ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-17/90 ( *1 )
Ι — Το ιστορικό της διαφοράς
1.
Η προσφεύγουσα είναι επιχείρηση εγκατεστημένη στη Γερμανία που πραγματοποιεί, βάσει άδειας που της έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τον γερμανικό νόμο περί οδικών μεταφορών εμπορευμάτων (Güterkraftverkehrsgesetz), μεταφορές εμπορευμάτων εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η προσφεύγουσα ήθελε να αναθέσει στην εταιρία Transvenlo, επιχείρηση μεταφορών εγκατεστημένη στις Κάτω Χώρες, την πραγματοποίηση μεταφορών εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις εντός της γερμανικής επικράτειας. Προς τούτο υπέβαλε αίτηση άδειας στον Ομοσπονδιακό Οργανισμό για τις Μεταφορές Εμπορευμάτων σε Μεγάλες Αποστάσεις ( Bundesanstalt für den Güterfernverkehr ). O οργανισμός αυτός αρνήθηκε να χορηγήσει την άδεια αυτή, με το αιτιολογικό ότι το σχέδιο της προσφεύγουσας ήταν παράνομο, επειδή οι μεταφορές εμπορευμάτων εντός της εθνικής επικράτειας επιτρέπεται να πραγματοποιούνται μόνο από επιχειρήσεις εγκατεστημένες στη Γερμανία.
2.
Κατόπιν αυτού η προσφεύγουσα ζήτησε από το Verwaltungsgericht Köln (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ) να αναγνωρίσει το δικαίωμα της να αναθέσει στην Transvenlo την πραγματοποίηση μεταφορών εντός της γερμανικής επικράτειας και να συμφωνήσει, κατά τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως, την καταβολή στον μεταφορέα χαμηλότερης αμοιβής από τα κόμιστρα που καθορίζουν οι γερμανικές αρχές σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο. Η προσφυγή απορρίφθηκε από το Verwaltungsgericht, το δε Oberverwaltungsgericht απέρριψε τη σχετική έφεση.
3.
Το Oberverwaltungsgericht τόνισε ότι, κατά τον επίμαχο νόμο, οι μεταφορές εμπορευμάτων εντός της Γερμανίας δεν επιτρέπεται να πραγματοποιούνται παρά μόνο από επιχειρήσεις που διαθέτουν εγκαταστάσεις εντός της Γερμανίας και έχουν λάβει τη σχετική άδεια στο πλαίσιο του συστήματος των ποσοστώσεων το οποίο καθορίζει η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση.
4.
Κατά της αποφάσεως αυτής η προσφεύγουσα άσκησε αναίρεση. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι περιορισμοί που προβλέπει ο γερμανικός νόμος για τις παροχές υπηρεσιών από επιχειρήσεις μεταφορών που δεν είναι εγκατεστημένες στη Γερμανία, αλλά σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, στα οποία έχουν λάβει άδεια μεταφοράς εμπορευμάτων, έχουν καταστεί ανενεργοί λόγω του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
5.
Κατόπιν αυτού το Bundesverwaltungsgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Ενόψει της συνεχιζόμενης παραλείψεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να διασφαλίσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των διεθνών μεταφορών και να καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα επιτρέπεται στις μεταφορικές επιχειρήσεις να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα κράτη μέλη στα οποία δεν έχουν την έδρα τους, έχουν τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ απευθείας εφαρμογή, υπό την έννοια τουλάχιστον ότι δεν μπορεί να απαγορευθεί σε επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αναθέσει σε ολλανδική επιχείρηση μεταφορών να πραγματοποιεί για λογαριασμό της, με οχήματα με τα οποία επιτρέπεται στην Ολλανδία η μεταφορά εμπορευμάτων, μεταφορές στο εσωτερικό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας βάσει των κομίστρων που ισχύουν γενικώς στη.χώρα αυτή; »
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιανουαρίου 1990.
Γραπτές παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου κατέθεσαν η προφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τους U. Wiemann και Β. Eidering, δικηγόρους Κολωνίας, ο καθού της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον R. Wilke, δικηγόρο Βερολίνου, η Κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενη από τους C. Bastarreche Sagúes και Α. Hierro Hernandez-Mora, του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. Wägenbaur και R. Gosalbo Bono, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης παρατηρεί ότι το προδικαστικό ερώτημα εντάσσεται στο πλαίσιο της κοινής αγοράς των μεταφορών, η οποία εξακολουθεί να μην έχει πραγματοποιηθεί και της οποίας η καθιέρωση προβλέπεται από την Επιτροπή στο πλαίσιο της προτάσεως κανονισμού που υπέβαλε για την οριστική ρύθμιση της οργανώσεως της αγοράς των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων (ΕΕ 1990, C 87, σ. 4)..
Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 1985, στην υπόθεση 13/83, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1513), και τονίζει ότι η εύλογη προθεσμία για την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής έχει λήξει προ πολλού. Η Επιτροπή υπέβαλε στις 25 Νοεμβρίου 1985 πρόταση κανονισμού για την καθιέρωση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες θα επιτρέπεται η πραγματοποίηση οδικών μεταφορών εμπορευμάτων σε ένα κράτος μέλος από μεταφορικές επιχειρήσεις που δεν είναι εγκατεστημένες στο κράτος αυτό. Κατ' αυτό το σχέδιο κανονισμού, η αρχή της ελεύθερης πραγματοποιήσεως μεταφορών μεταξύ δύο σημείων της ίδιας επικράτειας ( καμποτάζ ) έπρεπε να αρχίσει να ισχύει την 1η Ιουλίου 1986.
Κατά την προσφεύγουσα, το Συμβούλιο, αντί να εκτελέσει την απόφαση του Δικαστηρίου, έκανε ακριβώς το αντίθετο. Στις 14 Νοεμβρίου 1985 το Συμβούλιο ενέκρινε τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές για την καθιέρωση το αργότερο μέχρι το 1992 μιας ελεύθερης αγοράς μεταφορών χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς. 'Ετσι το Συμβούλιο μετέθεσε για το 1992 την καθιέρωση της αρχής της ελευθερίας του καμποτάζ στον τομέα των μεταφορών. Το Συμβούλιο κατέστησε έτσι σαφές ότι δεν είχε την πρόθεση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 176 της Συνθήκης.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα άρθρα 59 και 76 της Συνθήκης επιβάλλουν υποχρεώσεις που είναι σαφείς και απαλλαγμένες αιρέσεων και ότι, για να καταστούν ενεργές, δεν χρειάζεται κανένα εκτελεστικό μέτρο των κοινοτικών οργάνων ή των κρατών μελών. Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, της Συνθήκης επιβάλλει στο Συμβούλιο την υποχρέωση να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους θα επιτρέπεται η πραγματοποίηση εθνικών μεταφορών σε ορισμένο κράτος μέλος από μεταφορείς που δεν είναι εγκατεστημένοι στο κράτος αυτό. Εντούτοις, κατόπιν της παρελεύσεως της προθεσμίας εκτελέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, η εκτελεστική εξουσία του Συμβουλίου έχει εξαφανιστεί και συνεπώς οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η πραγματοποίηση μεταφορών σε ένα κράτος μέλος από μεταφορείς μη εγκατεστημένους σ' αυτό απορρέουν πλέον άμεσα από το άρθρο' 59 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, όλες οι επιχειρήσεις, άρα και οι επιχειρήσεις που δεν έχουν τη σχετική άδεια στη χώρα στην οποία θα πραγματοποιηθεί η μεταφορά, είναι ελεύθερες να παρέχουν υπηρεσίες μεταφορών σύμφωνα με το δίκαιο και τις προϋποθέσεις του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένες.
Το συμπέρασμα της προσφεύγουσας είναι ότι η εφαρμογή της αρχής αυτής σημαίνει ότι η Transvenlo μπορεί να παρέχει υπηρεσίες μεταφορών στη Γερμανία υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών στο κράτος της έδρας της. Ελλείψει διαφορετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, στο κράτος αποδοχής των υπηρεσιών (στη Γερμανία) ισχύει η νομοθεσία που διέπει τις παροχές υπηρεσιών στο κράτος της έδρας (στις Κάτω Χώρες). Η προσφεύγουσα υποστηρίζει συνεπώς την άποψη ότι:
1)
το άρθρο 59 έχει πλέον απευθείας εφαρμογή, τουλάχιστον στο πλαίσιο του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, και επομένως οι αντίθετες διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας περί μεταφορών δεν μπορούν να εφαρμόζονται στις υπηρεσίες που παρέχουν μεταφορικές επιχειρήσεις εδρεύουσες σε άλλο κράτος μέλος·
2)
στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται πλήρως οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία του Δικαστηρίου Cassis de Dijon.
2.
Ο καθού της κύριας δίκης υπενθυμίζει τις ενέργειες στις οποίες έχει προβεί το Συμβούλιο από το 1985 σύμφωνα με το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, της Συνθήκης. Ο καθού υποστηρίζει ότι με τη θέσπιση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4059/89, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές εμπορευματικές μεταφορές σ' ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ' αυτό, το Συμβούλιο έχει εκπληρώσει πλέον την υποχρέωση που υπέχει από την ανωτέρω διάταξη. Κατά τον καθού, ο κανονισμός 4059/89 καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται στους μεταφορείς που εκτελούν οδικές εμπορευματικές μεταφορές για λογαριασμό τρίτου και είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος της Κοινότητας να εκτελούν προσωρινά εθνικές οδικές εμπορευματικές μεταφορές για λογαριασμό τρίτου, δηλαδή στο πλαίσιο κοινοτικής ποσοστώσεως καμποτάζ.
Ο καθού διευκρινίζει ότι, δυνάμει του κανονισμού αυτού, οι άδειες καμποτάζ που χορηγεί το κράτος μέλος εγκαταστάσεως παρέχουν στον δικαιούχο ελεύθερη πρόσβαση στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και του δίνουν τη δυνατότητα να εκτελεί οποιαδήποτε οδική εμπορευματική μεταφορά για λογαριασμό τρίτου. Ο καθού προσθέτει ότι ο κανονισμός καθορίζει τις προϋποθέσεις εκδόσεως και χρησιμοποιήσεως των αδειών αυτών, καθώς και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση διαταραχών της αγοράς. Ο κανονισμός προβλέπει επίσης ότι τα κράτη μέλη αλληλοβοηθούνται κατά την εφαρμογή του κανονισμού και καθορίζει τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση τελέσεως σοβαρών ή επανειλημμένων παραβάσεων από μεταφορέα μη εγκατεστημένο στο οικείο κράτος.
Ο καθού φρονεί ότι, αν ως αφετηρία ληφθεί η απόφαση του Δικαστηρίου, ο κανονισμός 4059/89 εκδόθηκε εντός εύλογης προθεσμίας, όπως απαιτούσε το Δικαστήριο. Κατά τον καθού, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι διατάξεις σχετικά με το καμποτάζ αποτελούν ένα περίπλοκο σύστημα θεμελιώδους σημασίας, για το οποίο έπρεπε να εξεταστούν διάφορα στοιχεία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του στο μέλλον. Δεν επιτρέπεται επίσης να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι, όταν διαπιστώθηκε η παράλειψη του Συμβουλίου, δεν υπήρχε κανένα βασικό στοιχείο για την εφαρμογή του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, της Συνθήκης.
Ο καθού ισχυρίζεται ότι, αφού το Συμβούλιο έχει πλέον εκπληρώσει την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, της Συνθήκης, δεν τίθεται πλέον το ζήτημα της άμεσης εφαρμογής των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης. Η προϋπόθεση εκτελέσεως εθνικών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός κράτους μέλους από μεταφορείς που δεν είναι εγκατεστημένοι στο κράτος αυτό υπόκειται πλέον στις προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός 4059/89.
Ο καθού υποστηρίζει συνεπώς ότι η μόνη δυνατή απάντηση στο υποβαλλόμενο ερώτημα είναι ότι δεν τίθεται κανένα θέμα άμεσης εφαρμογής των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης, ούτε καν και για το περιορισμένο ζήτημα της εγκαταστάσεως, στο οποίο αναφέρεται το Bundesverwaltungsgericht.
3
H ισπανική Άψερρησηνεωρει οτι το προοι-καστικό ερώτημα έχει καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 4059/89, τον οποίο εξέδωσε το Συμβούλιο βάσει της εξουσιοδοτήσεως που του παρέχει το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, της Συνθήκης. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, αν και ο κανονισμός 4059/89 έχει περιορισμένη διαχρονική ισχύ, δηλαδή ισχύει από την 1η Ιουλίου 1990 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992, αφού στη συνέχεια θα ισχύει το οριστικό καθεστώς καμποτάζ, η ελευθερία παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών έχει πλέον καθιερωθεί σε κοινοτικό επίπεδο.
Αν το Δικαστήριο αποφασίσει να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η παράλειψη του Συμβουλίου, την οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Μαΐου 1985, και η συνακόλουθη έλλειψη διατάξεων εκτελεστικών του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, της Συνθήκης μπορούν να έχουν ως συνέπεια ότι τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης καθιερώνουν άμεσα την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των οδικών μεταφορών, η Ισπανική Κυβέρνηση προτείνει αρνητική απάντηση. Κατά την Κυβέρνηση αυτή, το γεγονός ότι το Συμβούλιο παρέλειψε στο παρελθόν να εφαρμόσει το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, της Συνθήκης, μολονότι αποτελεί επαρκή αιτιολογία για την εκ μέρους του Δικαστηρίου διαπίστωση της παραλείψεως του Συμβουλίου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή, εντούτοις δεν έχει ως αποτέλεσμα να εφαρμόζονται ορισμένοι κανόνες στον τομέα των μεταφορών, με σκοπό τη ρύθμιση της παροχής υπηρεσιών στον τομέα αυτό, μολονότι η Συνθήκη απαγορεύει ρητά την εφαρμογή τους στον εν λόγω τομέα.
Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, από το άρθρο 61, παράγραφος 1, και από τα άρθρα 74 και 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, της Συνθήκης προκύπτει ότι οι συντάκτες της Συνθήκης δεν έκριναν σκόπιμο να εφαρμόζεται η αρχή της
ελεύθερης παροχής υπηρεσιών χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες του εν λόγω τομέα. Αντίθετα, η Κοινότητα επέλεξε τη σταδιακή εφαρμογή της ελευθερίας αυτής, με την καθιέρωση μιας κοινής πολιτικής μεταφορών από το Συμβούλιο, ειδικότερα όσον αφορά τη θέσπιση ορισμένων κανόνων για τις προϋποθέσεις εκτελέσεως εθνικών μεταφορών από μεταφορείς μη εγκατεστημένους στο οικείο κράτος. Κατά συνέπεια, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών εξαρτάται από τα μέτρα που θα λάβει το Συμβούλιο στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών.
Κατά συνέπεια, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει αναγκαία την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, παρά την έναρξη ισχύος την 1η Ιουλίου 1990 του κανονισμού 4059/89, η Ισπανική Κυβέρνηση του προτείνει να απαντήσει ως εξής:
« Τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης δεν έχουν απευθείας εφαρμογή στον τομέα των οδικών μεταφορών και επομένως μέχρι την 1η Ιουλίου 1990, ημέρα ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 4059/89 του Συμβουλίου, επιτρέπεται να απαγορευθεί σε επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αναθέσει σε Ολλανδό μεταφορέα να εκτελεί για λογαριασμό της, χρησιμοποιώντας οχήματα με τα οποία επιτρέπεται η μεταφορά εμπορευμάτων στην Ολλανδία, οδικές μεταφορές εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις εντός της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. »
4.
Η Επιτροπή εκθέτει ότι το προδικαστικό ερώτημα θίγει τρία σημεία: πρώτον, το περιεχόμενο ^ της υποχρεώσεως νου Συμβουλίυ να καθιερώσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών δεύτερον, τα αποτελέσματα της εκ μέρους του Δικαστηρίου αναγνωρίσεως της παραλείψεως του Συμβουλίου στον τομέα αυτό και, τρίτον, τα αποτελέσματα της εφαρμογής των διατάξεων περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών επί των εθνικών συστημάτων κομίστρων, τα οποία ισχύουν για τις μεταφορές που εκτελούνται εντός της επικράτειας ενός κράτους μέλους.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής μεταφορικών υπηρεσιών πρέπει να πραγματοποιηθεί με την καθιέρωση της κοινής πολιτικής μεταφορών, με την οποία θα καθοριστούν, μεταξύ άλλων, κοινοί κανόνες για τις διεθνείς μεταφορές και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα επιτρέπεται η εκτέλεση μεταφορών εντός ενός κράτους μέλους από μεταφορείς μη εγκατεστημένους στο κράτος αυτό. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης απαιτούν την κατάργηση όλων των διακρίσεων που υφίσταται ο παρέχων τις υπηρεσίες λόγω της ιθαγένειας του ή λόγω του ότι είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και όχι σε αυτό εντός του οποίου παρέχει τις υπηρεσίες του. Κατά την άποψη της Επιτροπής πάντως, δεν τίθεται πλέον ζήτημα άμεσης εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον το Συμβούλιο εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που συνεπαγόταν η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 1985 εντός εύλογης προθεσμίας.
Η Επιτροπή εκθέτει ότι, όσον αφορά τις διεθνείς μεταφορές, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 21 Ιουνίου 1988 τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1841/88, για την τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3164/76 σχετικά με την κοινοτική ποσόστωση για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών. Ο κανονισμός αυτός περιέχει ορισμένες διατάξεις θεμελιώδους σημασίας για την καθιέρωση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα αυτό.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι με την έκδοση του κανονισμού 1841/88 το Συμβούλιο αποφάσισε τη δημιουργία, από ορισμένο χρονικό σημείο, μιας αγοράς, εντός της οποίας οι υπηρεσίες διεθνών μεταφορών θα μπορούν να παρέχονται ελεύθερα κατά την έννοια των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης. Έτσι, το Συμβούλιο εκπλήρωσε την υποχρέωση που του επιβάλλει το άρθρο 176 της Συνθήκης να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 1985. Στο μέλλον δηλαδή, η πρόσβαση στην αγορά θα διέπεται από ένα σύστημα αδειών που θα χορηγούνται βάσει ποιοτικών κριτηρίων. Ο μεταφορέας συνεπώς θα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της άδειας ασκήσεως μεταφορικών δραστηριοτήτων, να επιδεικνύει ορθή επαγγελματική συμπεριφορά και να αποδεικνύει ορισμένο επίπεδο επαγγελματικής πείρας. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η καθιέρωση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις διεθνείς μεταφορές δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται η επιβολή περιορισμών στο πλαίσιο των μέτρων εφαρμογής, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί δικαιολογούνται από λόγους αναγόμενους στην κοινοτική πολιτική στον τομέα αυτό και δεν οδηγούν σε διακρίσεις.
Όσον αφορά τις υπηρεσίες καμποτάζ, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι στις 21 Δεκεμβρίου 1989 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 4059/89, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές εμπορευματικές μεταφορές σ' ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ' αυτό. Ο κανονισμός αυτός προβλέπει ότι από την 1η Ιουλίου 1990 κάθε μεταφορέας που εκτελεί οδικές εμπορευματικές μεταφορές για λογαριασμό τρίτου και είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, στο οποίο έχει δικαίωμα να εκτελεί διεθνείς οδικές εμπορευματικές μεταφορές, έχει δικαίωμα, υπό τους όρους που καθορίζονται από τον κανονισμό αυτό, να εκτελεί προσωρινά εθνικές οδικές εμπορευματικές μεταφορές για λογαριασμό τρίτου σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να διαθέτει εκεί έδρα ή άλλη εγκατάσταση.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι το καθεστώς καμποτάζ που προβλέπει ο κανονισμός αυτός αποτελεί πάντως μεταβατικό σύστημα, καθόσον θα εφαρμόζεται μόνο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992. Ο κανονισμός ορίζει ότι το καμποτάζ θα εκτελείται στο πλαίσιο κοινοτικής ποσοστώσεως, την οποία θα αυξάνει ετησίως η Επιτροπή σε συνάρτηση με τη μέση εξέλιξη των εσωτερικών οδικών μεταφορών των κρατών μελών, βάσει των διαθέσιμων κοινοτικών στατιστικών. Ο κανονισμός προβλέπει επίσης ότι η εκτέλεση των μεταφορών καμποτάζ υπόκειται, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής της κοινοτικής ρυθμίσεως, στις διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής, όσον αφορά τις τιμές και τους όρους που διέπουν τη σύμβαση μεταφοράς, το βάρος και τις διαστάσεις των οχημάτων, τις προϋποθέσεις σχετικά με τη μεταφορά ορισμένων κατηγοριών εμπορευμάτων, τον χρόνο οδηγήσεως και αναπαύσεως, καθώς και τον ΦΠΑ επί των υπηρεσιών μεταφορών.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο έθεσε έτσι τέρμα στην παράλειψη του και εκπλήρωσε την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 176 της Συνθήκης να λάβει εντός εύλογης προθεσμίας τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 1985. Η ημερομηνία για την οποία προβλέπεται η καθιέρωση του οριστικού καθεστώτος για τις μεταφορές καμποτάζ συμπίπτει εξάλλου με την ημερομηνία που προβλέπεται για τις διεθνείς μεταφορές. Η Επιτροπή τονίζει ότι το οριστικό καθεστώς καμποτάζ θα συνίσταται αναγκαστικά σε ένα σύστημα εντός του οποίου οι υπηρεσίες μεταφορών καμποτάζ θα μπορούν να παρέχονται ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς εντός της κοινής αγοράς, δηλαδή χωρίς κοινοτικές ποσοστώσεις. Επιπλέον, το καθεστώς του πλήρως ελεύθερου καμποτάζ δεν θα είναι οριστικό,παρά μόνο εφόσον εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις που να οφείλονται στην εγκατάσταση του παρέχοντος τις υπηρεσίες σε άλλη χώρα από τη χώρα του αποδέκτη των υπηρεσιών.
Όσον αφορά το ζήτημα αν η καθιέρωση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών καμποτάζ συμβιβάζεται με την ύπαρξη εθνικών περιορισμών στη χώρα υποδοχής ως προς τα κόμιστρα, η Επιτροπή τονίζει ότι οι δυσχέρειες που ανέκυψαν στους κόλπους του Συμβουλίου και έπαιξαν σημαντικό ρόλο'για τη μη υλοποίηση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών μεταφορών οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στη διαφορά απόψεων μεταξύ των κρατών μελών που ήσαν διατεθειμένα να δεχθούν την ύπαρξη ελεύθερης αγοράς στις οδικές μεταφορές χωρίς εναρμόνιση των όρων ανταγωνισμού και των κρατών μελών που υποστήριζαν ότι η καθιέρωση μιας τέτοιας αγοράς έπρεπε να συνοδεύεται από ορισμένη εναρμόνιση των όρων εκτελέσεως των μεταφορών, τόσο των οικονομικών όρων όσο και των παρεμβάσεων των κρατών μελών στον κοινωνικό τομέα.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η καθιέρωση της ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά μεταφορών χωρίς διακρίσεις οφειλόμενες στην εγκατάσταση του παρέχοντος τις υπηρεσίες σε άλλη χώρα από τη χώρα του αποδέκτη των υπηρεσιών δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη την ύπαρξη ελεύθερης αγοράς ως προς τα κόμιστρα. Η αγορά εντός της οποίας έχουν ελευθερωθεί οι υπηρεσίες καμποτάζ, δηλαδή η αγορά που δεν επιβάλλει περιορισμούς στην κυκλοφορία των υπηρεσιών αυτών εντός της κοινής αγοράς, δεν είναι κατ' ανάγκη συνώνυμη με την ελεύθερη αγορά. Η ύπαρξη περιορισμών ή όρων σχετικά με τα κόμιστρα επιτρέπεται για λόγους αναγόμενους στην κοινοτική πολιτική στον εν λόγω τομέα. Ελλείψει κοινής πολιτικής, επιτρέπεται η ύπαρξη εθνικών περιορισμών για λόγους αναγόμενους στην εσωτερική κατάσταση κάθε κράτους μέλους, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί δεν οδηγούν σε διακρίσεις και η εθνική νομοθεσία συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, και ειδικότερα με τους κανόνες ανταγωνισμού.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η έλλειψη κοινής πολιτικής δεν εμποδίζει την καθιέρωση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών. Κατά την άποψη της, το Συμβούλιο, όταν καθιερώνει την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών μεταφορών, έχει διακριτική εξουσία για τη λήψη των αναγκαίων συνοδευτικών μέτρων και για να καθορίζει τον βαθμό εναρμονίσεως των σχετικών εθνικών διατάξεων. Η έλλειψη κοινής πολιτικής μεταφορών σχετικά με τα μέτρα αυτά δεν αποτελεί καθαυτή παράλειψη, καθόσον εναπόκειται στο Συμβούλιο να προσδιορίζει τους στόχους και τα μέσα της πολιτικής αυτής.
Κατά την Επιτροπή, ενόσω δεν υφίσταται κοινή πολιτική σε σχέση με τα κόμιστρα για τις μεταφορές στο εσωτερικό των κρατών μελών, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να λαμβάνουν τα κατά την κρίση τους αναγκαία μέτρα, εφόσον τα μέτρα αυτά συμβιβάζονται με τις διατάξεις της Συνθήκης και τους κανόνες ανταγωνισμού που προβλέπει η Συνθήκη. Τα εθνικά συστήματα κομίστρων για τις εθνικές μεταφορές επιτρέπεται να εφαρμόζονται σε όλες τις μεταφορές που.πραγματοποιούνται στο εσωτερικό του οικείου κράτους μέλους, περιλαμβανομένων και των μεταφορών καμποτάζ, υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργούνται διακρίσεις ανάλογα με την κατοικία ή την έδρα του μεταφορέα.
Καταλήγοντας η Επιτροπή προτείνει την εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
« 1)
Με την έκδοση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1841/88, της 21ης Ιουνίου 1988, για τις υπηρεσίες διεθνών μεταφορών, και του κανονισμού (ΕΟΚ) 4059/89, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τις μεταφορές καμποτάζ, το Συμβούλιο θέσπισε εντός εύλογης προθεσμίας τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 13/83, όσον αφορά την καθιέρωση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών. Δεδομένου ότι έπαυσε να υφίσταται η παράλειψη του Συμβουλίου, δεν τίθεται πλέον το ζήτημα της απευθείας εφαρμογής των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης ως προς τις μεταφορές.
2)
Η καθιέρωση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών σημαίνει ότι οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να απαλλαγούν από κάθε περιορισμό της κυκλοφορίας τους εντός της κοινής αγοράς και ότι πρέπει να καταργηθεί κάθε διάκριση που υφίσταται ο παρέχων τις υπηρεσίες λόγω της ιθαγένειας του ή λόγω της εγκαταστάσεως του σε άλλο κράτος μέλος από αυτό στο οποίο πρέπει να παρασχεθούν οι υπηρεσίες.
3)
Η καθιέρωση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών συμβιβάζεται με την ύπαρξη κοινοτικών περιορισμών που ανάγονται στην κοινή πολιτική των μεταφορών. Ενόσω δεν υφίσταται κοινή πολιτική, συμβιβάζονται με την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών μεταφορών όσοι εθνικοί περιορισμοί δεν αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία, υπό την προϋπόθεση ότι οι εθνικοί αυτοί περιορισμοί συμβιβάζονται με τις διατάξεις της Συνθήκης, και ειδικότερα με τις διατάξεις της Συνθήκης περί ανταγωνισμού. »
Μ. Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 7ης Νοεμβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-17/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesverwaltungsgericht προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Pinaud Wieger GmbH Spedition
και
Bundesanstalt für den Güterfernverkehr,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, F. Α. Schockweiler, F. Gré-visse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Pinaud Wieger Spedition, εκπροσωπούμενη από τους U. Wiemann και Β. Eidering, δικηγόρους Κολωνίας,
—
ο Bundesanstalt für den Güterfernverkehr, εκπροσωπούμενος από τον R. Wilke, δικηγόρο Βερολίνου,
—
η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους C. Bastarreche Sagúes και Α. Hierro Hernández-Mora, του Υπουργείου Εξωτερικών,
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον R. Wägenbaur, νομικό σύμβουλο, και τον R. Gosalbo Bono, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν προφορικά κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 1991 η Pinaud Wieger GmbH Spedition, εκπροσωπούμενη από τον Gert Mejer, δικηγόρο Κολωνίας, ο Bundesanstalt für den Güterfernverkehr, εκπροσωπούμενος από τον Hans-Jörn Niemeyer, δικηγόρο Στουτγάρδης, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Ιανουαρίου 1990, το Bundesverwaltungsgericht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον τομέα των οδικών μεταφορών.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως οδικών μεταφορών Pinaud Wieger, προσφεύγουσας της κύριας δίκης, και του Bundesanstalt für den Güterfernverkehr (Ομοσπονδιακού Οργανισμού για τις Μεταφορές Εμπορευμάτων σε Μεγάλες Αποστάσεις ), καθού της κύριας δίκης.
3
Η επιχείρηση Pinaud Wieger ήθελε να αναθέσει στην εταιρία Transvenlo, επιχείρηση μεταφορών εγκατεστημένη στις Κάτω Χώρες, την πραγματοποίηση μεταφορών εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις εντός της γερμανικής επικράτειας. Προς τούτο υπέβαλε αίτηση άδειας στον ανωτέρω οργανισμό. Ο οργανισμός αυτός αρνήθηκε να χορηγήσει την άδεια αυτή, με το αιτιολογικό ότι οι μεταφορές εμπορευμάτων εντός της εθνικής επικράτειας επιτρέπεται να εκτελούνται μόνο από επιχειρήσεις εγκατεστημένες στη Γερμανία.
4
Κατόπιν αυτού η Pinaud Wieger προσέφυγε στη δικαιοσύνη και ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της να αναθέσει στην εταιρία Transvenlo την εκτέλεση μεταφορών εντός της γερμανικής επικράτειας και να συμφωνήσει, κατά τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως, την καταβολή στον μεταφορέα χαμηλότερης αμοιβής από τα κόμιστρα που καθορίζουν οι γερμανικές αρχές σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο. Προς στήριξη της προσφυγής της η Pinaud Wieger ισχυρίστηκε ότι οι περιορισμοί που προβλέπει ο εθνικός νόμος για τις υπηρεσίες που παρέχονται από επιχειρήσεις μεταφορών εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, στα οποία έχουν λάβει άδεια εκτελέσεως μεταφορών εμπορευμάτων, έχουν καταστεί ανενεργοί λόγω του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 59 της Συνθήκης.
5
Το Bundesverwaltungsgericht, ενώπιον του οποίου έφθασε η διαφορά σε τελευταίο βαθμό, υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Ενόψει της συνεχιζόμενης παραλείψεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να διασφαλίσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των διεθνών μεταφορών και να καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα επιτρέπεται στις μεταφορικές επιχειρήσεις να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα κράτη μέλη στα οποία δεν έχουν την έδρα τους, έχουν τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ απευθείας εφαρμογή, υπό την έννοια τουλάχιστον ότι δεν μπορεί να απαγορευθεί σε επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αναθέσει σε ολλανδική επιχείρηση μεταφορών να πραγματοποιεί για λογαριασμό της, με οχήματα με τα οποία επιτρέπεται στην Ολλανδία η μεταφορά εμπορευμάτων, μεταφορές στο εσωτερικό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας βάσει των κομίστρων που ισχύουν γενικώς στη χώρα αυτή; »
6
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς οι διατάξεις που εφαρμόζονται εν προκειμένω, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Πρώτον, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 61, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές. Οπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Μαΐου 1985 στην υπόθεση 13/83, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1513, σκέψη 62), η εφαρμογή των αρχών της ελευθερίας των παροχών υπηρεσιών, όπως θεσπίζονται ιδίως από τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης, πρέπει να πραγματοποιηθεί, κατά τη Συνθήκη, με την εφαρμογή της κοινής πολιτικής μεταφορών.
8
Δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι, αν και στο σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής αναφέρονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλει στο Συμβούλιο το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α και β, της Συνθήκης, και συγκεκριμένα η υποχρέωση θεσπίσεως κοινών κανόνων για τις διεθνείς μεταφορές που εκτελούνται από ή προς το έδαφος ενός κράτους μέλους ή που διέρχονται από το έδαφος ενός ή περισσότερων κρατών μελών και η υποχρέωση καθορισμού των όρων υπό τους οποίους επιτρέπεται η εκτέλεση μεταφορών μεταξύ δύο σημείων του ίδιου κράτους μέλους από μεταφορείς που δεν είναι εγκατεστημένοι στο κράτος αυτό, το νομικό πρόβλημα επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί το αιτούν δικαστήριο στην ενώπιον του εκκρεμή διαφορά είναι αν επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών μεταφορών εντός της εθνικής αγοράς κράτους μέλους από μεταφορέα που δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος αυτό και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιες είναι οι σχετικές προϋποθέσεις.
9
Επιβάλλεται επίσης η διευκρίνιση ότι το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποία ο μη εγκατεστημένος μεταφορέας τηρεί τα κόμιστρα που ισχύουν στο κράτος υποδοχής.
10
Όσον αφορά καταρχάς τη « συνεχιζόμενη παράλειψη » του Συμβουλίου, στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Μαΐου 1985, αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, ότι το Συμβούλιο παρέλειψε, κατά παράβαση της Συνθήκης, να καθορίσει, στο πλαίσιο της ελευθερώσεως της παροχής υπηρεσιών στον τομέα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, και παράγραφος 2, της Συνθήκης, τους όρους υπό τους οποίους θα επιτρέπεται η εκτέλεση εθνικών μεταφορών σε ένα κράτος μέλος από μεταφορείς μη εγκατεστημένους στο κράτος αυτό. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο διέθετε εύλογη προθεσμία για τη λήψη των μέτρων που συνεπαγόταν η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
11
Λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα του τομέα του οδικού καμποτάζ, υφίστανται ακόμη σημαντικές δυσχέρειες για την επίτευξη της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών στον τομέα αυτό. Συστηματική προσπάθεια επιτεύξεως του σκοπού αυτού δεν μπορεί να αναληφθεί παρά μόνο στο πλαίσιο μιας κοινής πολιτικής μεταφορών που θα λαμβάνει υπόψη τα προβλήματα οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής φύσεως και θα εξασφαλίζει ίσους όρους ανταγωνισμού.
12
Υπό τις συνθήκες αυτές το Συμβούλιο είχε την εξουσία να προβεί σε σταδιακή ελευθέρωση των δραστηριοτήτων οδικού καμποτάζ. Μετά την υποβολή της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 21 Δεκεμβρίου 1989 τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 4059/89, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές εμπορευματικές μεταφορές σ' ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ' αυτό ( ΕΕ L 390, σ. 3 ). Ο κανονισμός αυτός άρχισε να ισχύσει την 1η Ιουλίου 1990.
13
Επιπλέον, κατά το άρθρο 9 του ανωτέρω κανονισμού, το Συμβούλιο έχει δεσμευθεί να εκδώσει κανονισμό για τον καθορισμό του οριστικού καθεστώτος του οδικού καμποτάζ μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993.
14
Υπό τις συνθήκες αυτές και δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί, όπως διευκρινίζει με τη Διάταξη περί παραπομπής, βάσει του δικαίου που θα ισχύει κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης το γεγονός ότι απαγορεύεται στις επιχειρήσεις τις εγκατεστημένες σ' ένα κράτος μέλος να αναθέτουν σε μεταφορέα άλλου κράτους μέλους να παρέχει για λογαριασμό τους υπηρεσίες εθνικών μεταφορών βάσει των κομίστρων που ισχύουν εν γένει στο πρώτο κράτος και με οχήματα με τα οποία επιτρέπεται στο δεύτερο κράτος η μεταφορά εμπορευμάτων.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 1989 το Bundesverwaltungsgericht, αποφαίνεται :
Κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης το γεγονός ότι απαγορεύεται στις επιχειρήσεις τις εγκατεστημένες σ' ένα κράτος μέλος να αναθέτουν σε μεταφορέα άλλου κράτους μέλους να παρέχει για λογαριασμό τους υπηρεσίες εθνικών μεταφορών βάσει των κομίστρων που ισχύουν εν γένει στο πρώτο κράτος και με οχήματα με τα οποία επιτρέπεται στο δεύτερο κράτος η μεταφορά εμπορευμάτων.
Due
Slynn
Schockweiler
Grévisse
Kapteyn
Mancini
Κακούρης
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Νοεμβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy