ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-19/90 και C-20/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο
α) Η δεύτερη οδηγία στον τομέα του δικαίου των εταιριών
1.
Το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ, της Συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή συντονίζουν, κατά το αναγκαίο μέτρο και με σκοπό να τις καταστήσουν ισοδύναμες, τις απαιτούμενες από τα κράτη μέλη εγγυήσεις εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της ίδιας Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 13 Δεκεμβρίου 1976 τη δεύτερη οδηγία (77/91/ΕΟΚ) που αφορά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας, καθώς και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (στο εξής: δεύτερη οδηγία, ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230). Τα άρθρα 25 έως 29 της οδηγίας περιέχουν διατάξεις σχετικά με την αύξηση του κεφαλαίου.
2.
Το άρθρο 25 ορίζει ότι:
«1.
Κάθε αύξηση του κεφαλαίου πρέπει να αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση. Η απόφαση αυτή, καθώς και η πραγματοποίηση της αυξήσεως του αναληφθέντος κεφαλαίου, δημοσιεύονται σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους τρόπους, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ.
2.
Πάντως, το καταστατικό, η ιδρυτική πράξη ή η γενική συνέλευση, της οποίας η απόφαση πρέπει να δημοσιευθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορούν να επιτρέπουν την αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου, λαμβάνοντας πρόνοια ώστε το ανώτατο ποσό να μην είναι μεγαλύτερο από το ποσό που τυχόν προβλέπει ο νόμος. Το εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό όργανο της εταιρίας αποφασίζει κατά περίπτωση να αυξήσει το καλυφθέν κεφάλαιο στα όρια του ποσού που ορίστηκε. Η εξουσία αυτή του οργάνου έχει ανώτατη διάρκεια πέντε χρόνων και μπορεί να ανανεωθεί μία ή περισσότερες φορές από τη γενική συνέλευση για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια για κάθε ανανέωση.
3.
Όταν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετόχων, η απόφαση της γενικής συνελεύσεως για αύξηση του κεφαλαίου, που προβλέπεται στην παράγραφο 1, ή την έγκριση αυξήσεως του κεφαλαίου, που αναφέρεται στην παράγραφο 2, υποβάλλεται σε χωριστή ψηφοφορία τουλάχιστον για κάθε κατηγορία μετόχων, τα δικαιώματα των οποίων επηρεάζει η ενέργεια αυτή.
4.
Το άρθρο αυτό ισχύει για την έκδοση όλων των τίτλων που είναι μετατρέψιμοι σε μετοχές ή συνοδεύονται από το δικαίωμα αναλήψεως μετοχών, όχι όμως για τη μετατροπή των τίτλων και την άσκηση του δικαιώματος αναλήψεως. »
3.
Το άρθρο 29, παράγραφος 1, ορίζει ότι, κατά την αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε μετρητά, οι μετοχές πρέπει να προσφερθούν κατά προτίμηση στους μετόχους ανάλογα με το τμήμα του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν οι μετοχές τους. Κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, αυτό το δικαίωμα προτιμήσεως δεν επιτρέπεται να περιοριστεί ή να αποκλειστεί από το καταστατικό ή τη συστατική πράξη. Αυτό είναι πάντως δυνατό με απόφαση της γενικής συνελεύσεως. Το διοικητικό όργανο ή η διεύθυνση έχει την υποχρέωση να παρουσιάσει στη συνέλευση γραπτή έκθεση, η οποία αναφέρει τους λόγους περιορισμού ή αποκλεισμού του δικαιώματος προτιμήσεως και δικαιολογεί την τιμή εκδόσεως που προτείνεται.
4.
Πρέπει να σημειωθεί εξάλλου ότι, δυνάμει του άρθρου 41, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν τόσο από το άρθρο 25 όσο και από το άρθρο 29, κατά το μέτρο που οι παρεκκλίσεις αυτές είναι αναγκαίες για τη θέσπιση ή την εφαρμογή των διατάξεων που αποβλέπουν στη διευκόλυνση της συμμετοχής των εργαζομένων ή άλλων κατηγοριών προσώπων, που ορίζει η εθνική νομοθεσία, στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων.
5.
Το άρθρο 42 ορίζει, τέλος, ότι για την εφαρμογή της οδηγίας οι νομοθεσίες των κρατών μελών εγγυώνται ίση μεταχείριση των μετόχων που βρίσκονται στην ίδια θέση.
β) Ο ελληνικός νόμος 2190/1920
6.
Κατά τα άρθρα 2 και 145 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των συνθηκών (ΕΕ ειδ. έκδ. της 19.11.1979), η Ελληνική Δημοκρατία έπρεπε να θεσπίσει τις διατάξεις για τη μεταφορά της δεύτερης οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ήδη από 1ης Ιανουαρίου 1981. Οι διατάξεις αυτές, που περιέχονται στα προεδρικά διατάγματα 409/1986 και 498/1987, θεσπίστηκαν μόλις το 1986 και το 1987 (ΦΕΚ τεύχος Α, αριθ. 191, της 28.11.1986, και τεύχος Α, αριθ. 236, της 31.12.1987). Τα διατάγματα αυτά τροποποίησαν τον νόμο 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, που κωδικοποιήθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα 174/1963 (ΦΕΚ 1963, τεύχος Α, αριθ. 37 ). Η εν λόγω κωδικοποίηση περιέχει διατάξεις σύμφωνες προς τα άρθρα 25, παράγραφοι 1 και 2, και 29, παράγραφοι 1 και 4, της δεύτερης οδηγίας. Η κωδικοποίηση δεν επανέλαβε διάταξη αντίστοιχη προς το άρθρο 41, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας. Η δυνατότητα συμμετοχής των εργαζομένων στο κεφάλαιο των εταιριών προβλέπεται ωστόσο στην ελληνική νομοθεσία περί ανασυγκροτήσεως των επιχειρήσεων.
γ) Ο ελληνικός νόμος 1386/1983
7.
Ο νόμος 1386/1983 της 5ης Αυγούστου 1983 (ΦΕΚ αριθ. 107 της 8.8.1983, σ. 1926) προβλέπει την ίδρυση ανώνυμης εταιρίας της οποίας το κεφάλαιο καλύπτει εξ ολοκλήρου το Δημόσιο, με την επωνυμία « Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων» (στο εξής: ΟΑΕ). Κατά το άρθρο 2 του νόμου, ο ΟΑΕ έχει ως σκοπό να συμβάλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας με την οικονομική εξυγίανση των επιχειρήσεων, την εισαγωγή και την εφαρμογή αλλοδαπής τεχνογνωσίας, την ανάπτυξη της εθνικής τεχνογνωσίας, καθώς και την ίδρυση και εκμετάλλευση κοινωνικοποιημένων ή μικτής οικονομίας επιχειρήσεων.
8.
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, προς επίτευξη του σκοπού του, ο ΟΑΕ μπορεί ιδίως:
—
να αναλαμβάνει τη διοίκηση και την τρέχουσα διαχείριση των υπό εξυγίανση ή κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων·
—
να συμμετέχει στο κεφάλαιο υφισταμένων ή ιδρυθησομένων επιχειρήσεων·
—
να χορηγεί δάνεια πάσης φύσεως σε επιχειρήσεις στο κεφάλαιο των οποίων μετέχει και, εξάλλου, να χορηγεί εγγυήσεις προς εξασφάλιση τέτοιων δανείων·
—
να αποκτά ομολογίες εκδιδόμενες από το Δημόσιο ή από τους οργανισμούς που ελέγχονται απ' αυτό, καθώς και ομολογίες εκδιδόμενες από επιχειρήσεις, οργανισμούς και τράπεζες·
—
να μεταβιβάζει μετοχές, ιδίως, στους εργαζομένους ή στους φορείς εκπροσωπήσεως τους, σε φορείς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σε κοινωφελή ιδρύματα, σε κοινωνικούς φορείς ή σε ιδιώτες.
9.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, καθορίζει τις προϋποθέσεις της υπαγωγής στον νόμο. Κατά το άρθρο αυτό, στο καθεστώς του νόμου μπορούν να υπαχθούν με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, κατόπιν γνώμης ειδικής γνωμοδοτικής επιτροπής, οι επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες. Μπορούν να υπαχθούν επίσης επιχειρήσεις που ενδιαφέρουν την εθνική άμυνα ή έχουν ζωτική σημασία για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου ή έχουν ως κύριο σκοπό την παροχή υπηρεσιών προς το κοινωνικό σύνολο, εφόσον παρουσιάζουν έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους, καθώς και οι επιχειρήσεις που ζητούν την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του νόμου.
Το άρθρο 6 προβλέπει τη διαδικασία υπαγωγής.
10.
Οι ουσιαστικές ρυθμίσεις του νόμου περιέρχονται στα άρθρα 7 έως 10. Κατά το άρθρο 7, ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να αποφασίσει να αναθέσει στον ΟΑΕ τη διοίκηση της υπαγομενης επιχειρήσεως, να ρυθμίσει τις υποχρεώσεις της επιχειρήσεως κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η βιωσιμότητά της είτε με την αναγκαστική αύξηση του κεφαλαίου με νέες εισφορές σε μετρητά είτε με την μετοχοποίηση των υφισταμένων χρεών είτε με την αναδιάρθρωση των χρεών αυτών, καθώς και την ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 9 του νόμου. Η μετοχοποίηση των χρεών μπορεί πάντως να επιβληθεί μόνο στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στις τράπεζες που ελέγχονται από το Δημόσιο.
11.
Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 8, περί της αναλήψεως της διοικήσεως της επιχειρήσεως, τροποποιήθηκε με τον νόμο 1472/1984, της 3ης Αυγούστου 1984 ( ΦΕΚ τεύχος Α, αριθ. 112, της 6.8.1984, σ. 1273). Η τροποποιηθείσα παράγραφος καθορίζει τον τρόπο αναθέσεως και τις σχέσεις μεταξύ των προσώπων στα οποία ανατίθεται η διοίκηση από τον ΟΑΕ και των οργάνων της επιχειρήσεως. Προβλέπεται συγκεκριμένα ότι με τη δημοσίευση της υπουργικής αποφάσεως παύει η εξουσία των διοικητικών οργάνων της επιχειρήσεως. Η γενική συνέλευση των μετόχων διατηρείται, δεν μπορεί όμως να ανακαλέσει τη διοίκηση που ορίστηκε από τον ΟΑΕ ούτε να καθορίσει το ύψος της αμοιβής ή της αποζημιώσεως των μελών της. Η έγκριση του υπουργού είναι εξάλλου απαραίτητη για τη διάθεση των κερδών και τη δημιουργία αποθεματικών. Ο υπουργός μπορεί να αποφασίσει επίσης, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, την αναστολή της εξοφλήσεως των χρεών της επιχειρήσεως, καθώς και των σχετικών μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως.
12.
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, ο ΟΑΕ καταρτίζει κατά τη διάρκεια της προσωρινής διοικήσεως έκθεση για τη βιωσιμότητα της επιχειρήσεως και διαπραγματεύεται με τους πιστωτές και τους μετόχους της συμφωνία σχετικά με την επιβίωση της επιχειρήσεως. Το κύρος της συμφωνίας αυτής εξαρτάται από τη γραπτή συγκατάθεση ορισμένου τμήματος των πιστωτών της επιχειρήσεως, του 51 ο/ο των μετόχων ή των εταίρων της καθώς και του ΟΑΕ. Η συμφωνία αρχίζει να ισχύει από της εγκρίσεως της από τον υπουργό. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 6, με τη δημοσίευση της υπουργικής αποφάσεως παύει η προσωρινή διοίκηση του ΟΑΕ. Αν, αντίθετα, δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός προθεσμίας οριζόμενης από τον ΟΑΕ, ακολουθείται η διαδικασία εκκαθαρίσεως του άρθρου 9.
13.
Κατά τη διάρκεια της προσωρινής διοικήσεως, ο ΟΑΕ μπορεί να αποφασίσει επίσης, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του δικαίου των ανωνύμων εταιριών, να αυξήσει το εταιρικό κεφάλαιο της οικείας εταιρίας, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 8. Η αύξηση που πρέπει να εγκριθεί από τον υπουργό, μπορεί να γίνει με εισφορές σε μετρητά ή σε είδος. Η καταβολή της εισφοράς μπορεί να γίνει και με συμψηφισμό. Οι παλαιοί μέτοχοι διατηρούν πάντως το δικαίωμα προτιμήσεως που ασκείται εντός προθεσμίας καθοριζόμενης με την εγκριτική υπουργική απόφαση.
14.
Το άρθρο 10 αφορά επίσης την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου. Τα μέτρα του άρθρου 10, αντίθετα προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8, παράγραφος 8, δεν εντάσσονται στο πλαίσιο της προσωρινής διοικήσεως από τον ΟΑΕ. Η αύξηση που προβλέπεται στο άρθρο 10 συνιστά μέτρο οριστικής εξυγιάνσεως. Κατά το άρθρο αυτό, ο υπουργός εμπορίου, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 7 και 8, παράγραφος 5, μπορεί να αποφασίσει την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου ή τη μετοχοποίηση των χρεών της επιχειρήσεως προς το Δημόσιο ή άλλους δημόσιους οργανισμούς και επιχειρήσεις. Το άρθρο 10 δεν χορηγεί στους παλαιούς μετόχους δικαίωμα προτιμήσεως επί των νέων μετοχών. Αυτοί δεν στερούνται ωστόσο κάθε προστασίας. Ο υπουργός πρέπει να ορίσει τον αριθμό και την τιμή εκδόσεως των νέων μετοχών βάσει της καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως, όπως αυτή προκύπτει από την πρόταση του ΟΑΕ. Στην υπουργική απόφαση μπορεί επίσης να προβλέπεται η δυνατότητα αναλήψεως των νέων μετοχών από τους παλαιούς μετόχους. Οι νέες μετοχές μπορούν να δοθούν και στους πιστωτές, στον ΟΑΕ, στους εργαζομένους της επιχειρήσεως, σε συνεταιρισμούς ή στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως.
15.
Σε περίπτωση μετοχοποιήσεως των απαιτήσεων των δημοσίων οργανισμών, η απόφαση ορίζει αν το σύνολο ή μέρος των μετοχών θα δοθεί στους πιστωτές ή στον ΟΑΕ. Στην πρώτη περίπτωση οι απαιτήσεις αποσβέννυνται. Στη δεύτερη περίπτωση, ο ΟΑΕ χορηγεί στους πιστωτές απαίτηση που αντιπροσωπεύει το σύνολο ή μέρος των απαιτήσεων τους.
δ) Η απόφαση 88/167/ΕΟΚ της Επιτροπής
16.
Ο νόμος 1386/1983 αποτέλεσε αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με την απόφαση 88/167/ΕΟΚ, της 7ης Οκτωβρίου 1987 ( ΕΕ 1988, L 76, σ. 18 ), η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν προέβαλλε αντιρρήσεις για την εφαρμογή του εν λόγω νόμου, υπό την επιφύλαξη, μεταξύ άλλων, ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα τροποποιούσε τις διατάξεις που αφορούν την αύξηση του κεφαλαίου, ώστε να τις καταστήσει σύμφωνες προς τα άρθρα 25 και 26, καθώς και τα άρθρα 29 και 30 της δεύτερης οδηγίας. Από την απόφαση προκύπτει ότι οι ατομικές παρεμβάσεις του ΟΑΕ δυνάμει του νόμου 1386/1983 περιέλαβαν 45 επιχειρήσεις, 22 από τις οποίες τέθηκαν υπό εκκαθάριση.
ε) Άλλες παρεμβάσεις της Επιτροπής σχετικά με τον νόμο 1386/1983
17.
Στις 7 Μαρτίου 1989, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169, επικαλούμενη παράβαση εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας των υποχρεώσεων που αυτή υπέχει από τη δεύτερη οδηγία. Στις 9 Φεβρουαρίου 1990, κοινοποίησε στην Ελληνική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη. Στις 10 Μαρτίου 1990, το Ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε νόμο τροποποιητικό του νόμου 1386/1983, προκειμένου να τον εναρμονίσει προς τη δεύτερη οδηγία (νόμος 1882/1990, ΦΕΚ τεύχος Α, αριθ. 43, της 23.3.1990).
2. Ιστορικό της διαφοράς της κυρίας όίκης
18.
Οι αιτούντες στη διαφορά της κυρίας δίκης είναι μέτοχοι της εταιρίας « Κλωστήρια ΒΕΑΚΑ AE». Η εταιρία αυτή υπήχθη, κατόπιν αιτήσεως της, στις διατάξεις του νόμου 1386/1983 με απόφαση του Υφυπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας της 14ης Δεκεμβρίου 1983 (απόφαση 2057, ΦΕΚ τεύχος Β, αριθ. 725, της 14.12.1983). Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου, ο ΟΑΕ ανέλαβε τη διοίκηση της εταιρίας. Στις 28 Μαΐου 1986, ο ΟΑΕ αποφάσισε να αυξήσει το εταιρικό κεφάλαιο που ανερχόταν σε 222399800 δραχμές κατά 400 εκατομμύρια δραχμές. Με την απόφαση 162 της 6ης Ιουνίου 1986 (ΦΕΚ τεύχος Β, αριθ. 374, της 10.6.1986) ο προαναφερθείς υφυπουργός ενέκρινε την εν λόγω απόφαση που ελήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 8, του νόμου 1386/1983. Η απόφαση αυτή προέβλεπε ότι οι παλαιοί μέτοχοι θα είχαν απεριόριστο δικαίωμα προτιμήσεως, που θα έπρεπε να ασκήσουν με γραπτή δήλωση εντός μηνός από τη δημοσίευση της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά την ίδια απόφαση, σε περίπτωση καλύψεως ολόκληρου του ποσού της αυξήσεως του κεφαλαίου από τους παλαιούς μετόχους με την άσκηση του δικαιώματος τους προτιμήσεως, η διάθεση των νέων μετοχών θα γινόταν κατ' αναλογία των μετοχών που κατείχε καθένας απ' αυτούς. Η απόφαση προέβλεπε, τέλος, ότι η προσωρινή διοίκηση του ΟΑΕ θα διέθετε ελεύθερα τις μετοχές που δεν ανελήφθησαν από τους παλαιούς μετόχους εντός της ταχθείσας προθεσμίας και ότι θα βεβαίωνε την κάλυψη και την καταβολή των νέων κεφαλαίων της εταιρίας και θα τροποποιούσε, κατά συνέπεια, το καταστατικό της εταιρίας, σύμφωνα με τον νόμο 2190/1920.
19.
Η Μαρίνα Καρέλλα και ο Νικόλαος Καρέλλας άσκησαν αίτηση ακυρώσεως κατά την αποφάσεως αυτής ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, ισχυριζόμενοι ότι η εν λόγω απόφαση είναι αντίθετη προς το Ελληνικό Σύνταγμα και τη δεύτερη οδηγία.
3. Προδικαονικά ερωτήματα
20.
Με την απόφαση της 25ης Μαΐου 1989, το τέταρτο τμήμα του Συμβουλίου Επικρατείας έκρινε ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβλήθηκαν από τους αιτούντες ως προς την αντισυνταγματικότητα της επίδικης απόφασης ήταν αβάσιμοι. Ειδικότερα, η απόφαση δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας. Το αιτούν τμήμα έκρινε σχετικά ότι, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του νόμου 1386/1983, δεν ήταν αναγκαίο να ορίσει η απόφαση 162 τιμή εκδόσεως των νέων μετοχών καθοριζόμενη βάσει της καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως και της εσωτερικής αξίας των παλαιών μετοχών. Πράγματι, το άρθρο αυτό αφορά περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες του άρθρου 8, παράγραφος 8, που έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
21.
Ως προς το συμβιβαστό του άρθρου 8, παράγραφος 8, με τη δεύτερη οδηγία, το αιτούν τμήμα θεωρεί ότι το κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει του αντιθέτου εθνικού δικαίου και ότι οι οδηγίες μπορούν να έχουν απευθείας εφαρμογή. Θεωρεί, ειδικότερα, ότι τα άρθρα 25 και 42 της δεύτερης οδηγίας περιέχουν διατάξεις αρκούντως επακριβείς και απαλλαγμένες προϋποθέσεων αποκείμενων στην εκτίμηση των κρατών μελών, καθόσον δεν εμπίπτουν στην επιφύλαξη του άρθρου 41, και ότι το άρθρο 8, παράγραφος 8, του νόμου 1386/1983 δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 25. Διερωτάται, ωστόσο, αν η ρύθμιση του άρθρου 8, παράγραφος 8, του νόμου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας. Κατά το αιτούν τμήμα, ο νόμος 1386/1983 συνιστά ρύθμιση δικαιολογούμενη από το γενικό συμφέρον, που αφορά την ειδική πραγματική κατάσταση προβληματικών επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής. Ακόμη κι αν η ειδική αυτή ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας, θα έπρεπε να εξεταστεί αν συμβιβάζεται προς το άρθρο 25 της οδηγίας, λαμβανομένης υπόψη της εξαιρέσεως του άρθρου 41. Κατά το αιτούν τμήμα, το αυτό ισχύει και για το συμβιβαστό της εν λόγω ρυθμίσεως προς το άρθρο 42 της οδηγίας.
22.
Στο πλαίσιο αυτό, το τέταρτο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας αποφάσισε να υποβάλει προς το Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Είναι οι διατάξεις του άρθρου 25, σε συνδυασμό προς το άρθρο 41, παράγραφος 1, και του άρθρου 42 της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, απηλλαγμένες προϋποθέσεων αποκειμένων στην εκτίμηση των κρατών μελών και αρκούντως επακριβείς, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση αυτών έναντι της Διοικήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου υπό διοικουμενου, προβάλλοντος ότι είναι ασυμβίβαστη προς αυτές ρύθμιση εμπεριεχόμενη σε διάταξη νόμου;
2)
Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 25 της ως άνω οδηγίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και, επί καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον συμβιβάζεται προς τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 41, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, διάταξη νόμου η οποία δεν ρυθμίζει ως πάγιο νομικό καθεστώς τα της αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας, αλλ' αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της εξαιρετικής καταστάσεως στην οποία, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, έχουν περιέλθει επιχειρήσεις που είναι ιδιαιτέρας από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, προβλέποντας, χάριν του σκοπού της εξασφαλίσεως της επιβιώσεως τους και της συνεχίσεως της λειτουργίας τους, ότι είναι δυνατή η διά διοικητικής πράξεως λήψη αποφάσεως περί αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου, διαφυλασσομένου πάντως του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά τη διάθεση των νέων μετόχων;
3)
Συμβιβάζεται, περαιτέρω, η ρύθμιση αυτή, μη επιβάλλουσα όπως η τιμή εκδόσεως των νέων μετοχών καθορίζεται υπό της Διοικήσεως βάσει της, κατά τρόπο αντικειμενικό εξευρισκομένης, καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως και, της εν όψει αυτής εσωτερικής αξίας των παλαιών μετοχών, αλλά καταλείπουσα στην ουσιαστική κρίση της Διοικήσεως τον καθορισμό της τιμής αυτής, ώστε να καταστεί εφικτή η αναγκαίουσα άμεση εισροή κεφαλαίων σε εταιρίες που, λόγω του προβληματικού τους χαρακτήρα, έχουν κλονισμένη πίστη, πλην όμως διασφαλίζουσα το δικαίωμα προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά τη διάθεση των νέων μετοχών, με τη διάταξη του άρθρου 42 της ως άνω οδηγίας; »
4. Διαδικασία ενώπιον τον Δικαστηρίου
23.
Οι Διατάξεις περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιανουαρίου 1990.
24.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν:
—
η Μαρίνα Καρέλλα και ο Νικόλαος Καρέλλας, εκπροσωπούμενοι από τους Κωνσταντίνο Αδαμαντόπουλο, δικηγόρο Αθηνών, και Philip Bentley, barrister, του δικηγορικού συλλόγου Lincoln's Inn ·
—
η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Παναγιώτη Μυλωνόπουλο, δικηγόρο, νομικό συνεργάτη Β' στην Ειδική Νομική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, τον Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο, δικηγόρο, συνεργάτη της ίδιας υπηρεσίας, και τον Νίκο Φραγκάκη, δικηγόρο·
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Antonio Caeiro, και τη Μαρία Πατακιά, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
25.
Με Διάταξη της 7ης Νοεμβρίου 1990 το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων C-19/90 και C-20/90, βάσει του άρθρου 43 του Κανονισμού Διαδικασίας.
26.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
27.
Με Διάταξη της 7ης Νοεμβρίου 1990 το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση στο έκτο τμήμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
II — Περίληψη των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1. Επί του αμέσου αποτελέσματος
28.
Οι αιτούντες της κύριας δίκης παρατηρούν ότι κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου οι οδηγίες μπορούν να έχουν απευθείας εφαρμογή, εφόσον οι διατάξεις τους είναι επαρκώς ακριβείς και απαλλαγμένες από προϋποθέσεις αποκείμενες στην εκτίμηση των κρατών μελών. Διευκρινίζουν ότι το γεγονός ότι τα κράτη μέλη έχουν συναφώς διακριτική ευχέρεια δεν αρκεί για να αποκλείσει το άμεσο αποτέλεσμα διατάξεως οδηγίας, όταν η διάταξη αυτή θεσπίζει συγκεκριμένη υποχρέωση από την οποία δεν μπορούν να απαλλαγούν (βλ. π.χ. την απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, 88/79, Grunert, Rec. 1980, σ. 1827).
29.
Κατά τους αιτούντες, η υποχρέωση των κρατών μελών να εφαρμόσουν ορθά κοινοτικές οδηγίες δεν εκπληρώνεται απλώς με τη θέσπιση προς τούτο εσωτερικής νομοθεσίας. Το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ απαιτεί επίσης η νομοθεσία αυτή να εφαρμόζεται αποτελεσματικά (απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, 79/83, Harz, Συλλογή 1984, σ. 1921 ). Η μη εφαρμογή της νομοθεσίας δεν κωλύει, ωστόσο, το ενδεχόμενο άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της οδηγίας.
30.
Οι αιτούντες της κυρίας δίκης θεωρούν ότι το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας πληροί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις του αμέσου αποτελέσματος. Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής παρέκκλιση από την αρχή της παραγράφου 1 δεν επηρεάζει την απευθείας εφαρμογή. Η δεύτερη παράγραφος δεν συνιστά πραγματική παρέκκλιση από την πρώτη, διότι και οι δύο στηρίζονται στη βούληση των μετόχων. Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτή η ύπαρξη παρεκκλίσεως, η παρέκκλιση αυτή είναι σαφώς προσδιορισμένη και δεν αφήνει στα κράτη μέλη κανένα περιθώριο εκτιμήσεως που θα μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενο του άρθρου 25, παράγραφος 1.
31.
Η ίδια η επιχειρηματολογία πρέπει να εφαρμοστεί και στην περίπτωση του άρθρου 41, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας. Το άρθρο αυτό αποβλέπει στον συγκεκριμένο σκοπό της συμμετοχής των εργαζομένων ή άλλων σαφώς προσδιορισμένων κατηγοριών προσώπων. Δεν επιτρέπει τη συμμετοχή προσώπων χωρίς στενή εργασιακή σχέση με τη συγκεκριμένη εταιρία ή προσώπων μη επακριβώς προσδιορισμένων εκ των προτέρων
από εθνικό νόμο. Τα κράτη μέλη μπορούν να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή μόνο στην περίπτωση που την εφάρμοσαν αποτελεσματικά σε εθνικό επίπεδο. Το άρθρο 41, παράγραφος 1, εισάγει απλώς μια στενώς ερμηνευτέα και αρκούντως εξειδικευμένη και σαφή εξαίρεση από το άρθρο 25, παράγραφος 1.
32.
Κατά τους αιτούντες, το άρθρο 42 της δεύτερης οδηγίας έχει επίσης άμεσο αποτέλεσμα. Μολονότι αφήνει στα κράτη μέλη ευχέρεια επιλογής των μέσων επιτεύξεως του επιδιωκομένου σκοπού, δεν τους επιτρέπει να προβαίνουν σε ενέργειες αντίθετες προς τον σκοπό αυτό και το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου. Δεν μπορούν, επομένως, να αποτελέσουν παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ των μετόχων, η οποία είναι ανεπιφύλακτη, σαφής και, επομένως, μπορεί να θεμελιώσει δικαιώματα ιδιωτών.
33.
Η Ελληνική Κυβερνηση ισχυρίζεται ότι ο νόμος 1386/1983 δεν ρυθμίζει κατά πάγιο τρόπο την αύξηση του κεφαλαίου των ανωνύμων εταιριών, αλλά προβλέπει ειδικά μέτρα στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως των προβληματικών επιχειρήσεων. Πρόκειται για εξαιρετική ρύθμιση της οποίας το πεδίο εφαρμογής δεν καθορίστηκε αυθαίρετα, θεσπίστηκε δε προς εξασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Υπαγορεύθηκε από την ανάγκη επιβιώσεως σημαντικών για την εθνική οικονομία επιχειρήσεων και αποτροπής κοινωνικής αναταραχής συνεπεία ομαδικών απολύσεων. Η Ελληνική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι υπαχθείσες στον νόμο 1386/1983 επιχειρήσεις απασχολούν 28000 εργαζομένους.
34.
Η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε αυτόν τον εξαιρετικό χαρακτήρα της εν λόγω νομοθεσίας, αιτιολογώντας την προαναφερθείσα εγκριτική της απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1987 με την ύπαρξη σοβαρής διαταραχής στην οικονομία κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο β, της Συνθήκης ΕΟΚ. Ο εν λόγω εξαιρετικός χαρακτήρας επιβεβαιώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι οι επίδικες διατάξεις του νόμου καταργήθηκαν με τον προαναφερθέντα νόμο 1882/1990. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν έχει σημασία αν το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας παράγει ή όχι άμεσο αποτέλεσμα, καθόσον το εν λόγω άρθρο δεν αφορά την ειδική περίπτωση των προβληματικών επιχειρήσεων. Ο νόμος 1386/1983 ρυθμίζει θέματα που εκφεύ-γουν του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
35.
Η Ελληνική Κυβέρνηση παρατηρεί, ως προς τη σχέση μεταξύ του άρθρου 41 της δεύτερης οδηγίας και του νόμου 1386/1983, ότι ο νόμος, και ιδίως το άρθρο 10, παράγραφος 2, αποβλέπει στη συμμετοχή στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων τόσο των εργαζομένων όσο και άλλων κατηγοριών προσώπων, όπως του ΟΑΕ και των χρηματοδοτριών τραπεζών.
36.
Η Ελληνική Κυβέρνηση παρατηρεί, εξάλλου, ότι, κατά την απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot (Συλλογή 1988, σ. 379), επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας του δικαίου αντιτίθενται στη θέση υπό αμφισβήτηση εννόμων σχέσεων που έχουν εξαντλήσει τα αποτελέσματά τους κατά το παρελθόν, στο μέτρο που η αμφισβήτηση αυτή θα ανέτρεπε αναδρομικά τους σκοπούς και τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν από την εφαρμογή του νόμου 1386/1983.
37.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι δύο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 25 της δεύτερης οδηγίας συνιστούν διατάξεις σαφείς και περιέχουν σαφώς υποχρεωτική και αποκλειστική ρύθμιση, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση τους από ιδιώτη και η εφαρμογή τους από τα δικαστήρια. Οι διατάξεις αυτές είναι ανεπιφύλακτες και δεν παρέχουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια να τις εξαρτούν από όρους ή να περιορίζουν την εφαρμογή τους. Η ευχέρεια που παρέχει στα κράτη μέλη το άρθρο 25, παράγραφος 2, να επιτρέπουν την αύξηση του κεφαλαίου μέχρι ένα ανώτατο ποσό δεν επηρεάζει τη γενική αρχή της αρμοδιότητας της γενικής συνελεύσεως ούτε τη δεσμευτικότητα των λοιπών ρυθμίσεων του άρθρου 25.
38.
Πριν συναχθούν οριστικά συμπεράσματα ως προς το ανεπιφύλακτο των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 25, κατά την Επιτροπή, οι διατάξεις αυτές πρέπει να εξεταστούν σε σχέση με το άρθρο 41, παράγραφος 1. Το τελευταίο αυτό άρθρο αποβλέπει αποκλειστικά στη διευκόλυνση της επιτεύξεως στόχων κοινωνικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, οι προαναφερθείσες παράγραφοι του άρθρου 25 έχουν ανεπιφύλακτη εφαρμογή σε κάθε αύξηση κεφαλαίου που δεν αποβλέπει στην επίτευξη κοινωνικών σκοπών. Η Επιτροπή παρατηρεί, εξάλλου, ότι ο νόμος 1386/1983, που αποβλέπει στην ανασυγκρότηση προβληματικών επιχειρήσεων, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41, παράγραφος 1.
39.
Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 25 ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό την ακύρωση των υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας.
40.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί στο πλαίσιο αυτό αν το άρθρο 42 της οδηγίας παράγει άμεσο αποτέλεσμα. Η εν λόγω διάταξη δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι δεν απαγορεύει τον καθορισμό τιμής εκδόσεως νέων μετοχών κατώτερης από την τιμή που υπολογίζεται βάσει της καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως. Γενεσιουργός αιτία της ζημίας των μετόχων στις παρούσες υποθέσεις είναι, άλλωστε, η παράβαση του κανόνα ο οποίος καθιερώνει -την αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως και όχι η άνιση μεταχείριση των μετόχων.
2. Επί της υπεροχής τον κοινοτικού δικαίου
41.
Οι αιτούντες της κυρίας οίκης παρατηρούν ότι η δεύτερη οδηγία αποβλέπει στον συντονισμό των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη όσον αφορά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας και τη διατήρηση και μεταβολή του κεφαλαίου της. Διάταξη νόμου επιτρέπουσα την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας με διοικητική πράξη εμπίπτει, συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, ανεξαρτήτως του αν η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει κατά τρόπο πάγιο το νομικό καθεστώς του εταιρικού κεφαλαίου ή μη. Ο σκοπός του συντονισμού και η ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας θα υπέκειντο σε σημαντικούς περιορισμούς, αν ο βαθμός προστασίας των μετόχων στα κράτη μέλη εποίκιλλε αναλόγως των νομοθεσιών τους.
42.
Εν προκειμένω, το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας κωλύει σαφώς στην αύξηση κεφαλαίου με διοικητική πράξη. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω άρθρου, που απαιτεί για την αύξηση αυτή ρητή εξουσιοδότηση του καταστατικού, της ιδρυτικής πράξεως ή της γενικής συνελεύσεως. Με το άρθρο 41, παράγραφος 1, επιδιώκονται αποκλειστικώς σκοποί « οικονομικής δημοκρατίας » και δεν επιτρέπεται, επομένως, αύξηση κεφαλαίου με διοικητική πράξη που να μη σχετίζεται άμεσα με τους ανωτέρω σκοπούς.
43.
Κατά τους αιτούντες, το ασυμβίβαστο του νόμου 1386/1983 προς τις διατάξεις αυτές δεν μπορεί να αρθεί με επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων. Το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του μόνον αν οι παρεκκλίσεις αυτές προβλέπονται ειδικά. Εν προκειμένω όμως δεν υφίσταται καμιά κοινοτική διάταξη για τις εξαιρετικές περιστάσεις τις οποίες αφορά ο νόμος 1386/1983.
44.
Η Ελληνική Κνβέρνηοη υποστηρίζει ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα υπεροχής, καθόσον ο νόμος 1386/83 δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας. Παρατηρεί, εξάλλου, ότι με το Προεδρικό Διάταγμα 409/86η ελληνική νομοθεσία προσαρμόστηκε, εν πάση περιπτώσει, προς τις διατάξεις της δεύτερης οδηγίας.
45.
Κατά την Επιτροπή, η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου συνιστά βασική, απόλυτη και ανεπιφύλακτη αρχή που εφαρμόζεται έναντι όλων των εσωτερικών κανόνων και υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να μην εφαρμόζουν κάθε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου ( απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978,106/77, Simmenthal, Rec. 1978, σ. 629 ). Εφόσον το κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει των συνταγματικών διατάξεων των κρατών μελών (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 11/70, Internationale Handelsgesellschaft, Rec. 1970, σ. 1125), κατά μείζονα λόγο περισσότερο υπερισχύει των κοινών νομοθετικών διατάξεων, χωρίς να απαιτείται εξέταση των λόγων για τους οποίους το κράτος μέλος αποφάσισε να παρεκκλίνει από το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον οι λόγοι αυτοί δεν βασίζονται στο κοινοτικό δίκαιο.
46.
Η Επιτροπή παρατηρεί εξάλλου ότι καμιά διάταξη του πρωτογενούς ή παραγώγου κοινοτικού δικαίου δεν συνηγορεί υπέρ του νόμου 1386/1983. Οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν στην προαναφερθείσα απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1987 και η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας λόγω παραβάσεως της δεύτερης οδηγίας επιβεβαιώνουν ότι η οδηγία αυτή υπερισχύει του εξαιρετικού καθεστώτος του νόμου 1386/1983. Εξάλλου, η πρόσφατη τροποποίηση του εν λόγω νόμου από την Ελληνική Δημοκρατία σημαίνει ότι η τελευταία αναγνωρίζει την υπεροχή της δεύτερης οδηγίας.
3. Επί της τιμής εκδόσεως των νέων μετοχών
47.
Οι αιτούντες της κύριας δίκης θεωρούν ότι παρέλκει η εξέταση αυτού του προβλήματος, ενόψει των απαντήσεων που προτείνουν για τα δύο προηγούμενα ερωτήματα. Πάντως, και αν το Δικαστήριο έκρινε ότι το εταιρικό κεφάλαιο ανώνυμης εταιρίας μπορεί να αυξηθεί με διοικητική πράξη, η διοίκηση πρέπει να μεριμνά, σύμφωνα με το άρθρο 42 της δεύτερης οδηγίας, για τον καθορισμό της τιμής εκδόσεως των νέων μετοχών βάσει της καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως και της εσωτερικής αξίας των παλαιών μετοχών. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των μετόχων αφορά και τη σχέση μεταξύ των παλαιών και των νέων μετόχων και κωλύει, κατά συνέπεια, τον καθορισμό τιμής εκδόσεως κατώτερης από την ονομαστική αξία των παλαιών μετοχών, αν οι νέες μετοχές παρέχουν τα ίδια δικαιώματα με τις παλαιές.
48.
Κατά την Ελληνική Κνβέρνηοη, ο καθορισμός της καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως δεν αποτελεί νομικό ζήτημα, αλλ' υπάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο. Ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά παρατηρεί ότι, εν προκειμένω, η εταιρία δεν είχε καθαρή θέση κατά τον χρόνο αυξήσεως του κεφαλαίου, αφού το εταιρικό της κεφάλαιο είχε εξανεμιστεί λόγω των χρεών της.
49.
Η Επινροπή θεωρεί ότι το τελευταίο αυτό προδικαστικό ερώτημα στερείται αντικειμένου, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά της επίδικης διαφοράς δεν εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 42 της δεύτερης οδηγίας.
P. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 30ής Μαΐου 1991 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-19/90 και C-20/90,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Μαρίνας Καρέλλα, αφενός,
και
Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και
Οργανισμού Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ, αφετέρου,
και μεταξύ
Νικολάου Καρέλλα, αφενός,
και
Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και
Οργανισμού Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ, αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 25, 41 και 42 της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Τ. F. O'Higgins, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler και Ρ. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Μαρίνα Καρέλλα και ο Νικόλαος Καρέλλας, εκπροσωπούμενοι από τους Κωνσταντίνο Αδαμαντόπουλο, δικηγόρο Αθηνών, και Philip Bentley, barrister, μέλος του δικηγορικού συλλόγου Lincoln's Inn·
—
η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Παναγιώτη Μυλωνόπουλο, δικηγόρο, νομικό συνεργάτη Β' στην Ειδική Νομική Υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο, δικηγόρο, συνεργάτη της ίδιας υπηρεσίας, και Νίκο Φραγκάκη, δικηγόρο,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Antonio Caeiro, νομικό της σύμβουλο, και τη Μαρία Πατάκια, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Μαρίνας Καρέλλα, του Νικολάου Καρέλλα, του Οργανισμού Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ, εκπροσωπουμένου από τους Λεωνίδα Γεωργακόπουλο και Ανδρέα Τσουδερό, δικηγόρους Αθηνών, της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιανουαρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δύο αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1989, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 22 Ιανουαρίου 1990, το Συμβούλιο της Επικρατείας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου. 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 25, 41 και 42 της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230, στο εξής: δεύτερη οδηγία).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ, αφενός, δύο μετόχων της εταιρίας « Κλωστήρια Βέλκα ΑΕ » και, αφετέρου, του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και του Οργανισμού Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ (στο εξής: ΟΑΕ). Οι διαφορές αυτές αφορούν την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρίας, η οποία αποφασίστηκε από τον ΟΑΕ και εγκρίθηκε από τον Υφυπουργό Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας.
3
Ο ΟΑΕ είναι οργανισμός του δημοσίου τομέα ο οποίος λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας και ενεργεί υπό κρατική εποπτεία χάριν του κοινού συμφέροντος, συστάθηκε δε με τον ελληνικό νόμο 1386/1983 της 5ης Αυγούστου 1983 ( ΦΕΚ τεύχος Α, αριθμός 107, της 8.8.1983, σ. 14). Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, σκοπός του ΟΑΕ είναι η συμβολή στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας με την οικονομική εξυγίανση επιχειρήσεων, την εισαγωγή και εφαρμογή αλλοδαπής τεχνογνωσίας, την ανάπτυξη της εθνικής τεχνογνωσίας, καθώς και την ίδρυση και εκμετάλλευση κοινωνικοποιημένων ή μικτής οικονομίας επιχειρήσεων.
4
Στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του νόμου 1386/1983 απαριθμούνται οι εξουσίες που παρέχονται στον ΟΑΕ προς επίτευξη του σκοπού του. Κατά το άρθρο αυτό, ο ΟΑΕ μπορεί να αναλαμβάνει τη διοίκηση και την τρέχουσα διαχείριση των υπό εξυγίανση ή κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων, να συμμετέχει στο κεφάλαιο επιχειρήσεων, να χορηγεί δάνεια, να εκδίδει ομολογιακά δάνεια ή να συνάπτει δάνεια, να αποκτά ομολογίες, καθώς και να μεταβιβάζει μετοχές ιδίως στους εργαζομένους ή στους φορείς εκπροσωπήσεώς τους, στους φορείς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σε κοινωφελή ιδρύματα, σε κοινωνικούς φορείς ή σε ιδιώτες.
5
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του νόμου 1386/1983, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας μπορούν να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες.
6
Κατά το άρθρο 7 του νόμου 1386/1983, με απόφαση του αρμοδίου υπουργού μπορεί να ανατεθεί στον ΟΑΕ η διοίκηση της υπαγομένης στο καθεστώς του προαναφερθέντος νόμου επιχειρήσεως, να ρυθμιστούν οι υποχρεώσεις της κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα της, ή να κινηθεί η διαδικασία εκκαθαρίσεώς της.
7
Το άρθρο 8 του νόμου 1386/1983 περιέχει τις διατάξεις περί αναλήψεως της διοικήσεως των επιχειρήσεων από τον ΟΑΕ. Η παράγραφος 1 του άρθρου 8, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 1472/1984 (ΦΕΚ τεύχος Α, αριθ. 112, της 6.8.1984, σ. 1273), καθορίζει τις λεπτομέρειες της αναλήψεως της διοικήσεως και ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των επιφορτισμένων με τη διοίκηση της επιχειρήσεως προσώπων, τα οποία διορίζονται από τον ΟΑΕ, και των οργάνων της επιχειρήσεως. Στη διάταξη αυτή προβλέπεται ότι με τη δημοσίευση της υπουργικής αποφάσεως περί υπαγωγής της επιχειρήσεως στις ρυθμίσεις του νόμου παύει η εξουσία των οργάνων διοικήσεως της επιχειρήσεως, καθώς και ότι η γενική συνέλευση διατηρείται μεν, δεν μπορεί όμως να αποφασίζει την ανάκληση μελών της διοικήσεως που έχουν διοριστεί από τον ΟΑΕ.
8
Το άρθρο 8, παράγραφος 8, του νόμου 1386/1983 προβλέπει ότι, κατά τη διάρκεια της προσωρινής διοικήσεως της υπαχθείσας στο εν λόγω νομικό καθεστώς επιχειρήσεως, ο ΟΑΕ μπορεί να αποφασίζει την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρίας, κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις περί ανωνύμων εταιριών. Η αύξηση, η οποία πρέπει να εγκριθεί από τον υπουργό, μπορεί να γίνει είτε μετρητοίς είτε με εισφορές σε είδος. Η καταβολή της εισφοράς μπορεί επίσης να γίνει και με συμψηφισμό. Οι παλαιοί μέτοχοι διατηρούν, ωστόσο, δικαίωμα προτιμήσεως, το οποίο ασκείται εντός της προθεσμίας που καθορίζεται με την εγκριτική υπουργική απόφαση.
9
Με απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1983, ο Υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας υπήγαγε την εταιρία « Κλωστήρια Βέλκα ΑΕ » στις διατάξεις του νόμου 1386/1983 ( υπουργική απόφαση 2057, ΦΕΚ τεύχος Β, αριθ. 725, της 14.12.1983 ). Σύμφωνα με το άρθρο 8 του εν λόγω νόμου, η διοίκηση της εταιρίας ανατέθηκε στον ΟΑΕ.
10
Κατά τη διάρκεια της προσωρινής διοικήσεως, ο ΟΑΕ αποφάσισε, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 8, του νόμου 1386/1983, την αύξηση, κατά το ποσό των 400 εκατομμυρίων δραχμών, του μετοχικού κεφαλαίου της υπαχθείσας στο εν λόγω νομικό καθεστώς εταιρίας. Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε από τον Υφυπουργό Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας ( υπουργική απόφαση 162 της 6ης Ιουνίου 1986, ΦΕΚ τεύχος Β, αριθ. 374, της 10.10.1986). Η εγκριτική υπουργική απόφαση προέβλεπε, υπέρ των παλαιών μετόχων, απεριόριστο δικαίωμα προτιμήσεως, το οποίο όφειλαν να ασκήσουν εντός μηνός από της δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως.
11
Η Μαρίνα Καρέλλα και ο Νικόλαος Καρέλλας, αμφότεροι μέτοχοι της εταιρίας « Κλωστήρια Βέλκα ΑΕ », άσκησαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως κατά της εγκριτικής υπουργικής αποφάσεως, ισχυριζόμενοι ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση αντίκειται στο Ελληνικό Σύνταγμα και τη δεύτερη οδηγία.
12
Με τις αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1989, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αβάσιμους τους σχετικούς με την αντισυνταγματικότητα της επίδικης υπουργικής αποφάσεως λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν οι παλαιοί μέτοχοι. Ωστόσο, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι, ως προς την ερμηνεία της δεύτερης οδηγίας, έπρεπε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα, ταυτόσημα στις δύο υποθέσεις, προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Είναι οι διατάξεις του άρθρου 25, σε συνδυασμό προς το άρθρο 41, παράγραφος 1, και του άρθρου 42 της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, απηλλαγμένες προϋποθέσεων αποκειμένων στην εκτίμηση των κρατών μελών και αρκούντως επακριβείς, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση αυτών έναντι της Διοικήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου υπό διοικούμενου, προβάλλοντος ότι είναι ασυμβίβαστη προς αυτές ρύθμιση εμπεριεχόμενη σε διάταξη νόμου;
2)
Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 25 της ως άνω οδηγίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και, επί καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον συμβιβάζεται προς τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 41, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, διάταξη νόμου η οποία δεν ρυθμίζει ως πάγιο νομικό καθεστώς τα της αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας, αλλ' αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της εξαιρετικής καταστάσεως στην οποία, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, έχουν περιέλθει επιχειρήσεις που είναι ιδιαιτέρας από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, προβλέποντας, χάριν του σκοπού της εξασφαλίσεως της επιβιώσεως τους και της συνεχίσεως της λειτουργίας τους, ότι είναι δυνατή η διά διοικητικής πράξεως λήψη αποφάσεως περί αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου, διαφυλασσομένου πάντως του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά τη διάθεση των νέων μετοχών;
3)
Συμβιβάζεται, περαιτέρω, η ρύθμιση αυτή, μη επιβάλλουσα όπως η τιμή εκδόσεως των νέων μετοχών καθορίζεται υπό της Διοικήσεως βάσει της, κατά τρόπο αντικειμενικό εξευρισκομένης, καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως και της εν όψει αυτής εσωτερικής αξίας των παλαιών μετοχών, αλλά καταλείπουσα στην ουσιαστική κρίση της Διοικήσεως τον καθορισμό της τιμής αυτής, ώστε να καταστεί εφικτή η αναγκαίούσα άμεση εισροή κεφαλαίων σε εταιρίες που, λόγω του προβληματικού τους χαρακτήρα, έχουν κλονισμένη πίστη, πλην όμως διασφαλίζουσα το δικαίωμα προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά τη διάθεση των νέων μετοχών, με τη διάταξη του άρθρου 42 της ως άνω οδηγίας; »
13
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση περιγράφονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης καθώς και οι ισχύουσες διατάξεις και αναπτύσσονται οι γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
14
Με τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ' ουσίαν δύο ζητήματα. Το πρώτο ζήτημα αφορά το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 41, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το άρθρο αυτό έναντι της Διοικήσεως. Ερωτά, στη συνέχεια, αν το άρθρο αυτό, σε συνδυασμό προς το προαναφερθέν άρθρο 41, παράγραφος 1, έχει εφαρμογή ενόψει νομικής ρυθμίσεως, όπως η προβλεπόμενη από τον νόμο 1386/1983, η οποία ρυθμίζει όλως εξαιρετικές περιπτώσεις επιχειρήσεων οι οποίες έχουν ιδιαίτερη σημασία από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως για το κοινωνικό σύνολο και αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες.
15
Το δεύτερο ζήτημα αφορά το άρθρο 42 της δεύτερης οδηγίας. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τη διάταξη αυτή και αν η εν λόγω διάταξη έχει την έννοια ότι αντιβαίνουν σ' αυτήν εθνικές ρυθμίσεις του είδους που περιγράφεται ανωτέρω.
16
Το Δικαστήριο θα αρχίσει από την εξέταση του πρώτου ζητήματος, δεδομένου ότι, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, το ζήτημα της τιμής εκδόσεως των νέων μετοχών εξαρτάται από τη νομιμότητα της αυξήσεως του κεφαλαίου.
Επί του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας
17
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας οδηγίας δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς, είναι δυνατή η επίκληση των εν λόγω διατάξεων από τους ιδιώτες έναντι του κράτους ( βλ. ιδίως απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, Becker, 8/81, Συλλογή 1982, σ. 53 ).
18
Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας, το οποίο ορίζει ότι κάθε αύξηση του κεφαλαίου πρέπει να αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση, πληροί τις προϋποθέσεις αυτές.
19
Παρατηρείται συναφώς ότι η διάταξη αυτή είναι διατυπωμένη με σαφείς και ακριβείς όρους και θεσπίζει, χωρίς να θέτει προϋποθέσεις, κανόνα ο οποίος καθιερώνει τη γενική αρχή ότι αρμόδια να αποφασίζει ως προς τις αυξήσεις του κεφαλαίου είναι η γενική συνέλευση.
20
Ο ανεπιφύλακτος χαρακτήρας της διατάξεως αυτής δεν αναιρείται από την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, της δεύτερης οδηγίας και κατά την οποία η ιδρυτική πράξη της εταιρίας ή η γενική συνέλευση μπορούν να επιτρέπουν την αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου μέχρις ορισμένου ποσού, το οποίο ορίζουν λαμβάνοντας πρόνοια ώστε να μην είναι μεγαλύτερο από το ανώτατο ποσό που τυχόν προβλέπει ο νόμος. Πράγματι, η ειδική και σαφώς οριοθετημένη αυτή παρέκκλιση δεν παρέχει καμία δυνατότητα στα κράτη μέλη να θεσπίζουν εξαιρέσεις της αρχής της αρμοδιότητας της γενικής συνελεύσεως πέραν της εξαιρέσεως που προβλέπεται ρητώς.
21
Το αυτό ισχύει και όσον αφορά το άρθρο 41, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από το άρθρο 25, παράγραφος 1, καθώς και από το άρθρο 9, παράγραφος 1, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο α, πρώτη φράση, και στοιχείο β, κατά το μέτρο που η παρέκκλιση αυτή είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση της συμμετοχής των εργαζομένων ή άλλων κατηγοριών προσώπων, που ορίζει η εθνική νομοθεσία, στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων. Και η παρέκκλιση αυτή περιορίζεται αυστηρά στην προβλεπόμενη περίπτωση.
22
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε σαφείς και συγκεκριμένες παρεκκλίσεις επιβεβαιώνει τον ανεπιφύλακτο χαρακτήρα της αρχής του άρθρου 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας.
23
Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 25, παράγραφος 1, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναντι των δημοσίων αρχών.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας
24
Ως προς την έκταση εφαρμογής του άρθρου 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας ενόψει νόμου όπως ο νόμος 1386/1983, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί κατά πόσον τέτοιοι νόμοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός δεν εισάγει βασική ρύθμιση ως προς τις αυξήσεις κεφαλαίου αλλά αφορά μόνο την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων. Στη συνέχεια, αν το εν λόγω νομοθέτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον μπορεί να τύχει εφαρμογής, στην περίπτωση του, η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
25
Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας, πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί ότι η οδηγία αυτή αποβλέπει, σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ, της Συνθήκης, στον συντονισμό των απαιτουμένων εγγυήσεων υπό των κρατών μελών εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 2, της ίδιας Συνθήκης, προκειμένου να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες και να διασφαλιστεί η προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων. Η δεύτερη οδηγία έχει, συνεπώς, ως σκοπό την εξασφάλιση ενός κατωτάτου επιπέδου προστασίας των μετόχων στο σύνολο των κρατών μελών.
26
Η επίτευξη του σκοπού αυτού θα ήταν πολύ επισφαλής αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της οδηγίας, διατηρώντας σε ισχύ ρυθμίσεις, έστω χαρακτηριζόμενες ως ειδικές ή εξαιρετικές, οι οποίες επιτρέπουν να αποφασίζεται, με διοικητικά μέτρα και χωρίς να μεσολαβήσει καμία απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, η οποία να έχει ως αποτέλεσμα είτε να υποχρεώνονται οι εταίροι να αυξήσουν τις εισφορές τους είτε να τους επιβάλλεται η είσοδος νέων μετόχων στην εταιρία, κατά τρόπον ώστε να μειώνεται η συμμετοχή. τους στην εξουσία λήψεως αποφάσεων στην εταιρία.
27
Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι το κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει κατά πάσα περίπτωση τα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις αυτές. Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε ειδικώς είτε τη δυνατότητα συγκεκριμένων παρεκκλίσεων είτε διαδικασίες οι οποίες μπορούν να καταλήξουν σε τέτοιες παρεκκλίσεις, με σκοπό τη διαφύλαξη ορισμένων ζωτικών συμφερόντων των κρατών μελών, τα οποία θα κινδύνευαν να θιγούν σε έκτακτες καταστάσεις. Τέτοιες δυνατότητες προβλέπουν, π.χ., τα άρθρα 19, παράγραφοι 2 και 3, 40, παράγραφος 2, 41, παράγραφος 2, και 43, παράγραφος 2, της οδηγίας.
28
Παρατηρείται συναφώς ότι ούτε στη Συνθήκη ΕΟΚ ούτε στην ίδια τη δεύτερη οδηγία περιλαμβάνεται εξαιρετική διάταξη, η οποία να επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από το άρθρο 25, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής σε καταστάσεις κρίσεως. Αντιθέτως, το άρθρο 17, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ρητώς ότι, σε περίπτωση σημαντικής μειώσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου, η γενική συνέλευση συγκαλείται εντός της προθεσμίας που ορίζεται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών προκειμένου να εξετάσει αν πρέπει να λυθεί η εταιρία ή να ληφθεί οποιοδήποτε άλλο μέτρο. Η διάταξη αυτή επιβεβαιώνει, έτσι, την αρχή του άρθρου 25, παράγραφος 1, και έχει εφαρμογή ακόμα και στην περίπτωση που η εταιρία αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες.
29
Ο ΟΑΕ υποστήριξε ακόμα, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι η δεύτερη οδηγία δεν έχει εφαρμογή στις ειδικές διαδικασίες συλλογικής εκκαθαρίσεως ή εξυγιάνσεως εταιριών οι οποίες δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται μόνο στην ομαλή λειτουργία της εταιρίας.
30
Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Πράγματι, προορισμός της οδηγίας είναι η εξασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων των εταίρων και των τρίτων, ιδίως όσον αφορά τις πράξεις συστάσεως της εταιρίας, καθώς και αυξήσεως ή μειώσεως του κεφαλαίου της. Η εγγύηση αυτή, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να παρέχεται στους εταίρους επί όσο χρονικό διάστημα η εταιρία εξακολουθεί να υφίσταται με τη δική της δομή. Βεβαίως, η οδηγία δεν απαγορεύει τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως και ιδίως την εφαρμογή διαδικασιών εκκαθαρίσεως, στο πλαίσιο των οποίων η εταιρία τίθεται υπό καθεστώς αναγκαστικής διαχειρίσεως προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των δανειστών, εξακολουθεί όμως να εφαρμόζεται επί όσο χρονικό διάστημα δεν έχει αφαιρεθεί η εξουσία από τους μετόχους και τα κανονικά όργανα της εταιρίας. Αυτό ασφαλώς συμβαίνει, σε περίπτωση εφαρμογής απλώς καθεστώτος εξυγιάνσεως συνεπαγομένου την παρέμβαση δημοσίων οργανισμών ή εταιριών ιδιωτικού δικαίου, όταν θίγεται το δικαίωμα των εταίρων επί του κεφαλαίου και το δικαίωμα λήψεως αποφάσεων στην εταιρία.
31
Απ' αυτό έπεται ότι, όταν δεν προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο παρέκκλιση, το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απαγορεύεται στα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ ρύθμιση ασυμβίβαστη με την αρχή που καθιερώνει το άρθρο αυτό, έστω και αν η εν λόγω ρύθμιση δεν αφορά παρά μόνον εξαιρετικές καταστάσεις. Εξάλλου, η αναγνώριση γενικής επιφυλάξεως όσον αφορά έκτακτες καταστάσεις, πέραν των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που θέτουν οι διατάξεις της Συνθήκης και της δεύτερης οδηγίας, θα μπορούσε να θίξει τον δεσμευτικό χαρακτήρα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ( βλ. υπό το αυτό πνεύμα την απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, Johnston, 222/84, Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 26).
32
Ως προς το κατά πόσον μπορεί να τύχει εφαρμογής, στην περίπτωση ρυθμίσεως ανάλογης προς αυτή που περιέχεται στον νόμο 1386/1983, η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διάταξη αυτή επιδιώκει έναν σκοπό κοινωνικής πολιτικής, σαφή και οριοθετημένο, δηλαδή την ενθάρρυνση της λαϊκής συμμετοχής στο κεφάλαιο των εταιριών. Έχει ως αποκλειστικό στόχο, όπως και οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 19, παράγραφος 3, και 23, παράγραφος 2, της δεύτερης οδηγίας, να ευνοήσει, κατά τρόπο αντικειμενικό και συγκεκριμένο, τη συμμετοχή, στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων, προσώπων, όπως οι εργαζόμενοι, τα οποία δεν διαθέτουν συνήθως τα απαραίτητα μέσα για να αποκτήσουν συμμετοχή στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων υπό κανονικές συνθήκες κατά το δίκαιο των εταιριών των κρατών μελών.
33
Συνεπώς, μια εθνική ρύθμιση δεν μπορεί να καλυφθεί από την παρέκκλιση αυτή παρά μόνον αν η συγκεκριμένη εφαρμογή της συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού του άρθρου 41, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας.
34
Πρέπει συναφώς να διευκρινιστεί ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται απλώς και μόνο επειδή μια ρύθμιση, όπως αυτή που περιέχεται στον νόμο 1386/1983, προβλέπει, ως ένα από τα δυνατά μέσα για την επίτευξη του κύριου σκοπού της, τη δυνατότητα να μεταβιβάζει ο δημόσιος οργανισμός ανασυγκροτήσεως μετοχές στους εργαζόμενους ή σε ιδιώτες. Πράγματι, αυτή η δυνατότητα είναι μόνο θεωρητική και δευτερεύουσας σημασίας.
35
Επιβάλλεται, εξάλλου, η διευκρίνιση, στην οποία προέβη και ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 5 των προτάσεών του, ότι η αναφορά του άρθρου 41, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας σε άλλες κατηγορίες προσώπων αφορά τη λαϊκή συμμετοχή στο κεφάλαιο των εταιριών και όχι τη μεταβίβαση μετοχών σε πιστωτικούς φορείς ή οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
36
Κατά συνέπεια, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 25 και του άρθρου 41, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας έχουν την έννοια ότι αντίκειται στις διατάξεις αυτές εθνική ρύθμιση η οποία, προς εξασφάλιση της επιβιώσεως και της συνεχίσεως της δραστηριότητας επιχειρήσεων που έχουν, από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως, ιδιαίτερη σημασία για το κοινωνικό σύνολο και οι οποίες αντιμετωπίζουν, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, εξαιρετική κατάσταση, προβλέπει ότι μπορεί να αποφασιστεί με διοικητική πράξη η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου τους υπό την επιφύλαξη της διατηρήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά την έκδοση νέων μετοχών.
37
Ενόψει των ανωτέρω απαντήσεων, παρέλκει η εξέταση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος και του μέρους του πρώτου ερωτήματος που αφορά το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 42 της δεύτερης οδηγίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
38
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για του λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας με δύο αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1989, αποφαίνεται:
1)
Οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναντι των δημοσίων αρχών το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της.
2)
Οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 25 και του άρθρου 41, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας έχουν την έννοια ότι αντίκειται στις διατάξεις αυτές εθνική ρύθμιση η οποία, προς εξασφάλιση της επιβιώσεως και της συνεχίσεως της δραστηριότητας επιχειρήσεων που έχουν, από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως, ιδιαίτερη σημασία για το κοινωνικό σύνολο και οι οποίες αντιμετωπίζουν, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, εξαιρετική κατάσταση, προβλέπει ότι μπορεί να αποφασιστεί με διοικητική πράξη η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου τους υπό την επιφύλαξη της διατηρήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά την έκδοση νέων μετοχών.
Mancini
O'Higgins
Κακούρης
Schockweiler
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Μαΐου 1991.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος
G. F. Mancini
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy