ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-7/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Κανονιστικό πλαίσιο
Κατόπιν ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1988, ασκήθηκε κατά του Vandevenne, οδηγού αυτοκινήτου απασχολούμενου στην επιχείρηση Wilms Transport, ποινική δίωξη για τη μη τήρηση των περιόδων οδηγήσεως και αναπαύσεως που προβλέπονται στα άρθρα 6, 7 και 8 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών. Κατά των Wilms και Mesotten ασκήθηκε ποινική δίωξη, διότι υπό την ιδιότητα του εργοδότη, υπαλλήλου ή εντολοδόχου της Wilms Transport δεν μερίμνησαν να διασφαλίσουν την εκ μέρους του Vandevenne τήρηση των διατάξεων των άρθρων 6, 7 και 8 του κανονισμού 3820/85. Η εταιρία NV Wilms Transport εκλήθη στην ποινική δίκη ως αστικώς υπεύθυνη των Vandevenne και Mesotten.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του politierechtbank, ανέκυψε ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 15 του κανονισμού 3820/85. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι:
« 1.
Η επιχείρηση οργανώνει την εργασία των οδηγών με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι δυνατή η συμμόρφωσή τους προς τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού καθώς και προς τις διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3821/85.
2.
Η επιχείρηση ελέγχει περιοδικά αν τηρούνται οι δύο αυτοί κανονισμοί. Αν διαπιστωθούν παραβάσεις, η επιχείρηση λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μη επαναληφθούν. »
Κατ' αρχάς, το politierechtbank φρονεί ότι η έννοια της « επιχειρήσεως » είναι ασαφής και διερωτάται εάν πρέπει ή όχι να υπογραμμισθεί ο ρόλος του επιχειρηματία. Εξάλλου, κατά το βελγικό ποινικό δίκαιο, δεν μπορεί να κινηθεί ποινική δίωξη κατά νομικού προσώπου, αλλά κατά των φυσικών προσώπων που αποτελούν τα όργανα ή τους νομίμους αντιπροσώπους του. Κατά συνέπεια, το politierechtbank θεωρεί απαραίτητο να διευκρινιστεί αν τα κοινοτικά όργανα είχαν την πρόθεση να εισαγάγουν, με το άρθρο 15 του κανονισμού 3820/85, στο βελγικό ποινικό δίκαιο την αρχή της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων ή εάν, αντιθέτως, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι αρχές της εθνικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι ο κολασμός των παραβάσεων εμπίπτει στη σφαίρα του εθνικού δικαίου. Τέλος, το politierechtbank ερωτά αν το άρθρο 15 επιβάλλει απλώς υποχρέωση μέσου, του οποίου τα δικαστήρια ελέγχουν και εκτιμούν τα συγκεκριμένα αποτελέσματα κατά περίπτωση, ή εάν επιβάλλει υποχρέωση αποτελέσματος η οποία συνεπάγεται αντικειμενική ευθύνη της επιχειρήσεως κάθε φορά που υπάλληλός της παραβιάζει τις διατάξεις του κανονισμού.
Κατά συνέπεια, το politierechtbank αποφάσισε, με Διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 1989, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« Ποια είναι η έννοια του όρου “ επιχείρηση ” που περιέχεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85;
Αποτελούσε πρόθεση του συντάκτη του εν λόγω άρθρου η εισαγωγή της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων ακόμα και στα κράτη μέλη στα οποία το σύστημα αυτό είναι άγνωστο ή πολύ λίγο γνωστό;
Ή μήπως ο εθνικός νομοθέτης εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα εφαρμογής των θεμελιωδών αρχών του εθνικού ποινικού δικαίου, καθόσον η ποινική εφαρμογή του κανονισμού γίνεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας;
Ή μήπως οι υποχρεώσεις που επιβάλλει στην επιχείρηση το προαναφερθέν άρθρο πρέπει να θεωρηθούν ως υποχρέωση μέσου ή ως υποχρέωση αποτελέσματος συνεπαγόμενη στην πράξη την αντικειμενική ευθύνη; »
2. Διαδικασία ενώπιον νου Δικαοτηρίου
Η Διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιανουαρίου 1990.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, στις 20 Απριλίου 1990, η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Roder και Joachim Karl, στις 2 Μαΐου 1990, η Ιταλική. Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, επίσης στις 2 Μαΐου 1990, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Rosemary Caudwell, και στις 11 Απριλίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Thomas van Rijn, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε στις 7 Νοεμβρίου 1990 να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1. Επί του πρώτου ερωτήματος
Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η έννοια της επιχειρήσεως πρέπει να καθοριστεί κατά τρόπο αυτοτελή και ανεξάρτητο από τους παράλληλους ορισμούς του εθνικού δικαίου. Δεδομένου ότι σκοπός του άρθρου 15 είναι να επιβληθούν στις επιχειρήσεις ορισμένες υποχρεώσεις οργανώσεως και ελέγχου, ο κανονισμός πρέπει να έχει εφαρμογή επί όλων των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής. Η Γερμανική Κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να επιβεβαιώσει τον ορισμό της έννοιας της επιχειρήσεως που έδωσε το ίδιο στην απόφαση του της 13ης Ιουλίου 1962, 17/61 και 20/61, Klöckner Werke και Hoesch(Jurispr. 1962, σ. 615). Κατά την εν λόγω απόφαση η επιχείρηση αποτελεί ενιαία οργάνωση στοιχείων προσωπικών, υλικών και άυλων, που προσαρτώνται σε νομικώς αυτοτελές υποκείμενο, με την οποία επιδιώκεται κατά τρόπο διαρκή η επίτευξη συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι, ενώ τα άρθρα 14 Kat 15 του κανονισμού 3820/85 αναφέρονται στην « επιχείρηση », ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3821/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, ο σχετικός με την συσκευή ελέγχου στον τομέα των οδικών μεταφορών, αναφέρεται, στα άρθρα 13, 14, παράγραφος 1, και 16, στον « εργοδότη », ενώ στο άρθρο 14, παράγραφος 2, ομιλεί για « επιχείρηση ». Κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου οι όροι αυτοί μπορούν να υποκατασταθούν μεταξύ τους, οι δε αναφορές στην « επιχείρηση » πρέπει να νοηθούν ως αναφορές στον εργοδότη του οδηγού, δηλαδή σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 3820/85 αποτελεί μεταφορά σε διάταξη του θετού δικαίου της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 18ης Φεβρουαρίου 1975, 69/74, Cagnon και Taquet ( Jurispr. 1975, σ. 171 ). Με την απόφασή του αυτή το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι εργοδότες που εκμεταλλεύονται υπηρεσία μεταφορών υπέχουν την υποχρέωση να μην οργανώνουν την υπηρεσία των υπαλλήλων τους κατά τρόπο που να καθιστά αδύνατη την τήρηση των διατάξεων του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 543/69 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1969, περί εναρμονίσεως ορισμένων διατάξεων κοινωνικής ασφαλίσεως στον τομέα των οδικών μεταφορών, ο οποίος αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό 3820/85. Όπως και το Δικαστήριο, το άρθρο 15 αναφέρεται στις υποχρεώσεις του ιεραρχικώς προϊσταμένου του οδηγού, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της επιχειρήσεως.
Η Επιτροπή φρονεί, επίσης, ότι ο ορισμός του όρου « επιχείρηση », τον οποίο διατύπωσε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση του Klöckner Werke, μπορεί να εφαρμοστεί και ως προς τον όρο « επιχείρηση », όπως αυτός χρησιμοποιείται στο άρθρο 15 του κανονισμού 3820/85.
2. Επί του δευτέρου ερωτήματος
Η Ιταλική και Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρονται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85, κατά το οποίο « τα κράτη μέλη εκδίδουν (... ) τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τις αναγκαίες για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού » και υπογραμμίζουν ότι οι διατάξεις αυτές « αφορούν, μεταξύ άλλων (... ) τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παραβάσεως ». Κατά τις εν λόγω κυβερνήσεις, το άρθρο 17 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση κολασμού των παραβάσεων του άρθρου 3820/85 με ποινικής φύσεως κυρώσεις. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη διαθέτουν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων. Οι κυρώσεις μπορεί να είναι ποινικές, διοικητικές, επαγγελματικές ή άλλης φύσεως, συμφώνως προς τις αρχές του ποινικού δικαίου της δικής τους εννόμου τάξεως. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός δεν έχει ως σκοπό να επιβάλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρεκκλίνουν από την αρχή της μη ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων.
Η Κυβέρνηση τον Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υπογραμμίζουν, επίσης, τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών ως προς την επιλογή των κυρώσεων. Τονίζουν ότι οι επιβαλλόμενες από τα κράτη μέλη κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αποτρεπτικές, αναλογικές και όμοιες με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για παραβιάσεις διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που είναι της ιδίας φύσεως και της ιδίας σημασίας. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 15 του κανονισμού 3820/85, για τα κράτη εκείνα στα οποία δεν προβλέπεται ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων, να στραφεί η ποινική δίωξη κατά φυσικών προσώπων που είναι ποινικώς υπεύθυνα.
3. Επί του τρίτου ερωτήματος
Κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, το άρθρο 15 επιβάλλει στις επιχειρήσεις υποχρέωση συγκεκριμένης συμπεριφοράς και, κατά συνέπεια, ευθύνη για την περίπτωση υπαίτιας συμπεριφοράς που μπορεί να τους καταλογιστεί, δεδομένου ότι η αντικειμενική ευθύνη είναι αδιανόητη στον τομέα του ποινικού δικαίου.
Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι εναπό-κεται στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της ασκήσεως της διακριτικής τους ευχέρειας, να αποφασίσουν αν επιθυμούν να θεσπίσουν το σύστημα της αντικειμενικής ευθύνης. Εφιστά, ωστόσο, την προσοχή στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά το οποίο η ευθύνη μπορεί να θεμελιωθεί μόνο σε υπαίτια συμπεριφορά. Η εν λόγω σύμβαση περιλαμβάνεται στις διεθνείς συμβάσεις επί των οποίων στηρίζεται το Δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει τα όρια της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κοινοτικό δίκαιο.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επιχειρεί μια διάκριση μεταξύ των υποχρεώσεων που επιβάλλει στους εργοδότες το άρθρο 15 του κανονισμού 3820/85, το οποίο αναφέρεται στα καθήκοντα του εργοδότη κατά την καθημερινή διαχείριση της επιχειρήσεως, και της ποινικής ευθύνης που μπορεί να υπέχουν οι εργοδότες σε περίπτωση μη τηρήσεως, εκ μέρους ενός των υπαλλήλων τους, διατάξεων του κανονισμού 3820/85. Όσον αφορά το άρθρο 15, η πρώτη παράγραφος επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση να οργανώνει την εργασία του οδηγού κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί ο τελευταίος να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις που υπέχει από τους εν λόγω κανονισμούς. Ο εργοδότης δεν παραβαίνει αυτομάτως την υποχρέωση του αυτή όταν ένας οδηγός διαπράττει παράβαση. Η δεύτερη παράγραφος επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση διεξαγωγής περιοδικών ελέγχων και λήψεως των μέτρων που είναι αναγκαία για την αποφυγή επαναλήψεως των παραβάσεων.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 3820/85 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επιβάλλουν κυρώσεις στις επιχειρήσεις για παραβάσεις που διαπράττουν οι υπάλληλοι τους. Ωστόσο, ο κανονισμός δεν αποκλείει τη θέσπιση μιας τέτοιας αντικειμενικής ποινικής ευθύνης των επιχειρήσεων. Υπέρ μιας τέτοιας προσέγγισης τάχθηκε, όσον αφορά τον κανονισμό 543/69, ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven στις προτάσεις του, επί της υποθέσεως C-326/88, Hansen (Συλλογή 1990, σ. Ι-2911 ), η ίδια δε συλλογιστική μπορεί επίσης να εφαρμοστεί ως προς τον κανονισμό 3820/85. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη με το άρθρο 15 υποχρέωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως υποχρέωση αποτελέσματος, καθόσον επιβάλλει στις επιχειρήσεις να οργανώσουν την εργασία των οδηγών αυτοκινήτων κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι τελευταίοι να μπορούν να συμμορφώνονται με τις διατάξεις τις σχετικές με τις περιόδους οδηγήσεως και αναπαύσεως.
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πρώτο τμήμα )
της 2ας Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-7/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του politierechtbank te Hasselt ( Βέλγιο ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Paul Vandevenne,
Marc Wilms,
Josef Mesotten,
NV Wilms Transport,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών ( ΕΕ L 370, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους G. C Rodríguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Roder, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και Joachim Karl'
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato·
—
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Rosemary Caudwell, του Treasury Solicitor's Department·
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Thomas van Rijn, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας·
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από τον D. Wyatt, της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 1989, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Ιανουαρίου 1990, το politierechtbank te Hasselt υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών ( ΕΕ L 370, σ. 1 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του Vandevenne, οδηγού αυτοκινήτων εργαζόμενου στην επιχείρηση Wilms Transport, επειδή δεν τήρησε τις περιόδους οδηγήσεως και αναπαύσεως που ορίζουν τα άρθρα 6, 7 και 8 του κανονισμού 3820/85, καθώς και κατά των Wilms και Mesotten, υπό την ιδιότητά τους ως εργοδότη, υπαλλήλου ή εντολοδόχου της Wilms Transport, επειδή δεν μερίμνησαν για την εκ μέρους του Vandevenne τήρηση των εν λόγω διατάξεων. Η επιχείρηση Wilms Transport κλήθηκε να παραστεί ως αστικώς υπεύθυνη των Vandevenne και Mesotten.
3
Κατά την ενώπιον του politierechtbank διαδικασία ανέκυψε ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 15 του κανονισμού 3820/85. Κατά την διάταξη αυτή:
«1.
Η επιχείρηση οργανώνει την εργασία των οδηγών με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι δυνατή η συμμόρφωση τους προς τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού καθώς και προς τις διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3821/85.
2.
Η επιχείρηση ελέγχει περιοδικά αν τηρούνται οι δύο αυτοί κανονισμοί. Αν διαπιστωθούν παραβάσεις, η επιχείρηση λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μην επαναληφθούν. »
4
Το politierechtbank αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Ποια είναι η έννοια του όρου “ επιχείρηση ” που περιέχεται στο άρθρο 15 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3820/85;
2)
Αποτελούσε πρόθεση του συντάκτη του εν λόγω άρθρου η εισαγωγή της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων ακόμα και στα κράτη μέλη στα οποία το σύστημα αυτό είναι άγνωστο ή πολύ λίγο γνωστό ;
Ή μήπως ο εθνικός νομοθέτης εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα εφαρμογής των θεμελιωδών αρχών του εθνικού ποινικού δικαίου, καθόσον η ποινική εφαρμογή του κανονισμού γίνεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας;
3)
Ή μήπως οι υποχρεώσεις που επιβάλλει στην επιχείρηση το προαναφερθέν άρθρο πρέπει να θεωρηθούν ως υποχρέωση μέσου ή ως υποχρέωση αποτελέσματος συνεπαγόμενη στην πράξη την αντικειμενική ευθύνη; »
5
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκεαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
6
Επιβάλλεται, κατ' αρχάς, να τονιστεί ότι ο ορισμός της επιχειρήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού 3820/85, πρέπει να δοθεί σε συνδυασμό με το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός για τους σκοπούς που επιδιώκει. Όπως προκύπτει σχετικώς από την 27η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, πρόθεση του Συμβουλίου ήταν να τονιστεί « η σημασία και η αναγκαιότητα να τηρείται ο παρών κανονισμός τόσο από τους εργοδότες, όσο και από τους οδηγούς ».
7
Τοποθετούμενος σ' αυτό το πλαίσιο ο κύριος σκοπός του άρθρου 15, παράγραφος 1, είναι να αποτρέψει το ενδεχόμενο εξαναγκασμού οδηγού, από τους ιεραρχικώς προϊσταμένους του, να εκτελεί την εργασία του κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις του κανονισμού. Προς επιδίωξη του ίδιου αυτού σκοπού, το άρθρο 10 του κανονισμού 3820/85 απαγορεύει ορισμένα είδη αμοιβών, όπως π.χ. τη χορήγηση πριμοδοτήσεων ανάλογα με τις διανυόμενες αποστάσεις, που θα μπορούσε να ωθήσει τον οδηγό να θέσει σε κίνδυνο την οδική ασφάλεια. Ομοίως, με το άρθρο 15, παράγραφος 2, θεσπίζεται έλεγχος τηρήσεως των διατάξεων του κανονισμού ο οποίος διεξάγεται εντός της μεταφορικής επιχειρήσεως και ενισχύει τον έλεγχο που διεξάγουν οι δημόσιες αρχές.
8
Είναι, κατά συνέπεια, σαφές ότι η νομική μορφή της επιχειρήσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 15 δεν έχει σημασία, εφόσον πρόκειται για αυτοτελές υποκείμενο δικαίου που ασχολείται, κατά τρόπο διαρκή, με τις μεταφορές' το προσδιοριστικό στοιχείο είναι η εξουσία οργανώσεως και ελέγχου που ασκεί η εν λόγω επιχείρηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι οδηγοί και τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος, που εργάζονται στις οδικές μεταφορές, εκτελούν τα καθήκοντα τους.
9
Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα επιβάλλεται να δοθεί ως απάντηση ότι ο όρος « επιχείρηση » που χρησιμοποιείται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών, αναφέρεται σε αυτοτελές υποκείμενο δικαίου, ανεξαρτήτως της νομικής του μορφής, το οποίο ασχολείται, κατά τρόπο διαρκή, με τις μεταφορές και έχει την εξουσία να οργανώνει και να ελέγχει την εργασία των οδηγών και των μελών του πληρώματος.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
10
Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του. Οι διατάξεις αυτές, αφορούν, μεταξύ άλλων, τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβιάσεως των σχετικών κανόνων.
11
Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ., τελευταία, απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990, C-326/88, Hansen, Συλλογή 1990, σ. I-2911, σκέψη 17), οσάκις ένας κοινοτικός κανονισμός δεν προβλέπει ειδική κύρωση για την περίπτωση παραβιάσεως, αλλά παραπέμπει σχετικώς στις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη έχουν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα μέτρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση του περιεχομένου και της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε για παραβιάσεις κοινοτικού κανονισμού να επιβάλλονται κυρώσεις υπό ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις ανάλογες με εκείνες που ισχύουν στις περιπτώσεις παρεμφερούς φύσεως και σημασίας παραβιάσεων της εθνικής νομοθεσίας και οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουν στην κύρωση αποτελεσματικότητα, αναλογικότητα και αποτρεπτικότητα.
12
Συνεπώς, ούτε το άρθρο 5 της Συνθήκης ούτε το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εισαγάγουν στην ποινική τους νομοθεσία ειδικό ποινικό σύστημα, όπως αυτό της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων, προκειμένου να διασφαλίσουν την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 15 του κανονισμού.
13
Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα του politierechtbank επιβάλλεται να δοθεί ως απάντηση ότι ούτε το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εισαγάγουν στην εθνική τους νομοθεσία την αρχή της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων. Οι παραβάσεις του άρθρου 15 του κανονισμού 3820/85 μπορούν να κολάζονται με την εφαρμογή διατάξεων συμφώνων προς τις βασικές αρχές του εθνικού ποινικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση οι επιβαλλόμενες κυρώσεις να χαρακτηρίζονται από αποτελεσματικότητα, αναλογικότητα και αποτρεπτικότητα.
Επί του τρίτου ερωτήματος
14
Όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1990, Hansen, προαναφερθείσα, σκέψη 12, σκοπός του άρθρου 15 του κανονισμού 3820/85 είναι η επιβολή ειδικών υποχρεώσεων στους εργοδότες, ανεξαρτήτων των υποχρεώσεων που επιβάλλουν στους οδηγούς τα άρθρα 6, 7 και 8 του κανονισμού.
15
Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 15, η υποχρέωση αυτή είναι υποχρέωση μέσου: η επιχείρηση υποχρεούται να οργανώσει την εργασία των υπαλλήλων της κατά τρόπο που να τους δίδει τη δυνατότητα συμμορφώσεως με τον κανονισμό 3820/85, να ελέγχει περιοδικώς την τήρηση του κανονισμού και να λαμβάνει, ενδεχομένως, τα μέτρα που επιβάλλονται για την αποφυγή επαναλήψεως των παραβάσεων. Κατά συνέπεια, η διαπίστωση παραβάσεως του κανονισμού εκ μέρους οδηγού εργαζομένου στην επιχείρηση δεν αρκεί για να θεμελιώσει την εκ μέρους της επιχειρήσεως παράλειψη εκπληρώσεως των δικών της υποχρεώσεων.
16
Ωστόσο, σκοπός του άρθρου 15 του κανονισμού 3820/85 δεν είναι να περιορίσει την ευθύνη της επιχειρήσεως για τη μη τήρηση εκ μέρους των υπαλλήλων της των περιόδων οδηγήσεως και αναπαύσεως. Συνεπώς, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να θεσπίσουν την ποινική ευθύνη του εργοδότη για την εκ μέρους των υπαλλήλων του παράβαση των κανόνων των άρθρων 6, 7 και 8 του κανονισμού. Πράγματι, η θέσπιση τέτοιας ευθύνης συνιστά μέσο διασφαλίσεως της τηρήσεως των ορίων που επιβάλλουν οι διατάξεις αυτές.
17
Πάντως, η εισαγωγή μιας τέτοιας αντικειμενικής ευθύνης του εργοδότη δεν αποτελεί υποχρέωση. Όπως υπογραμμίστηκε ανωτέρω, το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 παρέχει στα κράτη μέλη μια διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων που πρέπει να επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεως του κανονισμού, ευχέρεια η οποία περιορίζεται μόνο από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ. Είναι, συνεπώς, δυνατό ένα κράτος μέλος να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις αυτές μολονότι επιλέγει τη μη θέσπιση της αντικειμενικής ποινικής ευθύνης των επιχειρήσεων.
18
Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα επιβάλλεται να δοθεί ως απάντηση ότι ο κανονισμός 3820/85 ούτε απαιτεί ούτε αποκλείει την εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση συστήματος αντικειμενικής ποινικής ευθύνης για τη διασφάλιση της τηρήσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο κανονισμός.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις της Γερμανίας, Ιταλίας και Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το politierechtbank te Hasselt, με Διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 1989, αποφαίνεται:
1)
Ο όρος « επιχείρηση » που χρησιμοποιείται στο άρθρο 15 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών, αναφέρεται σε αυτοτελές υποκείμενο δικαίου, ανεξαρτήτως της νομικής του μορφής, το οποίο ασχολείται, κατά τρόπο διαρκή, με τις μεταφορές και έχει την εξουσία να οργανώνει και να ελέγχει την εργασία των οδηγών και των μελών του πληρώματος.
2)
Ούτε το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εισαγάγουν στην εθνική τους νομοθεσία την αρχή της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων. Οι παραβάσεις του άρθρου 15 του κανονισμού 3820/85 μπορούν να κολάζονται με την εφαρμογή διατάξεων συμφώνων προς τις βασικές αρχές του εθνικού ποινικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση οι επιβαλλόμενες κυρώσεις να χαρακτηρίζονται από αποτελεσματικότητα, αναλογικότητα και αποτρεπτικότητα.
3)
Ο κανονισμός 3820/85 ούτε απαιτεί ούτε αποκλείει την εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση συστήματος αντικειμενικής ποινικής ευθύνης για τη διασφάλιση της τηρήσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο κανονισμός.
Rodríguez Iglesias
Slynn
Joliét
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του πρώτου τμήματος
G. C Rodríguez Iglesias
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy