ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-15/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο κανά το εθνικό δίκαιο
Κατά τον νόμο Child Benefit Act 1975, τα επιδόματα συντηρουμένων τέκνων καταβάλλονται στο άτομο που φέρει την ευθύνη συντηρήσεως ενός ή περισσότερων τέκνων. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μόνο για τα τέκνα που κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το προβλεπόμενο από τον Social Security Act 1975 επίδομα ανεργίας χορηγείται μόνο στα άτομα που έχουν καταβάλει ή έχουν πιστωθεί με εισφορές 1ης τάξεως ως μιθωτοί. Οι σχετικές με την καταβολή των εισφορών προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή (πριν από την τροποποίηση τους το 1988) ήταν οι εξής:
1)
Το επίδομα ανεργίας εχορηγείτο μόνο στα άτομα τα οποία είχαν καταβάλει, πριν από την ημερομηνία από την οποία ζητείται η παροχή του επιδόματος, ένα ελάχιστο ποσό ασφαλιστικών εισφορών 1ης τάξεως για κάθε έτος ασφαλίσεως.
2)
Τα άτομα αυτά όφειλαν επίσης να έχουν καταβάλει ή να έχουν πιστωθεί με αυτές τις εισφορές καθ' όλο το έτος που προηγείτο του έτους ενάρξεως της χορηγήσεως του επιδόματος, κατά το οποίο αρχίζει η περίοδος ανεργίας, που περιλαμβάνει την ημέρα από την οποία ζητείται η χορήγηση του ως άνω επιδόματος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η καταβολή των εισφορών 2ης τάξεως (μη μισθωτοί εργαζόμενοι ) δεν παρέχει στο άτομο που χάνει στη συνέχεια την εργασία του το δικαίωμα να ζητήσει τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας, έστω και αν πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται: του δίδει μόνο το δικαίωμα να λάβει άλλες παροχές, όπως π.χ. παροχή ασθενείας, εφόσον πληροί τις άλλες προϋποθέσεις προς χορήγηση των παροχών αυτών.
2. Νομικό πλαίσιο κατά το κοινοτικό όίκαιο
Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ), όπως ισχύει στην παρούσα υπόθεση κατόπιν τροποποιήσεώς του με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 143, σ. 1):
«α)
Ως “ μισθωτός ” και “ μη μισθωτός ” νοείται αντίστοιχα κάθε πρόσωπο:
i)
το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή τους μη μισθωτούς·
ii)
το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων, που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει όλους τους κατοίκους ή το σύνολο του ενεργού πληθυσμού:
—
όταν οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού ή μη μισθωτού'
ή
—
ελλείψει τέτοιων κριτηρίων, όταν το πρόσωπο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζόμενου στο παράρτημα Ι, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργη-θέντος προς όφελος των μισθωτών ή ενός συστήματος αναφερόμενου στο σημείο iii ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, όταν το πρόσωπο αυτό ανταποκρίνεται στον ορισμό του παραρτήματος Ι·
iii)
το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως οργανωμένου κατά τρόπο ενιαίο υπέρ του συνόλου του αγροτικού πληθυσμού, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα Ι·
iv)
το οποίο είναι ασφαλισμένο προαιρετικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους, στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών ή όλων των κατοίκων ή ορισμένων κατηγοριών κατοίκων:
—
αν τούτο ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα·
ή
—
αν τούτο είχε προηγουμένως ασφαλιστεί υποχρεωτικά κατά του ίδιου κινδύνου στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών του ίδιου κράτους μέλους. »
Κατά το άρθρο 73, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, όπως ισχύει, κατόπιν της τροποποιήσεως του, στην υπό κρίση υπόθεση:
« Ο μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, δικαιούται οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του. »
Τέλος, κατά το παράρτημα Ι, στοιχείο Ι, του ίδιου κανονισμού:
« Ως μισθωτός ή μη μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α, σημείο ii, του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του μισθωτού ( employed earner ) ή μη μισθωτού (self-employed earner), κατά την έννοια της νομοθεσίας της Μεγάλης Βρετανίας ή της νομοθεσίας της Βορείου Ιρλανδίας, καθώς και το πρόσωπο στο οποίο οφείλονται εισφορές υπό την ιδιότητα μισθωτού (employed person) ή μη μισθωτού (self-employed person ), κατά την έννοια της νομοθεσίας του Γιβραλτάρ. »
3. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
Ο Middleburgh, Βρετανός υπήκοος, εργάστηκε στην Ιρλανδία μεταξύ Ιανουαρίου 1981 και Αυγούστου 1982, ημερομηνία απολύσεως του για οικονομικούς λόγους. Τον Οκτώβριο του 1983, επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο αφήνοντας εκεί το τέκνο του, Aaron, το οποίο γεννήθηκε από τις σχέσεις που είχε συνάψει στη χώρα αυτή με Ιρλανδή υπήκοο.
Μετά την επάνοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Middleburgh εργάστηκε σε νοσοκομεία από τις 15 Νοεμβρίου 1983 μέχρι τις 13 Απριλίου 1984. Κατέστη άνεργος από τις 16 Απριλίου μέχρι τις 29 Απριλίου 1984, στη συνέχεια δε εργάστηκε ως μη μισθωτός από τις 30 Απριλίου μέχρις τις 29 Ιουλίου του ίδιου έτους.
Επειδή ο Adjudication Officer [αρμόδια για την έγκριση των σχετικών παροχών αρχή] αρνήθηκε να εγκρίνει τη χορήγηση επιδόματος συντηρουμένου τέκνου από τις 16 Απριλίου 1984 με την αιτιολογία ότι το τέκνο του δεν βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Middleburgh άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής. To Social Security Appeal Tribunal στην αρχή και στη συνέχεια ο Commissioner Rice διαπίστωσαν ότι ο προσφεύγων δεν εδικαι-ούτο επίδομα συντηρούμενου τέκνου για την περίοδο από 30 Απριλίου 1984 μέχρι 29 Ιουλίου 1984.
O Middleburgh άσκησε έφεση κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ενώπιον του Court of Appeal in London, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Όταν
α)
ένα άτομο έχει την ιδιότητα του μη μισθωτού και
β)
δικαιούται (δυνάμει του εθνικού δικαίου) επιδόματος ανεργίας λόγω του ότι έπαυσε χωρίς τη θέληση του να εργάζεται ως μη μισθωτός και
γ)
δικαιούται τέτοιων παροχών βάσει εισφορών που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν για λογαριασμό του ενώ είχε την ιδιότητα του μισθωτού,
πρέπει αυτό το άτομο να θεωρηθεί ως μισθωτός για την εφαρμογή του άρθρου 73, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως;
2)
Εάν υπήκοος του κράτους μέλους Α κατοικεί για ένα χρονικό διάστημα στο κράτος μέλος Β και εκεί α ) εργάζεται ως μισθωτός και β) συγκατοικεί με υπήκοο του κράτους μέλους Β με την οποία έχει αποκτήσει τέκνο, παραβαίνει το κράτος μέλος Α είτε το άρθρο 48 είτε το άρθρο 52 της Συνθήκης, όταν αρνείται να καταβάλει οικογενειακές παροχές για το τέκνο αυτό με μόνη αιτιολογία την απουσία του τέκνου από το κράτος μέλος Α για χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο υπήκοος αυτός, μετά την επιστροφή του στο κράτος μέλος Α, εργαζόταν ως μη μισθωτός εκεί, ενώ το τέκνο παρέμενε στο κράτος μέλος Β ;
3)
Εάν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι καταφατική, έχει το άρθρο 48 ή το άρθρο 52 άμεσα αποτελέσματα ενόψει των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης; »
4. Αιαδικασία ενώπιον τov Δικαστηρίον
Η Διάταξη περί υποβολής των ερωτημάτων του Court of Appeal του Λονδίνου πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιανουαρίου 1990.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο εφεσείων της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον Richard Drabble, barrister, ο Chief Adjudication Officer, εκπροσωπούμενος από τον David Pannick, barrister, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμένη από την Karen Banks και τον Nicholas Kahn, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας της.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Ο εφεσείων της κύριας δίκης διατείνεται καταρχάς ότι δεν έπρεπε να του επιφυλαχθεί αυτή η δυσμενής μεταχείριση όσον αφορά τα οικονομικά του δικαιώματα εκ μέρους των αρμόδιων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου με την αιτιολογία ότι, εξαιτίας των μετακινήσεών του, αποχωρίστηκε προσωρινά από την οικογένεια του. Αν είχε εργαστεί το 1981 όχι στην Ιρλανδία αλλά στο Ηνωμένο Βασίλειο και αν είχε συνάψει εκεί νέες οικογενειακές σχέσεις, θα εδικαιούτο αναμφισβήτητα το επίδομα συντηρουμένων τέκνων όσον αφορά την εν λόγω περίοδο μετά την επάνοδό του στον τόπο καταγωγής του χωρίς να συνοδεύται από τη νέα του οικογένεια.
Ο Middleburgh παρατηρεί στη συνέχεια ότι το φορολογικό δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη προβλέπουσα φοροαπαλλαγές για τους μη μισθωτούς εργαζομένους όσον αφορά τα συντηρούμενα τέκνα τους. Το επίδομα συντηρούμενων τέκνων αποτελεί το μόνο υπάρχον μέσο προς αντιστάθμιση των σχετικών εξόδων στο πλαίσιο της φορολογικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας περί κοινωνικών ασφαλίσεων. Συναφώς παραθέτει δήλωση στην οποία προέβη ο Secretary of State for Social Services [ Υφυπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών] κατά τη συζήτηση του νόμου του 1975 στο Κοινοβούλιο: «(με το σύστημα αυτό ) πραγματοποιείται η από καιρό επιθυμητή συγχώνευση μεταξύ των φοροαπαλλαγών λόγω συντηρούμενων τέκνων και των οικογενειακών επιδομάτων, δημιουργούμενου ενός νέου γενικού επιδόματος, ανεξαρτήτου από το ύψος του εισοδήματος και αφορολογήτου, για όλα τα τέκνα, περιλαμβανομένου του πρώτου (... ) ».
Ο εφεσείων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι έπρεπε να θεωρηθεί, κατά την εν λόγω περίοδο, ως μισθωτός υπό την έννοια των άρθρων 1 και 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Συναφώς παρατηρεί ότι, αν καθίστατο άνεργος σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο μεταξύ 30 Απριλίου και 29 Ιουλίου 1984, θα εδικαιούτο, λόγω των εισφορών που κατέβαλε κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, επιδόματος ανεργίας βάσει των εισφορών τις οποίες είχε καταβάλει στο παρελθόν ως μισθωτός. 'Επεται ότι κατά τη διάρκεια της ως άνω περιόδου, μολονότι άσκησε μη μισθωτή δραστηριότητα, πρέπει να θεωρηθεί ως μισθωτός υπό την έννοια των άρθρων 1 και 73, παράγραφος 1, δεδομένου ότι οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού.
Κατ' αυτόν, έρεισμα για την ερμηνεία αυτή αποτελεί η απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1976, 17/76, Brack (ECR 1976, σ. 1429 ), με την οποία έγινε δεκτό, στον περιορισμένο έστω τομέα των παροχών ασθενείας, ότι μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μισθωτός άτομο το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν είχε ποτέ την ιδιότητα αυτή, λαμβανομένων υπόψη των τρόπων διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του εφαρμοστέου συστήματος. Όπως και ο εφεσείων της κύριας δίκης, ο Brack είχε καταβάλει εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως ως μισθωτός.
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση αυτή, « δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα εφαρμογής (του κανονισμού) ενδεχομένως σε άτομα τα οποία ναι μεν δεν έχουν πλέον την ιδιότητα του μισθωτού, εξακολουθούν όμως να είναι υποχρεωτικώς ασφαλισμένα βάσει του ιδίου συστήματος στο οποίο υπάγονταν στο παρελθόν όταν είχαν την ιδιότητα αυτή ».
Αν ο Middleburgh ήταν « εργαζόμενος » υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71, όπως αυτό ίσχυε αρχικά, ήταν παράλληλα « μισθωτός » υπό την έννοια της ίδιας διατάξεως όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1390/81. Πρόκειται για ταυτόσημους όρους.
O Middleburgh προσθέτει ακόμη ότι, αν δεν τύχει εφαρμογής στην περίπτωση του το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, θα συμβεί το εξής παράδοξο: ο ενδιαφερόμενος χάνει το δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων για την περίοδο κατά την οποία είναι ασφαλισμένος κατά του κινδύνου ανεργίας λόγω των εισφορών που κατέβαλε, χωρίς όμως να έχει ανάγκη τις σχετικές παροχές, διότι βρήκε εργασία ως μισθωτός.
Κατά τον Middleburgh, αν γίνει δεκτό ότι δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του το άρθρο 73, παράγραφος 1, τότε η βρετανική νομοθετική ρύθμιση η οποία περιορίζει τη χορήγηση του επιδόματος συντηρουμένων τέκνων στα τέκνα που κατοικούν το Ηνωμένο Βασίλειο είναι αντίθετη προς τα άρθρα 7, 48 και 52 της Συνθήκης. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν την επιβολή όχι μόνο των άμεσων αλλά και των έμμεσων διακρίσεων. Όμως, ο περιορισμός της χορηγήσεως του επιδόματος συντηρουμένων τέκνων στα τέκνα που κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, μολονότι εφαρμόζεται χωρίς διάκριση στους Βρετανούς υπηκόους και στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, επηρεάζει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τους τελευταίους, διότι, κατά γενικό κανόνα, οι Βρετανοί εργαζόμενοι στο Ηνωμένο Βασίλειο ζουν στο κράτος αυτό με την οικογένειά τους.
Φρονεί ότι, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Child Benefit Act αποτελεί νέο εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και απαγορεύεται από το άρθρο 53 της Συνθήκης.
Κατά τον Middleburgh, αν οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν για τους υπηκόους των άλλων κρατών ρλών, ισχύουν επίσης και για τους Βρετανούς υπηκόους, διότι αφορούν, όπως συμβαίνει και στη δική του περίπτωση, την εφαρμογή της Συνθήκης. Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 115/78, Knoors, ECR 1979, σ. 399).
Ενόψει των προεκτεθέντων, ο εφεσείων της κύριας δίκης προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει καταφατικά στα τρία προδικαστικά ερωτήματα.
2.
Κατά τον Chief Adjudication Officer, το άρθρο 73, παράγραφος 1, έχει εφαρμογή μόνο στους μισθωτούς, πράγμα το οποίο εξάλλου έχει δεχθεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1989, C-114/88, Delbar (Συλλογή 1989, σ. 4067). Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης στους μη μισθωτούς εργαζομένους μόνον από 15ης Ιανουαρίου 1986, δυνάμει του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (ΕΕ L 331, σ. 1).
Όμως ο Middleburgh δεν είχε την ιδιότητα του « μισθωτού » κατά την επίμαχη περίοδο. Πράγματι:
α)
δεδομένου ότι κατέβαλε εισφορές 2ας τάξεως, ως μη μισθωτός εργαζόμενος, έπεται ότι ο Middleburgh ήταν μη μισθωτός από πλευράς του ασφαλιστικού ταμείου στο οποίο υπαγόταν
β)
στο πλαίσιο του άρθρου 73, παράγραφος 1, για να διαπιστωθεί αν ένα άτομο έχει την ιδιότητα του μισθωτού, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές διατάξεις του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71, σκοπός των οποίων είναι ο καθορισμός του γενικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού, αλλά τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της κάθε περιπτώσεως·
γ)
από το κεφάλαιο 7, τμήματα 1 και 2, προκύπτει σαφώς ότι βάση για την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 αποτελεί το ζήτημα αν ένα άτομο είναι στην πραγματικότητα εργαζόμενος — είτε μισθωτός είτε μη μισθωτός — ή άνεργος. Το άρθρο 74, το οποίο αφορά τους ανέργους, λαμβάνει ως βάση ορισμένα πραγματικά περιστατικά, και όχι το αν ένα άτομο είναι ασφαλισμένο κατά ορισμένων κινδύνων. Κατά το άρθρο 74 δεν θεωρούνται ως μισθωτοί, υπό την έννοια του άρθρου 73, τα άτομα που εργάζονταν στο παρελθόν ως μισθωτοί αλλά είναι τώρα άνεργοι, έστω και αν λαμβάνουν επίδομα ανεργίας (δηλαδή καλύπτονται έναντι ορισμένων κινδύνων δυνάμει του δημοσίου ασφαλιστικού συστήματος στο οποίο υπάγονται). Συνεπώς, πρέπει λογικά να γίνει δεκτό ότι, κατά το άρθρο 73, δεν θεωρούνται ως μισθωτοί τα άτομα τα οποία ήταν μεν μισθωτοί στο παρελθόν, όμως δεν έχουν πλέον την ιδιότητα αυτή και είναι τώρα μη μισθωτοί και δεν λαμβάνουν επίδομα ανεργίας ( απλώς πληρούν τις απαιτούμενες για τη χορήγηση του προϋποθέσεις σε ορισμένες περιπτώσεις ).
Όσον αφορά τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα οποία επικαλείται ο Middleburgh, ο Chief Adjudication Officer εκθέτει την εξής άποψη.
Η βρετανική νομοθεσία δεν επιβάλλει δυσμενείς διακρίσεις, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα. Αφενός μεν, δεν εισάγει διακρίσεις με βάση την ιθαγένεια, αφετέρου δε, η διαφοροποίηση των επιπτώσεων της νομοθεσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο αποβαίνει προς όφελος των Βρετανών υπηκόων. Πάντως, το άρθρο 48 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του Middleburgh, δεδομένου ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, είχε την ιδιότητα του μη μισθωτού.
Όσον αφορά το άρθρο 52 της Συνθήκης, ο Chief Adjudication Officer παρατηρεί ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται « στις προϋποθέσεις που καθορίζει η νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τα άτομα που έχουν την ιθαγένεια της χώρας αυτής » ( βλ. τις αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1974, 2/74, Reyners, ECR 1975, σ. 631, σκέψη 25, και της 28ης Ιουνίου 1977, 11/77, Patrick, ECR 1977, σ. 1199, σκέψη 9). Δεν πρόκειται όμως σε καμία περίπτωση να ισχύσουν για τον Middleburgh διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνες που ισχύουν για τους άλλους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου. Η προστασία της ακώλυτης άσκησης του δικαιώματος εγκαταστάσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 52, δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να καταβάλλουν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως στα μέλη της οικογενείας ατόμου τα οποία δεν κατοικούν μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο και, επομένως, να του επιφυλάσσει επί του σημείου αυτού ευνοϊκή μεταχείριση, την οποία δεν δικαιούνται οι ημεδαποί.
Υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, εφόσον δεν υφίσταται στον τίτλο III, κεφάλαιο 2, της Συνθήκης καμία διάταξη παρόμοια προς το άρθρο 51 της Συνθήκης, το άρθρο 52 δεν αφορά τις συγκεκριμένες διατάξεις στον τομέα των κοινωνικών ασφαλίσεων.
Τέλος, ο Chief Adjudication Officer διατείνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα άρθρα 48 και 52 έχουν μεν άμεσο αποτέλεσμα, δεν εφαρμόζονται όμως στην προκειμένη υπόθεση.
Ενόψει των προηγουμένων παρατηρήσεων, καλεί το Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
«Άτομα όπως ο εφεσείων, που είναι μη μισθωτός εργαζόμενος, δεν μπορούν να θεωρούνται μισθωτοί όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 73, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, του κανονισμού (EOK) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται παράβαση ούτε του άρθρου 48 ούτε του άρθρου 52.
Παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα. »
3.
Κατά την Επινροπή, το άρθρο 73, παράγραφος 1, δεν είχε εφαρμογή στους μη μισθωτούς κατά την εν λόγω περίοδο. Τούτο προκύπτει, κατά την άποψή της, από την προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1989, Delbar.
Όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 48 και 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, παρατηρεί καταρχάς ότι, δεδομένου ότι ο Middleburgh άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα ως μη μισθωτός κατά την εν λόγω περίοδο, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του.
Στη συνέχεια η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι απαγορεύει την παρεμβολή κάθε εμποδίου στο δικαίωμα εγκαταστάσεως, έστω και αν δεν επιβάλλονται με αυτό παράλληλα δυσμενείς διακρίσεις. Τούτο προκύπτει, κατ' αυτήν, από την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1988, 63/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Συλλογή 1988, σ. 29, σκέψη 14), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το άρθρο αυτό « (... ) δεν αφορά αποκλειστικώς τους ειδικούς κανόνες περί ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων, αλλά και τους κανόνες περί των διαφόρων γενικών ευχερειών που χρησιμεύουν στην άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών », καθώς και από τις αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 79/85, Segers (Συλλογή 1986, σ. 2375, σκέψη 16), της 7ης Ιουλίου 1988, 143/87, Stanton (Συλλογή 1988, σ. 3877, σκέψη 14), και της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-228/88 (Συλλογή 1990, σ. I-531), και C-12/89, Bronzino και Gatto (Συλλογή 1990, σ. Ι-557, σκέψη 12).
Κατά την Επιτροπή, η χορήγηση του επιδόματος συντηρουμένων τέκνων αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως. Αναφερόμενη ειδικότερα στις δύο τελευταίες υποθέσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, παρατηρεί ότι, αν η άρνηση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως να χορηγήσουν τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται σε περίπτωση που τα τέκνα των ενδιαφερομένων καθίστανται άνεργα, με την αιτιολογία ότι δεν είναι διαθέσιμα να αναλάβουν εργασία στο κράτος μέλος που καταβάλλει τις σχετικές παροχές, αποθαρρύνει τους ενδιαφερόμενους να ασκήσουν το δικαίωμά τους περί της ελεύθερης κυκλοφορίας, είναι λογικό ότι η άρνηση των ανωτέρω οργανισμών να χορηγήσουν επίδομα συντηρουμένων τέκνων σε μη μισθωτό εργαζόμενο για τέκνο που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος είναι εξίσου ασυμβίβαστη προς τα δικαιώματα τα οποία έχει το άτομο αυτό δυνάμει του άρθρου 52.
Όσον αφορά το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 52 της Συνθήκης, η Επιτροπή υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου που δέχεται το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου αυτού.
Ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής:
«1)
Όταν
α)
ένα άτομο εργάζεται ως μη μισθωτός και
β)
δικαιούται ( δυνάμει του εθνικού δικαίου ) επιδόματος ανεργίας σε περίπτωση που παύει χωρίς τη θέληση του να εργάζεται με την ιδιότητα του και
γ)
δικαιούται τις ανωτέρω παροχές βάσει εισφορών που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν για λογαριασμό του ενώ είχε την ιδιότητα του μισθωτού, το άτομο αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί μισθωτός όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 73, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
2)
Το άρθρο 52 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι αν υπήκοος ενός κράτους μέλους Α κατοικεί σε κράτος μέλος Β για ορισμένη περίοδο και εργάζεται εκεί ως μισθωτός και αν το άτομο αυτό έχει εκεί τέκνο, το οποίο κατοικεί στο κράτος μέλος Β, η άρνηση του κράτους μέλους Α να καταβάλει οικογενειακές παροχές για το εν λόγω τέκνο, με την αιτιολογία ότι αυτό το τέκνο δεν κατοικούσε στο κράτος μέλος Α την περίοδο κατά την οποία ο υπήκοος του κράτους μέλους Α επέστρεψε στο κράτος μέλος Α και εργάζεται σ' αυτό ως μισθωτός, συνεπάγεται την ευνοϊκότερη μεταχείριση των ατόμων που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους αυτού, κατά παράβαση του άρθρου 52.
3)
Το άρθρο 52 έχει άμεσο αποτέλεσμα στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. »
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 4ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-15/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Court of Appeal in London προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
David Maxwell Middleburgh
και
Chief Adjudication Officer,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1 και 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 ( ΕΕ L 143, σ. 1 ), και των άρθρων 48 και 52 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, T. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias, M. Díez de Velasco, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, R. Joliét, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn, δικαστές·
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο εφεσείων της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον Richard Drabble, QC,
—
ο Chief Adjudication Officer, εκπροσωπούμενος από τον David Pannick, barrister,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμένη από την Karen Banks και τον Nicholas Kahn, μέλη της Νομικής της Υπηρεσίας,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του David Maxwell Middleburgh, του Chief Adjudication Officer, εκπροσωπηθέντος από τους Richard Plender, QC, και David Pannick, barrister, και της Επιτροπής, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Φεβρουαρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Απριλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 25ης Ιουλίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Ιανουαρίου 1990, το Court of Appeal του Λονδίνου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήλης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1 και 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ( ΕΕ L 143, σ. 1 ), και των άρθρων 48 και 52 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του David Maxwell Middleburgh και του Chief Adjudication Officer.
3
O Middleburgh, Βρετανός υπήκοος, εργάστηκε στην Ιρλανδία μεταξύ Ιανουαρίου 1981 και Αυγούστου 1982. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνήψε σχέση με Ιρλανδή υπήκοο, από την οποία γεννήθηκε ένα τέκνο. Τον Οκτώβριο του 1983 επέστρεψε μόνος στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου εργάστηκε σε νοσοκομεία από τις 15 Νοεμβρίου 1983 μέχρι τις 13 Απριλίου 1984. Κατέστη άνεργος από τις 16 μέχρι και τις 29 Απριλίου 1984· στη συνέχεια εργάστηκε ως αυτοτελώς απασχολούμενος από τις 30 Απριλίου μέχρι τις 29 Ιουλίου του ιδίου έτους. Κατέστη εκ νέου άνεργος από τις 30 Ιουλίου μέχρι τις 19 Αυγούστου, κατόπιν δε παρακολούθησε μαθήματα επαγγελματικής επιμορφώσεως από τις 20 Αυγούστου μέχρι τις 25 Νοεμβρίου.
4
Όταν ο Adjudication Officer αρνήθηκε να εγκρίνει την καταβολή επιδόματος συντηρουμένων τέκνων από τις 16 Απριλίου 1984, με την αιτιολογία ότι ο υιός του Middleburgh δεν βρισκόταν εκείνη την περίοδο στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο τελευταίος άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Social Security Appeal Tribunal.'Οταν αυτή η προσφυγή, καθώς και άλλη μεταγενέστερη, που άσκησε ενώπιον των Social Security Commissioners, απορρίφθηκαν όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία ο Middleburgh εργαζόταν ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, καθώς και κατ' εκείνη που παρακολουθούσε μαθήματα επαγγελματικής επιμορφώσεως, ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε ενώπιον του Court of Appeal, που ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Όταν
α)
ένα άτομο έχει την ιδιότητα του μη μισθωτού και
β)
δικαιούται ( δυνάμει του εθνικού δικαίου ) επιδόματος ανεργίας λόγω του ότι έπαυσε χωρίς τη θέληση του να εργάζεται ως μη μισθωτός και
γ)
δικαιούται τέτοιων παροχών βάσει εισφορών που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν για λογαριασμό του ενώ είχε την ιδιότητα του μισθωτού,
πρέπει αυτό το άτομο να θεωρηθεί ως μισθωτός για την εφαρμογή του άρθρου 73, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως;
2)
Εάν υπήκοος του κράτους μέλους Α κατοικεί για ένα χρονικό διάστημα στο κράτος μέλος Β και εκεί α ) εργάζεται ως μισθωτός και β ) συγκατοικεί με υπήκοο του κράτους μέλους Β με την οποία έχει αποκτήσει τέκνο, παραβαίνει το κράτος μέλος Α είτε το άρθρο 48 είτε το άρθρο 52 της Συνθήκης, όταν αρνείται να καταβάλει οικογενειακές παροχές για το τέκνο αυτό με μόνη αιτιολογία την απουσία του τέκνου από το κράτος μέλος Α για χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο υπήκοος αυτός, μετά την επιστροφή του στο κράτος μέλος Α, εργαζόταν ως μη μισθωτός εκεί, ενώ το τέκνο παρέμενε στο κράτος μέλος Β;
3)
Εάν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι καταφατική, έχει το άρθρο 48 ή το άρθρο 52 άμεσα αποτελέσματα ενόψει των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης; »
5
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
6
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1390/81, « ο μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, δικαιούται οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του ».
7
Ο Middleburgh διατείνεται ότι, κατά την περίοδο από 30 Απριλίου μέχρι 29 Ιουλίου 1984, ήταν « μισθωτός » υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 73, παράγραφος 1, δεδομένου ότι καλυπτόταν τότε από υποχρεωτική ασφάλιση κατά του κινδύνου ανεργίας, για την οποία είχε καταβάλει εισφορές ως μισθωτός, οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως της οποίας επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού, σύμφωνα με το άρθρο 1, περίπτωση α, στοιχεία i και ii, του ίδιου κανονισμού. Συναφώς παρατηρεί ότι ο όρος « μισθωτός » του άρθρου 73, παράγραφος 1, είναι ταυτόσημος προς τον όρο « εργαζόμενος » που εχρησιμοποιείτο στο παλαιό κείμενο του κανονισμού και ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο τελευταίος αυτός όρος καλύπτει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και άτομα που δεν έχουν την ιδιότητα του μισθωτού βάσει του εργατικού δικαίου.
8
Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, ο ενδιαφερόμενος κατέβαλλε εισφορές σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την ιδιότητα του μη μισθωτού. Απλώς και μόνο το γεγονός ότι ένα άτομο, ευρισκόμενο σε μια τέτοια κατάσταση, θα εδικαιούτο επιδόματος ανεργίας, σε περίπτωση που έπαυε να εργάζεται, βάσει εισφορών που κατέβαλε σε προηγούμενη περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας ήταν μισθωτός, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι, κατά την περίοδο κατά την οποία εργαζόταν ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, ήταν ασφαλισμένο δυνάμει συστήματος υποχρεωτικής ή προαιρετικής ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων, οι οποίοι αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή στους υποχρεωτικά ασφαλισμένους κατά τέτοιων κινδύνων, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του οποίου επιτρέπουν το χαρακτηρισμό του ως μισθωτού, υπό την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α, στοιχεία i και ii, του κανονισμού 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί.
9
Στη συνέχεια πρέπει να σημειωθεί ότι, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη της κύριας δίκης, στις οποίες οι παροχές για συντηρούμενα τέκνα δεν συνδέονται προς εισφορές τις οποίες κατέβαλε ο ενδιαφερόμενος υπό την ιδιότητα του μισθωτού, δεν είναι δυνατό να θεωρείται ο ενδιαφερόμενος ως μισθωτός υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 1, περίπτωση α, στοιχείο ii, ούτε βάσει του συστήματος δυνάμει του οποίου χορηγούνται οι εν λόγω παροχές.
10
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο μη μισθωτός εργαζόμενος ο οποίος δικαιούται να λάβει παροχές ανεργίας σε περίπτωση ακούσιας διακοπής της εργασίας του βάσει εισφορών που κατέβαλε ως μισθωτός δεν είναι « μισθωτός » υπό την έννοια του άρθρου 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, περίπτωση α, στοιχεία i και ii, του ίδιου κανονισμού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
11
Με το δεύτερο ερώτημα του το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης ΕΟΚ εμποδίζουν την εφαρμογή της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, η οποία περιορίζει τις παροχές για συντηρούμενα τέκνα στα τέκνα εκείνα που κατοικούν στο έδαφος του εν λόγω κράτους, σε υπήκοο του κράτους αυτού σε χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας το άτομο αυτό, αφού εργάστηκε ως μισθωτός σε άλλο κράτος μέλος όπου απέκτησε τέκνο, εργάζεται ως μη μισθωτός στο κράτος μέλος καταγωγής του, στο οποίο επέστρεψε μόνος.
12
Επ' αυτού ο Middleburgh υποστηρίζει ότι η νομοθεσία αυτή συνιστά έμμεση διάκριση έναντι των υπηκόων των άλλων κρατών μελών ή, εν πάση περιπτώσει, αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και την άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως, παρά την απαγόρευση που προβλέπεται στα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις έχουν εφαρμογή και στους υπηκόους του κράτους μέλους που έχει θεσπίσει την ανωτέρω νομοθεσία εφόσον η σχετική περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη αυτή, περιορίζει όμως τις παρατηρήσεις της στην ερμηνεία του άρθρου 52.
13
Συναφώς πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι ένα άτομο το οποίο εργάστηκε ως μη μισθωτός σε κράτος μέλος πριν καταστεί άνεργος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως « μισθωτός » υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης και, επομένως, δεν μπορεί να επικαλείται τη διάταξη αυτή.
14
Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την εν λόγω περίοδο, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε ακόμα λάβει τα αναγκαία μέτρα στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως προς εξασφάλιση της καταβολής των παροχών για τα συντηρούμενα τέκνα των ατόμων που κατοικούσαν στο έδαφος των κρατών μελών. Σχετικά μέτρα, τα οποία ήταν απαραίτητα ιδίως για να είναι βέβαιον ότι οι παροχές αυτές χρησιμοποιούνται πράγματι για τη διατροφή των συντηρούμενων τέκνων και για να αποφεύγεται η σώρευση των εν λόγω παροχών, ελήφθησαν μεταγενέστερα, με τον προαναφερθέντα κανονισμό ( ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71, και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138 ), ο οποίος υπήγαγε τους μη μισθωτούς στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71.
15
Έπεται ότι η νομοθεσία του κράτος μέλους η οποία απέκλειε την καταβολή παροχών για συντηρούμενα τέκνα όσον αφορά τα τέκνα των μη μισθωτών που κατοικούσαν σε άλλο κράτος μέλος δεν ήταν ασυμβίβαστη προς το άρθρο 52 της Συνθήκης εφόσον το Συμβούλιο δεν είχε λάβει ακόμα σχετικά μέτρα.
16
Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν τα επιχειρήματα που προβάλλα ο Middleburgh, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζει την εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους, η οποία περιορίζει τις παροχές για συντηρούμενα τέκνα στα τέκνα που κατοικούν στο έδαφος του κράτους αυτού, σε υπήκοο του εν λόγω κράτους κατά τη διάρκεια περιόδου κατά την οποία το άτομο αυτό, αφού εργάστηκε ως μισθωτός σε άλλο κράτος μέλος όπου απέκτησε τέκνο, εργάζεται στο κράτος μέλος της καταγωγής του, στο οποίο επέστρεψε μόνος, ως μη μισθωτός εργαζόμενος.
Επί του τρίτου ερωτήματος
17
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω δεν υπάρχει λόγος να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Court of Appeal in London με Διάταξη τη 25ης Ιουλίου 1989, αποφαίνεται:
1)
Ο μη μισθωτός εργαζόμενος ο οποίος δικαιούται να λάβει παροχές ανεργίας σε περίπτωση ακούσιας διακοπής της εργασίας του βάσει εισφορών που κατέβαλε ως μισθωτός δεν είναι « μισθωτός » υπό την έννοια του άρθρου 73, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, περίπτωση α, στοιχεία i και ii, του ίδιου κανονισμού.
2)
Το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζει την εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους, η οποία περιορίζει τις παροχές για συντηρούμενα τέκνα στα τέκνα που κατοικούν στο έδαφος του κράτους αυτού, σε υπήκοο του εν λόγω κράτους κατά τη διάρκεια περιόδου κατά την οποία το άτομο αυτό, αφού εργάστηκε ως μισθωτός σε άλλο κράτος μέλος όπου απέκτησε τέκνο, εργάζεται στο κράτος μέλος της καταγωγής του, στο οποίο επέστρεψε μόνος, ως μη μισθωτός εργαζόμενος.
Mancini
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Slynn
Joliét
Schockweiler
Grévisse
Zuleeg
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο προεδρεύων
G. F. Mancini
Πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy