Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Τα προδικαστικά ερωτήματα που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν (1).
Παραπέμποντας στην έκθεση ακροατηρίου για τις λεπτομέρειες, θα συνοψίσω τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.
2. Η επιχείρηση Beirafrio - Industria de Produtos Alimentares, Ld.a (στο εξής: Beirafrio), προτιθέμενη να εισαγάγει από τη Χιλή διάφορες παρτίδες κατεψυγμένου μερλουκίου, υπέβαλε στο τμήμα Ονοματολογίας και Δασμολογικής Πολιτικής της Γενικής Διευθύνσεως Τελωνείων ερώτημα ως προς τον δασμολογικό συντελεστή που ίσχυε, στο πλαίσιο του συστήματος των γενικευμένων προτιμήσεων, για το εν λόγω προϊόν. Η εν λόγω υπηρεσία της πληροφόρησε με τηλετύπημα ότι ο εφαρμοστέος συντελεστής για τον κατεψυγμένο μερλούκιο προελεύσεως Χιλής ήταν 6 %.
Βασιζόμενη στην πληροφορία αυτή, η Beirafrio εισήγαγε από τη Χιλή επτά παρτίδες κατεψυγμένου μερλουκίου οι οποίες, κατόπιν της καταβολής δασμών υπολογισθέντων με τον συντελεστή 6 %, εκτελωνίσθηκαν και τέθηκαν στην κατανάλωση.
Αργότερα, οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές, διαπιστώνοντας ότι στον κατεψυγμένο μερλούκιο προελεύσεως Χιλής δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν οι γενικευμένες προτιμήσεις και ότι, κατά συνέπεια, ο εφαρμοστέος συντελεστής ήταν πολύ υψηλότερος (13,5 % κατά το Δασμολόγιο Εισαγωγής και 15 % κατά το Κοινό Δασμολόγιο), προέβησαν στην εκ των υστέρων εκκαθάριση των δασμών που οφείλονταν για τα εν λόγω εμπορεύματα.
Η Beirafrio αμφισβήτησε, επικαλούμενη το κοινοτικό δίκαιο, το νόμιμο των εν λόγω αποφάσεων εισπράξεως των δασμών ενώπιον του Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto (Πορτογαλία), το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1697/79, κατά το οποίο οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη μη εισπραχθέντων δασμών όταν το ύψος των οφειλομένων δασμών υπολογίστηκε βάσει "πληροφοριών που δόθηκαν από αυτές τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες δεσμεύουν αυτές".
3. Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατά πόσον μεταξύ των πληροφοριών αυτών περιλαμβάνονται και οι πληροφορίες που αφορούν τους ισχύοντες δασμολογικούς συντελεστές.
Παρατηρώ, καταρχάς, ότι η διάταξη της οποίας γίνεται επίκληση περιορίζεται στην απαγόρευση της εκ των υστέρων εισπράξεως των ποσών των δασμών όταν, καίτοι οφείλονταν οι δασμοί αυτοί, ο υπολογισμός τους έγινε με βάση πληροφορίες έχουσες δεσμευτική ισχύ για τις αρχές οι οποίες τις έδωσαν.
Δεν διευκρινίζεται, ωστόσο, ποιες είναι οι πληροφορίες που πρέπει να θεωρούνται ως δεσμευτικές για τις αρχές που τις δίνουν.
Στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1697/79, η παράγραφος 1 του άρθρου 5 δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση στον τομέα αυτόν αλλά στην "ασφάλεια των συναλλαγών που οι φορολογούμενοι δικαιούνται να προσδοκούν από πράξεις της διοικήσεως που συνεπάγονται χρηματικές συνέπειες". Κατά τη γνώμη μου, αυτή η παρατήρηση αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών, τα
κράτη μέλη ήταν τα μόνα αρμόδια να καθορίσουν τις συνέπειες των πληροφοριών που παρέχονται από τις διοικητικές τους υπηρεσίες.
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι όντως εν τω μεταξύ εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1715/90 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1990, περί των πληροφοριών οι οποίες παρέχονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών σχετικά με την κατάταξη των εμπορευμάτων στην τελωνειακή ονοματολογία (2). Ο κανονισμός αυτός επιχειρεί ακριβώς την εναρμόνιση στον τομέα αυτόν, προβλέποντας ότι δεσμευτικές πρέπει να θεωρούνται μόνο οι πληροφορίες που αφορούν την δασμολογική κατάταξη. Ο ίδιος κανονισμός προβλέπει, εξάλλου, κοινές διαδικασίες για τη λήψη αυτών των πληροφοριών και ορίζει ποιες είναι οι αρμόδιες να παρέχουν τις πληροφορίες αυτές αρχές.
Αυτό επιβεβαιώνει το ότι, πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1715/90, ο δεσμευτικός ή μη δεσμευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών που παρείχαν οι τελωνειακές αρχές καθοριζόταν από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, καθόσον μόνο η νομοθεσία αυτή μπορούσε να καθορίσει αν και υπό ποια μορφή οι πληροφορίες έπρεπε να θεωρούνται ως δεσμευτικές και, συνεπώς, ως αποκλείουσες ενέργειες εισπράξεως των δασμών που δεν είχαν μεν εισπραχθεί αλλά οφείλονταν κατά τον νόμο.
4. Η πορτογαλική νομοθεσία στον τομέα αυτόν, η οποία ίσχυε κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών, προέβλεπε ότι οι τελωνειακές αρχές δεν δεσμεύονταν από τις απαντήσεις που έδιναν, στο πλαίσιο προκαταρκτικών διαβουλεύσεων, όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων. 'Ομως, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής εξουσίας που αναγνωριζόταν συναφώς στα κράτη μέλη, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι ο καθορισμός του συντελεστή των εφαρμοστέων δασμών μπορεί συχνότατα να αποδειχθεί ιδιαίτερα πολύπλοκος και ότι, κατά συνέπεια, όχι μόνο οι πληροφορίες που αφορούν τη δασμολογική
κατάταξη αλλά και αυτές που αφορούν τους συντελεστές έπρεπε να περιληφθούν στις "δεσμευτικές πληροφορίες" στερείται οιασδήποτε σημασίας.
Στην πραγματικότητα, για το θέμα που μας ενδιαφέρει, αρκεί να παρατηρηθεί ότι η ανωτέρω ρύθμιση της πορτογαλικής νομοθεσίας δεν αντίκειται στους σκοπούς του άρθρου 5, παράγραφος 1, όπως αποδεικνύεται εξάλλου από τον ίδιο τον κανονισμό 1715/90, ο οποίος προέβλεψε υποχρέωση αναγνωρίσεως του δεσμευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών μόνο για τις πληροφορίες περί της δασμολογικής κατατάξεως. Όσον αφορά τις αιτιάσεις της Beirafrio σχετικά με την επίδικη πορτογαλική ρύθμιση και, ειδικότερα, ο ισχυρισμός ότι η εξαίρεση των πληροφοριών περί των δασμολογικών συντελεστών από τις δεσμευτικές πληροφορίες αντέβαινε στην (πορτογαλική) νομοθεσία που ίσχυε όσον αφορά την παροχή πληροφοριών από τις διοικητικές αρχές, δεν είναι καν ανάγκη να τονιστεί ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί του θέματος αυτού.
Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι, κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών, οι πληροφορίες ως προς τους δασμολογικούς συντελεστές δεν ήταν δεσμευτικές για τις αρχές που τις παρείχαν παρά μόνο στο μέτρο που αναγνωρίζονταν ως δεσμευτικές από την ισχύουσα συναφή εθνική νομοθεσία.
5. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποιες είναι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι "αρμόδιες αρχές" και, ειδικότερα, αν πρέπει να θεωρούνται ως αρμόδιες αρχές και οι κεντρικές τελωνειακές υπηρεσίες ή μόνο ο οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί από την εσωτερική νομοθεσία η παροχή πληροφοριών που δεσμεύουν τη διοίκηση. Το τρίτο ερώτημα θέτει, αντιθέτως, το ζήτημα κατά πόσον η νομοθεσία κράτους μέλους μπορεί να περιορίζει το είδος των πληροφοριών που πρέπει να θεωρούνται ως δεσμευτικές και κατά πόσον οι πληροφορίες αυτές πρέπει να δίνονται γραπτώς.
Eλλείψει - κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών - κοινοτικής ρυθμίσεως η οποία να ρυθμίζει ρητώς τα θέματα αυτά, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι ανάλογη εκείνης που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα: δηλαδή ότι εναπόκειταν αποκλειστικά στον εθνικό νομοθέτη να καθορίσει τις αρμόδιες αρχές για την παροχή δεσμευτικών πληροφοριών, καθώς και τις διαδικασίες για τη λήψη τέτοιων πληροφοριών.
6. Τέλος, με το τέταρτο ερώτημα, ο παραπέμπων δικαστής ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν πρέπει να θεωρούνται ως δεσμευτικές πληροφορίες αποκλείουσες κάθε ενέργεια εκ των υστέρων εισπράξεως μόνον οι πληροφορίες που περιέχουν λάθος το οποίο δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο.
Υπενθυμίζω, καταρχάς, ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 εξαρτά την απόφαση των αρμοδίων αρχών να μην προβούν σε εκ των υστέρων είσπραξη των οφειλομένων δασμών από τη σωρευτική πλήρωση τριών προϋποθέσεων: πρέπει "((οι δασμοί αυτοί να μην καταβλήθηκαν)) συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως".
Συνεπώς, το να μην μπορεί λογικά το λάθος να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, το οποίο αφορά περίπτωση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1. Συγκεκριμένα, ενώ στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 απαγορεύεται απολύτως στις τελωνειακές αρχές να προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών οσάκις το λάθος οφείλεται σε δεσμευτικές πληροφορίες παρασχεθείσες από τις αρμόδιες αρχές, αντιθέτως, στην περίπτωση της παραγράφου 2, μπορεί κάλλιστα μεν να πρόκειται για πληροφορίες που δεν δεσμεύουν την αρχή που τις παρέσχε, αλλά να μην επιτρέπεται η είσπραξη των δασμών όταν διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, ότι το λάθος δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο.
Από αυτό έπεται ότι μια μη δεσμευτική πληροφορία, η οποία ωστόσο παραπλάνησε τον φορολογούμενο, μπορεί να εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, αν πληρούνται οι απαριθμούμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις. Ειδικότερα, όσον αφορά την προϋπόθεση να πρόκειται για λάθος το οποίο να μπορεί λογικά να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο, υπενθυμίζω ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει κατά πόσο πληρούται η προϋπόθεση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του λάθους, την επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου επιχειρηματία και την επιμέλεια την οποία επέδειξε ο τελευταίος (3). Θα προσθέσω ότι, κατά την άποψη του Δικαστηρίου (4), τα λάθη ως προς τον καθορισμό του δασμολογικού συντελεστή μπορούν να ανακαλυφθούν από τον φορολογούμενο, όταν ο εν λόγω συντελεστής αναφέρεται ρητώς σε κοινοτικό κανονισμό, με απλή ανάγνωση της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: πρόκειται για τη συνήθη επιμέλεια την οποία οφείλουν να επιδεικνύουν τουλάχιστον οι επιχειρηματίες που διαθέτουν μια σχετική επαγγελματική πείρα.
7. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto:
"1. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου έχει την έννοια ότι, ελλείψει ειδικής κοινοτικής ρυθμίσεως κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ο καθορισμός των πληροφοριών που πρέπει να θεωρούνται ως δεσμευτικές και αποκλείουσες την είσπραξη των ποσών που οφείλονται κανονικά, οι αρχές που εξουσιοδοτούνται να παρέχουν αυτού του είδους τις πληροφορίες, καθώς και η ακολουθητέα διαδικασία για τη λήψη τους, εξαρτώνται αποκλειστικά από την ισχύουσα ως προς το θέμα εθνική νομοθεσία.
2. Για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79, το κατά πόσον το επίμαχο λάθος μπορούσε ή δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο δεν έχει καμία σημασία αυτό αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, κανόνα τον οποίο μπορεί να επικαλεστεί ο φορολογούμενος, εφόσον όλες οι προβλεπόμενες σ' αυτόν προϋποθέσεις πληρούνται, εφόσον το λάθος προκλήθηκε από μη δεσμευτικές πληροφορίες."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) ΕΕ L 197, σ. 1.
(2) EE L 160, σ. 1.
(3) Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, υπόθεση C-64/89, Deutsche Fernsprecher (Συλλογή 1990, σ. Ι-2535, σκέψη 24).
(4) Βλ. π.χ. την απόφαση της 17ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 161/88, Binder (Συλλογή 1989, σ. 2415), και την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1990, υπόθεση C-80/89, Behn Verpackungsbedarf (Συλλογή 1990, σ. Ι-2659).
Full & Egal Universal Law Academy