ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-22/90 ( *1 )
Ι — Το πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως
1. Το νομικό πλαίσιο
α)
Me τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), επιβλήθηκε για περίοδο πέντε ετών « συμπληρωματική εισφορά » επί των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος που υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί.
β)
Οι γενικοί κανόνες για την εφαρμογή της συμπληρωματικής εισφοράς έχουν καθοριστεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13 ).
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 προσδιορίζει την ποσότητα αναφοράς περί της οποίας γίνεται λόγος στον βασικό κανονισμό 856/84, δηλαδή την ποσότητα που απαλλάσσεται συμπληρωματικής εισφοράς. Κατ' αρχήν, η ποσότητα αυτή είναι ίση προς την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που έχει παραδοθεί από τον παραγωγό κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Α) ή αγορασθεί από αγοραστή κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Β ), προσηυξημένη κατά 1 o/ο. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στο έδαφος τους η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή το ημερολογιακό έτος 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 3α, 4 και 4α του εν λόγω κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί, τα κράτη μέλη μπορούν, κατά τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς, να λαμβάνουν υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις ή να χορηγούν ειδικές ή συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς.
Το άρθρο 6 του κανονισμού 857/84 προβλέπει τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς και στους παραγωγούς που έχουν πραγματοποιήσει άμεσες [απ' ευθείας] πωλήσεις. Η ποσότητα αναφοράς που χορηγείται για τον λόγο αυτό αντιστοιχεί στις απ' ευθείας πωλήσεις που έχει πραγματοποιήσει ο οικείος παραγωγός κατά το ημερολογιακό έτος 1981, προσηυξημένες κατά 1 %
Το άρθρο 6α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 ( ΕΕ L 68, σ. 1 ), ορίζει:
« Στους παραγωγούς με δύο ποσότητες αναφοράς, [ για ] παραδόσεις και απευθείας πωλήσεις, χορηγείται, ύστερα από αίτηση τους, για να αντιμετωπίσουν τις μεταβολές των αναγκών εμπορίας τους, αύξηση της μιας από τις δύο ποσότητες αναφοράς εντός δωδεκάμηνης περιόδου. Η αύξηση αυτή εξαρτάται από μείωση το ίδιου ύψους της άλλης ποσότητας αναφοράς, κατά την ίδια δωδεκάμηνη περίοδο. Η μείωση αυτή και η αντίστοιχη αύξηση υπολογίζονται στις αντίστοιχες εφεδρικές ποσότητες των άρθρων 5 και 6.
Για να μπορεί να γίνει δεκτή η αίτηση του παραγωγού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό:
—
του μεγέθους της γαλακτοκομικής εκμετάλλευσης του αιτούντος,
—
του συνολικού όγκου της γαλακτοκομικής παραγωγής του, των παραδόσεων και των απευθείας πωλήσεων γάλακτος ή/και γαλακτοκομικών προϊόντων,
—
της φύσης και του πεδίου της μεταβολής των αναγκών του όσον αφορά την εμπορία. »
Τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού 857/84 προβλέπουν τους σχετικούς με την είσπραξη κανόνες καθώς και, σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Β, τη μετακύλιση της εισφοράς στους παραγωγούς. Σύμφωνα με το άρθρο 11, στοιχείο γ, του ίδιου κανονισμού, η Επιτροπή προσδιορίζει, για την εφαρμογή των άρθρων 9 και 10, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 50 του κανονισμού 804/68 διαδικασία, «τα χαρακτηριστικά του γάλακτος και ιδίως την περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες τα οποία θεωρούνται αντιπροσωπευτικά για τον υπολογισμό των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν ή αγοράστηκαν ».
γ)
Οι σχετικά με την εφαρμογή του συστήματος λεπτομέρειες έχουν καθοριστεί με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 ( ΕΕ L 139, σ. 12). Το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού ορίζει:
« Οι παραγωγοί που έχουν λάβει ποσότητα αναφοράς κατ' εφαρμογή της παραγράφου 4 (δηλαδή ποσότητα αναφοράς για τις απευθείας πωλήσεις τους ) και οι οποίοι παύουν, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, τις απευθείας πωλήσεις τους μπορούν να παραδώσουν το γάλα τους και τα γαλακτοκομικά προϊόντα τους σε έναν αγοραστή στο πλαίσιο των εναλλακτικών λύσεων Α και Β υπό τον όρο ότι το κράτος μέλος είναι σε θέση να τους χορηγήσει ποσότητα αναφοράς εντός του ορίου της εγγυημένης ποσότητας που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 804/68. »
Το άρθρο 12, παράγραφοι 2 και 3, του ίδιου κανονισμού προβλέπει:
« Εάν διαπιστωθεί, κατά την ανάλυση του τελικού λογαριασμού, που καθορίζεται για κάθε παραγωγό ή αγοραστή, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 857/84, ότι η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες του γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράσθηκε κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου παρουσιάζει κατά μέσο όρο μια θετική διαφορά σε σχέση με τη μέση περιεκτικότητα που διαπιστώθηκε κατά την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ποσότητα του γάλακτος που χρησιμοποιείται σαν βάση υπολογισμού της εισφοράς προσαυξάνεται κατά 0,18 o/ο ανά 0,1 γραμμάρια συμπληρωματικής λιπαρής ουσίας ανά χιλιόγραμμο γάλακτος.
...
Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 στο γάλα που παραδόθηκε ή αγοράσθηκε κατά την τρίτη περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς, η περίοδος αυτή διαιρείται σε δύο εξάμηνα:
—
η μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες του γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράσθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο συγκρίνεται με τη μέση περιεκτικότητα που διαπιστώθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο της δεύτερης περιόδου εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς,
—
η μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες του γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράσθηκε κατά το δεύτερο εξάμηνο συγκρίνεται με τη μέση περιεκτικότητα που διαπιστώθηκε κατά το δεύτερο εξάμηνο της δεύτερης περιόδου εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς, ή σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1, δεύτερο εδάφιο, του ημερολογιακού έτους 1983.
Ωστόσο, αν το άθροισμα των ποσοτήτων του γάλακτος που παραδίδονται ή αγοράζονται από έναν παραγωγό ή αγοραστή κατά τη διάρκεια των δύο αυτών εξαμήνων, αυξημένες κατ' εφαρμογή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου, είναι μεγαλύτερο από την ποσότητα που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της παραγράφου 2 για το σύνολο της τρίτης περιόδου, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι, στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 από την 1η Απριλίου 1986. »
2. Η προσβαλλομένη απόφαση
Με την απόφαση 89/627/ΕΟΚ, της 15ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987 ( ΕΕ L 359, σ. 23 ), η Επιτροπή χρέωσε κυρίως την Γαλλική Δημοκρατία με το ποσό των 10569874 γαλλικών φράγκων (FF). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στις συμπληρωματικές εισφορές που εφαρμόστηκαν για τις ποσότητες γάλακτος ( 5192 τόνοι) που υπερέβησαν, κατά την τρίτη περίοδο εφαρμογής της εισφοράς ( 1986/1987 ), την εγγυημένη συνολική ποσότητα που είχε καθοριστεί για τις παραδόσεις με τον προαναφερθέντα κανονισμό 856/84.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Το δικόγραφο της προσφυγής της Γαλλικής Δημοκρατίας πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιανουαρίου 1990.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει την απόφαση 89/627/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987 άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η ΓαΑΑική Κυβέρνηση υποστηρίζει, κυρίως, ότι η προσβαλλομένη απόφαση με το να διαπιστώνει υπέρβαση της εγγυημένης συνολικής ποσότητας όσον αφορά τις παραδόσεις γάλακτος σε γαλακτοκομείο στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84, όπως έχει αυτός τροποποιηθεί. Επικουρικώς, ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση στερείται νομιμότητας κατά το μέτρο που η Επιτροπή, στους υπολογισμούς στους οποίους προέβη προκειμένου να εκτιμήσει την υπερβολική μείωση της σημασίας της διαφοράς μεταξύ της συλλογής γάλακτος και της εγγυημένης συνολικής γαλλικής ποσότητας που προέκυψε από την εκ μέρους της Γαλλίας κακή ερμηνεία του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84, δεν έλαβε υπόψη όλες τις δυνατότητες που προσφέρονταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ιδίως από το άρθρο 12 του κανονισμού 1546/88, στα γαλακτοκομεία που θεωρήθηκαν ότι είχαν προβεί σε υπέρβαση όσον αφορά τον υπολογισμό της θετικής μεταβολής, σε σχέση με τη μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, του γάλακτος τους.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, κατά τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων, χορηγήθηκε στη Γαλλία μια εγγυημένη συνολική ποσότητα για « απ' ευθείας πωλήσεις» ύψους 1183000 τόνων. Ωστόσο, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια των πρώτων περιόδων οι αιτήσεις εγγραφής των παραγωγών δεν επέτρεψαν τη χρησιμοποίηση ολόκληρης της συνολικής αυτής ποσότητας, χορηγήθηκαν στη Γαλλία τρεις διαδοχικές μειώσεις της εγγυημένης συνολικής της ποσότητας για «παραδόσεις»:
—
169000 τόνοι για την περίοδο 1985/1986
—
140000 τόνοι για την περίοδο 1986/1987
—
100000 τόνοι για την περίοδο 1987/1988.
Οι μεταφορές αυτές μαζί με τις μειώσεις των εγγυημένων συνολικών ποσοτήτων που επανειλημμένως αποφασίστηκαν είχαν ως αποτέλεσμα η εγγυημένη εθνική ποσότητα όσον αφορά τις απ' ευθείας πωλήσεις να έχει φθάσει τους 747780 τόνους την 1η Απριλίου 1988, μέγεθος που πρέπει να συγκριθεί με τους 24964980 τόνους της ποσότητας για « παραδόσεις ». Οι ποσότητες αναφοράς για « απ' ευθείας πωλήσεις » που χορηγήθηκαν την ημέρα εκείνη ανέρχονταν σε 726500 τόνους, δηλαδή ποσότητα παραπλήσια προς την εγγυημένη εθνική ποσότητα αναφοράς που είχε ορισθεί στους 747780 τόνους.
Όσον αφορά το ζήτημα των μεταφορών επί ατομικής βάσεως, μεταξύ ποσοτήτων αναφοράς για « απ' ευθείας πωλήσεις » και ποσοτήτων αναφοράς για « παραδόσεις σε γαλακτοκομείο » των παραγωγών που ήταν δικα-ούχοι δύο διαφορετικών ποσοτήτων αναφοράς, πρέπει, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, να γίνει διάκριση μεταξύ του συστήματος οριστικών μεταφορών και του συστήματος προσωρινών μεταφορών, τα οποία διαφέρουν αισθητώς όσον αφορά τις συνέπειες τους.
Οι προσωρινές μεταφορές διέπονται από το άρθρο 6α του κανονισμού 857/84 το οποίο επιτρέπει στον παραγωγό,που διαθέτει ποσότητες αναφοράς τόσο για απ' ευθείας πωλήσεις όσο και για παραδόσεις σε γαλακτοκομείο, να μεταφέρει, στο πλαίσιο μιας περιόδου, μέρος της ποσότητας του αναφοράς από τη μια δραστηριότητα στην άλλη· η δυνατότητα αυτή παύει να υφίσταται μετά το πέρας κάθε περιόδου. Γενικά, οι μεταφερόμενες αυτές ποσότητες προστίθενται — ή αφαιρούνται, ανάλογα με την περίπτωση — στις συνολικές εθνικές ποσότητες που χρησιμεύουν ως αναφορά στον υπολογισμό σε εθνικό επίπεδο της υπερβάσεως των παραδόσεων σε γαλακτοκομείο.
Αντιθέτως, οι οριστικές μεταφορές διέπονται από το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1546/88 κατά το οποίο, αν ο παραγωγός που πραγματοποιεί απ' ευθείας πωλήσεις ζητήσει οριστική μεταφορά για πωλήσεις σε γαλακτοκομείο, η ποσότητα του αναφοράς για « απ' ευθείας πωλήσεις » επιστρέφει στο εθνικό απόθεμα για « απ' ευθείας πωλήσεις » και ο εν λόγω παραγωγός πρέπει να τύχει χορηγήσεως, η οποία δεν είναι αυτόματη, από το εθνικό απόθεμα για « παραδόσεις σε γαλακτοκομείο ».
Η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι τα συστήματα των οριστικών μεταφορών και των προσωρινών μεταφορών δεν διαφέρουν μόνον όσον αφορά τα αποτελέσματα τους αλλά αφορούν και διαφορετικές καταστάσεις. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για παραγωγούς που έχουν παύσει να εμπορεύονται το γάλα τους μέσω απ' ευθείας πωλήσεων ή παραδόσεων σε γαλακτοκομείο. Αντιθέτως, η δεύτερη περίπτωση αφορά παραγωγούς οι οποίοι, καίτοι υπόκεινται σε οικονομικές διακυμάνσεις που τους εξαναγκάζουν, ενίοτε, να προτιμούν τον άλφα τρόπο εμπορίας αντί του βήτα, επιθυμούν ωστόσο να διατηρήσουν ένα συνολικό επίπεδο γαλακτοκομικής παραγωγής το οποίο να αντιστοιχεί στο σύνολο των δύο ποσοτήτων αναφοράς, για « απ' ευθείας πωλήσεις » και « παραδόσεις σε γαλακτοκομείο », που διαθέτουν.
Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84, η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ερμηνεία της Επιτροπής κατά την οποία η διάταξη αυτή δεν καλύπτει τις προσωρινές μεταφορές προς όφελος των παραγωγών που πραγματοποιούσαν ταυτοχρόνως, κατά την επίμαχη περίοδο, απ' ευθείας πωλήσεις και παραδόσεις σε γαλακτοκομείο. Όντως, το άρθρο 6α προβλέπει ότι χορηγείται, κατόπιν αιτήσεως, προσωρινή αύξηση της μιας από τις δύο ποσότητες αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, αφενός, διαθέτουν δύο ποσότητες αναφοράς, τη μια για παραδόσεις και την άλλη για απ' ευθείας πωλήσεις, και, αφετέρου, αντιμετωπίζουν μεταβολή των σχετικών με την εμπορία των προϊόντων τους αναγκών. Οι παραγωγοί αυτοί δικαιούνται αυτομάτως μεταφοράς χωρίς η διοίκηση να διαθέτει εν προκειμένω οποιοδήποτε νόμιμο μέσο για να τους εμποδίσει.
Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι κατά το γράμμα του άρθρου 6α οι οικείοι παραγωγοί είναι αυτοί που διαθέτουν δύο ποσότητες αναφοράς χωρίς να διευκρινίζεται αν πρέπει να τις χρησιμοποιούν ταυτοχρόνως και χωρίς να γίνεται κανένας υπαινιγμός στο αντίστοιχο ελάχιστο μερίδιο κάθε ποσότητας που θα έπρεπε να παρέχεται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου. Ούτε άλλωστε η σχετική νομοθεσία ορίζει οποιοδήποτε κατώτατο όριο μέχρι του οποίου θα έπρεπε η παραγωγή, όσον αφορά την ποσότητα για την οποία ζητείται μεταφορά, να έχει διατηρηθεί. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι απαγορεύεται να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί το μέρος της ποσότητας για « απ' ευθείας πωλήσεις » που αποτελεί το αντικείμενο της μεταφοράς και όχι ότι είναι υποχρεωμένος ο παραγωγός να έχει όντως παραγάγει το μη μεταφερθέν μέρος.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, από τη γενική οικονομία της εν λόγω νομοθεσίας και από τον συγκυριακό χαρακτήρα του θεσπισθέντος μηχανισμού. Με τον μηχανισμό αυτό σκοπείται να λαμβάνονται υπόψη τα απρόβλεπτα της οικονομικής δραστηριότητας των παραγωγών οι οποίοι είναι πράγματι δυνατό να ωθηθούν, κάποια στιγμή, στη διακοπή των απ' ευθείας πωλήσεων τους ή των παραδόσεων τους σε γαλακτοκομείο χωρίς όμως και να είναι αναγκασμένοι να παραιτηθούν οριστικώς από τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της ποσότητας τους αναφοράς για τη διακοπείσα δραστηριότητα. Κατ' αυτόν τον τρόπο, π. χ., κάποιος που πραγματοποιεί απ' ευθείας πωλήσεις και του οποίου η μοναδική αγορά συνίσταται στην υποβολή προσφορών σε πλειστηριασμό κάποιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως είναι δυνατό να απολέσει, κάποια στιγμή, την αγορά αυτή, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα τη λίαν συγκεκριμένη ελπίδα ότι θα μπορέσει να επαναρχίσει τις προσφορές σε κάποιο μεταγενέστερο μειοδοτικό διαγωνισμό.
Εν όψει των ανωτέρω, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι κακώς η Επιτροπή ερμήνευσε το άρθρο 6α του κανονισμού 857/84 ως μη καλύπτον τις αιτήσεις για μεταφορά της ποσότητας τους αναφοράς για « απ' ευθείας πωλήσεις » στην ποσότητα για «παραδόσεις» όσον αφορά τους παραγωγούς που ενώ ήταν δικαιούχοι των δύο ποσοτήτων δεν πραγματοποίησαν, ταυτοχρόνως, όσον αφορά την επίμαχη περίοδο, ούτε απ' ευθείας πωλήσεις ούτε παραδόσεις σε γαλακτοκομείο.
Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 1546/88, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η άρνηση του ΕΓΤΠΕ να θεωρήσει έγκυρες όλες τις μεταφορές όσον αφορά « απ' ευθείας πωλήσεις» που έγιναν στη Γαλλία αποκαλύπτει ότι υπήρξε υπέρβαση από ορισμένα γαλακτοκομεία της ποσότητας τους αναφοράς. Στην περίπτωση μιας τέτοιας υπερβάσεως, το άρθρο 12 του κανονισμού 1546/88 προβλέπει ότι η υπέρβαση αυτή πολλαπλασιάζεται επί ένα συντελεστή όπου λαμβάνονται υπόψη οι θετικές μεταβολές της μέσης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες του συλλεγέντος από κάθε γαλακτοκομείο γάλακτος.
Υπό το πρίσμα αυτό, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, κατά τον υπολογισμό της αυξήσεως της περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες του συλλεγέντος από κάθε γαλακτοκομείο γάλακτος, το ΕΓΤΠΕ λαμβάνει υπόψη μόνον τον κανόνα της κατανομής της τρίτης περιόδου (1986/1987) σε δύο εξάμηνα και αρνείται την εξαίρεση της παραγράφου 3, τελευταίο εδάφιο. Η άρνηση αυτή, που συνδέεται με την ερμηνεία από την Επιτροπή του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84, έχει ως συνέπεια την εκ μέρους της Γαλλίας υπέρβαση της εγγυημένης συνολικής ποσότητας για « παραδόσεις » κατά. 5192 τόνους.
Ωστόσο, η Επιτροπή παραλείπει, κατά τη γνώμη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, να υπομνήσει ότι το γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές δεν έκριναν χρήσιμο να κινήσουν τη διαδικασία εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 12, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, οφείλεται στο γεγονός ότι η καλόπιστη ερμηνεία τους του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84 δεν τους επέτρεψε να διαπιστώσουν καμιά εκ μέρους των γαλακτοκομείων υπέρβαση των ποσοτήτων τους αναφοράς για την περίοδο 1986/1987. Πράγματι, αν η ερμηνεία που δίδει το ΕΓΤΠΕ στο άρθρο 6α είχε καταστεί γνωστή στις γαλλικές αρχές πριν από την περίοδο 1986/1987, οι εν λόγω αρχές θα είχαν χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που παρέχει η κοινοτική νομοθεσία για να καταστεί δυνατό στα γαλακτοκομεία να μειώσουν την εισφορά που όφειλαν.
Εξάλλου, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, για την αίτηση που υποβάλλει ένα γαλακτοκομείο, προκειμένου να τύχει εφαρμογής της μεθόδου της εξαιρέσεως όσον αφορά τον υπολογισμό της θετικής μεταβολής της περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες του γάλακτος τους, δεν απαιτείται κανένας συγκεκριμένος αποδεικτικός τύπος. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή, για τον υπολογισμό της περιεκτικότητας αυτής, οι δυνατότητες που προσφέρονταν στα γαλακτοκομεία που θεωρήθηκαν ότι έχουν κάνει υπέρβαση δεν μπορεί να αναλυθεί ως αποδοχή μιας εκ των υστέρων νομιμοποιήσεως παρατυπιών ως προς τους αποδεικτικούς τύπους.
Κατά συνέπεια, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι κακώς, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα δεχθεί την ερμηνεία που έδωσε στο άρθρο 6α η Επιτροπή, το εν λόγω κοινοτικό όργανο, στους υπολογισμούς στους οποίους προέβη προκειμένου να εκτιμήσει την. υπερβολική μείωση της σημασίας της διαφοράς μεταξύ της συλλογής γάλακτος και της γαλλικής εγγυημένης συνολικής ποσότητας που προέκυψαν από την κακή εκ μέρους της Γαλλίας ερμηνεία του άρθρου 6α, αρνήθηκε να λάβει υπόψη τις δυνατότητες που προσφέρονταν από το άρθρο 12, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, για τον υπολογισμό της θετικής μεταβολής της μέσης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες του συλλεγέντος από τα γαλακτοκομεία γάλακτος.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84, ότι ο μηχανισμός των προσωρινών μεταφορών που έχει θεσπισθεί με τη διάταξη αυτή πρέπει να τίθεται σε εφαρμογή μόνο αν από την αίτηση μεταφοράς προκύπτει πράγματι η ύπαρξη, όσον αφορά τον παραγωγό που διαθέτει τις δύο ποσότητες αναφοράς, απ' ευθείας πωλήσεων ή παραδόσεων που μπορούν να μεταφερθούν. Όντως, μια τέτοια μεταφορά προϋποθέτει ότι ο παραγωγός οφείλει να προβεί σ' αυτήν προκειμένου να αντιμετωπίσει μια μεταβολή των αναγκών του εμπορίας (άρθρο 6α, πρώτο εδάφιο). Για τον σκοπό αυτό, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6α καθορίζει τα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει αίτηση για μεταφορά προκειμένου να γίνει δεκτή και τα οποία είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό.
Κατά την Επιτροπή, όλα αυτά τα κριτήρια εκτιμήσεως αποσκοπούν στο να καθίσταται δυνατό στις εθνικές αρχές που έχουν επιφορτισθεί με τη διαχείριση του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς να ελέγχουν την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο παραγωγός, ασχέτως του αν αυτός διαθέτει τις δύο ποσότητες αναφοράς. Η ανάγκη εκτιμήσεως τόσο του συνολικού όγκου της παραγωγής όσο και του όγκου των παραδόσεων και των απ' ευθείας πωλήσεων του παραγωγού καταδεικνύει ιδίως ότι οι δύο ποσότητες αναφοράς του παραγωγού πρέπει όντως να παρέχουν τη δυνατότητα, όσον αφορά τις παραδόσεις ή τις απ' ευθείας πωλήσεις, διπλής παραγωγής, διότι άλλως ανοίγει ο δρόμος για μεταφορές μεταξύ ποσοτήτων αναφοράς οι οποίες δεν υφίστανται παρά θεωρητικώς.
Ένας τέτοιος έλεγχος είναι, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, απαραίτητος προκειμένου να αποφεύγεται ώστε ο μηχανισμός του άρθρου 6α να εκτρέπεται του σκοπού του ο οποίος συνίσταται στο να καθίσταται δυνατό στον παραγωγό που διαθέτει στο εμπόριο τη γαλακτοκομική παραγωγή του εν μέρει υπό μορφή παραδόσεων και εν μέρει υπό μορφή απ' ευθείας πωλήσεων να αναπροσανατολίζει τον προορισμό της παραγωγής αυτής όταν οι ανάγκες του εμπορίας δεν ανταποκρίνονται πλέον, κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης δωδεκάμηνης περιόδου, στη συνήθη εμπορική κατανομή της εν λόγω περιόδου. Προκειμένου να ελέγχεται αυτό,πρέπει ακόμη ο παραγωγός να έχει πράγματι ανάγκες εμπορίας που να ανταποκρίνονται στον διπλό προορισμό της παραγωγής του. Επομένως, το άρθρο 6α δεν παρέχει δικαίωμα για μια εκ των υστέρων προσαρμογή των δύο ποσοτήτων αναφοράς παρά μόνο βάσει της εξελίξεως των υφισταμένων αναγκών εμπορίας σε απ' ευθείας πωλήσεις και σε παραδόσεις.
Εξ αυτού έπεται, κατά την Επιτροπή, ότι η μεταφορά προϋποθέτει ότι οι παραγωγοί πράγματι εξακολουθούν ακόμη να ασκούν, κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής της εισφοράς για την οποία έχει υποβληθεί η αίτηση, τη διπλή τους δραστηριότητα όσον αφορά τις απ' ευθείας πωλήσεις και τις παραδόσεις.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι η μεταφορά σύμφωνα με το άρθρο 6α του κανονισμού 857/84 αποτελεί μέτρο συγκυριακής και προσωρινής προσαρμογής, το οποίο παύει να ισχύει μετά το πέρας κάθε δωδεκάμηνης περιόδου εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς. Επομένως, η διάταξη αυτή επιτρέπει στον παραγωγό να διακόψει τη μία από τις δύο οικονομικές του δραστηριότητες χωρίς να παραιτηθεί οριστικά από τις δύο αντίστοιχες ποσότητες αναφοράς, εφόσον η οικονομική δραστηριότητα που πράγματι ασκήθηκε μέχρι τη διακοπή της για συγκυριακούς λόγους πρόκειται να επαναληφθεί κατά την επόμενη δωδεκάμηνη περίοδο. Ως εκ τούτου, επιτρέποντας μεταφορές προς τις ποσότητες που προορίζονται για παραδόσεις σύμφωνα με το άρθρο 6α, ενώ οι αιτούντες έχουν οριστικώς σταματήσει τις σχετικές με απ' ευθείας πωλήσεις δραστηριότητες τους, οι γαλλικές αρχές νοθεύουν τη διαφοροποίηση που προβλέπει το θεσπισμένο από την κοινοτική νομοθεσία σύστημα μεταξύ συγκυριακών και οριστικών μεταφορών. Η πρακτική αυτή καταλήγει στο να εξαιρεί από τη συμπληρωματική εισφορά τις ποσότητες που αντιστοιχούν σε δραστηριότητα που δεν πρόκειται να επαναληφθεί και να στερεί άλλους παραγωγούς από το αποτέλεσμα της αναδιανομής των ποσοτήτων αυτών.
Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 1546/88, η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Γαλλικής Κυβερνήσεως κατά την οποία το ΕΓΤΠΕ όφειλε να έχει κάνει τους υπολογισμούς του θέτοντας το κράτος μέλος στην κατάσταση στην οποία αυτό θα βρισκόταν αν δεν είχε γίνει εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, αστήριχτη για δύο λόγους: αφορά μια παρατυπία ως προς την οποία οι γαλλικές αρχές δεν παρέσχαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως και εντός της προβλεπομένης για τον σκοπό αυτό προθεσμίας κανένα συμπληρωματικό πληροφοριακό στοιχείο και, επιπλέον, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των αρχών που διέπουν την εκκαθάριση.
Πράγματι, με απόφαση της 9ης Ιουνίου 1989 που όριζε μια ημερομηνία μετά την παρέλευση της οποίας δεν θα ήταν δυνατή η διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, όσον αφορά το οικονομικό έτος 1987 [απόφαση στηριζομένη στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115 ], η Επιτροπή γνωστοποίησε στα κράτη μέλη ότι « κάθε συμπληρωματικό στοιχείο των κρατών μελών που είναι αναγκαίο για την έκδοση της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1987 πρέπει να έχει περιέλθει στην Επιτροπή μέχρι τις 15 Ιουνίου 1989 το αργότερο ». Όμως, οι γαλλικές αρχές δεν έκαναν καμία παρατήρηση επί του επιμάχου σημείου εντός της προβλεπομένης προθεσμίας. Μόλις με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1989 οι γαλλικές αρχές αμφισβήτησαν για πρώτη φορά τη συνολική διόρθωση των παραδόσεων που είχαν πραγματοποιηθεί βάσει των συντελεστών για « λιπαρές ουσίες ».
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή φρονεί ότι δικαιούνταν, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72, να εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση με βάση τα στοιχεία που διέθετε κατά την ορισθείσα ως καταληκτική ημερομηνία.
Στην αλληλουχία αυτή, η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Γαλλικής Κυβερνήσεως που αντλείται από το γεγονός ότι, αν η εν λόγω Κυβέρνηση γνώριζε την ερμηνεία που το ΕΓΤΠΕ είχε δώσει στο άρθρο 6α του κανονισμού 857/84, δεν θα παρέλειπε να κάνει χρήση της προαναφερθείσας εξαιρέσεως προκειμένου να μειώσει την οφειλομένη από τα γαλακτοκομεία εισφορά. Η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, σε ανακριβή δεδομένα: το περιεχόμενο του άρθρου 6α δεν προκύπτει από την ερμηνεία του ΕΓΤΠΕ, αλλά από το γράμμα και τον σκοπό της διατάξεως αυτής. Επί πλέον, οι διατάξεις οι σχετικές με τον διορθωτικό συντελεστή όσον αφορά τις « λιπαρές ουσίες » δεν έχουν κανένα άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με τις διατάξεις του άρθρου 6α και, κυρίως, δεν προορίζονται να αντισταθμίσουν ορισμένη εφαρμογή του άρθρου 6α, αλλά στηρίζονται στα ίδια αντικειμενικά κριτήρια διαφορετικά απ' αυτά του άρθρου 6α.
Γενικώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις οικονομικές συνέπειες μιας παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου επικαλούμενο τα ευνοϊκά αποτελέσματα των προσαπτομένων παρατυπιών. Κατά μείζονα λόγο, δεν μπορεί να απαλλαγεί ισχυριζόμενο ότι, αν είχε ερμηνεύσει ορθώς την κοινοτική νομοθεσία, οι συνέπειες δεν θα είχαν προκύψει.
ΙV — Απάντηση σε ερώτηση του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει εγγράφως στην εξής ερώτηση:
«Όπως προκύπτει από τα υπομνήματα της Επιτροπής οι παραγωγοί γάλακτος διατηρούν την (τις) ποσότητα(τες) αναφοράς έστω και αν δεν διαθέτουν στο εμπόριο, προσωρινώς, την παραγωγή τους μέσω συγκεκριμένου διαύλου. Επομένως, οι παραγωγοί αυτοί μπορούν να επαναρχίσουν την εμπορία γάλακτος μέσω του διαύλου αυτού ανά πάσα στιγμή, χωρίς να υπόκεινται σε εισφορά, εντός των ορίων της (των) αντίστοιχης(χων) ποσότητας ( των ) αναφοράς.
Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι οι παραγωγοί αυτοί, μολονότι διαθέτουν δύο ποσότητες αναφοράς, για απ' ευθείας πωλήσεις και παραδόσεις σε γαλακτοκομείο, δεν μπορούν να πετύχουν αύξηση της μιας από τις δύο αυτές ποσότητες και αντίστοιχη μείωση της ετέρας ( πράγμα που θα τους επέτρεπε να επιλέξουν νέους διαύλους διαθέσεως στο εμπόριο), εκτός αν πράγματι επιδοθούν στη διπλή δραστηριότητα των απ' ευθείας πωλήσεων και των παραδόσεων σε γαλακτοκομείο.
Η Επιτροπή καλείται να αναφέρει τους λόγους που έχουν σχέση με τις απαιτήσεις των μηχανισμών συμπληρωματικής εισφοράς και που την οδήγησαν στο συμπέρασμα αυτό, ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι μια τέτοια μεταφορά ποσοτήτων αναφοράς δεν επηρεάζει το σύνολο των ποσοτήτων που διαθέτει ο εν λόγω παραγωγός και, επομένως, έχει ως μόνη συνέπεια το ότι διατίθενται στην αγορά συμπληρωματικές ποσότητες γάλακτος. »
Απαντώντας στην ερώτηση αυτή η Επιτροπή ανέφερε τα εξής:
Τόσο το γράμμα όσο και η οικονομία και ο σκοπός του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84, εξεταζόμενα υπό το φως των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 590/85 με τον οποίο προσετέθη η διάταξη αυτή στον κανονισμό 857/84, οδήγησαν την Επιτροπή στο διττό συμπέρασμα ότι η αναγνώριση του παρεχόμενου από το άρθρο 6α δικαιώματος προϋποθέτει την άσκηση μιας διπλής οικονομικής δραστηριότητας και σημαίνει προσωρινή — εντός δεδομένης περιόδου του συστήματος των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων — ανακατανομή των δύο ποσοτήτων αναφοράς των οικείων παραγωγών, πράγμα που αντικατοπτρίζει ακριβώς τον προσωρινό αναπροσανατολισμό της διπλής τους δραστηριότητας ως προς τη μία απ' αυτές.
Επομένως, η ερμηνεία αυτή οδηγεί, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, στο να μην επιτρέπεται η μεταφορά ποσοτήτων αναφοράς των οικείων παραγωγών παρά μόνο για τη δωδεκάμηνη περίοδο κατά την οποία έχει γίνει ο αναπροσανατολισμός αυτός, οπότε, κατά την επομένη περίοδο, οι παραγωγοί αυτοί, προκειμένου να τύχουν του παρεχομένου από το άρθρο 6α του κανονισμού 857/84 δικαιώματος, πρέπει να έχουν όντως επαναλάβει και ασκήσει πράγματι διπλή δραστηριότητα — απ' ευθείας πωλήσεις και παραδόσεις — ώστε να επανέλθουν εκ νέου στο σύστημα της προσωρινής μεταφοράς που έχει θεσπιστεί με τη διάταξη αυτή.
Πράγματι, προκειμένου να μεταφράσει σε ποσότητες αναφοράς προς αναδιανομή την αντίστοιχη διαρθρωτική εξέλιξη των οικονομικών δραστηριοτήτων των απ' ευθείας πωλήσεων και των παραδόσεων, ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να πετύχει, βάσει αντικειμενικών και δεόντως αιτιολογημένων στατιστικών στοιχείων, μια προσαρμογή των εγγυημένων συνολικών ποσοτήτων. Ωστόσο, προκειμένου ο κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφείς μηχανισμός των διαρθρωτικών μεταφορών να είναι συνεπής προς την εφαρμογή του συστήματος του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84, πρέπει ακόμα στην πρώτη περίπτωση να συνεπάγεται οριστική μεταβολή των δραστηριοτήτων και στη δεύτερη διαρθρωτική μεταβολή.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η ανάγκη διακρίσεως μεταξύ, αφενός, των συγκυριακών μεταφορών εντός μιας και της αυτής δωδεκάμηνης περιόδου με επανάληψη της διπλής οικονομικής δραστηριότητας κατά την επομένη περίοδο και, αφετέρου, των διαρθρωτικών μεταφορών που ισχύουν μέχρι το πέρας του συστήματος των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων με οριστική εγκατάλειψη της μιας από τις δύο οικονομικές δραστηριότητες δικαιολογείται πλήρως από τα στρεβλωτικά αποτελέσματα που θα συνεπαγόταν το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος μετατρέπει σε μόνιμο καθεστώς τις μεταφορές του άρθρου 6α, που αποφασίζονται εντός δεδομένης περιόδου για συγκυριακούς λόγους, επαναλαμβάνοντας τες αυτομάτως από περίοδο σε περίοδο.
Μια τέτοια πρακτική καταλήγει στο να επωφελούνται οριστικώς από την αύξηση της απαλλασσόμενης από συμπληρωματική εισφορά ποσότητας αναφοράς, προς την οποία οι παραγωγοί έχουν αναπροσανατολίσει τη μια από τις δραστηριότητες τους, αποκλειστικά οι παραγωγοί που διέθεταν διπλή ποσότητα αναφοράς και ζήτησαν να τύχουν εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 6α. 'Ομως, αν ένα κράτος μέλος είχε αυστηρώς εφαρμόσει τους θεσπισμένους από το Συμβούλιο κανόνες προβαίνοντας σε μεταφορά μεταξύ εγγυημένων συνολικών ποσοτήτων για « παραδόσεις » και για « απ' ευθείας πωλήσεις », τότε θα μπορούσε να επωφεληθεί από την προσαρμογή αυτή το σύνολο των παραγωγών, ασχέτως του αν διέθεταν ή όχι διπλή ποσότητα αναφοράς, που επέλεξαν τον οριστικό αναπροσανατολισμό των οικονομικών τους δραστηριοτήτων.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι για την αποφυγή ακριβώς της χρησιμοποιήσεως των διαρθρωτικών μεταφορών προς άλλους σκοπούς, διαφορετικούς απ' αυτόν της αναδιανομής στο σύνολο των γαλακτοκομικών παραγωγών που έχουν αναπροσανατολίσει τις σχετικές με απ' ευθείας πωλήσεις δραστηριότητες τους προς παραδόσεις, το άρθρο 6α, το οποίο προστέθηκε για την αντιμετώπιση των προσωρινών απροβλέπτων της παραγωγής, πρέπει να τύχει εφαρμογής, αποκλειομένου από τις διατάξεις του κάθε παραγωγού ο οποίος, κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως του, δεν ασκεί πλέον, στην πραγματικότητα, διπλή δραστηριότητα. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα άνοιγε το δρόμο για αύξηση των παραγομένων ποσοτήτων απαλλασσομένων των εισφορών, νοθεύοντας έτσι τις επιταγές που προσιδιάζουν στον μηχανισμό του συστήματος ελέγχου της γαλακτοκομικής παραγωγής.
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 7ης Νοεμβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-22/90,
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από την Edwige Belliard, directeur adjoint στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και από τον Géraud de Bergues, secrétaire adjoint principal στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του ιδίου υπουργείου, και στη συνέχεια από τον Philippe Pouzoulet, υποδιευθυντή στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του ιδίου υπουργείου, και τον Géraud de Bergues, ως αναπληρωτή του, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την εδώ γαλλική πρεσβεία, 9, boulevard du Prince Henri,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Patrick Hetsch, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής της Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 89/627/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ( ΕΓΤΠΕ ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987 ( ΕΕ L 359, σ. 23 ), κατά το μέτρο που με την απόφαση αυτή διαπιστώθηκε υπέρβαση της εγγυημένης συνολικής ποσότητας όσον αφορά τις παραδόσεις γάλακτος 5192 τόνων για την περίοδο 1986/1987,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, F. A. Schokweiler και F. Grévisse, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J.-G. Giraud
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαΐου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιανουαρίου 1990, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 89/627/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987 (ΕΕ L 359, σ. 23 ), κατά το μέτρο που με την απόφαση αυτή διαπιστώθηκε υπέρβαση της εγγυημένης συνολικής ποσότητας όσον αφορά τις παραδόσεις γάλακτος 5192 τόνων για την περίοδο 1986/1987.
2
Με την προσβαλλομένη απόφαση η Επιτροπή χρέωσε τη Γαλλική Δημοκρατία με ποσό ύψους 10569874 γαλλικών φράγκων ( FF), που αντιστοιχεί στις συμπληρωματικές εισφορές που εφαρμόστηκαν στην ποσότητα γάλακτος (5192 τόνοι) που υπερέβη, κατά την τρίτη περίοδο εφαρμογής του συστήματος συμπληρωματικών εισφορών επί του γάλακτος ( 1986/1987 ), την εγγυημένη συνολική ποσότητα που είχε καθοριστεί για τις παραδόσεις γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων εντός της Γαλλίας. Η εν λόγω ποσότητα των 5192 τόνων προκύπτει από μεταφορές, που έκανε η Γαλλία, μεταξύ ποσοτήτων αναφοράς που είχαν εγκριθεί στους παραγωγούς γάλακτος για απ' ευθείας πωλήσεις και ποσοτήτων αναφοράς που είχαν εγκριθεί για παραδόσεις σε γαλακτοκομείο. Η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται στη συλλογιστική ότι οι μεταφορές αυτές είχαν γίνει κατά παράβαση των σχετικών κοινοτικών κανόνων, κατά το μέτρο που οι οικείοι παραγωγοί δεν είχαν κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου πράγματι προβεί ούτε σε απ' ευθείας πωλήσεις ούτε σε παραδόσεις σε γαλακτοκομείο.
3
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Γαλλική Δημοκρατία προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως αντλούμενους από την εσφαλμένη εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία, αφενός, των κανόνων των σχετικών με μεταφορές μεταξύ ποσοτήτων αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις και ποσοτήτων αναφοράς για παραδόσεις στο γαλακτοκομείο και, αφετέρου, των κανόνων των σχετικών με τον υπολογισμό της μέσης περιεκτικότητας λιπαρών ουσιών στο γάλα, κανόνων που χρησιμεύουν ως βάση για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς.
4
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας
5
Σύμφωνα με το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που έχει θεσπισθεί με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 10 ), εισπράττεται εισφορά επί των παραδόσεων γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων που υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί. Η ποσότητα αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 13 ), καταρχήν, ίση προς την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που ο παραγωγός έχει παραδόσει στο γαλακτοκομείο ή αγοράσει απ' αυτό κατά το έτος αναφοράς, προσαυξημένη κατά ορισμένο ποσοστό.
6
Ωστόσο, το άρθρο 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84 προβλέπει ότι ποσότητα αναφοράς χορηγείται επίσης στους παραγωγούς που έχουν πραγματοποιήσει απ' ευθείας πωλήσεις, πράγμα που σημαίνει ότι ένας και μόνο παραγωγός μπορεί να τύχει δύο ποσοτήτων αναφοράς, τη μία για τις παραδόσεις του στο γαλακτοκομείο και την άλλη για τις πωλήσεις του στον καταναλωτή. Το άρθρο 6α του κανονισμού 857/84, που προστέθηκε στον κανονισμό αυτό με τον τροποποιητικό κανονισμό (ΕΟΚ) 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 ( ΕΕ L 68, σ. 1 ), προβλέπει ότι στους παραγωγούς που διαθέτουν, έτσι, δύο ποσότητες αναφοράς « χορηγείται ύστερα από αίτηση τους, για να αντιμετωπίσουν τις μεταβολές αναγκών εμπορίας τους, αύξηση της μιας από τις δύο ποσότητες αναφοράς εντός δωδεκάμηνης περιόδου. Η αύξηση αυτή εξαρτάται από μείωση του ίδιου ύψους της άλλης ποσότητας αναφοράς, κατά την ίδια δωδεκάμηνη περίοδο. »
7
Οι λεπτομέρειες σχετικά με την εφαρμογή του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 5γ του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68, καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 139, σ. 12). Το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού ορίζει, κατ' ουσίαν, ότι οι παραγωγοί στους οποίους χορηγήθηκε ποσότητα αναφοράς για τις απ' ευθείας πωλήσεις τους και οι οποίοι σταματούν, πλήρως ή εν μέρει, τις πωλήσεις αυτές « μπορούν να παραδώσουν το γάλα τους και τα γαλακτοκομικά προϊόντα τους (... ), υπό τον όρο ότι το κράτος μέλος είναι σε θέση να τους χορηγήσει ποσότητα αναφοράς εντός του ορίου της εγγυημένης ποσότητας ». Εξάλλου, ο κανονισμός 1546/88 περιλαμβάνει στο άρθρο του 12 κανόνες σχετικά με τον υπολογισμό της μέσης περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες, κανόνες που χρησιμεύουν ως βάση για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
8
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Γαλλική Δημοκρατία προσάπτει στην Επιτροπή ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 6α του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, διαπιστώνοντας, με την προσβαλλομένη απόφαση, υπέρβαση ύψους 5192 τόνων γάλακτος της εγγυημένης ποσότητας, η οποία προκύπτει από μεταφορές μεταξύ ποσοτήτων αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις και ποσοτήτων αναφοράς για παραδόσεις σε γαλακτοκομείο, όσον αφορά παραγωγούς οι οποίοι δεν είχαν, κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου, πραγματοποιήσει ούτε απ' ευθείας πωλήσεις ούτε παραδόσεις σε γαλακτοκομείο.
9
Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι το προαναφερθέν άρθρο 6α διέπει τις προσωρινές μεταφορές μεταξύ ποσοτήτων αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις και ποσοτήτων αναφοράς για παραδόσεις σε γαλακτοκομείο. Έτσι, επιτρέπει στον παραγωγό που διαθέτει δύο ποσότητες αναφοράς να μεταφέρει, εντός δεδομένης περιόδου, εν όλω ή εν μέρει, τις ποσότητες αυτές από τη μία δραστηριότητα στην άλλη, ενώ εξυπακούεται ότι η άδεια αυτή παύει να ισχύει μετά τη λήξη κάθε περιόδου. Αντιθέτως, όταν ο παραγωγός σταματά οριστικά τις απ' ευθείας πωλήσεις, η ποσότητα του αναφοράς για τη δραστηριότητα αυτή επιστρέφει, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 1546/88, στο εθνικό απόθεμα και ο εν λόγω παραγωγός δεν μπορεί να τύχει, ενδεχομένως, παρά μόνο νέας ποσότητας αναφοράς από το εθνικό απόθεμα για τις παραδόσεις του σε γαλακτοκομείο.
10
Από την αντιπαραβολή των δύο προαναφερθεισών διατάξεων φαίνεται, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, ότι η προσωρινή κατά την έννοια του άρθρου 6α του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84 μεταφορά εξαρτάται από δύο μόνο προϋποθέσεις, δηλαδή ότι ο ενδιαφερόμενος παραγωγός διαθέτει δύο ποσότητες αναφοράς, για τις απ' ευθείας πωλήσεις του και τις παραδόσεις σε γαλακτοκομείο, και ότι αντιμετωπίζει περίπτωση μεταβολής των αναγκών του εμπορίας. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται ότι ο παραγωγός διενεργεί ταυτόχρονα, κατά την επίμαχη περίοδο, τόσο απ' ευθείας πωλήσεις όσο και παραδόσεις σε γαλακτοκομείο.
11
Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο μηχανισμός των προσωρινών μεταφορών που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 6α του κανονισμού 857/84 τίθεται σε κίνηση μόνο εφόσον ο παραγωγός προβαίνει πράγματι σε απ' ευθείας πωλήσεις και σε παραδόσεις σε γαλακτοκομείο κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου. Κατά την Επιτροπή, η διάταξη αυτή αποβλέπει στο να μπορεί ο παραγωγός που διαθέτει την γαλακτοκομική του παραγωγή στο εμπόριο, εν μέρει, υπό τη μορφή απ' ευθείας πωλήσεων, και, εν μέρει, υπό τη μορφή παραδόσεων σε γαλακτοκομείο, να αναπροσανατολίζει τον προορισμό της παραγωγής αυτής όταν οι ανάγκες του εμπορίας δεν αντιστοιχούν πλέον, κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου, στη συνήθη εμπορική κατανομή.
12
Εξ αυτού έπεται, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, ότι η μεταφορά μεταξύ ποσοτήτων αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις και ποσοτήτων αναφοράς για παραδόσεις σε γαλακτοκομείο προϋποθέτει ότι οι παραγωγοί ασκούν πράγματι, κατά την οικεία περίοδο, τη διπλή δραστηριότητα των απ' ευθείας πωλήσεων και των παραδόσεων σε γαλακτοκομείο.
13
Αυτή η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
14
Πράγματι, από το γράμμα του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84 καταφαίνεται ότι το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην περίπτωση όπου ο οικείος παραγωγός, ο οποίος έχει στη διάθεση του δύο ποσότητες αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις και για παραδόσεις σε γαλακτοκομείο, ασκεί πράγματι και τις δύο αυτές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της ίδιας δωδεκάμηνης περιόδου.
15
Η ερμηνεία αυτή, η οποία στηρίζεται στο γράμμα της εξεταζόμενης διατάξεως, είναι σύμφωνη και προς τον σκοπό της, ο οποίος συνίσταται στο να μπορούν οι παραγωγοί, που διαθέτουν δύο ποσότητες αναφοράς, να αντιμετωπίζουν μια μεταβολή των εμπορικών τους αναγκών. Δεδομένου ότι τα αποτελέσματα μιας τέτοιας μεταβολής είναι δυνατόν να επεκταθούν σε περισσότερες της μιας περιόδου, ο σκοπός αυτός δεν μπορεί πλήρως να επιτευχθεί αν το άρθρο 6α ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του οι παραγωγοί που όντως δεν πραγματοποίησαν, κατά τη διάρκεια μιας και της αυτής περιόδου, ούτε απ' ευθείας πωλήσεις ούτε παραδόσεις σε γαλακτοκομείο, δηλαδή κυρίως οι παραγωγοί οι οποίοι, όντας ενώπιον μιας μεταβολής των εμπορικών τους αναγκών, σταμάτησαν προσωρινώς, κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου, τις απ' ευθείας πωλήσεις τους.
16
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την οικονομία της σχετικής νομοθεσίας, οι παραγωγοί που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84 δεν μπορούν να απαιτήσουν μεταβολή του τρόπου εμπορίας παρά μόνο σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1546/88 που διέπει το καθεστώς της οριστικής παύσεως των απ' ευθείας πωλήσεων. Ωστόσο, η διάταξη αυτή επιτρέπει μόνο τη μεταφορά των ποσοτήτων αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις στις ποσότητες αναφοράς για παραδόσεις σε γαλακτοκομείο και όχι το αντίστροφο. Εξάλλου, εξαρτά τις παραδόσεις σε γαλακτοκομείο, που απαλλάσσονται της συμπληρωματικής εισφοράς, από την προϋπόθεση ότι το οικείο κράτος μέλος είναι σε θέση να χορηγήσει ποσότητες αναφοράς εντός των ορίων της εγγυημένης συνολικής στο εν λόγω κράτος μέλος ποσότητας.
17
Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέτρο που δέχεται υπέρβαση της εγγυημένης συνολικής ποσότητας για τις παραδόσεις γάλακτος κατά 5192 τόνους όσον αφορά την περίοδο 1986/1987, απορρέουσα από την άρνηση χορηγήσεως του ευεργετήματος του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84 στους παραγωγούς που όντως δεν πραγματοποίησαν, κατά την περίοδο 1986/1987, ούτε απ' ευθείας πωλήσεις ούτε παραδόσεις σε γαλακτοκομείο, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως αυτής και πρέπει, ως εκ τούτου, να ακυρωθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
18
Δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει, για τους προαναφερθέντες λόγους, να ακυρωθεί, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 12 του προαναφερθέντος κανονισμού 1546/88, σχετικά με τον υπολογισμό της μέσης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες του γάλακτος που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς.
Eni των δικαστικών εξόδων
19
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση 89/627/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987, κατά το μέτρο που η απόφαση αυτή δέχεται υπέρβαση της εγγυημένης συνολικής ποσότητας για τις παραδόσεις γάλακτος κατά 5192 τόνους όσον αφορά την περίοδο 1987/1987.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Due
Slynn
Schockweiler
Grévisse
Mancini
Moitinho de Almeida
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Νοεμβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy