Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Ο F., υπάλληλος της Επιτροπής, επαύθηκε μετά από βίαιο διαπληκτισμό, που συνέβη στις 6 Οκτωβρίου 1982, με τον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως. Με την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985 (1), το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση αυτή λόγω ελλιπούς αιτιολογίας. Στις 6 Μαΐου 1985, η Επιτροπή εξέδωσε νέα απόφαση περί παύσεως κατά της οποίας ο F. άσκησε εκ νέου προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε (2).
Στις 22 Μαρτίου 1985, κατόπιν της ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεως περί παύσεως, ο F. υπέβαλε αίτηση να του χορηγηθεί σύνταξη αναπηρίας δυνάμει του άρθρου 78 της Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ). Με έγγραφο της 11ης Ιουνίου 1985, η διοίκηση του γνωστοποίησε ότι, μετά τη νέα απόφαση περί παύσεως, η "διαδικασία που τον αφορούσε κατέστη άνευ αντικειμένου". Ο F., με έγγραφο της 26ης Ιουνίου, αμφισβήτησε τη θέση αυτή και ζήτησε τη συνέχιση της διαδικασίας του άρθρου 78. Εν τω μεταξύ, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, κινήθηκε η διαδικασία του άρθρου 73 του ΚΥΚ για τη χορήγηση αποζημιώσεως αναπηρίας. Στις 15 Ιουλίου 1988, κατά τον τερματισμό της διαδικασίας αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία, αποκλίνοντας από τα πορίσματα της υγειονομικής επιτροπής, καθόρισε το ποσοστό αναπηρίας του F. σε 50 %. Συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η υγειονομική επιτροπή είχε υπερβεί την εξουσία που διέθετε αποφασίζοντας ότι το ποσοστό αναπηρίας 18 %, που οφειλόταν στα γεγονότα
της 6ης Οκτωβρίου 1982, έπρεπε, επίσης, να θεωρηθεί ως οφειλόμενο σε επαγγελματική αιτία.
2. Θεωρώντας ότι η Επιτροπή, με την απόφασή της της 15ης Ιουλίου 1988, κακώς καθόρισε σε 50 % το ποσοστό αναπηρίας του, χωρίς εξάλλου να λάβει υπόψη την αίτησή του να τύχει συντάξεως αναπηρίας δυνάμει του άρθρου 78 του ΚΥΚ, ο F. άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως και την αποκατάσταση της ζημίας.
Με την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1990 (3), το Πρωτοδικείο δέχθηκε μερικώς την προσφυγή, ακυρώνοντας την απόφαση της Επιτροπής της 15ης Ιουλίου 1988, καθόσον αυτή καθόριζε σε 50 % το ποσοστό διαρκούς αναπηρίας του προσφεύγοντος, αντί 68 % όπως είχε καθοριστεί από την υγειονομική επιτροπή. Πάντως, με την ίδια απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτο τον λόγο που στηριζόταν στην παράβαση του άρθρου 78 και απέρριψε, κρίνοντάς το ως αβάσιμο, το αίτημα αποζημιώσεως.
Η απόφαση του Πρωτοδικείου προσεβλήθη από τον F., καθώς και, με ανταναίρεση, από την Επιτροπή, υποστηριζομένη από την ασφαλιστική εταιρία Royale belge.
Η αναίρεση του F.
3. Η αναίρεση του F. αφορά τόσο το μέρος της αποφάσεως με το οποίο το Πρωτοδικείο έκρινε ως απαράδεκτο τον λόγο που στηριζόταν στην παράβαση του άρθρου 78 του ΚΥΚ (σκέψεις 22 έως 24 του σκεπτικού) όσο και το μέρος με το οποίο αυτό απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεως (σκέψεις 30 έως 36 του σκεπτικού)
Ως προς τη φερομένη παράβαση του άρθρου 78, ο αναιρεσείων είχε υποστηρίξει ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι η απόφαση της Επιτροπής της
15ης Ιουλίου 1988 ήταν παράνομη, καθόσον δεν είχε λάβει υπόψη το αίτημά του, διατυπωθέν με το έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1985, να τύχει συντάξεως αναπηρίας δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 78.
Ως προς το επιχείρημα αυτό, το Πρωτοδικείο ανέφερε ότι, με την αμφισβητουμένη απόφαση, η Επιτροπή είχε μόνο λάβει θέση επί της αιτήσεως του προσφεύγοντος που βασιζόταν στο άρθρο 73, δηλαδή χωρίς να επανεξετάσει το ζήτημα σχετικά με την ενδεχομένη χορήγηση συντάξεως δυνάμει του άρθρου 78. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι "ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι η εν λόγω απόφαση μπορεί να ερμηνευθεί ως ενέχουσα σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως που είχε υποβάλει ο προσφεύγων βάσει του άρθρου 78, η απόρριψη αυτή θα αποτελούσε, εφόσον δεν υπήρχαν νέα στοιχεία με την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιουνίου 1985, επιβεβαιωτική πράξη της εν λόγω αποφάσεως και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να αποτελεί βλαπτική πράξη. Κατά συνέπεια, η αίτηση ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 1988, η οποία βασίζεται στο άρθρο 78, είναι απαράδεκτη, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπήρξε σιωπηρή απόρριψη αιτήσεως που είχε υποβληθεί κατά το άρθρο 78" (σκέψη 22 του σκεπτικού).
Κατ' ουσίαν, κατά του σημείου αυτού διατυπώθηκαν, με την αναίρεση, οι αιτιάσεις του F., ο οποίος προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε εσφαλμένα ότι η απόφαση της 11ης Ιουνίου 1985 αποτελούσε απορριπτική απόφαση της αιτήσεώς του που βασιζόταν στο άρθρο 78, ενώ επρόκειτο, αντιθέτως, για έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή περιορίστηκε να ισχυριστεί ότι η αίτηση είχε "καταστεί άνευ αντικειμένου", αυτό δε λόγω της δευτέρας αποφάσεως περί παύσεως. Τέλος, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, η Επιτροπή δεν του είχε ποτέ κοινοποιήσει, έως την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1988, ρητή απόρριψη της αιτήσεώς του που βασιζόταν στο άρθρο 78.
4. Επομένως, ο F. με τη θέση του επιδιώκει στην πραγματικότητα να επιτύχει παράταση απαρεγκλίτων προθεσμιών, όπως θεσπίζονται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, σχετικά με την υποβολή των ενστάσεων στην αρμόδια για τον διορισμό αρχή και την άσκηση των ενδίκων μέσων ενώπιον των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων.
Υπενθυμίζω σχετικά ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, "οι προθεσμίες των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ είναι δημοσίας τάξεως και δεν επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων ή του δικαστή, δεδομένου ότι έχουν θεσπιστεί για να εξασφαλίζουν τη σαφήνεια και την ασφάλεια των εννόμων καταστάσεων" (4). 'Οπως το διευκρίνισε το Δικαστήριο, η παράταση των προθεσμιών αυτών γίνεται δεκτή μόνο σε περίπτωση υπάρξεως "νέων ουσιωδών περισταστικών" που μπορούν να δικαιολογήσουν ακριβώς την επανεξέταση της καταστάσεως (5).
'Οπως ορθώς το Πρωτοδικείο το ετόνισε, η άσκηση, ενώπιον του Δικαστηρίου, προσφυγής κατά της δευτέρας αποφάσεως περί παύσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο περιστατικό δυνάμενο να επιτρέψει την παράταση των δημοσίας τάξεως προθεσμιών που προβλέπονται από τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ. Απ' αυτό προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν θα μπορούσε να διαφυλάξει τα δικαιώματά του, εν αναμονή της εκβάσεως της προσφυγής, παρά μόνο προσβάλλοντας την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1985 εντός των προβλεπομένων δημοσίας τάξεως προθεσμιών.
Τέλος, θεωρώ ότι δεν έχει σημασία το να αποδειχθεί αν το έγγραφο της 26ης Ιουνίου 1985 ήταν απλώς έγγραφο διευκρινίσεως, όπως ο αναιρεσείων και η ίδια η Επιτροπή το υποστηρίζουν, ή αντιθέτως ένσταση, όπως το Πρωτοδικείο το δέχθηκε. Αυτό δε διότι, οπωσδήποτε, η κατάσταση, για τον F., παραμένει αμετάβλητη: και στη μία και στην άλλη περίπτωση ισχύει πράγματι το ότι η απόφαση της 11ης Ιουνίου κατέστη οριστική, εφόσον δεν προσεβλήθη εντός των προθεσμιών του άρθρου 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
Επομένως, ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος, δεδομένου ότι δεν παρατηρείται - στην προκειμένη περίπτωση - καμία νομική πλάνη κατά την ερμηνεία που έδωσε το Πρωτοδικείο.
5. Ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως του F. αφορά την απόρριψη του αιτήματος περί αποκαταστάσεως των ζημιών που υπέστη. Ενώπιον του Πρωτοδικείου ο F. προέβαλε, ως βάση της αιτηθείσας αποκαταστάσεως, τόσο τη συμπεριφορά της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που είχε καταλήξει στην έκδοση της αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 1988 όσο και τις συνέπειες που απέρρεαν από αυτήν.
Με την αναίρεσή του, ο F. προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι αρνήθηκε να λάβει υπόψη την πραγματική ζημία που υπέστη λόγω της επίμαχης αποφάσεως, καθώς και το πόρισμα του εν λόγω Πρωτοδικείου κατά το οποίο "η ακύρωση της αντικανονικής αποφάσεως και ο συνακόλουθος καθορισμός εκ μέρους της Επιτροπής του βαθμού αναπηρίας του προσφεύγοντος η οποία οφείλεται σε εργασιακούς λόγους κατ' εκτέλεση της παρούσας απόφασης αποκαθιστούν τα δικαιώματα του προσφεύγοντος" (σκέψη 34, στοιχείο β, του σκεπτικού).
Αρκεί να παρατηρηθεί συναφώς ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε στο πόρισμα αυτό βάσει της παρατηρήσεως ότι ο προσφεύγων "δεν εξήγησε σαφώς ποια ζημία υπέστη λόγω π.χ. επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του ή της επαγγελματικής του καταστάσεως. Δεν απέδειξε ούτε προσφέρθηκε να αποδείξει αφενός ότι η έκδοση της επίμαχης απόφασης προκάλεσε τέτοια επιδείνωση και αφετέρου ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη και της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως" (σκέψη 34, στοιχείο β, του σκεπτικού).
Συνεπώς, αυτό που ο F. αμφισβητεί είναι στην πραγματικότητα η αναγνώριση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, η οποία δεν είναι δυνατό να επανεξεταστεί κατά την άσκηση προσφυγής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος είναι απαράδεκτος.
Η ανταναίρεση της Επιτροπής
6. Η ανταναίρεση της Επιτροπής αφορά το μέρος της αποφάσεως με το οποίο το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1988, επειδή δεν έλαβε υπόψη, ως επαγγελματική ασθένεια, το ποσοστό αναπηρίας 18 % το οφειλόμενο
στα πραγματικά περιστατικά που ήδη αναφέρθηκαν της 6ης Οκτωβρίου 1982 (σκέψεις 12 έως 17 του σκεπτικού).
Προς στήριξη της ανταναιρέσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της ιατρικής εκθέσεως. Κατ' ουσίαν, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, κρίνοντας ότι δεν έπρεπε να αποκλειστεί το ποσοστό αναπηρίας 18 %, ενόψει της αποζημιώσεως που έπρεπε να καταβληθεί στον F., η υγειονομική επιτροπή δεν περιορίστηκε σε εκτιμήσεις ιατρικού χαρακτήρα, ώστε να μη υπερβεί έτσι τις αρμοδιότητές της, αλλά προέβη σε χαρακτηρισμούς νομικής φύσεως.
'Οπως προκύπτει από την κατ' αναίρεση προσβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι "η υγειονομική επιτροπή περιορίστηκε να συναγάγει τις ιατρικές συνέπειες από τη διάγνωση στην οποία είχε προβεί σε σχέση με τα αίτια της νόσου του προσφεύγοντος και ότι δεν προέβη σε εκτιμήσεις νομικής φύσεως" (σκέψη 15 του σκεπτικού). Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η υγειονομική επιτροπή "απέδειξε επαρκώς ότι η επιδείνωση της αναπηρίας του F., κατόπιν του επεισοδίου της 6ης Οκτωβρίου 1982, οφείλεται στην πραγματικότητα στην άσκηση των καθηκόντων του στην υπηρεσία της Κοινότητας, καθόσον απορρέει, σε τελευταία ανάλυση, από την προϋφισταμένη επαγγελματική νόσο του προσφεύγοντος" (σκέψη 14 του σκεπτικού).
Λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω επαναληφθέντες ισχυρισμούς, είναι προφανές ότι η Επιτροπή περιορίζεται στο να επαναφέρει προς συζήτηση την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο (6). Επομένως, η ανταναίρεση της Επιτροπής είναι επίσης απαράδεκτη.
Πρόταση
Υπό το φως των προεκτεθεισών σκέψεων, προτείνω, επομένως, το Δικαστήριο να απορρίψει τόσο την αναίρεση του F. όσο και την ανταναίρεση της Επιτροπής.
Ως προς τα δικαστικά έξοδα, προτείνω κάθε διάδικος, συμπεριλαμβανομένης της παρεμβαίνουσας, να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Υπόθεση 228/83, F. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 275).
(2) Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987, 403/85 (Συλλογή 1987, σ. 645).
(3) Υπόθεση Τ-122/89, F. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-517).
(4) Απόφαση της 7ης Μαΐου 1986, 191/84, Barcella (Συλλογή 1986, σ. 1541, σκέψη 12).
(5) Βλ., π.χ., απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1985, 231/84, Valentini (Συλλογή 1985, σ. 3027, σκέψη 14).
(6) Βλ., ως προς αυτό, την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1991, C-382/90 Ρ, Vidranyi (Συλλογή 1991, σ. Ι-0000, σκέψη 16).
Full & Egal Universal Law Academy