Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενος - Έννοια - Ώπαρξη σχέσεως εργασίας - Άσκηση πραγματικών και γνήσιων δραστηριοτήτων - Ασκούμενος που εργάζεται στο πλαίσιο σπουδών επαγγελματικής εκπαιδεύσεως - Περιλαμβάνεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 48 κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενος - Έννοια - Πρόσωπο που αρχίζει σπουδές μετά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας - Διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου - Προϋποθέσεις
(Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7 PAR 2)
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Ίση μεταχείρηση - Κοινωνικά πλεονεκτήματα - Έννοια - Ενίσχυση καταβαλλόμενη στους φοιτητές για την κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως και φοιτήσεως - Χορήγησή της στα τέκνα εργαζομένου υπηκόου άλλου κράτους μέλους - Προϋποθέσεις
(Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7 PAR 2)
Περίληψη
1. Ο χρησιμοποιούμενος στο άρθρο 48 της Συνθήκης και στον κανονισμό 1612/68 όρος "εργαζόμενος" έχει κοινοτικό περιεχόμενο και δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Για να θεωρηθεί ένα άτομο ως εργαζόμενος πρέπει να ασκεί πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες, ενώ αποκλείονται οι δραστηριότητες που είναι τόσο περιορισμένες ώστε να εμφανίζονται ως καθαρά περιθωριακές και επουσιώδεις. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου υπηρεσίες, έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή. Το γεγονός ότι η παραγωγικότητα του ασκουμένου είναι χαμηλή, ότι εργάζεται για περιορισμένο αριθμό ωρών την εβδομάδα και ότι, συνεπώς, λαμβάνει μικρή αμοιβή δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό ως εργαζομένου, υπό την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων, του υπηκόου κράτους μέλους που διανύει περίοδο ασκήσεως στο πλαίσιο επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος, αν η άσκηση πραγματοποιείται υπό συνθήκες πραγματικής και γνήσιας έμμισθης δραστηριότητας.
2. Ο διακινούμενος εργαζόμενος που εγκαταλείπει εθελοντικά την εργασία του στη χώρα υποδοχής για να αφοσιωθεί, μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, σε σπουδές πλήρους φοιτήσεως στη χώρα της οποίας είναι υπήκοος διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου, οπότε μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, υπό τον όρον ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της προηγουμένης επαγγελματικής δραστηριότητάς του και των σπουδών αυτών.
3. Ενίσχυση σπουδών που χορηγείται από κράτος μέλος στα τέκνα των εργαζομένων αποτελεί, για τον διακινούμενο εργαζόμενο, κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, εφόσον ο εργαζόμενος εξακολουθεί να συντηρεί το τέκνο του. Στην περίπτωση αυτή, το τέκνο μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή για να ζητήσει τη χορήγηση της εν λόγω χρηματικής ενισχύσεως αν, δυνάμει του εθνικού δικαίου, αυτή χορηγείται απευθείας στον φοιτητή. Η χορήγηση της χρηματικής ενισχύσεως πρέπει να γίνεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων, μάλιστα δε χωρίς να επιτρέπεται η επιβολή πρόσθετης προϋποθέσεως σχετικά με τον τόπο διαμονής, η οποία δεν επιβάλλεται στους ημεδαπούς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-3/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep Studienfinanciering (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
M. J. E. Bernini
και
Minister van Onderwijs en Wetenschappen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των άρθρων 7, παράγραφος 2, και 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος (ΕΕ 05/001, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, R. Joliet, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον H. J. Heinemann, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον P. Pouzoulet, υποδιευθυντή στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων, και τον C. Chavance, αναπληρωτή του
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον O. Fiumara, avvocato dello Stato
- η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον J. Molde, νομικό σύμβουλο
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον P. Busquin, του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον B. J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Bernini, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπηθείσας από τον De Zwaan, της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Μαΐου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιανουαρίου 1990, το College van Beroep Studiefinanciering υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης, καθώς και των άρθρων 7, παράγραφος 2, και 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος (ΕΕ 05/001, σ. 33).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της M. J. E. Bernini, προσφεύγουσας της κύριας δίκης, και του Minister van Onderwijs en Wetenschappen (Υπουργού Παιδείας και Επιστημών), καθού της κύριας δίκης, σχετικά με αίτηση της Bernini για χορήγηση χρηματικής ενισχύσεως σπουδών υποβληθείσα δυνάμει του Wet op de Studiefinanciering (ολλανδικού νόμου περί της χρηματοδοτήσεως των σπουδών, στο εξής: WSF).
3 Από τη Διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η Bernini, ιταλικής ιθαγενείας, διαμένει στις Κάτω Χώρες από ηλικίας δύο ετών, ήτοι από το 1964. Ο πατέρας της, επίσης ιταλικής ιθαγενείας, είναι διακινούμενος εργαζόμενος υπό την έννοια της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 1612/68. Αφού περάτωσε στις Κάτω Χώρες την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η Bernini παρακολούθησε στη χώρα αυτή σπουδές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, στο πλαίσιο της οποίας εργάστηκε επ' αμοιβή ως μαθητευόμενη για δέκα εβδομάδες, μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 1985, στο τμήμα "σχεδιασμού και μελέτης" ενός εργοστασίου επίπλων στο Haarlem.
4 Τον Νοέμβριο του 1985 η Bernini άρχισε σπουδές αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο της Νεάπολης (Ιταλία) τον Ιούλιο του 1986 υπέβαλε στον Minister van Onderwijs en Wetenschappen (στο εξής: Υπουργός) αίτηση για χορήγηση χρηματικής ενισχύσεως σπουδών βάσει του WSF.
5 Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε. Ο Υπουργός απέρριψε επίσης και ένσταση που υποβλήθηκε κατά της εν λόγω απορρίψεως, με την αιτιολογία ότι η Bernini δεν μπορούσε να εξομοιωθεί προς Ολλανδό υπήκοο όσον αφορά την εφαρμογή του θεσπιζόμενου από τον WSF συστήματος περί χρηματοδοτήσεως των σπουδών, διότι κατά τον Υπουργό δεν διέμενε στις Κάτω Χώρες αλλά στην Ιταλία. Διαπιστώνεται ότι Ολλανδός υπήκοος που θα επιθυμούσε να σπουδάσει αρχιτεκτονική στο ίδιο Πανεπιστήμιο όπως και η Βernini θα μπορούσε να λάβει τη σχετική ενίσχυση δυνάμει της ανωτέρω νομοθεσίας.
6 Κατόπιν της απορρίψεως της ενστάσεώς της η Bernini άσκησε προσφυγή ενώπιον του College van Beroep Studiefinanciering (δικαιοδοτικού οργάνου που εκδικάζει σε τελευταίο βαθμό τις διαφορές σχετικά με τη χρηματοδότηση σπουδών βάσει του WSF). Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού η Bernini ισχυρίστηκε ότι είχε αποκτήσει την ιδιότητα του εργαζομένου, υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, λόγω της μαθητείας της και, επομένως, ότι εδικαιούτο το χρηματική ενίσχυση σπουδών δυνάμει του WSF, το οποίο έπρεπε να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη της, ως κοινωνικό πλεονέκτημα από την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
7 Η Bernini υποστήριξε επίσης ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 της παρείχε δικαίωμα να λάβει τη χρηματική ενίσχυση σπουδών λόγω της ιδιότητάς της ως διακινουμένου εργαζομένου και, τέλος, ότι η καταβολή στην ίδια χρηματικής ενισχύσεως σπουδών αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα για τον πατέρα της υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.
8 Υπό τις συνθήκες αυτές το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των ακόλουθων ερωτημάτων:
"1) Mπορεί ένα πρόσωπο, όπως η Bernini, το οποίο απασχολήθηκε σε ένα κράτος μέλος (εν προκειμένω τις Κάτω Χώρες) ως μαθητευόμενος στο πλαίσιο εκπαίδευσης, κατόπιν δε άρχισε σπουδές στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια, να χαρακτηριστεί ως διακινούμενος εργαζόμενος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 48 και 49 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68;
2) Πρέπει η νομολογία του Δικαστηρίου, όπως απορρέει από τις αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 39/86 (Lair) και 197/86 (Βrown) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος, σε περίπτωση όπως η παρούσα, κατά την οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη (σαφούς) σχέσεως, από άποψη περιεχομένου, μεταξύ της φύσεως της προηγούμενης (γνήσιας και πραγματικής) εργασίας και των μετέπειτα σπουδών του, διατηρεί την ιδιότητα του διακινουμένου εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, ακόμη κι αν δεν κατέστη ακουσίως άνεργος (για παράδειγμα, επειδή ο εργαζόμενος αυτός εγκατέλειψε την προηγούμενη απασχόλησή του για να σπουδάσει) κι ακόμη και αν δεν άρχισε να σπουδάζει αμέσως μετά τη λήξη της προηγούμενης απασχόλησης, αλλά αρκετό διάστημα αργότερα;
3) Βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να κριθεί αν το τέκνο υπηκόου κράτους μέλους που εργάζεται ή εργάστηκε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους 'διαμένει' σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68; Είναι, εν προκειμένω, δυνατό, παρά το ότι το τέκνο βρέθηκε συνεπεία των σπουδών του για ορισμένα έτη εκτός του άλλου κράτους μέλους, να θεωρηθεί εντούτοις ότι διαμένει στο εν λόγω κράτος μέλος;
4) Συνεπάγεται το κοινοτικό δίκαιο ότι ένα κράτος μέλος (όπως οι Κάτω Χώρες), το οποίο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, παρέχει οικονομικά βοηθήματα στα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων για να παρακολουθήσουν ορισμένες σπουδές σε ένα άλλο κράτος μέλος, χωρίς να τους επιβάλλει τον όρο να διαμένουν στο κράτος μέλος καταγωγής (τις Κάτω Χώρες), πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα αυτή υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και στα τέκνα των εργαζομένων υπηκόων κράτους μέλους της Κοινότητας σ' αυτό το κράτος μέλος, έστω κι αν δεν μπορεί να λεχθεί ως προς τα τέκνα αυτά ότι μετά την έναρξη των σπουδών τους εξακολουθούν να 'διαμένουν' σ' αυτό το κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68; Παύει να ισχύει εν προκειμένω η προϋπόθεση διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής για το τέκνο κοινοτικού εργαζομένου λόγω της εφαρμογής του άρθρου 12, διότι διαφορετικά η εφαρμογή αυτή θα ήταν αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ;
5) Μπορεί η χορήγηση χρηματικής ενισχύσεως σπουδών (όπως η χρηματική ενίσχυση σπουδών βάσει του ολλανδικού WSF) σε τέκνο εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 να θεωρηθεί ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, όταν ο εν λόγω εργαζόμενος πρέπει, εφόσον δεν χορηγηθεί η ενίσχυση, να αναλάβει ο ίδιος εν όλω ή εν μέρει τις δαπάνες διαβιώσεως και φοιτήσεως του τέκνου του και εφόσον έτσι η χορήγηση χρηματικής ενισχύσεως σπουδών αποτελεί αποδεδειγμένα για τον εν λόγω εργαζόμενο εξοικονόμηση χρημάτων;
Αν στο ερώτημα αυτό δοθεί καταφατική απάντηση, συνάγεται εντεύθεν ότι το τέκνο του εν λόγω εργαζόμενου μπορεί να προβάλει ιδία αξίωση για χρηματική ενίσχυση σπουδών, όταν η εθνική ρύθμιση του κράτους μέλους (όπως ο ολλανδικός WSF) αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό αποκλειστικά και μόνο στο τέκνο που σπουδάζει και όχι στον γονέα εργαζόμενο; Πρόκειται τότε για απεριόριστο δικαίωμα επί της χρηματικής ενισχύσεως σπουδών ή το δικαίωμα αυτό υφίσταται, για παράδειγμα, μόνο αν θεωρηθεί ότι η χορήγηση της χρηματικής ενισχύσεως σπουδών στο τέκνο συνεπάγεται αποδεδειγμένα εξοικονόμηση χρημάτων για τον ενδιαφερόμενο; 'Εχει περαιτέρω σημασία εν προκειμένω αν το ενδιαφερόμενο τέκνο που σπουδάζει διαμένει ή όχι στο κράτος μέλος όπου απασχολείται ο εργαζόμενος γονέας του, όταν η εθνική νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους (όπως ο ολλανδικός WSF) δεν θέτει για τα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων την προϋπόθεση διαμονής στο εν λόγω κράτος;"
9 Με έγγραφο της 1ης Μαρτίου 1991, ο προεδρεύων του College van Beroep Studiefinanciering πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-308/89, Di Leo (Συλλογή 1990, σ. Ι-4185), ο Υπουργός άλλαξε τη στάση του και
θεώρησε ότι η Bernini εδικαιούτο χρηματικού βοηθήματος λόγω της ιδιότητάς της ως τέκνου διακινουμένου εργαζομένου. Εντούτοις, στο έγγραφο αναφερόταν ότι το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να δοθεί όσο το δυνατόν πιο πλήρης απάντηση σε εκείνα τα προδικαστικά ερωτήματα της παρούσας υπόθεσης τα οποία "ακόμη εκκρεμούν". Επιπλέον, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως υποστήριξε ότι η χρηματική ενίσχυση σπουδών που ζήτησε η Bernini της αναγνωρίστηκε και της καταβλήθηκε.
10 Παρά το γεγονός ότι το χρηματικό βοήθημα που ζήτησε η Bernini έχει καταβληθεί, δεν προκύπτει ούτε από το προαναφερθέν έγγραφο του αιτούντος δικαστηρίου ούτε από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η Bernini απέσυρε την προσφυγή της. Συνεπώς, εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου η διαφορά, στο πλαίσιο της οποίας το εν λόγω δικαστήριο καλείται να αποφανθεί λαμβάνοντας υπόψη την προδικαστική απόφαση.
11 Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της διαφοράς και την ανάγκη προδικαστικής αποφάσεως βάσει της οποίας θα εκδώσει τη δική του απόφαση (βλ. ιδίως την απόφαση της 21ης Απριλίου 1988, 338/85, Pardini, Συλλογή 1988, σ. 2041, σκέψη 8). Συναφώς, από το προαναφερθέν έγγραφο του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το δικαστήριο αυτό θεωρεί ότι η απάντηση στο τρίτο και το τέταρτο ερώτημα μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως από την προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, Di Leo. Αντίθετα, επιθυμεί να λάβει απάντηση στα άλλα ερωτήματα που υπέβαλε. Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να δοθεί απάντηση στο πρώτο, το δεύτερο και το πέμπτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
12 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο υπήκοος κράτους μέλους, ο οποίος εργάστηκε σε άλλο κράτος μέλος ως μαθητευόμενος στο πλαίσιο σπουδών επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 1612/68.
14 Πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι γίνεται δεκτό κατά πάγια νομολογία ότι ο όρος "εργαζόμενος" έχει κοινοτικό περιεχόμενο και δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Για να θεωρείται ένα άτομο ως εργαζόμενος, πρέπει να ασκεί πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες, ενώ αποκλείονται οι δραστηριότητες που είναι τόσο περιορισμένες ώστε να εμφανίζονται ως καθαρά περιθωριακές και επουσιώδεις. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου υπηρεσίες, έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (βλ. ιδίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1988, 197/86, Brown, Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψη 21).
15 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie-Blum (Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψεις 19 έως 21), άτομο το οποίο διανύει περίοδο ασκήσεως στο πλαίσιο επαγγελματικών σπουδών πρέπει να θεωρείται ως εργαζόμενος αν η άσκηση πραγματοποιείται υπό συνθήκες πραγματικής και γνήσιας έμμισθης δραστηριότητας.
16 Το γεγονός ότι η παραγωγικότητα του ασκουμένου είναι χαμηλή, ότι εργάζεται για περιορισμένο αριθμό ωρών την εβδομάδα και ότι, συνεπώς, λαμβάνει μικρή αμοιβή δεν αποδυναμώνει το συμπέρασμα αυτό (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Lawrie-Blum, σκέψη 21, και την απόφαση της 31ης Μαΐου 1989, 344/87, Bettray, Συλλογή 1989, σ. 1621, σκέψη 15). Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι, δεδομένου ότι η άσκηση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο επαγγελματικής εκπαιδεύσεως αποσκοπεί κυρίως στην ανάπτυξη επαγγελματικών ικανοτήτων, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει, εξετάζοντας αν οι εν λόγω παρεχόμενες υπηρεσίες είναι πραγματικές και γνήσιες, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, αν ο ενδιαφερόμενος ασκήθηκε αρκετό χρονικό διάστημα ώστε να εξοικειωθεί με την εργασία.
17 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι o υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος εργάστηκε σε άλλο κράτος μέλος στο πλαίσιο επαγγελματικής εκαπιδεύσεως πρέπει να θεωρείται ως εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 1612/68 εφόσον παρέσχε υπηρεσίες για τις οποίες του καταβλήθηκε αμοιβή, υπό τον όρον ότι οι δραστηριότητές του είναι πραγματικές και γνήσιες.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
18 Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο διακινούμενος εργαζόμενος διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου και, επομένως, απολαύει των πλεονεκτημάτων που εγγυάται το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 σε περίπτωση που παύει με τη θέλησή του να εργάζεται στη χώρα υποδοχής για να παρακολουθήσει, μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, σπουδές πλήρους φοιτήσεως, οι οποίες
έχουν σχέση με την προηγούμενη επαγγελματική του δραστηριότητα.
19 Πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, όσον αφορά τα χρηματικά βοηθήματα που καταβάλλονται σε όσους παρακολουθούν πανεπιστημιακές σπουδές, ότι, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος καθίσταται ακουσίως άνεργος, η διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου εξαρτάται από τη σχέση που υφίσταται μεταξύ της προηγουμένης επαγγελματικής δραστηριότητας και των σπουδών (απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, 39/86, Lair, Συλλογή 1988, σ. 3161, σκέψη 37). Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν από το σύνολο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ο ενδιαφερόμενος άσκησε προηγουμένως στο κράτος μέλος υποδοχής, είτε αυτές διακόπηκαν από περιόδους εκπαιδεύσεως ή επιμορφώσεως είτε όχι, προκύπτει ότι υφίσταται σχέση με το αντικείμενο των οικείων σπουδών. Συναφώς, το εν λόγω δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη τα διάφορα στοιχεία που έχουν σημασία για την εκτίμηση αυτή, όπως τη φύση και την ποικιλία των δραστηριοτήτων που ασκούσε ο ενδιαφερόμενος και το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της παύσεως των δραστηριοτήτων αυτών και της ενάρξεως των σπουδών.
20 'Οσον αφορά τον ισχυρισμό που προέβαλε η Δανική Κυβέρνηση, ότι ο εργαζόμενος ο οποίος εγκαταλείπει το κράτος μέλος υποδοχής για να παρακολουθήσει σπουδές στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια δεν μπορεί να επικαλείται το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, πρέπει να υπομνησθεί ότι, αν ένα κράτος μέλος παρέχει στους ημεδαπούς εργαζομένους χρηματικό βοήθημα για σπουδές σε άλλο κράτος μέλος, η δυνατότητα αυτή πρέπει να επεκταθεί και στους κοινοτικούς υπηκόους που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του (βλ. την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 235/87, Matteucci, Συλλογή 1988, σ. 5589, σκέψη 16). 'Οπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, Di Leo, δεν έχει σημασία συναφώς το γεγονός ότι οι σπουδές πραγματοποιούνται στο κράτος της ιθαγένειας του οποίου έχει ο ενδιαφερόμενος.
21 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι o διακινούμενος εργαζόμενος που εγκαταλείπει εθελοντικά την εργασία του για να αφοσιωθεί, μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, σε σπουδές πλήρους φοιτήσεως στη χώρα της οποίας είναι υπήκοος διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου, υπό τον όρον ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της προηγουμένης επαγγελματικής δραστηριότητάς του και των σπουδών αυτών.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
22 Με το πέμπτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η χορήγηση χρηματικής ενισχύσεως σπουδών σε τέκνο διακινουμένου εργαζομένου αποτελεί για τον διακινούμενο εργαζόμενο κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, όταν ο εργαζόμενος εξακολουθεί να συντηρεί το τέκνο αυτό. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ερωτά αν το τέκνο μπορεί να επικαλεστεί αυτή την ίδια διάταξη, προβάλλοντας ίδιο δικαίωμα προς λήψη της εν λόγω ενισχύσεως, όταν η εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι η ενίσχυση χορηγείται απευθείας στον φοιτητή και αν, συναφώς, ο τόπος διαμονής του τέκνου έχει σημασία όταν δεν τίθεται καμία προϋπόθεση διαμονής στα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων.
23 Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι βοήθημα που χορηγείται για την κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως και τη φοίτηση σε πανεπιστημιακό ίδρυμα, η οποία εξασφαλίζει πρόσβαση σε επάγγελμα, αποτελεί, για τον φοιτητή που λαμβάνει η ενίσχυση αυτή, κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 (βλ. ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, Lair, σκέψη 23).
24 Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν η χορήγηση ενός τέτοιου βοηθήματος σε τέκνο εργαζομένου αποτελεί για τον εν λόγω εργαζόμενο
κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, όταν ο εργαζόμενος αυτός εξακολουθεί να συντηρεί το τέκνο του.
25 Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Ιουνίου 1985, 94/84, Deak (Συλλογή 1985, σ. 1873) προκύπτει ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 προκειμένου να ζητήσει τη χορήγηση κοινωνικών παροχών που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής υπέρ των τέκνων των ημεδαπών εργαζομένων (βλ. τη σκέψη 24 της αποφάσεως). Εντούτοις, το δικαίωμα αυτό δεν αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα υπέρ του διακινουμένου εργαζομένου υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως παρά μόνο εφόσον αυτός συντηρεί τον κατιόντα του (βλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 1987, 316/85, Lebon, Συλλογή 1987, σ. 2811, σκέψη 13).
26 Στη συνέχεια, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το τέκνο του εργαζομένου μπορεί να επικαλεστεί ίδιο δικαίωμα προς λήψη της χρηματικής ενισχύσεως σπουδών βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Επ' αυτού πρέπει να υπομνησθεί ότι από την προαναφερθείσα απόφαση της 8ης Ιουνίου 1987, Lebon, προκύπτει ότι τα συντηρούμενα μέλη της οικογενείας του διακινουμένου εργαζομένου καλύπτονται έμμεσα από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που έχει θεσπιστεί υπέρ του ιδίου. Συνεπώς, εφόσον η χρηματική ενίσχυση σπουδών σε τέκνο διακινουμένου εργαζομένου αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα για τον διακινούμενο εργαζόμενο, και το ίδιο το τέκνο μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, για να ζητήσει τη χορήγηση της εν λόγω ενισχύσεως αν, δυνάμει του εθνικού δικαίου, τούτο δίδεται απευθείας στον φοιτητή.
27 Τέλος το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η χορήγηση της χρηματικής ενισχύσεως σπουδών μπορεί να εξαρτηθεί, ως κοινωνικό πλεονέκτημα, από την προϋπόθεση ότι το τέκνο ενός κοινοτικού εργαζομένου διαμένει στο
έδαφος του οικείου κράτους μέλους, ενώ δεν επιβάλλεται τέτοια προϋπόθεση στα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων.
28 Επ' αυτού αρκεί να υπομνησθεί ότι σκοπός της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, που θεσπίζεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, είναι επίσης η παρεμπόδιση των διακρίσεων σε βάρος των συντηρούμενων κατιόντων του εργαζομένου (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, Deak, σκέψη 22). Από αυτό έπεται ότι, αν η οικεία εθνική νομοθεσία δεν επιβάλλει προϋπόθεση διαμονής στα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων, δεν μπορεί να τεθεί τέτοια προϋπόθεση στα τέκνα των κοινοτικών εργαζομένων.
29 Επομένως, στο πέμπτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, χρηματική ενίσχυση σπουδών που χορηγείται από κράτος μέλος στα τέκνα των εργαζομένων αποτελεί, για τον διακινούμενο εργαζόμενο, κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, εφόσον ο εργαζόμενος εξακολουθεί να συντηρεί το τέκνο του. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 2, υπέρ του τέκνου με σκοπό τη χορήγηση της χρηματικής ενισχύσεως σπουδών υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων, μάλιστα δε χωρίς να επιτρέπεται η επιβολή πρόσθετης προϋποθέσεως σχετικά με τον τόπο διαμονής του.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική, η Γαλλική, η Ιταλική, η Δανική και η Βελγική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους
διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το College van Beroep Studiefinanciering, με Διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 1989, αποφαίνεται:
1) Ο υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος εργάστηκε σε άλλο κράτος μέλος στο πλαίσιο επαγγελματικής εκπαιδεύσεως πρέπει να θεωρείται ως εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, εφόσον παρέσχε υπηρεσίες για τις οποίες του καταβλήθηκε αμοιβή, υπό τον όρον ότι οι δραστηριότητές του είναι πραγματικές και γνήσιες.
2) Ο διακινούμενος εργαζόμενος που εγκαταλείπει εθελοντικά την εργασία του για να αφοσιωθεί, μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, σε σπουδές πλήρους φοιτήσεως στη χώρα της οποίας είναι υπήκοος διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου, υπό τον όρον ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της προηγουμένης επαγγελματικής δραστηριότητάς του και των σπουδών αυτών.
3) Ενίσχυση σπουδών που χορηγείται από κράτος μέλος στα τέκνα των εργαζομένων αποτελεί, για τον διακινούμενο εργαζόμενο, κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, εφόσον ο εργαζόμενος εξακολουθεί να συντηρεί το τέκνο του. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 2, υπέρ του τέκνου με σκοπό τη χορήγηση της χρηματικής ενισχύσεως σπουδών υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων, μάλιστα δε χωρίς να επιτρέπεται η επιβολή πρόσθετης προϋποθέσεως σχετικά με τον τόπο διαμονής του.
Full & Egal Universal Law Academy