις επιτυχόντες.
11. Στις 30 Νοεμβρίου 1987 ο Hanning υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση ενόψει της προσλήψεώς του, επ' ευκαιρία δε της ιατρικής αυτής εξετάσεως του δόθηκαν διευκρινίσεις σχετικά με τους όρους της προσλήψεώς του.
12. Εν τω μεταξύ τόσο οι Elphic και Morris, όσο και ο Trowbridge, ο οποίος είχε μεν μετάσχει στον διαγωνισμό, αλλά δεν είχε περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων, είχαν υποβάλει ένσταση στο Κοινοβούλιο.
13. Στις 8 Δεκεμβρίου 1987 ο διευθυντής του γραφείου του Προέδρου του Κοινοβουλίου ζήτησε από τη Nομική Yπηρεσία του οργάνου αυτού γνωμοδότηση επί του ζητήματος αν η απόφαση διορισμού που θα λαμβανόταν βάσει των αποτελεσμάτων του εν λόγω διαγωνισμού κινδύνευε να ακυρωθεί κατόπιν ασκήσεως προσφυγής από υποψήφιο που θα είχε αποκλειστεί.
14. Κατόπιν εξετάσεως των ενστάσεων του Trowbridge, του Elphic και του Morris, η νομική υπηρεσία εξέδωσε γνωμοδότηση με την οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι κακώς είχε επιτραπεί στους τελευταίους δύο από τους ανωτέρω ενισταμένους να μετάσχουν στον διαγωνισμό και ότι η ΑΔΑ είχε το δικαίωμα να αγνοήσει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και να προκηρύξει νέο διαγωνισμό.
15. Τον Φεβρουάριο του 1988 ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου αποφάσισε, κατόπιν της ανωτέρω γνωμοδοτήσεως και έχοντας υπόψη τη σχετική νομολογία, να αγνοήσει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και να επαναλάβει εξαρχής τη διαδικασία.
16. Με έγγραφο της 6ης Απριλίου 1988, το οποίο έφερε την υπογραφή του προϊσταμένου του Τμήματος Προσωπικού, το Κοινοβούλιο πληροφόρησε τον Hanning ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου είχε διαπιστώσει "ορισμένες παρατυπίες κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού" και κατόπιν αυτού είχε κρίνει καλό "να μην προβεί σε κανένα διορισμό, αλλ' αντίθετα να προκηρύξει νέο γενικό διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων".
17. Κατά της αποφάσεως αυτής ο Hanning υπέβαλε ένσταση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι ήταν ο "υποψήφιος που είχε επιλεγεί" κατά την έννοια του άρθρου 33, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ. Ο Hanning ζήτησε την ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως της 6ης Απριλίου 1988 και την αναγνώριση του δικαιώματός του να διορισθεί στη θέση που αφορούσε ο διαγωνισμός.
18. Στις 30 Μαρτίου 1988 το Κοινοβούλιο δημοσίευσε την προκήρυξη του νέου γενικού διαγωνισμού ΡΕ/41α/Α, με σκοπό την πλήρωση της ίδιας θέσεως. Ο Hanning μετέσχε στον διαγωνισμό αυτό. Στον πίνακα επιτυχόντων που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή περιελήφθησαν οι εξής τέσσερις υποψήφιοι: ο Bond με 80,5 μονάδες, ο Hanning με 73, ο Holdsworth με 72 μονάδες και ο Wood με 70,5 μονάδες. Ο Tate, με 66 μονάδες, κατέλαβε και πάλι την πέμπτη θέση και δεν περιελήφθη στον πίνακα επιτυχόντων. Στην οικεία θέση διορίστηκε ο Bond.
19. Στις 24 Μαΐου 1989 ο Hanning υπέβαλε δεύτερη ένσταση, αυτή τη φορά κατά του διορισμού τού Bond.
20. Κατόπιν της απορρίψεως της ενστάσεώς του, ο Hanning άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 29 Ιουνίου 1988 προσφυγή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως διορισμού του Bond και την αναγνώριση του δικαιώματός του να διοριστεί στην επίμαχη θέση. Ο Hanning ζήτησε επίσης την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας του και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του.
21. Με Διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1988 (4) απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ανωτέρω αποφάσεως της 6ης Απριλίου 1988 (5).
22. Με Διάταξη του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 1989 η απόφαση διαβιβάστηκε στο Πρωτοδικείο.
23. Το Πρωτοδικείο έκρινε, με την απόφασή του, ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου να μη συνεχίσει τη διαδικασία του πρώτου διαγωνισμού ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη, καθόσον αναφερόταν μόνο σε "παρατυπίες της διαδικασίας" (6). Εντούτοις, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατά πόσον η ανεπάρκεια της αιτιολογίας μπορούσε να θεραπευθεί, αν λαμβάνονταν υπόψη οι λόγοι τους οποίους εξέθεσε το Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της δίκης. Κατόπιν της εξετάσεως αυτής το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε την ορθότητα της αναλύσεως της νομικής υπηρεσίας του Κοινοβουλίου, κατά την οποία η διαδικασία του πρώτου διαγωνισμού ήταν παράτυπη (7).
24. Το Πρωτοδικείο παρέθεσε τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η ΑΔΑ δεν διαθέτει εξουσία ακυρώσεως ή τροποποιήσεως των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής (8). Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι η ΑΔΑ έχει εντούτοις την υποχρέωση να λαμβάνει καθ' όλα νομότυπες αποφάσεις, ότι επομένως δεν δεσμεύεται από παράνομες αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής και ότι στην περίπτωση αυτή υπέχει την υποχρέωση να επαναλάβει εξαρχής τη διαδικασία του διαγωνισμού μετά από νέα προκήρυξη (9).
25. Το Πρωτοδικείο πάντως έκρινε ότι οι παρατυπίες αυτές, οι οποίες αφορούσαν μόνο τη συμμετοχή των Spence και Waters στον διαγωνισμό, δεν ήσαν άρρηκτα συνδεδεμένες (10) με την υπόλοιπη διαδικασία του διαγωνισμού, ότι η ΑΔΑ είχε απλώς την υποχρέωση να μη διορίσει τους δύο αυτούς υποψηφίους και να εξετάσει τη δυνατότητα διορισμού των άλλων δύο επιτυχόντων, δηλαδή είτε του Hanning είτε της Beck. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η υπόθεση εκείνη δεν μπορούσε να εξομοιωθεί προς τις αποφάσεις που είχε παραθέσει, καθόσον οι αποφάσεις εκείνες αφορούσαν υποψηφίους στους οποίους κακώς δεν είχε επιτραπεί η συμμετοχή στον διαγωνισμό (11). Η απόφαση της 6ης Απριλίου 1988 εμπεριέχει συνεπώς, κατά το Πρωτοδικείο, νομική πλάνη, επειδή η ΑΔΑ δεν εξέτασε, πριν προκηρύξει νέο διαγωνισμό, τη δυνατότητα διορισμού του Hanning ή της Beck, αφού προηγουμένως διαπίστωνε ότι δεν υπήρχαν λόγοι υπηρεσιακού συμφέροντος που να δικαιολογούν τον διορισμό του Tate (12).
26. Κατόπιν αυτών το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του Κοινοβουλίου να μη συνεχίσει τη διαδικασία του πρώτου διαγωνισμού και να προκηρύξει δεύτερο διαγωνισμό.
27. Ως λόγο αναιρέσεως το Κοινοβούλιο επικαλείται την παράβαση του κοινοτικού δικαίου, ο δε προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως έχει δύο σκέλη, από τα οποία το πρώτο αφορά την υποχρέωση της ΑΔΑ να εξακριβώσει το νομότυπο του διαγωνισμού και το δεύτερο (που είναι επικουρικό) την εξουσία εκτιμήσεως της ΑΔΑ σε σχέση με τον διορισμό όσων έχουν περιληφθεί σε πίνακα επιτυχόντων.
28. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ένας πίνακας επιτυχόντων με δύο μόνο ονόματα αντί για τέσσερα είναι παράτυπος. Ειδικότερα, παρατηρεί ότι ο Tate, ο πέμπτος επιτυχών, δεν περιελήφθη στον πίνακα επιτυχόντων, πράγμα όμως που θα εδικαιούτο, αν ο διαγωνισμός είχε διεξαχθεί νομότυπα.
29. Δεν αμφισβητείται ότι κακώς η εξεταστική επιτροπή περιέλαβε στον πίνακα επιτυχόντων τα ονόματα των Spence και Waters. Τίθεται όμως το ερώτημα αν το Κοινοβούλιο, στηριζόμενο κυρίως στο γεγονός αυτό για να αποφασίσει ότι η διαδικασία του διαγωνισμού ΡΕ/41/Α ήταν παράτυπη στο σύνολό της και για να δικαιολογήσει τη διοργάνωση νέου διαγωνισμού, αιτιολόγησε ορθώς και επαρκώς την απόφασή του της 6ης Απριλίου 1988 ή αν υπέπεσε σε νομική πλάνη, όπως δέχθηκε το Πρωτοδικείο.
30. Η ανάλυση του Πρωτοδικείου είναι η εξής:
- Η ΑΔΑ δεν είχε απολύτως καμία δυνατότητα να διορίσει έναν από τους δύο υποψηφίους, των οποίων τα ονόματα κακώς είχαν περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων (σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
- Στη συνέχεια η ΑΔΑ έπρεπε να εξετάσει τη δυνατότητα διορισμού ενός από τους δύο άλλους υποψηφίους, κατόπιν συγκρίσεως των προσόντων τους με τα προσόντα του Tate - ο οποίος κακώς, λόγω των παρατυπιών του διαγωνισμού, δεν είχε περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων (σκέψη 73).
- Το Κοινοβούλιο μπορούσε να προκηρύξει, με αιτιολογημένη απόφαση, νέο διαγωνισμό, μόνο εφόσον είχε την πρόθεση να διορίσει τον Tate αντί για τους υποψηφίους που είχαν περιληφθεί νομότυπα στον πίνακα επιτυχόντων ή εφόσον από την εξέταση των φακέλων τους δεν είχε καταστεί δυνατός ο διορισμός κανενός από αυτούς (σκέψη 74).
31. Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο πίνακας επιτυχόντων, στον οποίο είχαν περιληφθεί νομότυπα μόνο δύο ονόματα, ήταν σύμφωνος τόσο προς τις διατάξεις του άρθρου 5, πέμπτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ (που προβλέπουν ότι ο πίνακας πρέπει να περιλαμβάνει διπλάσιο τουλάχιστον αριθμό υποψηφίων από τον αριθμό των θέσεων που αφορά ο διαγωνισμός), όσο και προς την προκήρυξη του διαγωνισμού (στην οποία διευκρινιζόταν ότι ο πίνακας δεν θα περιελάμβανε περισσότερους από τέσσερις επιτυχόντες).
32. Ας σημειωθεί πάντως ότι, κατά το άρθρο 30 του KYK, η ΑΔΑ επιλέγει από τον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού τους υποψηφίους που διορίζει στις κενές θέσεις.
33. Αποτέλεσμα των παρατυπιών που σημειώθηκαν κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού ήταν να μειωθεί ο αριθμός των επιτυχόντων σε δύο, ενώ, αν η κατάρτιση του πίνακα ήταν νομότυπη, η ΑΔΑ θα είχε μεγαλύτερες δυνατότητες επιλογής λόγω της εγγραφής του Tate στον πίνακα αυτό.
34. Καθιστά η μείωση αυτή παράτυπο τον διαγωνισμό;
35. To νομότυπο ή παράτυπο του διαγωνισμού πρέπει να εξεταστεί όχι μόνο όσον αφορά τις δυνατότητες επιλογής της ΑΔΑ αλλ' επίσης, νομίζω δε κυρίως, από την άποψη της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων. Πρέπει να υπενθυμισθεί ότι ο Tate είχε συγκεντρώσει τις αναγκαίες μονάδες για να περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων και ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν περιελήφθη στον πίνακα αυτό ήταν το γεγονός ότι περιελήφθησαν κακώς στον πίνακα αυτό ο Spence και ο Waters (13).
36. Είναι σαφές ότι συντρέχει σοβαρή προσβολή των συμφερόντων του Tate, καθόσον στον πίνακα επιτυχόντων περιελήφθησαν νομότυπα μόνο δύο ονόματα, και ότι στην περίπτωσή του παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας των υποψηφίων των διαγωνισμών.
37. Η κατάσταση του Tate μπορεί να συγκριθεί με την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι δύο προσφεύγοντες στην υπόθεση Hoyer κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (14). Οι προσφεύγοντες στην υπόθεση εκείνη έβαλλαν κατά της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής να τους αποκλείσει από τον διαγωνισμό για τον λόγο και μόνο ότι είχαν δηλώσει οι ίδιοι, επί των αιτήσεών τους, ότι είχαν "επαρκή" μόνο γνώση της γαλλικής, χωρίς να υπάρξει καμία αντικειμενική εξακρίβωση των γλωσσικών γνώσεών τους.
38. Οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής με τις οποίες αποκλείστηκαν από τον διαγωνισμό ακυρώθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο με το εξής σκεπτικό:
"(...) η ΑΔΑ υποχρεούται να λαμβάνει αποφάσεις καθ' όλα νομότυπες. Δεν μπορεί, συνεπώς, να δεσμεύεται από αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής ο παράνομος χαρακτήρας των οποίων θα μπορούσε, κατά προέκταση, να επηρεάσει τη νομιμότητα των δικών της αποφάσεων.
Για τον λόγο αυτό, όταν η ΑΔΑ κρίνει (...) ότι η εξεταστική επιτροπή παρανόμως απέκλεισε από τον διαγωνισμό έναν ή περισσότερους υποψηφίους και ότι η όλη διαδικασία του διαγωνισμού βαρύνεται, λόγω του γεγονότος αυτού, με πλημμέλειες, βρίσκεται σε αδυναμία διορισμού οποιουδήποτε υποψηφίου. Υπέχει, τότε, την υποχρέωση να διαπιστώσει την κατάσταση αυτή με αιτιολογημένη απόφαση και να επαναλάβει εξαρχής τη διαδικασία του διαγωνισμού, μετά από νέα προκήρυξη και, ενδεχομένως, τον διορισμό νέας εξεταστικής επιτροπής" (15).
39. Από την απόφαση αυτή το Πρωτοδικείο συνήγαγε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι, όταν κακώς αποκλείεται η συμμετοχή ορισμένων υποψηφίων στον διαγωνισμό, η διαδικασία καθίσταται πλημμελής στο σύνολό της, αλλ' ότι αντίθετα, όταν ορισμένοι υποψήφιοι έχουν περιληφθεί κακώς στον πίνακα επιτυχόντων, όπως εν προκειμένω, η διαδικασία του διαγωνισμού μπορεί να ολοκληρωθεί βάσει του πίνακα του οποίου "τα παράτυπα τμήματα μπορούν να διαχωριστούν από τα νομότυπα" (16).
40. Ο συλλογισμός αυτός δεν μου φαίνεται πειστικός: Αφού υπάρχουν υποψήφιοι που περιελήφθησαν κακώς στον πίνακα επιτυχόντων, υπάρχουν κατ' ανάγκη και υποψήφιοι που κακώς αποκλείστηκαν από τον πίνακα αυτό, εφόσον συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις για να εγγραφούν στον πίνακα αυτό: αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του Tate. Ο Tate δηλαδή στερήθηκε κάθε δυνατότητα να περιληφθεί στον πίνακα αυτό λόγω του ότι περιελήφθησαν κακώς ο Spence και ο Waters.
41. Η απόφαση Hoyer κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορούσε υποψηφίους που είχαν αποκλειστεί κακώς όχι από τον πίνακα επιτυχόντων, αλλά από τον ίδιο τον διαγωνισμό. Η λύση που επελέγη με την απόφαση εκείνη - η ακύρωση του διαγωνισμού - προστατεύει τα συμφέροντα του αποκλεισθέντος υποψηφίου. Η ζημία του υποψηφίου που αποκλείστηκε κακώς από τον πίνακα επιτυχόντων είναι τουλάχιστον το ίδιο σημαντική με τη ζημία του υποψηφίου που κακώς αποκλείστηκε από τον ίδιο τον διαγωνισμό, καθόσον χάνει κάθε προσδοκία να διοριστεί.
42. Νομίζω συνεπώς ότι είναι λογικό να μεταφερθεί ο συλλογισμός του Δικαστηρίου στην απόφαση Hoyer κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου και στην περίπτωση του υποψηφίου που αποκλείστηκε από τον πίνακα επιτυχόντων: η παρατυπία αυτή επηρεάζει το κύρος του διαγωνισμού.
43. Τέλος, νομίζω ότι η απόφαση Kohler κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (17) δεν είναι από καμία άποψη κρίσιμη για τον διαγωνισμό ΡΕ/41/Α. Η προσφεύγουσα στην υπόθεση εκείνη είχε επιτύχει σε διαγωνισμό που είχε προκηρύξει το Ελεγκτικό Συνέδριο για την πλήρωση μιας θέσεως αναθεωρητή/κύριου μεταφραστή και μάλιστα ήταν η μόνη επιτυχούσα. Η ΑΔΑ είχε εντούτοις αποφασίσει να μην τη διορίσει, αλλά κανείς από τους λόγους που προέβαλλε το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν δικαιολογούσε την απόφασή της. Το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
"(...) ναι μεν, (...) ο ΚΥΚ δεν υποχρεώνει την ΑΔΑ να δώσει συνέχεια σε ήδη κινηθείσα διαδικασία προσλήψεως και να πληρώσει την κενή θέση, πλην όμως ο κανόνας είναι ότι, όσον αφορά την πλήρωση θέσης που έχει κηρυχθεί κενή, η ΑΔΑ οφείλει να δώσει συνέχεια διορίζοντας τους επιτυχόντες βάσει των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού και ότι τότε μόνο μπορεί να παρεκκλίνει από τον κανόνα αυτό, όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι, αιτιολογώντας πλήρως και σαφώς την απόφασή της" (18).
44. Ο πίνακας επιτυχόντων στην υπόθεση εκείνη δεν ενείχε καμία παρατυπία και η ΑΔΑ είχε αρνηθεί να συνεχίσει τον διαγωνισμό χωρίς να παράσχει πειστικούς λόγους. Η υπόθεση εκείνη δεν έχει επομένως καμία σχέση με την περίπτωση στην οποία η ΑΔΑ αρνείται να ολοκληρώσει τον διαγωνισμό προβάλλοντας εύλογο λόγο: την ύπαρξη πίνακα επιτυχόντων που ενέχει παρατυπίες.
45. Πράγματι, όπως τόνισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986 στην υπόθεση Hoyer κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου,
"κατά την άσκηση των δικών της αρμοδιοτήτων, η ΑΔΑ υποχρεούται να λαμβάνει αποφάσεις καθ' όλα νομότυπες" (19).
46. Όπως είδαμε, η λύση του περιορισμού της δυνατότητας επιλογής της ΑΔΑ μεταξύ των δύο μόνο ονομάτων που καλώς είχαν περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων δεν απαλλάσσει τον διαγωνισμό ΡΕ/41/Α από κάθε παρατυπία, εφόσον εξακολουθεί να συντρέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων.
47. Καλώς επομένως το Κοινοβούλιο αποφάσισε να μην προβεί σε κανένα διορισμό κατόπιν του διαγωνισμού αυτού και να κινήσει άλλη διαδικασία προσλήψεως. Η απόφασή του είναι σύμφωνη με το άρθρο 30 του ΚΥΚ, το οποίο κατανέμει τις αρμοδιότητες μεταξύ της εξεταστικής επιτροπής και της ΑΔΑ, και με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων.
48. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου.
49. Ενώπιον του Πρωτοδικείου ο Hanning είχε επικαλεστεί πέντε λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής του. Το Πρωτοδικείο εξέτασε μόνο τον λόγο που στηριζόταν στην ανεπάρκεια της αιτιολογίας.
50. Αν, όπως προτείνω στο Δικαστήριο, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει η υπόθεση να αναπεμφθεί στο Πρωτοδικείο ή το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικά το ίδιο επί της διαφοράς εξετάζοντας τους λοιπούς λόγους που προβλήθηκαν πρωτοδίκως;
51. Το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου ορίζει τα εξής: "Αν η αναίρεση είναι βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει".
52. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να κρατήσει την υπόθεση, προκειμένου να την επιλύσει οριστικά, αλλ' έχει την προς τούτο ευχέρεια και είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει αν θα την ασκήσει.
53. Όταν πρόκειται για αιτήματα που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ορισμένα νομικά ζητήματα πρέπει να εξεταστούν για πρώτη φορά από το Δικαστήριο - το οποίο έτσι επιτελεί την ενοποιητική λειτουργία του κατά την εφαρμογή και την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (20). Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο ενεργεί, σε τελική ανάλυση, όπως θα ενεργούσε αν μετά την αναπομπή της υποθέσεως ασκούνταν δεύτερη αναίρεση. Αντίθετα, η εξέταση των πραγματικών περιστατικών δεν πρέπει να αφαιρείται από τον φυσικό δικαστή του, το Πρωτοδικείο, το οποίο τα εκτιμά κατ' απόλυτη κρίση.
54. Κατά συνέπεια, για να είναι μια υπόθεση ώριμη προς εκδίκαση, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, η ανάλυση των λόγων και ισχυρισμών που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως να μην εξαρτάται από εξακριβώσεις πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Δικαστηρίου.
55. Είναι όμως πρόδηλο εν προκειμένω ότι η εξέταση των λοιπών προβληθέντων λόγων προϋποθέτει την ανάλυση πραγματικών περιστατικών (21), στην οποία δεν προέβη το Πρωτοδικείο.
56. Προς τούτο η υπόθεση πρέπει επομένως να αναπεμφθεί στο Πρωτοδικείο.
57. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων, επί των οποίων πρέπει να επιφυλαχθεί.
58. Συνεπώς προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναιρέσει την απόφαση Τ-37/89, την οποία εξέδωσε στις 20 Σεπτεμβρίου 1990 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
2) να αναπέμψει την υπόθεση και τους διαδίκους ενώπιον του Πρωτοδικείου,
3) να επιφυλαχθεί επί των δικαστικών εξόδων.
PL/b
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Τ-37/89, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-463.
(2) C-345/90 P-R, Συλλογή 1991, σ. Ι-231.
(3) Στη στήλη "υποβολή των αιτήσεων" αναφέρονταν τα εξής: "Το παρόν έντυπο αιτήσεως μαζί με τα δικαιολογητικά που αφορούν τις σπουδές και την επαγγελματική πείρα του υποψηφίου πρέπει να έχουν αποσταλεί το αργότερο στις 19 Ιανουαρίου 1987 (...) Δεν θα γίνουν δεκτοί στο διαγωνισμό οι υποψήφιοι, περιλαμβανομένων και των μονίμων ή μη μονίμων υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που δεν θα έχουν υποβάλει εμπροθέσμως τις αιτήσεις τους καθώς και όλα τα δικαιολογητικά".
(4) 176/88 R, Hanning κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 3915).
(5) Βλ. ανωτέρω σημείο 16.
(6) Σκέψη 40.
(7) Σκέψη 55.
(8) Αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 1972, 44/71, Marcato κατά Επιτροπής (Rec. 1972, σ. 427), της 26ης Φεβρουαρίου 1981, 34/80, Αuthie κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 665), και της 14ης Ιουλίου 1983, 144/82, Detti κατά Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συλλογή 1983, σ. 2421).
(9) Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, 321/85, Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1986, σ. 3199).
(10) Βλ. σκέψη 76, προτελευταία φράση.
(11) Σκέψεις 70 και 71.
(12) Σκέψεις 72 έως 74.
(13) Αξιομνημόνευτες είναι οι σχετικές παρατηρήσεις της Νομικής Υπηρεσίας του Κοινοβουλίου: "Όσον αφορά τους υποψηφίους στους οποίους επιτράπηκε να μετάσχουν στον διαγωνισμό, οι πιθανότητες επιτυχίας τους μειώθηκαν λόγω της αυξήσεως του ανταγωνισμού, αφού ευθύς εξαρχής προβλεπόταν ο περιορισμός ότι ο πίνακας επιτυχόντων δεν θα περιελάμβανε περισσότερα από τέσσερα ονόματα και στον πίνακα αυτό περιελήφθησαν και οι υποψήφιοι τους οποίους 'έσπρωξε' η εξεταστική επιτροπή. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τη βαθμολογία που περιέχει η έκθεση της εξεταστικής επιτροπής, υπάρχει τουλάχιστον ένας υποψήφιος που συγκεντρώνει το κατώτατο όριο των αναγκαίων μονάδων, αλλά δεν μπορεί να περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων. Η ΑΔΑ δεν μπορεί επομένως να εξετάσει τη δυνατότητα διορισμού ενός επιτυχόντος μεν στον διαγωνισμό, του οποίου όμως η εγγραφή στον πίνακα επιτυχόντων ματαιώθηκε λόγω του ότι περιελήφθησαν κακώς ορισμένοι άλλοι υποψήφιοι" (γνωμοδότηση της 9ης Φεβρουαρίου 1988, σ. 15).
(14) Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, 322/85 και 323/85 (Συλλογή 1986, σ. 3215).
(15) Σκέψεις 13 και 14.
(16) Βλ. σκέψη 79 της αποφάσεως.
(17) Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984, 316/82 και 40/83 (Συλλογή 1984, σ. 641).
(18) Σκέψη 22.
(19) Όπ.π. - βλ. επίσης την προαναφερθείσα απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου.
(20) Βλ. συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση C-145/90 Ρ, Costacurta (Συλλογή σ. Ι-5449, Ι-5458, σημείο 3): "Σκοπός της αρμοδιότητας που έχει απονεμηθεί στο Δικαστήριο σε σχέση με τις αναιρέσεις είναι η διασφάλιση της ενότητας του κοινοτικού δικαίου". Βλ. επίσης την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: "Για να διατηρηθεί η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου στην κοινοτική έννομη τάξη, πρέπει να παρασχεθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα να συγκεντρώσει τη δραστηριότητά του στο κύριο έργο του, που συνίσταται στη διασφάλιση ενότητας στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. " (απόφαση 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Eυρατόμ, ΕΕ 1989, C 215, σ. 1 - η υπογράμμιση δική μου).
(21) Π.χ. σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Hanning ειδοποιήθηκε να υποβληθεί στις ιατρικές εξετάσεις.
Full & Egal Universal Law Academy