Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην υπόθεση αυτή, η Compagnia italiana alcool SAS di Mario Mariano & Co., προσφεύγουσα, ζητεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, να ακυρωθούν δύο αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στις διαδικασίες ειδικής δημοπρασίας 5/90 και 6/90 που κινήθηκαν με τους κανονισμούς της Επιτροπής (ΕΟΚ) 2575/90 (ΕΕ 1990, L 243, σ. 22) και (ΕΟΚ) 2576/90 (ΕΕ 1990, L 243, σ. 24) αντιστοίχως. Οι κανονισμοί αυτοί προέβλεπαν την πώληση με ειδική δημοπρασία για τη χρησιμοποίηση στον τομέα των καυσίμων εντός της Κοινότητας αλκοολών οινικής προελεύσεως που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως. Η προσφεύγουσα ζητεί επίσης, βάσει του άρθρου 178 της Συνθήκης ΕΟΚ και της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 215, αποκατάσταση της ζημίας την οποία διατείνεται ότι υπέστη λόγω των προσβαλλομένων αποφάσεων.
Η διάθεση των αλκοολών που λαμβάνονται από απόσταξη
2. Προς καλύτερη κατανόηση του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται τα αιτήματα της προσφεύγουσας, είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι προσπάθειες του κοινοτικού νομοθέτη προς ρύθμιση του προβλήματος των πλεονασμάτων στην παραγωγή αλκοόλης. Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ 1987, L 84, σ. 1) "η κατάσταση της αμπελοοινικής αγοράς επιδεινώνεται υπερβολικά γρήγορα". Αυτό επιβάλλει τη λήψη μέτρων προς μείωση του αμπελοοινικού δυναμικού στην Κοινότητα και την απορρόφηση των πλεονασμάτων. Σύμφωνα με τις ίδιες αυτές αιτιολογικές σκέψεις (σ. 4) "φαίνεται ότι η υποχρεωτική απόσταξη αποτελεί το αποτελεσματικότερο μέτρο για τη μείωση των πλεονασμάτων επιτραπέζιου οίνου στην αγορά". Πάντως (σ. 5) "για να αποφευχθούν οι διαταραχές της αγοράς αλκοόλης και οινοπνευματωδών ποτών, είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι κανόνες για τη διάθεση της αλκοόλης που προέρχεται από αποστάξεις στο πλαίσιο παρεμβάσεων στην αγορά του οίνου".
3. Κατά συνέπεια, τα άρθρα 35 και 36 ρυθμίζουν την απόσταξη προϊόντων που προκύπτουν από την παρασκευή οίνου και την απόσταξη ορισμένων οίνων. Βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 1,
"η διάθεση των προϊόντων των αποστάξεων που αναφέρονται στα άρθρα 35 και 36 τα οποία κατέχουν οι οργανισμοί παρέμβασης, δεν πρέπει να διαταράσει τις αγορές της αλκοόλης και των οινοπνευματωδών ποτών που παράγονται στην Κοινότητα.
Προς τον σκοπό αυτό, η διάθεσή τους γίνεται σε άλλους τομείς, ιδίως στον τομέα των καυσίμων, κάθε φορά που είναι δυνατόν να προκαλέσει παρόμοια διαταραχή".
Το άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 προβλέπει την υποχρεωτική απόσταξη των επιτραπέζιων οίνων όταν "για μια αμπελουργική περίοδο, η αγορά των επιτραπέζιων οίνων και των οίνων που είναι κατάλληλοι να δώσουν επιτραπέζιους οίνους παρουσιάζει σοβαρή ανισορροπία". Τα προϊόντα που προέρχονται από τις αποστάξεις αυτές αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού 822/87,
" η διάθεση των προϊόντων που αναλαμβάνει ο οργανισμός παρέμβασης ή των προϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίησή τους πραγματοποιείται είτε με δημόσιο πλειστηριασμό είτε με δημοπρασία και υπό όρους που να εξασφαλίζουν:
- ότι η αλκοόλη θα μπορέσει να πωληθεί κανονικά στις αγορές για διάφορες χρήσεις,
- ότι θα αποφευχθεί κάθε διατάραξη της αγοράς αλκοόλης και οινοπνευματωδών ποτών,
- ότι οι αγοραστές θα έχουν ίση μεταχείριση και ίσες ευκαιρίες να προμηθευτούν τα εμπορεύματα".
4. Οι γενικοί κανόνες σχετικά με τη διάθεση των αλκοολών που λαμβάνονται από τις αποστάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 35, 36 και 39 του κανονισμού 822/87 και βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως καθορίζονται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3877/88 του Συμβουλίου (ΕΕ 1988, L 346, σ. 7). Καθορίζοντας τους κανόνες αυτούς, ο κοινοτικός νομοθέτης έπρεπε να λάβει υπόψη δύο κύριους κινδύνους.
5. Πρώτον, η κανονική αγορά αλκοόλης και οινοπνευματωδών ποτών είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και μπορεί να διαταραχθεί από την είσοδο ποσοτήτων αλκοόλης οι οποίες, σε απόλυτους αριθμούς, μπορεί να φαίνονται μικρές. Κατά την Επιτροπή, κατά γενικό κανόνα οι μεγάλοι παραγωγοί διαθέτουν στο εμπόριο μόνο χίλια εκατόλιτρα περίπου ετησίως που προορίζονται για την ανθρώπινη κατανάλωση. Προς σύγκριση, τα αποθέματα αλκοόλης είναι τεράστια ώστε η διάθεση μέρους των αποθεμάτων θα προκαλούσε σημαντικές διαταράξεις στην κανονική αγορά. 'Οπως θα εξηγήσω, οι επίδικες πωλήσεις με ειδική δημοπρασία, εν προκειμένω, αφορούσαν συνολικά 4,8 εκατομμύρια εκατολίτρων.
6. Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3877/88 υπενθυμίζει, επομένως, την αναγκαιότητα να αποφεύγεται η διατάραξη των αγορών αλκοόλης και των οινοπνευματωδών ποτών που παράγονται εντός της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3. Κατά την επόμενη αιτιολογική σκέψη, "θα πρέπει επίσης να αποφευχθεί η δημιουργία, λόγω της αλκοόλης αυτής, περαιτέρω δυσκολιών (...) σε άλλους τομείς χρησιμοποίησης ή σε άλλους προορισμούς". Με την ίδια αιτιολογική σκέψη προστίθεται ότι "φαίνεται να υπάρχουν λιγότερες δυσκολίες στον τομέα των καυσίμων" και ότι "πρέπει να αναζητηθούν προνομιακές δυνατότητες διάθεσης στον τομέα αυτό χωρίς ωστόσο να αποκλειστεί η δυνατότητα άλλων ενδεχομένων πωλήσεων".
7. Ο δεύτερος κίνδυνος που έπρεπε να έχει κατά νουν ο κοινοτικός νομοθέτης προερχόταν από το γεγονός ότι, λόγω των προς διάθεση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλης, προβλεπόταν ότι η παραλαβή τους από τις αποθήκες των οικείων οργανισμών παρεμβάσεως θα γινόταν κατά παρτίδες. Αυτό εμπεριείχε
τον κίνδυνο οι αλλαγές στους όρους της αγοράς να οδηγήσουν τους αγοραστές να μη παραλάβουν τη δεύτερη παρτίδα ή τις μεταγενέστερες παρτίδες.
8. Προς αντιμετώπιση του ενδεχομένου αυτού, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε ορισμένο αριθμό όρων προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η λαμβανόμενη από τις αποστάξεις αλκοόλη η οποία διατίθεται από τα κοινοτικά αποθέματα χρησιμοποιείται μόνο για ειδικούς σκοπούς και οι αγοραστές παραλαμβάνουν ολόκληρη την ποσότητα που συμφωνούν να αγοράσουν.
9. Οι κανόνες που θεσπίζονται με τον κανονισμό 3875/88 προβλέπουν ότι η αλκοόλη πωλείται σύμφωνα με τη διαδικασία της δημοπρασίας η οποία, κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, "έχει το πλεονέκτημα να είναι πρισσότερο προσιτή σε όλους τους ενδιαφερόμενους στον τομέα της αλκοόλης" παρά η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, "οι όροι των δημοπρασιών πρέπει να εξασφαλίζουν ίση μεταχείριση όλων των ενδιαφερομένων, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους στην Κοινότητα". Πάντως, το άρθρο 1, παράγραφος 4, ορίζει ότι "γίνονται δεκτοί στις διαδικασίες (...) οι ενδιαφερόμενοι που εγγυώνται την τήρηση των υποχρεώσεών τους με σύσταση ασφάλειας". Εξάλλου, βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 3877/88, κάθε δημοπρασία μπορεί να υπόκειται σε ειδικούς όρους, "ιδίως για να αποφευχθούν διαταραχές στις αγορές". Η Επιτροπή μπορεί, κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 83 του κανονισμού 822/87, "είτε να δώσει είτε να μη δώσει συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές".
10. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής σχετικά με τη διάθεση των αλκοολών που λαμβάνονται από τις αποστάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 35, 36 και 39 του κανονισμού 822/87 και βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως καθορίζονται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1780/89 της Επιτροπής (ΕΕ 1989, L 178, σ. 1). Ο κανονισμός τροποποιήθηκε εν συνεχεία και θα αναφερθώ στις τροποποιήσεις που ασκούν επιρροή όταν αυτές έχουν εφαρμογή. Προς το παρόν, περιορίζομαι στην αρχική διατύπωση του κανονισμού.
11. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1780/89, η διάθεση μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε μέσω ενός συστήματος διαρκούς δημοπρασίας, είτε μέσω ενός συστήματος απλής δημοπρασίας, είτε μέσω ενός συστήματος ειδικής δημοπρασίας. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, ορίζει ότι ως δημοπρασία θεωρείται η διαδικασία κατά την οποία "οι ενδιαφερόμενοι καλούνται, με πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, να ανταγωνιστούν μεταξύ τους και η σύμβαση ανατίθεται στο άτομο του οποίου η προσφορά είναι η πλέον ευνοϊκή και σύμφωνη με τον παρόντα κανονισμό". Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι "δεδομένου ότι ο στόχος της δημοπρασίας είναι η επίτευξη της πλέον ευνοϊκής τιμής, θα πρέπει να κατακυρώνεται στον υπερθεματιστή, εφόσον η Επιτροπή αποφασίζει να αποφανθεί σχετικά με τις προσφορές (...)". Πάντως, η έκτη αιτιολογική σκέψη προσθέτει ότι "για να μην επηρεαστεί ο ανταγωνισμός με άλλα προϊόντα τα οποία η αλκοόλη δύναται να υποκαταστήσει, θα πρέπει να παρασχεθεί η δυνατότητα στην Επιτροπή να μη δώσει συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές".
12. Η υπόθεση αυτή αφορά τις ειδικές δημοπρασίες των οποίων οι λεπτομέρειες καθορίζονται στον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού 1780/89. Κατ' εφαρμογή των κανόνων αυτών, οι οποίοι αποβλέπουν στην πώληση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλης, η προκήρυξη της ειδικής δημοπρασίας μπορεί να ορίζει ότι η πώληση της αλκοόλης περιορίζεται για ειδική χρήση ή προορισμό. Με την προκήρυξη μπορεί επίσης να απαγορεύονται ορισμένες χρήσεις ή προορισμοί (άρθρο 18, παράγραφος 1). Κάθε προκήρυξη ειδικής δημοπρασίας πρέπει να αφορά δύο παρτίδες για τις οποίες αποφασίζεται η ανάληψη. Η δημοπρασία αφορά την τιμή της πρώτης παρτίδας (άρθρο 18, παράγραφος 2). Η τιμή της δεύτερης παρτίδας είναι η τιμή που συμφωνήθηκε για την πρώτη παρτίδα, αναπροσαρμοζόμενη με έναν συντελεστή ο οποίος καθορίζεται στην προκήρυξη της δημοπρασίας (άρθρα 18, παράγραφος 2, και 27).
13. Οι προκηρύξεις της ειδικής δημοπρασίας πρέπει να δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να αναφέρουν τις διατυπώσεις υποβολής της προσφοράς, τη χρήση ή/και τον προβλεπόμενο τελικό προορισμό της αλκοόλης και ορισμένα άλλα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο
20 του κανονισμού 1780/89. Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, η Επιτροπή, κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως
"και εντός 15 εργασίμων ημερών από την τελευταία προθεσμία υποβολής των προσφορών, δύναται να αποφασίσει με βάση τις υποβληθείσες προσφορές:
- είτε να δώσει συνέχεια στις εν λόγω προσφορές,
- είτε να μη δώσει συνέχεια στις εν λόγω προσφορές".
Αν η Επιτροπή δώσει συνέχεια, υποχρεούται βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, να δεχθεί την υψηλότερη προσφορά. Βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 3, η Επιτροπή οφείλει να ενημερώσει γραπτώς, χωρίς καθυστέρηση, τους υποβάλοντες προσφορά σχετικά με τη συνέχεια που επιφυλάχθηκε στην προσφορά τους. Οφείλει επίσης να ενημερώσει τους οικείους οργανισμούς παρεμβάσεως.
14. Οι υπερθεματιστές οφείλουν, εντός είκοσι ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως που ελήφθη ως προς την προσφορά τους, να παραλάβουν από τον οικείο οργανισμό παρεμβάσεως - κάτοχο αλκοόλης τη δήλωση αναθέσεως με την οποία πιστοποιείται ότι η προσφορά τους έγινε δεκτή, και να προσκομίσουν την απόδειξη ως προς τη "σύσταση εγγύησης ορθής εκτέλεσης στον ενδιαφερόμενο οργανισμό παρέμβασης, με σκοπό τη διασφάλιση της χρησιμοποίησης της αλκοόλης για τους σκοπούς που προβλέπονται στην προκήρυξη της δημοπρασίας που αφορά την πρώτη παρτίδα" (άρθρο 24).
15. Οι λεπτομέρειες παραλαβής της αλκοόλης καθορίζονται στα άρθρα 25, 26 και 28 του κανονισμού 1780/89. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 26, παράγραφος 1, η παραλαβή της αλκοόλης της δεύτερης παρτίδας δεν είναι δυνατό να αρχίσει πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, για την παραλαβή της πρώτης παρτίδας. Το άρθρο 26, παράγραφος 2, ορίζει:
"Πριν από την παραλαβή της δεύτερης παρτίδας, ο ανάδοχος προσκομίζει την απόδειξη της σύστασης εγγύησης ορθής εκτέλεσης σε κάθε ενδιαφερόμενο οργανισμό παρέμβασης, με σκοπό τη διασφάλιση της χρησιμοποίησης της αλκοόλης που αποτελεί το αντικείμενο της δεύτερης
παρτίδας για τους σκοπούς που προβλέπονται στην προκήρυξη της δημοπρασίας."
Οι τροποποιήσεις του κανονισμού 1780/89
16. Ο κανονισμός 1780/89 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2568/90 της Επιτροπής (ΕΕ 1990, L 243, σ. 11). Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του τελευταίου αυτού κανονισμού αναφέρει ότι "πρέπει να τροποποιηθούν ορισμένοι όροι σχετικά με τις πωλήσεις με ειδική δημοπρασία για τη χρησιμοποίηση της αλκοόλης οινικής προέλευσης στον τομέα των καυσίμων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Προκειμένου να εξασφαλιστεί σε ορισμένο βαθμό ο εφοδιασμός των αναδόχων και να ληφθεί υπόψη το κόστος των επενδύσεων που πρέπει να πραγματοποιηθούν σε εργοστάσια μεταποίησης για τον σκοπό αυτό, χωρίς όμως να εμποδίζεται κάθε φυσική μετακίνηση της τιθέμενης σε πώληση ποσότητας αλκοόλης". Ειδικότερα, η πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη ορίζουν:
"εκτιμώντας ότι, για τις πωλήσεις με ειδική δημοπρασία πρέπει να απαιτείται η σύσταση μικρότερης εγγύησης ορθής εκτέλεσης με σκοπό τη διασφάλιση της χρησιμοποίησης της κατακυρωθείσας αλκοόλης για τους προβλεπόμενους σκοπούς, απ' ό,τι για τους άλλους τύπους δημοπρασίας, λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων επιτήρησης και ελέγχου της χρησιμοποίησης στην Κοινότητα ότι αυτή η εγγύηση ορθής εκτέλεσης μπορεί ακόμη και να αντικατασταθεί από τον έλεγχο εκ μέρους εταιρίας διεθνούς εποποτείας μέχρι την τελική χρησιμοποίηση της αλκοόλης
ότι πρέπει να προβλεφθεί η υποχρέωση για τον ανάδοχο να συστήνει εγγύηση "ορθής παραλαβής" για κάθε παρτίδα ειδικής δημοπρασίας προκειμένου να διασφαλίζεται η φυσική παραλαβή της αλκοόλης εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών ώστε να μειωθεί το οικονομικό κόστος που συνδέεται με την αποθήκευση ορισμένων αλκοολών ότι είναι αναγκαίο, κατά συνέπεια, να προβλεφθεί το χρονοδιάγραμμα της φυσικής παραλαβής της κατακυρωθείσας αλκοόλης ".
17. Κατά την τροποποιηθείσα διατύπωση της δεύτερης περιπτώσεως της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του κανονισμού 1780/89, ο υπερθεματιστής πρέπει να παρέχει την απόδειξη συστάσεως στον οικείο οργανισμό παρεμβάσεως της εγγυήσεως περί της ορθής εκτελέσεως και ορθής παραλαβής. Στόχος της εγγυήσεως περί της ορθής εκτελέσεως είναι να διασφαλίζεται η χρησιμοποίηση της κατακυρωθείσας αλκοόλης για σκοπούς που προβλέπονται στην προκήρυξη της δημοπρασίας εκτός εάν η Επιτροπή αποφασίσει, σύμφωνα με τη διαδικασία που
προβλέπεται στο άρθρο 83 του κανονισμού 822/87, να αντικαταστήσει αυτή την εγγύηση με την "υποχρέωση να υπόκειται ο ανάδοχος μέχρι την τελική χρήση, στον έλεγχο εταιρίας διεθνούς εποπτείας (...)". Η εγγύηση περί της ορθής παραλαβής αποβλέπει "στη διασφάλιση της παραλαβής της αλκοόλης της πρώτης παρτίδας εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 25".
18. Κατ' εφαρμογή του τροποποιηθέντος άρθρου 26 του κανονισμού 1780/89, η παραλαβή της αλκοόλης της δεύτερης παρτίδας δεν είναι δυνατό να αρχίσει πριν από τη λήξη της φυσικής παραλαβής του συνόλου της αλκοόλης της πρώτης παρτίδας από τις αποθήκες του οικείου οργανισμού παρεμβάσεως: βλ. άρθρο 26, παράγραφος 1. Πριν από την παραλαβή της δεύτερης παρτίδας, ο υπερθεματιστής προσκομίζει την απόδειξη της συστάσεως εγγυήσεως περί της ορθής παραλαβής στον οικείο οργανισμό παρεμβάσεως, με σκοπό να διασφαλίσει την παραλαβή της αλκοόλης που αποτελεί το αντικείμενο της δεύτερης παρτίδας εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 26, παράγραφος 3: βλ. άρθρο 26, παράγραφος 2.
19. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε ο κανονισμός 2568/90 είχαν ως αποτέλεσμα, να καταστήσουν συγχρόνως περισσότερο ελαστικό και να ενισχύσουν το σύστημα εγγυήσεως που καθιερώθηκε με τον κανονισμό 1780/89. Αφενός, για κάθε παρτίδα θεσπίστηκε ειδική εγγύηση φυσικής παραλαβής της αλκοόλης εντός των καθορισμένων προθεσμιών και η εγγύηση ορθής εκτελέσεως επεκτάθηκε ώστε να καλύπτει όλη την περίοδο της συμβάσεως και δεν εφαρμόζεται πλέον από παρτίδα σε παρτίδα. Αφετέρου, στην Επιτροπή δόθηκε η εξουσία να αντικαθιστά την εγγύηση ορθής εκτελέσεως από την υποχρέωση για τον υπερθεματιστή να υπόκειται στον έλεγχο εταιρίας διεθνούς εποπτείας. Σημειώνω ότι οι λόγοι που προβάλλονται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2568/90 προς στήριξη της τροποποιήσεως του συστήματος εγγυήσεως εγκρίθηκαν ρητά από τους προσφεύγοντες.
Τα περιστατικά
20. Κατά την Επιτροπή, η αλκοόλη που λαμβάνεται από την απόσταξη οίνου μπορεί να έχει ορισμένο αριθμό χρήσεων, περιλαμβανομένης και της παρασκευής
φαρμακευτικών προϊόντων και ποτών που προορίζονται για την ανθρώπινη κατανάλωση. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε ορισμένο αριθμό χημικών και βιομηχανικών προϊόντων, όπως στα χρώματα, απορρυπαντικά, εντομοκτόνα και στις μαγιές. Η αλκοόλη οινικής προελεύσεως μπορεί, εξάλλου, να χρησιμοποιηθεί στον τομέα των καυσίμων όπου υπάρχουν τρεις διαφορετικές χρήσεις.
21. Πρώτον, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο της βενζίνης. Προς το παρόν δεν υπάρχει σημαντική αγορά για την αλκοόλη υπό τη μορφή υποκαταστάτου της βενζίνης στην Κοινότητα, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει σε ορισμένες τρίτες χώρες, κυρίως στη Βραζιλία. Δεύτερον, η αλκοόλη οινικής προελεύσεως μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς ανάμιξη με τη βενζίνη. Χρησιμοποιούμενη κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να αντιπροσωπεύει από 5 έως 10 % του τελικού προϊόντος. Η Επιτροπή μας πληροφορεί ότι η Κοινότητα εξάγει αλκοόλη προς τη Βραζιλία γι' αυτόν τον σκοπό και προσπαθεί να αναπτύξει τις ανταλλαγές με τις χώρες της Καραϊβικής οι οποίες εισάγουν κοινοτική αλκοόλη για να τη μεταποιήσουν σε αιθυλική αλκοόλη. Το προϊόν που προκύπτει από τη μεταποίηση αυτή αναμιγνύεται προφανώς με βενζίνη και πωλείται στις Ηνωμένες Πολιτείες υπό την ονομασία gasohol (μίγμα βενζίνης και αλκοόλης).
22. 'Οταν η αλκοόλη που προορίζεται να αναμιχθεί με βενζίνη εξάγεται από την Κοινότητα, ο έλεγχος ως προς την τελική χρήση διενεργείται μέσω χρηματικών εγγυήσεων και τελωνειακών πιστοποιητικών. Αντίθετα, όταν το τελικό προϊόν παράγεται εντός της Κοινότητας, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο πραγματικός έλεγχος καθίσταται δυσχερής επειδή η αλκοόλη αναμιγνύεται με τη βενζίνη πριν από τη διάθεση στο εμπόριο του τελικού προϊόντος. Κατά την Επιτροπή, είναι τότε δύσκολο να ελεγχθεί αν η αλκοόλη χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τους επιτρεπόμενους σκοπούς. Συνεπώς, υπάρχει κίνδυνος παράνομης διοχετεύσεως της αλκοόλης προς την αγορά της αλκοόλης που προορίζεται για την ανθρώπινη κατανάλωση, αγορά η οποία ενδεχομένως μπορεί να διαταραχθεί.
23. Τρίτον, η αλκοόλη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί στον τομέα των καυσίμων ως πρόσθετο στη βενζίνη, γνωστό υπό την ονομασία ΕΤΒΕ. Αυτό το τελευταίο μπορεί να υποκαταστήσει άλλα πρόσθετα, όπως το ΜΤΒΕ, το οποίο
βασίζεται στη μεθανόλη. Τα πρόσθετα διατίθενται στο εμπόριο ως χωριστό προϊόν, πράγμα που, κατά την Επιτροπή, καθιστά απλούστερο τον έλεγχο της παραγωγής τους και, επομένως, επιτρέπει να διασφαλίζεται ευκολότερα ότι η αντίστοιχη αλκοόλη δεν διοχετεύθηκε προς παράνομους σκοπούς.
24. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι ο κίνδυνος παράνομης διοχετεύσεως της αλκοόλης στην Κοινότητα είναι ελάχιστος, και ασφαλώς μικρότερος απ' ό,τι εκτός της Κοινότητας εφόσον, κατά την προσφεύγουσα, εντός της Κοινότητας είναι αδύνατο να πωληθεί η αλκοόλη που προορίζεται για την ανθρώπινη κατανάλωση χωρίς τα συνοδευτικά έγγραφα που αποδεικνύουν την προέλευσή της. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης τον ισχυρισμό της Επιτροπής κατά τον οποίο είναι δυσχερέστερο να ελεγχθεί η χρησιμοποίηση της αλκοόλης όταν αναμιγνύεται με βενζίνη παρά όταν χρησιμοποιείται στην παραγωγή πρόσθετων. Η προσφεύγουσα βασίζεται προς τούτο στο γεγονός ότι κατά την ανάμιξη της αλκοόλης με βενζίνη, δεν παράγεται καμιά αντίδραση. Επομένως, το μίγμα περιέχει ακριβώς την ίδια ποσότητα αλκοόλης με την προστεθείσα και η ποσότητα αυτή μπορεί να ελεγχθεί εύκολα. 'Οταν η αλκοόλη χρησιμοποιείται στην παραγωγή του πρόσθετου ΕΤΒΕ, αντιθέτως, δημιουργείται χημική αντίδραση και ως εκ τούτου, κατά την προσφεύγουσα, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η ποσότητα αλκοόλης που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του πρόσθετου. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, στην πράξη, το κόστος μεταποιήσεως της αλκοόλης σε πρόσθετο βενζίνης είναι πολύ υψηλό για να ενδιαφέρει σοβαρά τις επιχειρήσεις που αγοράζουν αλκοόλη από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
25. Η Επιτροπή προσπαθεί από το 1986 να διαθέσει μέσω της διαδικασίας της ειδικής δημοπρασίας σημαντικά αποθέματα αποσταγμένων αλκοολών, των οποίων η αποθήκευση δημιουργεί συνεχή οικονομικά και λογιστικά προβλήματα. Μια πρώτη σειρά δημοπρασιών οργανώθηκε το 1986 κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1915/86 της Επιτροπής (ΕΕ L 165, σ. 14) του οποίου το άρθρο 8, παράγραφος 4, επέβαλλε στους υπερθεματιστές να συστήσουν εγγύηση 80 ECU ανά εκατόλιτρο αλκοόλης σε 100 % κατ' όγκο. Καμιά σύμβαση δεν κατακυρώθηκε κατά τη σειρά αυτή των δημοπρασιών. Το 1989, η Επιτροπή διοργάνωσε τρεις άλλες σειρές
δημοπρασιών. Αυτή τη φορά, μια μόνον εγγύηση, καλύπτουσα συγχρόνως την εκτέλεση και την παραλαβή, 40 ECU ανά εκατόλιτρο επιβαλλόταν για κάθε παρτίδα. Για διάφορους λόγους, η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια σε καμιά από τις ληφθείσες προσφορές.
26. Κατά τα μέσα του έτους 1990, προετοιμάστηκε μια νέα σειρά δημοπρασιών. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1990, η Επιτροπή εξέδωσε δύο κανονισμούς για την έναρξη πωλήσεως με ειδική δημοπρασία για χρησιμοποίηση στον τομέα των καυσίμων στην Κοινότητα αλκοολών οινικής προελεύσεως που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως. Ο κανονισμός 2575/90 αφορούσε την έναρξη πωλήσεως με την ειδική δημοπρασία 5/90, συνολικής ποσότητας 3 200 000 εκατολίτρων αλκοόλης που εκφράζονταν σε εκατόλιτρα αλκοόλης σε 100 % vol, που συνίσταντο σε πέντε παρτίδες 640 000 εκατολίτρων. Η εν λόγω αλκοόλη βρισκόταν στην κατοχή του ισπανικού, γαλλικού και ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως. Ο κανονισμός 2576/90 της Επιτροπής αφορούσε την έναρξη πωλήσεως με την ειδική δημοπρασία 6/90 συνολικής ποσότητας 1 600 000 εκατολίτρων που εκφράζονταν σε εκατόλιτρα αλκοόλης σε 100 % vol, που συνίσταντο σε 5 παρτίδες των 320 000 εκατολίτρων. Η αλκοόλη αυτή βρισκόταν στην κατοχή του γαλλικού και ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως.
27. Η προς πώληση αλκοόλη προοριζόταν και στις δύο περιπτώσεις να χρησιμοποιηθεί εντός της Κοινότητας ως καύσιμο. Προς τούτο, οποιαδήποτε μεταποίηση της αλκοόλης έπρεπε να γίνει εντός της Κοινότητας. Οι πωλήσεις έπρεπε να διεξαχθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1780/89, όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 2568/90, και η εγγύηση περί της ορθής εκτελέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού αντικαταστάθηκε και στίς δύο περιπτώσεις από την υποχρέωση του υπερθεματιστή να υποβληθεί στον έλεγχο μιας εταιρίας διεθνούς εποπτείας. Ως τελευταία προθεσμία για την υποβολή των προσφορών καθορίστηκε, και στις δύο περιπτώσεις, η 25η Σεπτεμβρίου 1990, ώρα 12 Βρυξελλών. Οι προκηρύξεις της δημοπρασίας δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της 8ης Σεπτεμβρίου 1990 (βλ. ΕΕ C 224, σ. 10 και 15 αντιστοίχως). Οι υπερθεματιστές υπείχαν την
υποχρέωση να συστήσουν εγγύηση καλής παραλαβής 40 ECU ανά εκατόλιτρο αλκοόλης σε 100 % vol για την παραλαβή της αλκοόλης της πρώτης παρτίδας.
28. H προσφεύγουσα υπέβαλε προσφορά στο πλαίσιο των δύο διαδικασιών ειδικής δημοπρασίας 5/90 και 6/90 πριν από τη λήξη της ορισθείσας προθεσμίας. Η προσφορά της για τη διαδικασία 6/90 κρίθηκε εν συνεχεία άκυρη, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω. Ωστόσο, οι δύο προσφορές εξετάστηκαν ουσιαστικά. Μολονότι για κάθε περίπτωση η προσφορά της προσφεύγουσας ήταν η υψηλότερη, η Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα και με τη γνώμη που διατύπωσε με μεγάλη πλειοψηφία η επιτροπή διαχειρίσεως των οίνων, να μη δώσει συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές. Στις 18 Οκτωβρίου 1990, η Επιτροπή εξέδωσε τις σχετικές τυπικές αποφάσεις, οι οποίες απευθύνθηκαν στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Οι αποφάσεις αυτές κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα με συστημένη επιστολή της 21ης Νοεμβρίου 1990 η οποία φαίνεται να περιήλθε στην προσφεύγουσα στις 28 Νοεμβρίου.
29. Η Επιτροπή αποφάσισε τότε να διοργανώσει μια δεύτερη σειρά δημοπρασιών για τις ίδιες παρτίδες αλκοόλης. Στις 26 Νοεμβρίου 1990, εξέδωσε τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3389/90 και (ΕΟΚ) 3390/90 (ΕΕ L 327, σ. 19 και 21) σχετικούς με τις πωλήσεις με ειδική δημοπρασία 7/90 και 8/90. Και σ' αυτή την περίπτωση η προς πώληση αλκοόλη έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο εντός της Κοινότητας και προς τον σκοπό αυτό κάθε μεταποίηση έπρεπε να γίνει εντός της Κοινότητας. Οι προκηρύξεις ως προς τις πωλήσεις με ειδική δημοπρασία 7/90 και 8/90 δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της 27ης Νοεμβρίου 1990 (βλ. ΕΕ C 296, σ. 5 και 10 αντιστοίχως).
30. Στις 26 Νοεμβρίου 1990, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης τον κανονισμό 3391/90 (ΕΕ L 327, σ. 23) τροποποιώντας εκ νέου τον κανονισμό 1780/89. 'Ενα από τα αποτελέσματα της νέας αυτής κανονιστικής ρυθμίσεως ήταν η τροποποίηση του συστήματος εγγυήσεων. Η πρώτη αιτιολογική σκέψη είναι διατυπωμένη ως εξής:
"εκτιμώντας ότι για τις πωλήσεις αλκοόλης με ειδικό διαγωνισμό πρέπει να απαιτείται η σύσταση μιας μόνο εγγυήσεως, της λεγομένης 'καλής εκτελέσεως' , που αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί συγχρόνως η ανάληψη
και η χρησιμοποίηση της κατακυρωθείσας αλκοόλης για τους προβλεπομένους σκοπούς, ιδίως στον τομέα των καυσίμων στο εσωτερικό της Κοινότητας και να αποδεσμεύεται εφόσον ο υπερθεματιστής προσκομίζει τις αποδείξεις χρησιμοποιήσεως για τους προβλεπομένους σκοπούς με στόχο την απλούστευση του συστήματος των απαιτουμένων εγγυήσεων ".
31. Σύμφωνα με τους στόχους αυτούς, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3391/90 τροποποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 24 και 26 του κανονισμού 1780/89. Υπενθυμίζω ότι οι διατάξεις αυτές είχαν προηγουμένως τροποποιηθεί με τον κανονισμό 2568/90, μολονότι στο προοίμιο του κανονισμού 3391/90 δεν γίνεται καμιά σχετική μνεία. Στη νέα διατύπωση του άρθρου 24, παράγραφος 2, η εγγύηση περί της ορθής εκτελέσεως την οποία όφειλε να συστήσει ο υπερθεματιστής υπέρ του οικείου οργανισμού παρεμβάσεως δεν μπορούσε πλέον να αντικατασταθεί από την υποχρέωση του υπερθεματιστή να υποβληθεί σε έλεγχο από εταιρία διεθνούς εποπτείας, δυνατότητα η οποία καθιερώθηκε με τον κανονισμό 2568/90. Αντιθέτως, κατά τη νέα διατύπωση του άρθρου 26, ο υπερθεματιστής δεν υποχρεούται πλέον να συστήσει υπέρ του οικείου οργανισμού παρεμβάσεως ασφάλεια για την καλή παραλαβή. Με τον κανονισμό 3391/90 έγιναν επίσης τροποποιήσεις του κανονισμού 1780/89 προκειμένου να καταστεί δυνατός ο καθορισμός των τιμών που θα πληρωθούν για την αλκοόλη που κατακυρώνεται και οι οποίες θα "παρακολουθούν στενότερα τη διακύμανση των τιμών των καυσίμων στις διεθνείς αγορές" (δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
32. Οι προκηρύξεις για τις ειδικές δημοπρασίες 7/90 και 8/90 ανέφεραν αμφότερες (βλ. την παράγραφο 3 του προοιμίου τους) ότι οι υπερθεματιστές οφείλουν να συμμορφώνονται, μεταξύ άλλων, στις διατάξεις του κανονισμού 1780/89, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό 3391/90. Πάντως, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι οι κανονισμοί 3389/90 και 3390/90 σχετικά με την έναρξη των πωλήσεων αυτών με ειδική δημοπρασία ανέφεραν αμφότεροι (στην πρώτη αιτιολογική τους σκέψη) ότι ο κανονισμός 1780/89 είχε τροποποιηθεί την τελευταία φορά με τον κανονισμό 2568/90. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η μνεία του τελευταίου αυτού κανονισμού ήταν σφάλμα και ότι όλοι οι υπερθεματιστές βασίστηκαν στο γεγονός ότι οι πωλήσεις με ειδική δημοπρασία 7/90 και 8/90 υπέκειντο στις τροποποιήσεις του συστήματος εγγυήσεως που
έγιναν με τον κανονισμό 3391/90. Κατά τη γνώμη μου, η διαφορά αυτή δεν έχει σημασία.
33. Ο υπερθεματιστής στις ειδικές δημοπρασίες 7/90 και 8/90 είχε την υποχρέωση να συστήσει ασφάλεια περί της ορθής εκτελέσεως 90 ECU ανά εκατόλιτρο αλκοόλης σε 100 % vol για τη συνολική κατακυρωθείσα ποσότητα. Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει εγγύηση ενός τέτοιου ύψους και, επομένως, δεν υπέβαλε προσφορά για αυτές τις ειδικές δημοπρασίες.
Τα επίδικα ζητήματα
34. Προτού εξετάσω την ουσία των αιτημάτων των διαδίκων, επιβάλλεται να εξετάσω δύο προκαταρκτικά ζητήματα. Πρώτον, από την προσφυγή προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση των αποφάσεων της 18ης Οκτωβρίου 1990 με τις οποίες η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στις προσφορές που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των διαδικασιών ειδικής δημοπρασίας 5/90 και 6/90, φαίνεται δε ότι η Επιτροπή έτσι αντιλήφθηκε την προσφυγή. Μολονότι δεν απευθύνθηκαν στην προσφεύγουσα, είναι σαφές ότι οι αποφάσεις αυτές την αφορούσαν άμεσα και προσωπικά, ώστε να νομιμοποιείται βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, η δε Επιτροπή δεν αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής.
35. Ωστόσο, με το υπόμνημα απαντήσεώς της η προσφεύγουσα αφήνει να νοηθεί ότι η προσφυγή στρεφόταν πραγματικά κατά των εγγράφων που της είχε απευθύνει η Επιτροπή στις 21 Νοεμβρίου 1990, τα οποία συνιστούσαν κατά τη γνώμη της αποφάσεις των οποίων αυτή ήταν ο αποδέκτης. Αν τα έγγραφα αυτά ήταν όντως το αντικείμενο της προσφυγής, η προσφυγή θα ήταν κατά τη γνώμη μου απαράδεκτη, διότι τα έγγραφα πληροφορούσαν απλώς την προσφεύγουσα ως προς το περιεχόμενο των αποφάσεων οι οποίες είχαν ληφθεί ήδη. Τα έγγραφα αυτά δεν παράγουν καθεαυτά κανένα έννομο αποτέλεσμα έναντι της προσφεύγουσας και, επομένως, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο βάσει του άρθρου 173.
36. Εντούτοις, επειδή η προσφυγή μπορεί ασφαλώς να ερμηνευθεί ως στρεφόμενη κατά των αποφάσεων της Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 1990 και έτσι αντιμετωπίστηκε από την Επιτροπή, θεωρώ ότι η προσφυγή πρέπει να ληφθεί υπ' αυτή την έννοια. Επομένως, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
37. Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι η προσφορά που υπέβαλε η προσφεύγουσα για την ειδική δημοπρασία 6/90 δεν ήταν έγκυρη λόγω του ότι δεν συνοδευόταν από την απόδειξη συστάσεως εγγυήσεως υπέρ ενός από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, όπως απαιτούσε η προκήρυξη. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα δέχεται το επιχείρημα της Επιτροπής και αποσύρει το αίτημά της ως προς την απόφαση που αφορά την ειδική δημοπρασία 6/90. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα επιληφθεί μόνο του ζητήματος της νομιμότητας της αποφάσεως ως προς την ειδική δημοπρασία 5/90 και τις συνέπειες της ενδεχομένης ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής.
38. Ουσιαστικά, η άποψη της προσφεύγουσας είναι ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να κατακυρώσει την πώληση με ειδική δημοπρασία 5/90 στον τελευταίο πλειοδότη. Ισχυρίζεται ότι ο λόγος αρνήσεως της Επιτροπής συνίστατο στο ότι αυτή ήθελε να κατακυρώσει τη σύμβαση σε άλλη εταιρία. Κατά την προσφεύγουσα, επομένως, η Επιτροπή απέρριψε την προσφορά της και εν συνεχεία καθόρισε προϋποθέσεις τις οποίες η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να εκπληρώσει και, συνεπώς, την εμπόδιζαν να υποβάλει προσφορά για την ειδική δημοπρασία 7/90. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, εφόσον οι προϋποθέσεις της δημοπρασίας είχαν καθοριστεί, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να κατακυρώσει τη σύμβαση στον υπερθεματιστή που πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η παράνομη άρνηση της Επιτροπής να κατακυρώσει τη σύμβαση στον υπερθεματιστή στο πλαίσιο της διαδικασίας 5/90 σημαίνει ότι αυτή δεν μπορούσε νομίμως να διοργανώσει δεύτερη σειρά δημοπρασιών για την ίδια παρτίδα αλκοόλης. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα είναι της γνώμης ότι η διαδικασία ειδικής δημοπρασίας 7/90 φέρει επίσης το στίγμα της ελλείψεως νομιμότητας.
39. Η προσφεύγουσα υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε να ανασταλεί η εφαρμογή των κανονισμών για την έναρξη των πωλήσεων με ειδική διαδικασία 7/90 και 8/90 μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με Διάταξη του Προέδρου της 19ης Δεκεμβρίου 1990.
40. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, όσον αφορά την ουσία, ότι έλαβε τα μέτρα που έκρινε καλοπίστως αναγκαία λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν στις οικείες αγορές. Ισχυρίζεται ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, έχει το δικαίωμα να μη δώσει συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές έστω και αν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται με τις προκηρύξεις της δημοπρασίας. Επικαλείται το επιχείρημα ότι μπορεί καμιά φορά να σφάλλει λόγω υπερβολικής συνέσεως. Εν προκειμένω, υποστηρίζει ότι ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη να μη δώσει συνέχεια στις προσφορές στο πλαίσιο της διαδικασίας ειδικής δημοπρασίας 5/90 και να επιβάλει για την ειδική δημοπρασία 7/90 αυστηρότερους όρους.
41. Η προσφεύγουσα είναι κοινή επιχείρηση της οποίας οι κύριοι μέτοχοι είναι η Palfin SpA, με έδρα τη Νεάπολη, Ιταλία, η οποία ελέγχει τον όμιλο Palma, και η Distilleria del Salento SpA της Gallipoli, Ιταλία, εταιρία που ανήκει στον όμιλο Marrone. Εταιρίες των δύο ομίλων ασκούν τη δραστηριότητά τους στον τομέα της αλκοόλης και μετέχουν τακτικά, και κάποτε με επιτυχία, στις δημοπρασίες πωλήσεως αλκοόλης των αποθεμάτων παρεμβάσεως της Κοινότητας. Η προσφεύγουσα δημιουργήθηκε διότι ούτε ο όμιλος Palma ούτε ο όμιλος Marrone είχαν επαρκείς πόρους για να συμμετέχουν κατά τρόπο ανεξάρτητο στις μεγάλες πωλήσεις με ειδική δημοπρασία που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Η προσφεύγουσα συνήψε συμφωνία με την αμερικανική εταιρία Tropicana Investments, με έδρα το Irving, Texas, για να της παρέχει συνδρομή στη μεταποίηση και στην πώληση της εν λόγω αλκοόλης.
42. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι κατά το έτος 1990 πληροφορήθηκε ότι η Επιτροπή συνήψε συμφωνία με την Union Carbide, μια μεγάλη χημική εταιρία, συμφωνία κατά την οποία η εταιρία θα κατασκεύαζε εργοστάσιο μεταποιήσεως
της αλκοόλης ενόψει της χρησιμοποιήσεώς της στον τομέα των καυσίμων αν η Επιτροπή δεχόταν να την εφοδιάζει αποκλειστικά για περίοδο πέντε ετών με όλη την αλκοόλη που πωλείται για τη χρήση αυτή από τα αποθέματα παρεμβάσεως. Κατά την προσφεύγουσα, οι διαδικασίες ειδικής δημοπρασίας 5/90 και 6/90 προκηρύχθηκαν ακριβώς προς εφαρμογή της συμφωνίας αυτής. Πράγματι, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι μετά την προσφορά της ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής ανέφερε στην προσφεύγουσα ότι αυτές οι διαδικασίες ειδικής δημοπρασίας απέβλεπαν ειδικώς στην εφαρμογή της συμφωνίας που συνήφθη με τη Union Carbide.
43. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή ανέμενε ότι οι προσφορές που θα υπέβαλε η Union Carbide θα ήταν οι υψηλότερες και περιήλθε σε αμηχανία όταν αποδείχθηκε ότι οι προσφορές προέρχονταν από την προσφεύγουσα. Σύμφωνα μ' αυτή την τελευταία, η Επιτροπή επέδειξε απροθυμία να της κατακυρώσει τις συμβάσεις. Κατά συνέπεια, στο τέλος Σεπτεμβρίου 1990, ένας διευθυντής της προσφεύγουσας μετέβη στις Βρυξέλλες για να παράσχει στην Επιτροπή πρόσθετες διευκρινίσεις ως προς την εταιρία και να διασκεδάσει κάθε αμφιβολία που μπορούσε να έχει η Επιτροπή ως προς την οικονομική κατάσταση της εταιρίας. Παρά τις προσπάθειες της προσφεύγουσας, η Επιτροπή αποφάσισε να μη δώσει συνέχεια στις υποβληθείσες προσφορές αλλά, αντιθέτως, να προκηρύξει δεύτερη σειρά δημοπρασιών με αυστηρότερους όρους εγγυήσεως. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι σκοπός των νέων αυτών όρων εγγυήσεως ήταν να καταστήσει δυσχερέστερη την υποβολή προσφορών εκ μέρους μικρών εταιριών, όπως είναι η ίδια, αφήνοντας έτσι ελεύθερο τον δρόμο στις μεγαλύτερες, όπως στην Union Carbide.
44. Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η απόφαση της Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 1990 είναι παράνομη για δύο λόγους. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των κανονισμών 822/87 και 3877/88 και ειδικότερα των διατάξεων που επιβάλλουν να διασφαλίζεται η ισότητα ευκαιριών αγοράς των εμπορευμάτων και η ίση μεταχείριση των ενδεχόμενων αγοραστών (βλ. άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού 822/87 και άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 3877/88). Κατά την προσφεύγουσα
η αντιμετώπιση του ζητήματος από την Επιτροπή δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνον από την επιθυμία να αποκλειστούν μικρότερες εταιρίες, όπως η προσφεύγουσα, από την αγορά των εν λόγω παρτίδων αλκοόλης. Δεύτερον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν πληροί τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης.
45. Η Επιτροπή απαντά υπογραμμίζοντας ότι η κανονιστική ρύθμιση ως προς την πώληση της αλκοόλης που λαμβάνεται με απόσταξη δεν την υποχρεώνει να κατακυρώσει τη σύμβαση στο πλαίσιο των διαδικασιών ειδικής δημοπρασίας. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι οι πωλήσεις με ειδική δημοπρασία 5/90 και 6/90 απέβλεπαν στην προσέλκυση νέων διαγωνιζομένων που σχεδίαζαν την παραγωγή πρόσθετων, εφόσον οι όροι στους οποίους υπέκειντο οι προσφορές αυτές καθιστούσαν ευκολότερη τη διείσδυση της αγοράς από τον έμπορο εξασφαλίζοντας στην πράξη την ορθή εκτέλεση. 'Οπως έχω εξηγήσει, η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι είναι ευκολότερο να ελεγχθεί η χρήση της αλκοόλης ως πρόσθετου στη βενζίνη παρά αν χρησιμοποιηθεί προς ανάμιξη. Θεωρεί επίσης ότι οι επιχειρήσεις οι οποίες πραγματοποίησαν σημαντικές επενδύσεις σε ένα νέο εργοστάσιο υπολογίζοντας ότι θα κατακυρωθεί η προσφορά τους έχουν ισχυρό οικονομικό κίνητρο να παραλάβουν ολόκληρη την ποσότητα της αλκοόλης έστω και αν εν συνεχεία μειωθούν οι τιμές των καυσίμων.
46. Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες ελήφθησαν οι αποφάσεις για τις πωλήσεις με ειδική δημοπρασία 5/90 και 6/90 μεταβλήθηκαν λόγω της κρίσεως στον Κόλπο. Κατά την Επιτροπή η αβεβαιότητα που προέκυψε από την κρίση αυτή ως προς τα αποθέματα πετρελαίου κατέστησε τις τιμές των καυσίμων εξαιρετικά ασταθείς και υπήρχε πραγματική δυνατότητα δραματικής αυξήσεως των τιμών. Κατά συνέπεια, κατά την Επιτροπή, ήταν πολύ πιο εύκολο να διατεθούν στο εμπόριο τα καύσιμα υποκαταστάσεως με βάση την αλκοόλη. Επομένως, η Επιτροπή έκρινε ότι, βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, οι τιμές των καυσίμων υποκαταστάσεως θα εξακολουθούσαν να ανέρχονται και ότι μια δεύτερη σειρά δημοπρασιών μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την υποβολή καλύτερων προσφορών.
47. Πάντως, η Επιτροπή είχε την άποψη ότι μακροπρόθεσμα υπήρχε κίνδυνος πτώσεως των τιμών, ειδικότερα όταν το πετρέλαιο του Ιράκ και του Κουβέιτ θα εμφανίζονταν εκ νέου στην αγορά. Ο υπερθεματιστής θα αντιμετώπιζε τότε μείωση των κερδών του και δεν θα είχε κίνητρο να παραλάβει ολόκληρη την ποσότητα αλκοόλης ή να διοχετεύσει την αλκοόλη παράνομα προς άλλες αγορές. Γι' αυτούς τους λόγους, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η Επιτροπή αποφάσισε να μη δώσει συνέχεια στις ειδικές δημοπρασίες 5/90 και 6/90 και να προκηρύξει νέα σειρά δημοπρασιών, επιφέροντας εν τω μεταξύ ορισμένες τροποποιήσεις στο σύστημα εγγυήσεως προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αστάθεια που δημιουργήθηκε με την κρίση του Κόλπου.
48. Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η ελπίδα που έτρεφε η Επιτροπή ότι με τη δεύτερη σειρά δημοπρασιών θα επετύγχανε υψηλότερες τιμές αποδείχθηκε αβάσιμη. Η υψηλότερη προσφορά για την ειδική δημοπρασία 5/90, δηλαδή, 4,52 ECU ανά εκατόλιτρο, υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα. Ο υπερθεματιστής στην πώληση 7/90 προσέφερε μόνο 3 ECU ανά εκατόλιτρο. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η κρίση του Κόλπου δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να διαδραμάτισε ρόλο στη συλλογιστική της Επιτροπής καθόσον η κρίση είχε αρχίσει ήδη όταν δημοσιεύθηκε η προκήρυξη για τη δημοπρασία 5/90 και βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη όταν λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή ήταν έτοιμη να δεχθεί προσφορές 3 ECU ανά εκατόλιτρο τον Ιανουάριο του 1991 όταν ο πόλεμος στον Κόλπο είχε αρχίσει και το κλίμα ήταν, τουλάχιστον, ακόμη περισσότερο αβέβαιο από ό,τι τον προηγούμενο Οκτώβριο. Εν πάση περιπτώσει, κατά την προσφεύγουσα, δεν ήταν δυνατό να αναμένεται λογικά ότι οποιοδήποτε ενδεχόμενο βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα επί των τιμών των καυσίμων ως αποτέλεσμα των γεγονότων στον Κόλπο θα είχε σημαντική επίδραση στο επίπεδο των προσφορών, διότι η διάρκεια της συμβάσεως που προβλεπόταν με την προκήρυξη της δημοπρασίας 5/90 ήταν πενταετής και, επομένως, σχετικά μεγάλη.
49. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είχε το δικαίωμα να λάβει υπόψη παράγοντες οι οποίοι δεν αναφέρονταν ειδικά στους όρους της δημοπρασίας, ειδικότερα τις αλλαγές στους όρους της αγοράς. Επιμένει στο γεγονός ότι μπορούσε
λογικά να ελπίζει ότι στη δεύτερη σειρά δημοπρασιών θα υποβάλονταν καλύτερες προσφορές και ότι δεν ήταν σε θέση να προβλέψει τη μελλοντική εξέλιξη των γεγονότων, ειδικότερα το γεγονός ότι οι χώρες-εξαγωγείς πετρελαίου θα επιτύγχαναν να καλύψουν το έλλειμμα που οφειλόταν στην απόσυρση από την αγορά πετρελαίου του Ιράκ και του Κουβέιτ. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι καίτοι η προσφορά που έγινε τελικά δεκτή ήταν χαμηλότερη από την προσφορά της προσφεύγουσας κατά την ειδική δημοπρασία 5/90, συνοδευόταν από όρους εγγυήσεως περισσότερο αυστηρούς και από έναν ακριβέστερο μηχανισμό αυτόματης αυξήσεως των τιμών.
50. Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν ήταν πεπεισμένη ότι η σύμβαση ειδικής δημοπρασίας 5/90 μπορούσε να κατακυρωθεί χωρίς κίνδυνο στην προσφεύγουσα η οποία είχε δημιουργηθεί ειδικά για να υποβάλει προσφορές στο πλαίσιο των διαδικασιών ειδικής δημοπρασίας 5/90 και 6/90. Κατά την Επιτροπή, ενόψει των σημαντικών εμπλεκομένων ποσοτήτων, οι οικονομικοί πόροι της προσφεύγουσας μπορούσαν να αποδειχθούν ανεπαρκείς, δεδομένου ότι η ευθύνη των μετόχων της είναι περιορισμένη, αν η σύμβαση δεν εκπληρωνόταν ορθά. Η προγραμματιζόμενη από την προσφεύγουσα νέα επένδυση κρίθηκε μέτρια ώστε το κατώτατο όριο το οποίο θα ήταν επωφελές γι' αυτήν για να εγκαταλείψει την αγορά θα ήταν χαμηλότερο απ' ό,τι για τον νεοεμφανιζόμενο στην αγορά ο οποίος πραγματοποίησε σημαντικότερη επένδυση. Η Επιτροπή επιμένει στο γεγονός ότι ο έλεγχος του προτεινόμενου από την προσφεύγουσα προϊόντος θα ήταν δυσχερής και υπενθυμίζει ότι η γνώμη της εγκρίθηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία της επιτροπής διαχειρίσεως των οίνων.
Οι ευθύνες της Επιτροπής
51. Προτού εξετάσω τα επιχειρήματα αυτά, επιβάλλεται κατά τη γνώμη μου να τονίσω ορισμένα πραγματικά στοιχεία. Πρώτον, μολονότι η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι διαδικασίες της ειδικής δημοπρασίας 5/90 και 6/90 κινήθηκαν ώστε να καταστεί δυνατή η πώληση των αναφερομένων ποσοτήτων αλκοόλης στη Union Carbide, με το υπόμνημα απαντήσεως δέχεται ότι η εταιρία
αυτή όντως δεν υπέβαλε έγκυρη προσφορά για τη μια ή την άλλη από τις διαδικασίες αυτές. Θα επανέλθω αργότερα σ' αυτή την έποψη της υποθέσεως. Δεύτερον, μέλη τόσο του ομίλου εταιριών Palma, όσο και του ομίλου Marrone υπέβαλαν προσφορές για τη δημοπρασία 8/90 και πράγματι η σύμβαση κατακυρώθηκε σε ένα μέλος του πρώτου ομίλου. Απ' αυτό μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή δεν είχε καμιά ειδική αντίρρηση να κατακυρώσει τις συμβάσεις στον ένα ή στον άλλο όμιλο υπό τους κατάλληλους όρους.
52. Η Επιτροπή προχωρεί ακόμη περισσότερο ισχυριζόμενη ότι, το γεγονός ότι τόσο ο ένας, όσο και ο άλλος όμιλος υπέβαλαν προσφορά για τη δημοπρασία 8/90 δείχνει ότι μπορούσαν να υποβάλουν κοινή προσφορά για τη δημοπρασία 7/90 η οποία αφορούσε τη διπλάσια ποσότητα αλκοόλης. Πάντως, η προσφεύγουσα εξήγησε ότι οι εταιρίες των ομίλων Palma και Marrone μπορούσαν να υποβάλουν προσφορά για την ειδική δημοπρασία 8/90 μόνο κατόπιν συμφωνίας με τους εγγυητές τους για να εγγυηθούν την ορθή εκτέλεση των αντίστοιχων υποχρεώσεών τους. 'Ετσι, οι συνολικές υποχρεώσεις των εγγυητών ουδέποτε υπερέβησαν τα όρια της διαδικασίας της ειδικής δημοπρασίας 8/90. Δέχομαι, επομένως, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, ότι κανένας από τους δύο ομίλους δεν ήταν σε θέση να λάβει τις απαιτούμενες εγγυήσεις για να συμμετάσχει στην ειδική δημοπρασία 7/90.
53. Κατά συνέπεια, το ουσιώδες ζήτημα είναι αν η προσφεύγουσα, εφόσον υπέβαλε εγκύρως την υψηλότερη προσφορά για την ειδική δημοπρασία 5/90, είχε δικαίωμα κατακυρώσεως της συμβάσεως, ή αν η Επιτροπή μπορούσε, ενόψει του συνόλου των περιστάσεων, να μη δώσει συνέχεια στην πώληση και να προκηρύξει νέα δημοπρασία υπό αυστηρότερους όρους. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό πρέπει να αναζητηθεί πρωτίστως στη νομοθεσία ως προς την πώληση της αλκοόλης που λαμβάνεται με απόσταξη στην οποία αναφέρεται ο κανονισμός 822/87.
54. Πρώτο καθήκον της Επιτροπής, που ορίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3877/88, είναι να αποφεύγει τη διατάραξη των αγορών αλκοόλης και των οινοπνευματωδών ποτών που παράγονται εντός της Κοινότητας.
Η Επιτροπή έχει τη δευτερεύουσα υποχρέωση να αποφεύγει τη δημιουργία δυσχερειών σε άλλους τομείς όπου χρησιμοποιείται η αλκοόλη. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού 3877/88, οι διαδικασίες δημοπρασίας μπορεί να εξαρτώνται από ειδικούς όρους "για να αποφευχθούν διαταραχές στις αγορές". Η ανάγκη να αποφευχθεί η διατάραξη της αγοράς υπερτερεί του στόχου επιτεύξεως υψηλότερης τιμής. Αυτό προκύπτει σαφώς από τις διατάξεις του κανονισμού 1780/89, του οποίου οι αιτιολογικές σκέψεις (βλ. παράγραφο 11 πιο πάνω) αναφέρουν ότι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή αποφασίσει να δώσει συνέχεια στις προσφορές οφείλει να κατακυρώσει τη σύμβαση στον υποβάλοντα την υψηλότερη προσφορά.
55. Κατά τη γνώμη μου, απ' αυτό προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να δώσει συνέχεια στις προσφορές παρά μόνον αν είναι πεπεισμένη ότι αυτό δεν θα διαταράξει τις αγορές, ειδικότερα τις αγορές αλκοόλης και οινοπνευματωδών ποτών που παράγονται εντός της Κοινότητας και ότι, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνει την απόφασή της, η προσφερόμενη από τον υπερθεματιστή τιμή είναι η υψηλότερη που μπορεί ευλόγως να αναμένεται. Εν προκειμένω, δεν συνέτρεχε καμιά από τις προϋποθέσεις αυτές. Η Επιτροπή θεώρησε ότι το ύψος της επενδύσεως που έπρεπε να πραγματοποιήσει η προσφεύγουσα για ένα νέο εργοστάσιο δεν διασφάλιζε επαρκώς ότι θα εκπλήρωνε τη σύμβαση αν της είχε ανατεθεί και ότι η από την προσφεύγουσα χρήση της αντίστοιχης ποσότητας αλκοόλης θα ήταν δύσκολο να ελεγχθεί. Κατά την Επιτροπή, επίσης, η κατάσταση στον Κόλπο κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε την απόφασή της ήταν τέτοια ώστε μια δεύτερη σειρά δημοπρασιών μπορούσε να αποδώσει υψηλότερες προσφορές.
56. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έσφαλλε επί του συνόλου των σημείων αυτών, κατά τη γνώμη μου όμως οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων είναι εν πολλοίς ζήτημα γνώμης. Ακόμη και αν η προσφεύγουσα έχει δίκιο και η Επιτροπή άδικο, αυτό δεν αρκεί για να επιτρέψει την επιτυχία της προσφεύγουσας, διότι είναι σαφές ότι η νομοθεσία ως προς την πώληση της αλκοόλης που λαμβάνεται από απόσταξη αφήνει στην Επιτροπή διακριτική εξουσία. Για να αποδειχθεί ότι αυτή δεν υπερέβη τη διακριτική της εξουσία,
δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι διέπραξε σφάλματα εκτιμήσεως. Εν πάση περιπτώσει, δεν είμαι καθόλου πεπεισμένος ότι εν προκειμένω διαπράχθηκε ένα τέτοιο σφάλμα. Το μόνο στοιχείο το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως σφάλμα είναι η απόφαση της Επιτροπής να μη δεχθεί προσφορά η οποία, ανερχόμενη σε 4,52 ECU ανά εκατόλιτρο, ήταν σαφώς υψηλότερη από την προσφορά των 3 ECU ανά εκατόλιτρο την οποία δέχθηκε εν συνεχεία. Πάντως, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η προσφορά του υπερθεματιστή συνοδευόταν από αυστηρότερους όρους εγγυήσεως με την παροχή καλύτερων ασφαλειών ότι η σύμβαση θα εκτελείτο ορθά. 'Οπως έχω υπογραμμίσει ήδη, βάσει της εφαρμοστέας νομοθεσίας, η ανάγκη να διασφαλιστεί η ορθή εκτέλεση προέχει της ανάγκης να επιτευχθεί η καλύτερη τιμή. Εξάλλου, η χαμηλότερη τιμή εξηγείται εν μέρει από το υψηλότερο κόστος που συνεπαγόταν η τήρηση αυστηρότερων όρων εγγυήσεως. Υπό την έποψη αυτή, δεν είναι καθόλου προφανές ότι η κατακύρωση της συμβάσεως στην προσφεύγουσα στο πλαίσιο της δημοπρασίας 5/90 θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντα της Κοινότητας παρά οι δημοπρασίες που διοργανώθηκαν στο πλαίσιο των διαδικασιών 7/90 και 8/90.
57. Είναι σαφές ότι αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή άσκησε τη διακριτική της εξουσία κατά τρόπο μη προσήκοντα, για παράδειγμα, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες τους οποίους έπρεπε να αγνοήσει ή παραλείποντας να λάβει υπόψη στοιχείο το οποίο έπρεπε να έχει κατά νου, οποιαδήποτε σχετική απόφαση θα ήταν τότε παράνομη. Πάντως, ο μόνος ειδικός ισχυρισμός που προέβαλε σχετικώς η προσφεύγουσα αφορά την φερόμενη επιθυμία της Επιτροπής να αναθέσει τη σύμβαση στην Union Carbide και τον συνακόλουθο δισταγμό της να της κατακυρώσει τη σύμβαση. Ωστόσο, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε καμιά άμεση απόδειξη της φερόμενης συμφωνίας της Επιτροπής με την Union Carbide. Μολονότι η εταιρία αυτή υπέβαλε προσφορές στο πλαίσιο των δύο διαδικασιών 5/90 και 6/90, οι προσφορές της ήταν απαράδεκτες ως εκπρόθεσμες. 'Ετσι, ακόμη και αν η προσφεύγουσα δεν είχε υποβάλει προσφορά, η σύμβαση δεν μπορούσε να ανατεθεί στη Union Carbide. Αυτό δεν είναι καθαυτό ασυμβίβαστο με την εκδοχή των περιστατικών που ανέπτυξε η προσφεύγουσα. Ωστόσο, έχει σημασία το ότι η Union Carbide δεν μετείχε στη
δεύτερη σειρά δημοπρασιών. Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν επιθυμούσε την κατακύρωση της συμβάσεως στην προσφεύγουσα δεν ευσταθεί ενόψει του γεγονότος ότι αυτή η ίδια η προσφεύγουσα δέχεται ότι οι θυγατρικές εταιρίες των κύριων μετόχων της συνάπτουν τακτικά συμβάσεις πωλήσεως αλκοόλης από τα αποθέματα παρεμβάσεως της Κοινότητας. 'Οντως, όπως υπογράμμισα ήδη, σε μια από τις εταιρίες αυτές κατακυρώθηκε η σύμβαση στο πλαίσιο της δημοπρασίας 8/90.
58. Επομένως, απορρίπτω τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι, αποφασίζοντας να μη δώσει συνέχεια στις προσφορές που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ειδικής δημοπρασίας 5/90, η Επιτροπή παρέβη τη νομοθεσία σχετικά με τη διάθεση της αλκοόλης που λαμβάνεται με απόσταξη και ότι ενήργησε κατά κατάχρηση των σχετικών εξουσιών που της παρέχονται.
Η απαίτηση αιτιολογίας
59. Απομένει να εξεταστεί αν η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ήταν σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης το οποίο ορίζει ότι "(...) οι αποφάσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής πρέπει να αιτιολογούνται (...)".
60. Οι αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τις οποίες η ίδια η Επιτροπή περιγράφει ως "τηλεγραφικές", είναι διατυπωμένες ως εξής: "ενόψει των ληφθεισών προσφορών για την πρώτη παρτίδα και λαμβάνοντας υπόψη την παρούσα κατάσταση της διεθνούς αγοράς καυσίμων, επιβάλλεται να μη δοθεί συνέχεια στις προσφορές στην ειδική δημοπρασία 5/90 ΕΟΚ". Το έγγραφο που η Επιτροπή απέστειλε στην προσφεύγουσα στις 21 Νοεμβρίου 1990 ήταν ουσιαστικά διατυπωμένο κατά τον ίδιο τρόπο, αναφέροντας ότι η Επιτροπή αποφάσισε να μη δεχθεί την προσφορά της προσφεύγουσας "ενόψει των ληφθεισών προσφορών και λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της διεθνούς αγοράς καυσίμων".
61. Το Δικαστήριο επανειλημμένως υπογράμμισε ότι "το άρθρο 190 της Συνθήκης, επιβάλλοντας στην Επιτροπή την υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις της, δεν ενδιαφέρεται απλώς για τον τύπο, αλλά αποβλέπει στο να
παράσχει τη δυνατότητα στους διαδίκους να υπερασπισθούν τα δικαιώματά τους, στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του και στα κράτη μέλη, καθώς και σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη, να γνωρίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή εφαρμόζει τη Συνθήκη" (βλ., για παράδειγμα, υπόθεση 24/62, Γερμανία κατά Επιτροπής, Rec. 1963, σ. 129, και ειδικότερα σ. 143 υπόθεση 294/81, Control Data κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 911, σκέψη 14). Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε ότι από την αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και μη αμφιλεγόμενο, η συλλογιστική του οικείου κοινοτικού οργάνου (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής απόφαση της 26ης Ιουνίου 1986, 203/85, Nicolet Instrument κατά Hauptzollamt Frankfurt am Main-Flughafen, Συλλογή 1986, σ. 2049, σκέψη 10 απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-269/90, Hauptzollamt Muenchen-Mitte κατά Τechnische Universitaet Muenchen, Συλλογή 1991, σ. Ι-5469, σκέψη 26). Ωστόσο, στην υπόθεση C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-395, σκέψη 16), έκρινε ότι:
"Ωστόσο η αιτιολογία δεν απαιτείται να διυλίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και των συμφραζομένων, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (...) Επιπλέον ο βαθμός ακρίβειας της αιτιολογίας της αποφάσεως πρέπει να είναι ανάλογος των υλικών δυνατοτήτων και των τεχνικών συνθηκών ή της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να εκδοθεί."
62. Εν προκειμένω, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία τα οποία, κατά τη γνώμη μου, δικαιολογούν μια αιτιολογία λιγότερο λεπτομερή από εκείνην που θα ήταν αναγκαία σε άλλη περίπτωση. Πρώτον, φαίνεται πιθανόν ότι η προσφεύγουσα είχε εν πολλοίς γνώση των υποκείμενων λόγων της συλλογιστικής που υιοθέτησε η Επιτροπή. Η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι, σε διάφορες ευκαιρίες, ήρθε σε επαφή με τους αρμόδιους υπαλλήλους της Επιτροπής μετά την υποβολή της προσφοράς της, αλλά πριν από τη λήψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Πράγματι, η ίδια η προσφεύγουσα προσκόμισε επιστολή της 8ης Οκτωβρίου 1990, απευθυνθείσα από τον γενικό διευθυντή του ομίλου Palma στην Επιτροπή, όπου ο αποστολέας αναφέρεται σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Σεπτεμβρίου και προσπαθεί να καθησυχάσει την Επιτροπή ως προς το
αξιόπιστο των εγγυήσεων που προσφέρει η προσφεύγουσα και ως προς την πρόθεσή της να εκτελέσει πλήρως τη σύμβαση. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι όταν μια επιχείρηση μετέχει στις συζητήσεις που οδηγούν στη λήψη ενός μέτρου και, κατά συνέπεια, γνωρίζει τους κύριους λόγους στους οποίους βασίζεται το μέτρο αυτό, η συνοπτική αιτιολογία μπορεί να είναι αποδεκτή (βλ. υποθέσεις 172/83 και 226/83, Hoogovens Groep κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2831, σκέψη 27). Εξάλλου, οι κύριοι μέτοχοι της προσφεύγουσας ήταν επιχειρήσεις ειδικευμένες σ' αυτόν τον τομέα με σημαντική πείρα στην αγορά των καυσίμων και τη διάθεση αποσταγμένης αλκοόλης. 'Οπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, η γνώση που είχαν οι επιχειρήσεις αυτές ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γνώση ενός μέσου πολίτη.
63. Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα, είχε ελάχιστο ενδιαφέρον για οποιονδήποτε άλλον πλην της προσφεύγουσας και των κρατών μελών στα οποία είχε απευθυνθεί. 'Ολα τα κράτη μέλη γνώριζαν πλήρως την αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής διότι συμμετείχαν στις σχετικές συζητήσεις στο πλαίσιο της επιτροπής διαχειρίσεως των οίνων.
64. 'Ετσι, ο συνοπτικός χαρακτήρας της αιτιολογίας που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ότι θίγει τα δικαιώματα υπερασπίσεως της προσφεύγουσας ή τη δυνατότητα για τους τρίτους ενδιαφερομένους να εξακριβώσουν τις περιστάσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή εφάρμοσε τη Συνθήκη. Πάντως, απομένει να εξεταστεί αν η αιτιολογία αυτή είναι επαρκώς λεπτομερής ώστε να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εξακριβώσει αν οι λόγοι που παρέχονται είναι έγκυροι. Αυτός είναι ένας από τους σκοπούς του άρθρου 190, αλλά δεν πληρούται αν η αιτιολογία είναι αρκετά αόριστη, καθόσον μια τέτοια αιτιολογία μπορεί να καλύπτει ορισμένο αριθμό πιθανών λόγων, αφήνοντας την Επιτροπή ελεύθερη να επιλέξει εκείνους τους λόγους που της φαίνονται οι πλέον πειστικοί αν το μέτρο προσβληθεί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο "η αιτιολογία πρέπει, κατ' αρχήν, να ανακοινώνεται στον ενδιαφερόμενο ταυτοχρόνως με την απόφαση που τον βλάπτει" (υπόθεση 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 2861, σκέψη 22). Μόνον όταν αυτό είναι απραγματοποίητο το Δικαστήριο δέχεται τη
σε μεταγενέστερο στάδιο κοινοποίηση ολόκληρης της αιτιολογίας στους ενδιαφερομένους (βλ. υπόθεση 16/65, Schwarze κατά Einfuhr-und Vorratsstelle Getreide, Rec. 1965, σ. 1081).
65. Η αιτιολογία που παρέχεται στην παρούσα υπόθεση - οι ληφθείσες προσφορές και η κατάσταση στη διεθνή αγορά καυσίμων - είναι αρκετά ευρεία για να δικαιολογεί μελλοντικά οποιαδήποτε απόφαση να μη δοθεί συνέχεια στις προσφορές ως προς τις ειδικές δημοπρασίες αλκοόλης οινικής προελεύσεως προς χρήση στον τομέα των καυσίμων. Στην πραγματικότητα, σε διάφορα στάδια της διαδικασίας, η Επιτροπή τόνισε διάφορους λόγους. Η πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή στην επιτροπή διαχειρίσεως αναφερόταν στην ανάγκη διαφάνειας και στην αστάθεια των διεθνών αγορών. Η αναφορά στη διαφάνεια φαίνεται να σημαίνει τη δυνατότητα εξακριβώσεως ότι η αλκοόλη όντως χρησιμοποιείται για τον επιτρεπόμενο σκοπό και δεν διοχετεύεται αλλού. Πάντως, επιφύλαξη διατυπωθείσα από έναν αντιπρόσωπο στην επιτροπή διαχειρίσεως και η οποία περιλαμβάνεται στα πρακτικά, αφήνει να νοηθεί ότι ένας πρόσθετος λόγος να μη δοθεί συνέχεια στις προσφορές μπορεί να ήταν οι αμφιβολίες ως προς το αξιόπιστο των εγγυήσεων. Με την αντίκρουσή της στην αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, η Επιτροπή τόνισε (στη σελίδα 3) ότι "δεν δέχθηκε καμιά από τις προσφορές που υποβλήθηκαν στις δημοπρασίες αυτές διότι η τιμή δεν ήταν αρκετά υψηλή " (υπογραμμίζεται στο πρωτότυπο), μολονότι είναι αληθές ότι η Επιτροπή αναφέρεται εν συνεχεία στη σημασία των πρόσφορων εγγυήσεων. Αντιθέτως, με το υπόμνημα αντικρούσεως η Επιτροπή επιμένει περισσότερο στην έλλειψη ικανοποιητικών εγγυήσεων. Εξάλλου, κατ' αυτήν, ένα ειδικό στοιχείο δικαιολογούσε την απόφασή της να μη δώσει συνέχεια στην ειδική δημοπρασία 5/90, ήτοι το αποτέλεσμα της κρίσεως στον Κόλπο επί της τιμής που θεωρούσε ότι μπορούσε να επιτύχει και επί του πρόσφορου χαρακτήρα των εγγυήσεων. Πάντως, η κρίση στον Κόλπο δεν αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
66. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες καλύπτονται από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αδύνατο να διαπιστωθεί αν, και σε ποιο μέτρο, κάθε παράγοντας επηρέασε την Επιτροπή κατά τον χρόνο
που λήφθηκε η απόφαση αυτή. Επομένως, θεωρώ ότι η αιτιολογία δεν συνάδει προς τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης, διότι είναι πολύ αόριστη για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εξακριβώσει τη νομιμότητα των λόγων οι οποίοι οδήγησαν την Επιτροπή να ενεργήσει όπως ενήργησε. Η μνεία των ληφθεισών προσφορών δεν παρέχει καμιά ένδειξη ως προς τον λόγο για τον οποίο οι προσφορές αυτές δεν έγιναν δεκτές. Η αναφορά στην κατάσταση της αγοράς δεν παρέχει καμιά απολύτως πληροφορία καθόσον είναι δύσκολο να υποτεθεί ότι η Επιτροπή έλαβε μια τέτοια απόφαση χωρίς να λάβει υπόψη τις συνθήκες της αγοράς. Σημειώνω ότι στην προαναφερθείσα υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής (σ. 165), ο γενικός εισαγγελέας Roemer θεώρησε την αναφορά στην "κατάσταση της αγοράς" ως ανεπαρκή στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής. Αυτό ισχύει επίσης εν προκειμένω. Κατά τη γνώμη μου, εναπέκειτο στην Επιτροπή να εξηγήσει ποια ειδικά στοιχεία από τις επικρατούσες στην αγορά συνθήκες δικαιολογούσαν την απόφασή της και για ποιους λόγους θεωρούσε ότι μια νέα σειρά δημοπρασιών μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την υποβολή υψηλότερων προσφορών.
67. Είναι αληθές ότι, όπως ανέφερα, το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφαση Ηoogovens ότι η αιτιολογία μπορεί να είναι συνοπτική όταν τα πρόσωπα που θίγονται από ένα μέτρο μετείχαν στις συζητήσεις που προηγήθηκαν της θεσπίσεώς του. Πάντως, η αιτιολογία της προβληθείσας πράξεως στην υπόθεση εκείνη ήταν σαφώς λεπτομερέστερη από την αιτιολογία της αποφάσεως που προσβάλλεται στην παρούσα διαδικασία. Κατά τη γνώμη μου, οι αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως αυτής δεν πληρούν ούτε τα λιγότερο αυστηρά κριτήρια που έγιναν δεκτά με την απόφαση Hoogovens.
68. Δεν υπήρχε κανένας λόγος πρακτικής φύσεως ο οποίος να καθιστούσε δύσκολο για την Επιτροπή να αιτιολογήσει λεπτομερέστερα, κατά τον χρόνο λήψεώς της, την προσβαλλόμενη απόφαση. Η προθεσμία για την υποβολή προσφορών έληξε στις 25 Σεπτεμβρίου 1990 και η επίδικη απόφαση λήφθηκε στις 18 Οκτωβρίου. Επιπλέον, φαίνεται ότι η προσφεύγουσα ήταν η μόνη επιχείρηση η οποία υπέβαλε έγκυρη προσφορά στο πλαίσιο της ειδικής δημοπρασίας 5/90.
Εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι ως προς την απόφαση της Επιτροπής πρέπει να έχουν συζητηθεί πλήρως στην επιτροπή διαχειρίσεως των οίνων. Επομένως, δεν νομίζω ότι η Επιτροπή μπορούσε εν προκειμένω να δικαιολογήσει τη συνοπτική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως επικαλούμενη την ταχύτητα με την οποία συντάχθηκε η απόφαση αυτή.
Συμπέρασμα
69. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αιτιολογία που περιλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν πληροί τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης και, επομένως, η απόφαση αυτή πρέπει να κριθεί άκυρη και στερούμενη εννόμου αποτελέσματος. Πάντως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας διαφοράς, η ακυρότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, καμιά πρακτική συνέπεια. Ειδικότερα, θα ήταν περιττό να απαιτηθεί από την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση που να έχει το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά λεπτομερέστερη αιτιολογία, διότι θεωρώ ότι, εν πάση περιπτώσει, η αιτιολογία ήταν ήδη γνωστή στην προσφεύγουσα. Κατά τη γνώμη μου, αφού η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να μη δώσει συνέχεια στις προσφορές που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της δημοπρασίας 5/90, η ακυρότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν έχει καμιά επίπτωση επί της νομιμότητας της δεύτερης σειράς δημοπρασιών, τις οποίες η Επιτροπή ήταν ελεύθερη να διοργανώσει υπό τις συνθήκες που έκρινε πρόσφορες.
70. Θεωρώ ότι το αίτημα αποζημιώσεως της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί. Οποιαδήποτε ενδεχόμενη ζημία την οποία υπέστη η προσφεύγουσα προκύπτει από την απόφαση της Επιτροπής να μη δώσει συνέχεια στην ειδική δημοπρασία 5/90 ωστόσο, κατά την άποψη που υποστηρίζω, η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να προβεί στην επιλογή αυτή. Εφόσον η προσφεύγουσα γνώριζε πλήρως την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υπάρχει καμιά σχέση αιτιότητας μεταξύ της οποιαδήποτε ενδεχόμενης ζημίας που υπέστη και της ανεπαρκούς αιτιολογίας. Εν πάση περιπτώσει, είναι αμφίβολο αν μπορεί ποτέ να υπάρξει μια τέτοια σχέση μεταξύ της ανεπαρκούς αιτιολογίας και της ζημίας που αποδίδεται σε μέτρο το οποίο, κατά τα λοιπά, είναι νόμιμο. Αυτός
είναι ίσως ένας από τους λόγους στους οποίους βασίστηκε η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 106/81, Kind κατά ΕΟΚ (Συλλογή 1982, σ. 2885), υπό την έννοια ότι η ανεπαρκής αιτιολογία ενός μέτρου δεν αρκεί για να υπέχει ευθύνη η Κοινότητα βάσει της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 215.
71. Επειδή τα αιτήματα της προσφεύγουσας γίνονται εν πολλοίς δεκτά, θεωρώ ότι η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
72. Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει:
1) να κρίνει άκυρη την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990 με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στις προσφορές που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ειδικής δημοπρασίας 5/90
2) να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά
3) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy