Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Επιστροφές κατά την εξαγωγή - Προκαταβολή - Απόδοση ποσών αχρεωστήτως εισπραχθέντων - Εξαχθέν προϊόν που αντιστοιχεί προς εκείνο που δηλώθηκε, αλλά με χαρακτηριστικά που δικαιολογούν χαμηλότερο συντελεστή επιστροφής - Απόδοση ποσού υπολογιζόμενου βάσει της διαφοράς μεταξύ της προκαταβληθείσας επιστροφής και εκείνης που έπρεπε πράγματι να καταβληθεί - Προσδιορισμός της πράγματι οφειλομένης επιστροφής - Εφαρμογή του συντελεστή που προβλέπεται για τον υπολογισμό σε περίπτωση προκαταβολής των επιστροφών
(Κανονισμός του Συμβουλίου 565/80, άρθρο 4 PAR PAR 5 και 6 κανονισμός της Επιτροπής 798/80, άρθρα 2 και 10 PAR 4, στοιχ. α, β και γ)
Περίληψη
Στην περίπτωση που επιχειρηματίας, στον οποίο παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της προκαταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή, ανέλαβε, σύμφωνα με το
άρθρο 2 του κανονισμού 798/80, την υποχρέωση να εξαγάγει άλευρα περιεκτικότητας σε τέφρα από 0 έως 520 mg/100 g, του προσάπτεται όμως ότι για λόγους που δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας, εξήγαγε στην πραγματικότητα άλευρα με σημαντικά υψηλότερη περιεκτικότα σε τέφρα, το ύψος του ποσού που οφείλει να επιστρέψει ο εν λόγω επιχειρηματίας καθορίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 4, στοιχεία β και γ, του ανωτέρω κανονισμού. Σε μια τέτοια περίπτωση, κατά την οποία το πράγματι εξαχθέν προϊόν ανταποκρίνεται στο αναφερόμενο στη δήλωση πληρωμής προϊόν, και όπου διαφέρουν μόνο τα χαρακτηριστικά του εν λόγω προϊόντος, κατά τρόπο που να δικαιολογείται η εφαρμογή χαμηλότερου συντελεστή επιστροφής, εφαρμόζονται πράγματι, σύμφωνα με τον σκοπό της εν λόγω ρυθμίσεως, που είναι η αποτροπή αδικαιολόγητου πλουτισμού των επιχειρηματιών, οι διατάξεις αυτές, κατά τις οποίες το ποσό που πρέπει να επιστραφεί δεν μπορεί να υπερβαίνει το ύψος της αδικαιολόγητης πίστωσης από την οποία επωφελήθηκε ο επιχειρηματίας, και όχι οι διατάξεις που επιβάλλουν κυρώσεις για την υπέρβαση των προθεσμιών που τάχθηκαν στον επιχειρηματία, διατάξεις οι οποίες περιέχονται στην ίδια παράγραφο, στοιχείο α.
Η πραγματική επιστροφή που δικαιούται να ζητήσει ο επιχειρηματίας, στο πλαίσιο των εν λόγω διατάξεων, υπολογίζεται διά της εφαρμογής του προβλεπομένου στο άρθρο 4, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 565/80 συντελεστή, δηλαδή του συντελεστή εκείνου που θα είχε εφαρμοσθεί εάν το πράγματι εξαχθέν προϊόν είχε επακριβώς ορισθεί στη δήλωση πληρωμής.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-5/90 και C-206/90,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των δικών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ, αφενός μεν,
Bremer Rolandmuehle Erling & Co.,
Kurt A. Becher GmbH & Co. KG
και
Hauptzollamt Ηamburg-Jonas,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1980, περί των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά την προκαταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή και των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3445/85 της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 1985 (ΕΕ L 328, σ. 13), καθώς και το κύρος των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/80 της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των επιστροφών κατά την εξαγωγή σιτηρών, αλεύρων και χονδρών σιμιγδαλιών (gruaux) και σιμιγδαλιών σίτου και σίκαλης (ABl L 162, σ. 45),
αφετέρου δε,
Bremer Rolandmuehle Erling & Co.,
Getreide-Import GmbH
και
Hauptzollamt Ηamburg-Jonas,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80, της 31ης Μαρτίου 1980, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ), της 6ης Δεκεμβρίου 1985,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, F. Grevisse, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Bremer Rolandmuehle Erling & Co., εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Heinrich Bohnen του δικηγορικού γραφείου της Βρέμης Schakow & συνεργάτες,
- η Kurt A. Becher GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Peter Streck του δικηγορικού γραφείου του Αμβούργου Mielke & Streck,
- η Getreide-Import GmbH, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Juergen Guendisch του δικηγορικού γραφείου του Αμβούργου Modest, Guendisch, Landry,
- το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, εκπροσωπούμενο από τον Eckart Bollmann και κατόπιν από τον Eberhard von Reden, Regierungsdirektoren,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκποσωπούμενη από τον Dierk Booss, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Δεκεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1989, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Ιανουαρίου 1990, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν, αφενός μεν, την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1980, περί των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά την προκαταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή και των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3445/85 της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 1985 (ΕΕ L 328, σ. 13), αφετέρου δε το κύρος των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/80 της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των επιστροφών κατά την εξαγωγή σιτηρών, αλεύρων και χονδρών σιμιγδαλιών (gruaux) και σιμιγδαλιών σίτου και σίκαλης (ABl L 162, σ. 45).
2 Με Διάταξη της 8ης Μαΐου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιουλίου 1990, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ίδιο με το πρώτο ερώτημα που είχε υποβληθεί με την προαναφερθείσα Διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1989.
3 Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν με τη Διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-5/90, ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ δύο επιχειρήσεων, της Bremer Rolandmuehle Erling & Co. (στο εξής: Bremer Rolandmuehle) και της Kurt A. Becher GmbH & Co. KG (στο εξής: Becher), οι οποίες συνέστησαν κοινοπραξία, και του Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: Hauptzollamt), το οποίο ζητεί να του αποδώσουν επιστροφές κατά την εξαγωγή που τους χορηγήθηκαν, υπό μορφή προκαταβολής, κατά τους όρους του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, περί της προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 50).
4 'Οπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, στις 27 Νοεμβρίου 1980 η Bremer Rolandmuehle και η Becher έθεσαν ποσότητα 10 533 837 kg σίτου υπό τελωνειακό έλεγχο, κατά τους όρους του κανονισμού 565/80.
5 Στη δήλωση πληρωμής αναφερόταν ότι οι τεθείσες υπό τελωνειακό έλεγχο ποσότητες σίτου θα χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή και εξαγωγή αλεύρου περιεκτικότητας σε τέφρα από 0 έως 520 mg/100 g.
6 Στις δύο επιχειρήσεις προκαταβλήθηκαν οι επιστροφές κατά την εξαγωγή.
7 Μεταγενέστεροι έλεγχοι έδειξαν ότι τα πράγματι εξαχθέντα άλευρα προς την Πολωνία, τη Βόρεια Υεμένη, τη Νότια Υεμένη και τη Σοβιετική Ένωση είχαν, στην πραγματικότητα, περιεκτικότητα σε τέφρα πολύ μεγαλύτερη από 520 mg/100 g.
8 Το Hauptzollamt ζήτησε από τις επιχειρήσεις να αποδώσουν τις προκαταβληθείσες επιστροφές. Αντιθέτως, παραιτήθηκε από το αίτημα καταβολής της προσαυξήσεως που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 798/80. Δέχθηκε συμψηφισμό των ποσών που όφειλαν να αποδώσουν οι επιχειρήσεις με τις επιστροφές που έπρεπε να καταβληθούν προς αυτές, υπολογιζόμενες, κατά τις γενικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70). Για τον υπολογισμό αυτών των επιστροφών έπρεπε, κατά το Hauptzollamt, να εφαρμοσθεί επί των εξαγωγών που πραγματοποιήθηκαν μετά τη λήξη, στις 30 Νοεμβρίου 1980, της διάρκειας ισχύος του πιστοποιητικού προκαθορισμού, ο συντελεστής επιστροφής που ίσχυε κατά την ημέρα της εξαγωγής. Ο συντελεστής αυτός ήταν 0 Ecu για τις εξαγωγές προς τη Σοβιετική Ένωση.
9 Το Finanzgericht Hamburg, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε προσφυγή κατά των αποφάσεων του Hauptzollamt με τις οποίες ζητήθηκε η απόδοση των επιστροφών, έκρινε ότι στην παρούσα περίπτωση έπρεπε να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 4, στοιχείο γ, του κανονισμού 798/80. Κατά συνέπεια, για τον υπολογισμό του ποσού των επιστροφών που έπρεπε να χορηγηθεί στις επιχειρήσεις για τα πράγματι εξαχθέντα προϊόντα, έπρεπε να εφαρμοσθούν οι συντελεστές επιστροφής που είχαν προκαθοριστεί κατά τους όρους του άρθρου 4, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 565/80, αυτές δε οι επιστροφές έπρεπε να συμψηφισθούν με τα ποσά που όφειλαν να αποδώσουν οι εξαγωγείς.
10 Κατά της αποφάσεως του Finanzgericht οι διάδικοι άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι σε προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1987, 288/85, Plange Kraftfutterwerke (Συλλογή 1987, σ. 611), που είχε εκδοθεί σε παρεμφερή υπόθεση, δεν είχε επιλυθεί το ζήτημα των κανόνων του κοινοτικού δικαίου που πρέπει να εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των επιστροφών, όταν ο επιχειρηματίας, αφού προεισέπραξε τις επιστροφές, προέβη στην εξαγωγή προϊόντος τα χαρακτηριστικά του οποίου διαφέρουν από τα αναγραφόμενα στη δήλωση πληρωμής.
11 Κατά το Bundesfinanzhof, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σημαντική για την παρούσα υπόθεση, διότι από την απάντηση που θα δοθεί εξαρτάται η εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1633/80, που καθορίζουν σε 0 Ecu τον συντελεστή επιστροφής για εξαγωγές προς τη Σοβιετική Ένωση, προκειμένου να υπολογισθεί η επιστροφή που πράγματι πρέπει να καταβληθεί στη συγκεκριμένη επιχείρηση.
12 Βάσει αυτών των δεδομένων το Bundesfinanzhof ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Έχουν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και, ιδίως, το άρθρο 10, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3445/85, την έννοια ότι δικαιούχος ο οποίος με την αίτηση προκαταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή, κατά το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80, ανέλαβε, κατά το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80, την υποχρέωση να εξαγάγει άλευρα με περιεκτικότητα τέφρας από 0 έως 520 mg/100 g, στην πραγματικότητα, όμως, εξήγαγε άλευρα με περιεκτικότητα τέφρας μεγαλύτερη από 520 mg/100 g, υποχρεούται να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής και αντ' αυτού να ζητήσει επιστροφές κατά την εξαγωγή για τα πράγματι εξαχθέντα εμπορεύματα, κατά τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/70 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1: είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1633/80, καθόσον καθορίζει το ποσό των επιστροφών κατά την εξαγωγή, για εξαγωγές προς τη Σοβιετική Ένωση σε 0 Ecu;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο εν λόγω ερώτημα: πρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αντιμετωπίζονται οι εξαγωγείς ως εάν δεν είχε ανασταλεί η χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή προϊόντων προς τη Σοβιετική Ένωση;".
13 Το προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε με τη Διάταξη της 8ης Μαΐου 1990, στην υπόθεση C-206/90, ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των επιχειρήσεων Bremer Rolandmuehle και Getreide-Import
GmbH (στο εξής: Getreide-Import), που συνέστησαν κοινοπραξία, και του Hauptzollamt.
14 Οι δύο αυτές επιχειρήσεις έθεσαν, στις 28 Νοεμβρίου 1980, ποσότητα 7 682 779 kg σίτου υπό τελωνειακό έλεγχο με σκοπό την εξαγωγή του, υπό μορφή αλεύρου περιεκτικότητας σε τέφρα από 0 ώς 520 mg/100 g, προς τη Βόρεια Υεμένη. Στην περίπτωσή τους εφαρμόστηκαν οι προαναφερθείσες ευεργετικές διατάξεις περί προκαταβολής των επιστροφών.
15 Όπως και στην προηγούμενη υπόθεση, το Hauptzollamt, μετά τη διαπίστωση ότι τα πράγματι εξαχθέντα άλευρα είχαν περιεκτικότητα σε τέφρα πολύ μεγαλύτερη από την αναγραφόμενη στη δήλωση πληρωμής, ζήτησε την απόδοση των επιστροφών.
16 Βάσει αυτών των δεδομένων, το Bundesfinanzhof, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Finanzgericht Hamburg, το οποίο είχε επιληφθεί προσφυγής των δύο επιχειρήσεων, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ταυτόσημο με το πρώτο ερώτημα που είχε υποβληθεί στην υπόθεση C-5/90.
17 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά των δύο κυρίων δικών, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος της υποθέσεως C-5/90 και του μοναδικού ερωτήματος της υποθέσεως C-206/90
18 Τα δύο αυτά ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου αναφέρονται αποκλειστικώς στην περίπτωση κατά την οποία η περιεκτικότητα σε τέφρα του πράγματι εξαχθέντος αλεύρου είναι πολύ μεγαλύτερη από την αναγραφόμενη στη δήλωση πληρωμής. Το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται σιωπηρώς στην ονοματολογία που χρησιμοποιούσαν, κατά τον κρίσιμο για τις δύο υποθέσεις χρόνο, οι κανονισμοί περί επιστροφών κατά την εξαγωγή, οι οποίοι καθόριζαν, για τα άλευρα μαλακού σίτου, τον εφαρμοστέο συντελεστή αναλόγως έξι βαθμών περιεκτικότητας σε τέφρα (0 έως 520 mg/100 g, 521 έως 600 mg/100 g 601 έως 900 mg/100 g, 901 έως 1100 mg/100 g, 1101 έως 1650 mg/100 g, 1651 έως 1900 mg/100 g), μειουμένου του συντελεστή επιστροφής, εκτός της περιπτώσεως που ο εν λόγω συντελεστής ήταν μηδενικός λόγω αυξημένης περιεκτικότητας σε τέφρα.
19 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται να προσδιοριστούν διαδοχικώς οι διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας που εφαρμόζονται στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο και ο συντελεστής επιστροφής που πρέπει να ληφθεί υπόψη, βάσει αυτών των διατάξεων, για τον υπολογισμό της επιστροφής που πρέπει πράγματι να καταβληθεί στον συγκεκριμένο επιχειρηματία.
20 Επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, να προσδιοριστεί το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το σύστημα προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
21 Ο κανονισμός 565/80 προβλέπει για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα εμπίπτοντα στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), σύστημα προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες. Όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 565/80, σκοπός της προπληρωμής αυτής, η οποία αφορά εξαγωγές γεωργικών προϊόντων που προέκυψαν από τη μεταποίηση κοινοτικών προϊόντων βάσεως, είναι η διασφάλιση ισορροπίας μεταξύ αυτού του είδους των εξαγωγών και της χρησιμοποιήσεως προϊόντων βάσεως τρίτων χωρών υπαγομένων στο καθεστώς της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή.
22 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού καθορίστηκαν με τον κανονισμό 798/80 της 31ης Μαρτίου 1980.
23 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 565/80 προβλέπει ότι στον εξαγωγέα καταβάλλεται ποσό ίσο με την επιστροφή ευθύς μόλις τα προϊόντα βάσεως τεθούν υπό τελωνειακό έλεγχο. Κατά την παράγραφο 5 της ιδίας διατάξεως, ο συντελεστής επιστροφής, εφόσον δεν έχει προκαθοριστεί, είναι ο ισχύων την ημέρα κατά την οποία τα προϊόντα βάσεως τέθηκαν υπό καθεστώς τελωνειακού ελέγχου. Εάν η επιστροφή έχει προκαθοριστεί, η ημέρα κατά την οποία τα προϊόντα βάσεως τέθηκαν υπό καθεστώς τελωνειακού ελέγχου λαμβάνεται υπόψη, κατά την παράγραφο 6, για τον υπολογισμό των προσαρμογών που πρέπει να γίνουν στον εφαρμοστέο συντελεστή επιστροφής.
24 Η υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις προπληρωμής των επιστροφών εξαρτάται από την κατάθεση στις τελωνειακές αρχές και την εκ μέρους τους αποδοχή "δηλώσεως πληρωμής", το περιεχόμενο της οποίας ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 798/80. Η δήλωση αυτή πρέπει, ιδίως, να περιλαμβάνει καθορισμό των εξαγομένων προϊόντων βάσει των ονοματολογιών που χρησιμοποιούνται για τις επιστροφές καθώς και περιγραφή της συνθέσεως των εν λόγω προϊόντων, εάν αυτό απαιτείται για τον υπολογισμό της επιστροφής.
25 Ο εξαγωγέας έχει την υποχρέωση, κατά τους όρους που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 798/80, να συστήσει ασφάλεια ίση προς το ποσό της επιστροφής, στο οποίο προστίθεται το θετικό νομισματικό εξισωτικό ποσό, εφόσον υπάρχει, καθώς και προσαύξηση κατά 20 % του ποσού που προκύπτει. Κατά τη δεύτερη φράση της εν λόγω διατάξεως, η προσαύξηση αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 3 Ecu ανά 100 kg καθαρού βάρους του εξαχθέντος εμπορεύματος.
26 Οι εξαγωγείς οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 798/80, το οποίο ορίζει τις προθεσμίες κατά τη διάρκεια των οποίων τα προϊόντα βάσεως μπορούν να παραμένουν υπό τελωνειακό έλεγχο ενόψει της μεταποιήσεώς τους, καθώς και τις προθεσμίες εντός των οποίων τα μεταποιηθέντα προϊόντα πρέπει να εξαχθούν, μετά τη λήξη του τελωνειακού ελέγχου. Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στις προτάσεις του (σημείο 21), η εφαρμογή αυτών των προθεσμιών μπορεί, στην πραγματικότητα, να έχει ως συνέπεια την παράταση της διάρκειας ισχύος του πιστοποιητικού προκαθορισμού.
27 Το άρθρο 10, παράγραφος 4, του κανονισμού διευκρινίζει τις περιπτώσεις στις οποίες ο εξαγωγέας που υπήχθη στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος προπληρωμής των επιστροφών υποχρεούται να αποδώσει ή να καταβάλει ορισμένα ποσά. Οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 3445/85, της 6ης Δεκεμβρίου 1985, ο οποίος, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων εφαρμόζεται στις παρούσες υποθέσεις.
28 Η παράγραφος αυτή, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό, στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα, ορίζει:
"Εκτός των περιπτώσεων ανωτέρας βίας, απαιτείται η επιστροφή των ακολούθων ποσών:
α) όταν οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 11 δεν τηρήθηκαν:
- ποσό ίσο με την εγγύηση
β) όταν οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 11 τηρήθηκαν αλλά όταν το ποσό της επιστροφής είναι κατώτερο εκείνου που αναφέρεται στο άρθρο 1, στοιχείο β, όταν δεν έχει εφαρμοσθεί η ελάχιστη αύξηση που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερη φράση:
- σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 3, μπορεί να εφαρμοστεί ποσό ίσο με την εγγύηση, ελαττωμένο κατά το ποσό της πραγματικής επιστροφής, η οποία επιστροφή μειώνεται κατά το αρνητικό συμψηφιστικό ποσό, και αυξάνεται κατά 20 %
- στις άλλες περιπτώσεις, ποσό ίσο με την εγγύηση, ελαττωμένο κατά το ποσό της πραγματικής επιστροφής και το θετικό νομισματικό εξισωτικό ποσό που οφείλεται, αυξημένο κατά 20 %
γ) όταν έχουν τηρηθεί οι προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 11 αλλά το δικαίωμα για επιστροφή καλύπτει ένα μικρότερο ποσό από εκείνο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο β, και όταν έχει εφαρμοσθεί η ελάχιστη αύξηση που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερη φράση:
- ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ του προκαταβληθέντος ποσού και του ποσού της πραγματικής επιστροφής αυξανόμενου κατά ποσοστό που εκφράζει τη σχέση μεταξύ της ελάχιστης αύξησης και του ποσού που καταβλήθηκε."
Επί των κοινοτικών διατάξεων που εφαρμόζονται στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο
29 Οι διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 798/80 διέπουν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6, εδάφιο 2, του κανονισμού 565/80, προς εφαρμογή των οποίων θεσπίστηκαν, όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο επιχειρηματίας που έτυχε της προπληρωμής των επιστροφών δεν έχει δικαίωμα να εισπράξει τις εν λόγω επιστροφές ή δικαιούται να εισπράξει μικρότερο ποσό. Στην παράγραφο 5 υπάρχουν ειδικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή μόνο στην περίπτωση ανωτέρας βίας. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις της παραγράφου 4 έχουν εφαρμογή εφ' όλων των άλλων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, στην οποία δεν προβλήθηκε κατάσταση ανωτέρας βίας.
30 Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν, αφενός μεν, τη ρυθμιζόμενη στο στοιχείο α περίπτωση, κατά την οποία ο επιχειρηματίας δεν τήρησε τις προθεσμίες του άρθρου 11 του κανονισμού 798/80, αφετέρου δε, τις ρυθμιζόμενες στα σημεία β και γ περιπτώσεις, κατά τις οποίες το ποσό της "πραγματικής επιστροφής", δηλαδή της επιστροφής που πρέπει να καταβληθεί, είναι μικρότερο από το ποσό της επιστροφής που προκαταβλήθηκε. Στην πρώτη περίπτωση, ο επιχειρηματίας οφείλει να καταβάλει ποσό ίσο προς το ποσό της ασφαλείας. Στη δεύτερη περίπτωση, ο επιχειρηματίας οφείλει, κατά τις προβλεπόμενες λεπτομέρειες, να αποδώσει τη διαφορά μεταξύ της επιστροφής που προκαταβλήθηκε και της επιστροφής που έπρεπε να καταβληθεί και να καταβάλει είτε προσαύξηση ίση προς το 20 % του ποσού αυτής της διαφοράς είτε μια κατωτάτη προσαύξηση.
31 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο πρέπει να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού 798/80, επειδή πρέπει να θεωρηθεί ότι υπήρξε οπωσδήποτε υπέρβαση των προθεσμιών που τάσσει το άρθρο 11, όταν τα χαρακτηριστικά του εξαχθέντος προϊόντος διαφέρουν από τα αναγραφόμενα στη δήλωση πληρωμής. Κατά την άποψη της Επιτροπής και του Hauptzollamt, οι διατάξεις της παραγράφου 4, στοιχεία β και γ, δεν έχουν εφαρμογή, αφορούν δε την περίπτωση κατά την οποία το μικρότερο ποσό της επιστροφής που πρέπει να καταβληθεί προκύπτει από τροποποίηση, σε σχέση με τις περιεχόμενες στη δήλωση πληρωμής ενδείξεις, των ποσοτήτων των εξαχθέντων εμπορευμάτων ή του προορισμού αυτών των εμπορευμάτων.
32 Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
33 Πρώτον, οι διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 798/80 αφορούν αποκλειστικώς τις προθεσμίες κατά τη διάρκεια των οποίων το προϊόν βάσεως μπορεί να παραμείνει υπό τελωνειακό έλεγχο, καθώς και τις προθεσμίες εντός των οποίων το μεταποιηθέν προϊόν πρέπει να εξαχθεί κατά τη λήξη του τελωνειακού ελέγχου. Οι διατάξεις αυτές δεν περιέχουν καμία ένδειξη σχετική με τα χαρακτηριστικά του πράγματι εξαχθέντος εμπορεύματος, σε σχέση με τα αναγραφόμενα στη δήλωση πληρωμής χαρακτηριστικά.
34 Δεύτερον, ούτε το γράμμα ούτε ο σκοπός των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 4, στοιχεία β και γ, επιτρέπουν να αποκλεισθεί από το πεδίο εφαρμογής τους η περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο. Οι εν λόγω διατάξεις, σκοπός των οποίων είναι να καθοριστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εξαγωγέα στην περίπτωση κατά την οποία το ποσό της επιστροφής που προκαταβλήθηκε υπερβαίνει το ποσό της επιστροφής που πρέπει να καταβληθεί πρέπει, ιδίως, να εφαρμόζονται, εφόσον δεν υπάρχουν ρητές αντίθετες διατάξεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το πράγματι εξαχθέν προϊόν ανταποκρίνεται στο αναγραφόμενο στη δήλωση πληρωμής, αλλά διαφέρουν, υπό προϋποθέσεις που δικαιολογούν εφαρμογή μικρότερου συντελεστή επιστροφής, τα χαρακτηριστικά του εν λόγω προϊόντος.
35 Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο. Πράγματι, τα αναγραφόμενα στις δηλώσεις πληρωμής άλευρα και τα πράγματι εξαχθέντα άλευρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόντα διαφορετικά. Τα άλευρα αυτά υπάγονται στην ίδια δασμολογική κλάση και, όπως προαναφέρθηκε, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ίδιας κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης, η οποία, προκειμένου να καθορίσει τον συντελεστή επιστροφής που εφαρμόζεται για το εμπόρευμα "άλευρα μαλακού σίτου", διακρίνει έξι κατηγορίες αναλόγως της περιεκτικότητας σε τέφρα. Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται απλώς για εφαρμογή μικρότερου συντελεστή επιστροφής, λόγω της υπαγωγής του εξαχθέντος αλεύρου σε κατηγορία διαφορετική από την αναγραφόμενη στη δήλωση πληρωμής.
36 Τέλος, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σκοποί που επιδιώκει η συγκεκριμένη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Στην προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ισχύουσες τότε διατάξεις, που προηγήθηκαν του κανονισμού 798/80, είχαν ως σκοπό την αποτροπή του αδικαιολογήτου πλουτισμού του επιχειρηματία στον οποίο χορηγήθηκε δωρεάν πίστωση, στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η επιστροφή που του καταβλήθηκε πριν από τη μεταποίηση των εξαχθέντων εμπορευμάτων δεν έπρεπε να του καταβληθεί. Κατά το Δικαστήριο, η δωρεάν πίστωση που έλαβε ο επιχειρηματίας, σε περίπτωση παρεμφερή προς εκείνη στην οποία αναφέρεται το παρόν προδικαστικό ερώτημα, δεν περιελάμβανε ολόκληρο το ποσό της επιστροφής που πράγματι προκαταβλήθηκε, αλλά αφορούσε την εν λόγω επιστροφή μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής που είχε δικαίωμα να εισπράξει ο εν λόγω επιχειρηματίας. Συνεπώς, η προσαύξηση που όφειλε να καταβάλει ο επιχειρηματίας έπρεπε να υπολογισθεί βάσει αυτής της διαφοράς μεταξύ των δύο επιστροφών. Οι αρχές αυτής της νομολογίας μπορούν να μεταφερθούν στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 798/80, ο οποίος επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με την προϊσχύσασα κανονιστική ρύθμιση. Η προτεινόμενη από την Επιτροπή εφαρμογή, στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού θα υποχρέωνε τον επιχειρηματία να αποδώσει, κατά παραβίαση των εν λόγω αρχών, το ποσό της ασφαλείας, δηλαδή ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που αντιστοιχεί στο σύνολο της επιστροφής που προκαταβλήθηκε. Αντιθέτως, είναι σύμφωνη προς τους σκοπούς της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 4, στοιχείο β ή στοιχείο γ, του κανονισμού 798/80, που περιορίζουν, σε μια τέτοια περίπτωση, το ποσό που πρέπει να αποδοθεί στα όρια της αδικαιολόγητης πιστώσεως που χορηγήθηκε στον επιχειρηματία, αυξημένου κατά την προβλεπόμενη προσαύξηση η οποία έχει τον χαρακτήρα κυρώσεως.
37 Συνεπώς, η περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 4, είτε υπό στοιχείο γ, όταν εφαρμόζεται η κατωτάτη προσαύξηση που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 798/80, είτε υπό στοιχείο β, στην αντίθετη περίπτωση.
Επί του συντελεστή επιστροφής
38 Το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται επίσης στο αν πρέπει, για τον υπολογισμό της επιστροφής που δικαιούται πράγματι ο επιχειρηματίας, να εφαρμοσθεί ο συντελεστής επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 565/80 ή αν πρέπει να εφαρμοσθεί, μετά τη λήξη της διάρκειας ισχύος του πιστοποιητικού προκαθορισμού, ο συντελεστής επιστροφής της ημέρας εξαγωγής, τον οποίο ορίζουν οι γενικές διατάξεις του άρθρου 3 του κανονισμού 2730/79.
39 'Οταν, όπως στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, τα χαρακτηριστικά του πράγματι εξαχθέντος προϊόντος διαφέρουν από τα αναγραφόμενα στη δήλωση πληρωμής, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του επιχειρηματία αντιστοιχεί στη διαφορά, την υπολογιζόμενη βάσει του συντελεστή επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 4 του κανονισμού 565/80, μεταξύ του ποσού της επιστροφής που προκαταβλήθηκε και του ποσού της επιστροφής που θα έπρεπε να καταβληθεί για το πράγματι εξαχθέν προϊόν, εάν αυτό είχε επακριβώς καθοριστεί στη δήλωση πληρωμής. Συνεπώς, για τον υπολογισμό του πραγματικού ποσού επιστροφής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο συντελεστής επιστροφής που ορίζεται κατά τις διατάξεις του κανονισμού 565/80 περί προπληρωμής των επιστροφών.
40 Επιβάλλεται να τονισθεί ότι η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη που διασφαλίζει την αποτελεσματική κύρωση. Πράγματι, η εφαρμογή του συντελεστή επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 2730/79 θα μπορούσε, αντί κυρώσεως, να αποτελέσει ευεργέτημα για τον επιχειρηματία, στην περίπτωση κατά την οποία ο συντελεστής επιστροφής αυξήθηκε μεταξύ της ημερομηνίας προκαθορισμού ή θέσεως του προϊόντος βάσεως υπό τελωνειακό έλεγχο και της ημερομηνίας εξαγωγής του μεταποιημένου προϊόντος.
41 Κατά συνέπεια, στο ερώτημα που υποβλήθηκε επιβάλλεται να δοθεί ως απάντηση ότι, στην περίπτωση κατά την οποία επιχειρηματίας αναλαμβάνει την υποχρέωση, κατά το άρθρο 2, του κανονισμού 798/80, να εξαγάγει άλευρα περιεκτικότητας σε τέφρα από 0 έως 520 mg/100 g και του προσάπτεται ότι, για λόγους που δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας, εξάγει στην πραγματικότητα άλευρα πολύ μεγαλύτερης περιεκτικότητας σε τέφρα, το ύψος των ποσών που οφείλει να καταβάλει ο εν λόγω επιχειρηματίας καθορίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 4, στοιχείο β ή στοιχείο γ, του κανονισμού 798/80. Προκειμένου να υπολογισθεί η πραγματική επιστροφή που δικαιούται να ζητήσει ο εν λόγω επιχειρηματίας, στο πλαίσιο εφαρμογής αυτών των διατάξεων, πρέπει να εφαρμόζεται ο συντελεστής επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 565/80.
Επί του δευτέρου ερωτήματος που υποβλήθηκε στην υπόθεση C-5/90
42 Το ερώτημα αυτό, περί του κύρους των διατάξεων του κανονισμού 1633/80 που ορίζουν σε 0 Ecu τον συντελεστή επιστροφής για εξαγωγές προς τη Σοβιετική ένωση, υποβλήθηκε εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έδινε ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι ο εφαρμοστέος συντελεστής επιστροφής για τον υπολογισμό της επιστροφής που μπορεί να ζητήσει ο επιχειρηματίας, στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, είναι ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό 2730/79.
43 Η απάντηση του Δικαστηρίου δεν ήταν αυτή. Συνεπώς, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο αυτό προδικαστικό ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διατάξεις της 21ης Νοεμβρίου 1989 και της 8ης Μαΐου 1990, το Bundesfinanzhof αποφαίνεται:
Στην περίπτωση κατά την οποία επιχειρηματίας αναλαμβάνει την υποχρέωση, κατά το άρθρο 2, του κανονισμού 798/80, να εξαγάγει άλευρα περιεκτικότητας σε τέφρα από 0 έως 520 mg/100 g και του προσάπτεται ότι, για λόγους που δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας, εξάγει στην πραγματικότητα άλευρα πολύ μεγαλύτερης περιεκτικότητας σε τέφρα, το ύψος των ποσών που οφείλει να καταβάλει ο εν λόγω επιχειρηματίας καθορίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 4, στοιχείο β ή στοιχείο γ, του κανονισμού 798/80. Προκειμένου να υπολογισθεί η πραγματική επιστροφή που δικαιούται να ζητήσει ο εν λόγω επιχειρηματίας, στο πλαίσιο εφαρμογής αυτών των διατάξεων, πρέπει να εφαρμόζεται ο συντελεστής επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 565/80.
Full & Egal Universal Law Academy