ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-24/90 ( *1 )
I — Το νομοθετικό πλαίσιο
1.
Δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (EΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226), τα κονσερβοποιημένα μανιτάρια ως «λαχανικά, φυτά εδώδιμα και οπώραι, παρασκευασμένα ή διατηρημένα άνευ όξους » ( διάκριση 20.02 του κοινού δασμολογίου), αποτελούν μέρος κοινής οργανώσεως των αγορών.
2.
Ο κανονισμός 516/77 εξαρτά την εισαγωγή στην Κοινότητα των απαριθμούμενων στο παράρτημά του IX προϊόντων από πιστοποιητικό εισαγωγής χορηγούμενο από τα κράτη μέλη ( άρθρο 10 ) και επιτρέπει στην Επιτροπή, σε περίπτωση σοβαρών διαταραχών στην αγορά οφειλομένων στις εισαγωγές ή εξαγωγές τέτοιων προϊόντων να αποφασίζουν τη λήψη' των μέτρων που είναι αναγκαία για να εκλείψει η διαταραχή ή η απειλή διαταραχής (άρθρο 14).
3.
Η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3429/80, της 29ης Δεκεμβρίου 1980, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιέργειας ( ABl. L 358, σ. 66 ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, η ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας κονσερβών μανιταριών καλλιέργειας της διακρίσεως 20.02 Α του κοινού δασμολογίου, διαφορετικών από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 4 και υπερβαινουσών τις ποσότητες που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, υπόκειται, κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31ης Μαρτίου 1981, στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού ύψους 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους.
4.
Το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού προβλέπει τον καθορισμό ποσοτικών ορίων εντός των οποίων μπορούν να χορηγούνται πιστοποιητικά εισαγωγής για τα σχετικά εμπορεύματα.
II — Τα πραγματικά περιστατικά και η ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαδικασία
5.
Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι κατά την περίοδο από 20 έως 25 Μαρτίου 1981 η εταιρία Werner Faust ζήτησε, στο πλαίσιο της απλουστευμένης τελωνειακής διαδικασίας της οποίας δικαιούνταν, τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία 89873 χαρτοκιβωτίων εμπορευμάτων που είχαν δηλωθεί ως άγρια μανιτάρια σε κονσέρβες. Η τελωνειακή υπηρεσία έκανε δεκτό το αίτημα αυτό. Η συνολική διασάφηση περιήλθε στο Hauptzollamt στις 2 Απριλίου 1981. Η εταιρία Werner Faust υπέβαλε ένα πιστοποιητικό εισαγωγής σχετικά με άγρια μανιτάρια σε κυτία επί του οποίου το Hauptzollamt προέβη στον σχετικό καταλογισμό των εισαχθεισών ποσοτήτων. Στη συνέχεια, καθόρισε τους εισαγωγικούς δασμούς σύμφωνα με την αίτηση, δηλαδή με συντελεστή 23 ο/ο και έλαβε ως δείγμα δέκα κυτία από την παρτίδα που είχε διασαφηνισθεί στις 20 Μαρτίου 1981.
6.
Μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ανέκυψε διαφορά σχετικά με το ζήτημα αν πράγματι επρόκειτο για άγρια μανιτάρια.
7.
Ώστερα από τις σχετικές πραγματογνωμοσύνες, το Hauptzollamt θεώρησε ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα ήταν μανιτάρια καλλιέργειας και, κατά συνέπεια, έκρινε ότι οι εισαγωγές δεν καλύπτονταν από έγκυρο πιστοποιητικό.
8.
Στηριζόμενο στις συνδυασμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), και του προαναφερθέντος κανονισμού 3429/80, το Hauptzollamt απήτησε από την εταιρία Werner Faust συμπληρωματικούς δασμούς ύψους 4310612,10 γερμανικών μάρκων ( DM ).
9.
Καθώς η διοικητική της ένσταση απορρίφθηκε από το Hauptzollamt, η Werner Faust άσκησε σχετική προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht το οποίο ακύρωσε την απόφαση του Hauptzollamt με το σκεπτικό ότι το Hauptzollamt δεν δικαιούνταν να εισπράξει το συμπληρωματικό ποσό διότι ο προαναφερθείς κανονισμός 3429/80 δεν προέβλεπε μέτρα σε περίπτωση εισαγωγής πέραν των καθορισθεισών ποσοτήτων. Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των κονσερβών μανιταριών, και δη χωρίς πιστοποιητικό εισαγωγής, εμποδίζει την επίτευξη του σκοπού του σχετικού κανονισμού ο οποίος είναι η προστασία της κοινοτικής αγοράς. Κατά συνέπεια, η είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού αποτελούσε απλώς κύρωση. Εξάλλου, το ύψος των συμπληρωματικών ποσών δεν ήταν σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας.
10.
Κατά της αποφάσεως αυτής, το Hauptzollamt υπέβαλε αίτηση « Αναθεωρήσεως » ( Revision) ενώπιον του Bundesfinanzhof. Το εν λόγω δικαστήριο, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία και το κύρος του προαναφερθέντος κανονισμού 3429/80, αποφάσισε, με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1989, την αναστολή της ενώπιόν του διαδικασίας και την υποβολή προς το Δικαστήριο των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
«1)
Πρέπει να εισπράττεται συμπληρωματικό ποσό, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3429/80, και όσον αφορά κονσέρβες μανιταριών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3429/80, ειδικότερο όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του συμπληρωματικού ποσού; »
11.
Στο σκεπτικό της Διατάξεως του Bundesfinanzhof παρατηρείται προεισαγωγικώς ότι το Finanzgericht δεν διευκρίνισε αν τα εισαχθέντα μανιτάρια ήταν άγρια ή μανιτάρια καλλιέργειας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο λαμβάνει ως βάση ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα ήταν καλλιεργείας.
12.
Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 3429/80, το Bundesfinanzhof θεωρεί ότι, ενόψει του γράμματος και του σκοπού του εν λόγω κανονισμού, το συμπληρωματικό ποσό θα έπρεπε να εισπράττεται στην περίπτωση κατά την οποία οι κονσέρβες μανιταριών είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής.
13.
Όσον αφορά το κύρος του επίμαχου κανονισμού, το Bundesfinanzhof, αναφερόμενο στη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wünsche, Συλλογή 1984, σ. 1995 επ., απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1988, 77/86, National Dried Fruit Trade Association, Συλλογή 1988, σ. 757, και απόφαση της 5ης Ιουλίου 1988, 291/86, Central-Import Münster, Συλλογή 1988, σ. 3679), εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν, ενόψει του σημαντικού ύψους των συμπληρωματικών ποσών, τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας. Κατά το Bundesfinanzhof, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι τηρήθηκε η αρχή αυτή, πρέπει να εξετασθεί αν η Επιτροπή, καθορίζοντας το συμπληρωματικό ποσό, στηρίχθηκε επί ακριβών πραγματικών στοιχείων.
14.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιανουαρίου 1990.
15.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η προσφεύγουσα — καθής στην αίτηση « Αναθεωρήσεως» — της κύριας δίκης Werner Faust, εκπροσωπούμενη από τον Lorenz-Meyer, δικηγόρο Αμβούργου, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booß, νομικό της σύμβουλο, και τον Ulrich Wölker, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας.
16.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και ανέθεσε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2 του Κανονισμού Διαδικασίας, την υπόθεση στο έκτο του τμήμα.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί τον πεόίον εφαρμογής τον κανονισμού 3429/80
17.
Σχετικά με το ζήτημα αν τα επίμαχα εμπορεύματα υπάγονται ή όχι στους προαναφερθέντες κανονισμούς, η Werner Faust διευκρινίζει ότι ο κανονισμός 3429/80 αφορά τα μέτρα διασφαλίσεως για τις κονσέρβες μανιταριών της διακρίσεως 20.02 Α του κοινού δασμολογίου. Κατά συνέπεια, η εν λόγω εταιρία φρονεί ότι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό αυτό μέτρα εφαρμόζονται όχι μόνο επί των κονσερβών μανιταριών καλλιέργειας αλλά και επί των κονσερβών αγρίων μανιταριών.
18.
Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, ο επίμαχος κανονισμός ουδέποτε είχε σχέση με άγρια μανιτάρια. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οσάκις στον κανονισμό αυτό τίθεται θέμα μανιταριών εκ καλλιέργειας, πρόκειται αποκλειστικά για μανιτάρια καλλιέργειας, και αυτό διότι ο γερμανικός όρος είναι διφορούμενος (η απόδοση του στις άλλες γλώσσεως είναι, κατά την Επιτροπή, πλέον σαφής: « champignons de couche » ή « champignons de Paris » στη γαλλική, δεδομένου ότι η couche είναι το μέρος όπου καλλιεργούνται τα μανιτάρια ).
Επί του πρώτου ερωτήματος (ερμηνεία τον άρθρου Ι τον κανονισμού 3429/80 )
α) Η γραμματική ερμηνεία
19.
Η Werner Faust παρατηρεί ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του, το άρθρο 1 του κανονισμού συνδέει την είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού αποκλειστικά με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων που υπερβαίνουν τις καθορισμένες από τον ίδιο τον κανονισμό ποσότητες. Το εν λόγω κείμενο δεν ορίζει ότι το συμπληρωματικό ποσό πρέπει να εισπράττεται για ήδη πραγματοποιηθείσες εισαγωγές ως προς τις οποίες δεν έχει προσκομισθεί πιστοποιητικό που να έχει χορηγηθεί δυνάμει του άρθρου του 2.
20.
Η Επιτροπή, καίτοι επίσης θεωρεί ότι, σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 1 του επίμαχου κανονισμού, προϋπόθεση για την είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού αποτελεί η υπέρβαση ορισμένων ποσοτήτων και η θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν προβλέπει, όσον αφορά την είσπραξη συμπληρωματικών δασμών, διαχρονικά όρια. Η ύπαρξη του κανονισμού 1697/79, ο οποίος επιτρέπει την εκ των υστέρων είσπραξη, καταδεικνύει επίσης ότι το κοινοτικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη ορισμένων ορίων, στηρίζεται στην αρχή της εκ των υστέρων καταβολής των δασμών που αδικαιολογήτως δεν εισπράχθηκαν κατά την εισαγωγή.
β) Η τελεολογική ερμηνεία
21.
Η Werner Faust παρατηρεί ότι το αντικείμενο και ο σκοπός του επίμαχου κανονισμού επιρρωννύουν την ανωτέρω γραμματική ερμηνεία, διότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού, επιδίωξη της Επιτροπής ήταν ο περιορισμός του όγκου των εισαγωγών. Φρονεί ότι μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων το συμπληρωματικό ποσό δεν μπορεί πλέον να εισπράττεται διότι η προστασία της κοινοτικής αγοράς δεν είναι στο εξής εφικτή.
22.
Αντιθέτως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ερμηνεία που αυτή προτείνει απορρέει και από τον σκοπό του συμπληρωματικού ποσού. Κατά το εν λόγω κοινοτικό όργανο, ένα τέτοιο ποσό, το οποίο αποβλέπει στην προστασία της κοινοτικής αγοράς από τις εισαγωγές, μπορεί να παίζει τέτοιο ρόλο μόνο εφόσον είναι δυνατή και η εκ των υστέρων είσπραξη του. Σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν δυνατή η καταστρατήγηση των διατάξεων του επίμαχου κανονισμού, κυρίως στο πλαίσιο της απλουστευμένης διαδικασίας δυνάμει της οποίας τα πιστοποιητικά εισαγωγής πρέπει να υποβάλλονται μόνο μετά τη θέση σε κυκλοφορία, οπότε η είσπραξη συμπληρωματικού ποσού ουδέποτε πλέον είναι δυνατή.
23.
Κατά την Επιτροπή, αυτή η δυνατότητα εκ των υστέρων εισπράξεως ενός δασμού ανταποκρίνεται επίσης στις επιταγές της αρχής της ισότητας: το ύψος του εισπρακτέου δασμού δεν πρέπει να εξαρτάται από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διαπιστώθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εισπράξεως του. Η εκ των υστέρων είσπραξη δεν πρέπει να θεωρείται ως απαράδεκτος κολασμός. Κατά το μέτρο που, γενικώς, η είσπραξη ενός δασμού μπορεί να θεωρηθεί ως « οικονομικός κολασμός », η ποινική πλευρά μιας τέτοιας πράξεως δεν μπορεί βασικώς να απορριφθεί αλλά πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικά σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
24.
Η Επιτροπή προσθέτει επίσης ότι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Werner Faust διακυβεύει την αποτελεσματικότητα των μέτρων διασφαλίσεως απειλώντας, επιπλέον, τη συνολική λειτουργία του συστήματος πιστοποιητικών στον τομέα αυτό, διότι μια τέτοια ερμηνεία έχει ως συνέπεια ότι όλοι οι εισαγωγείς μπορούν — εφόσον αναλαμβάνουν τον κίνδυνο της καταβολής υψηλών συμπληρωματικών ποσών σε περίπτωση υπερβάσεως συνολικών ποσοτήτων — να εισάγουν εμπορεύματα στην Κοινότητα χωρίς καν να υποβάλλουν πιστοποιητικά εισαγωγής και ότι μοναδικό έργο των αρχών απομένει, σε κάθε περίπτωση, να διαπιστώνουν απλώς την υπέρβαση των ποσοτήτων και να εισπράττουν το συμπληρωματικό ποσό μετά την εισαγωγή των εμπορευμάτων.
25.
Συμπληρωματικώς, η Werner Faust διευκρινίζει ότι η καθοριζόμενη από τους επίμαχους κανονισμούς ετησία ποσόστωση δεν εισήχθη και ότι, δεδομένου ότι τα πιστοποιητικά για τα άγρια μανιτάρια είχαν εκδοθεί χωρίς τον καθορισμό συμπληρωματικού ποσού, οι εισαγωγείς μπορούσαν να υποθέσουν ότι δεν είχε εισέτι γίνει υπέρβαση της ποσοστώσεως. Καμία διάταξη των κανονισμών δεν καταστρατηγήθηκε. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το συμπληρωματικό ποσό πρέπει να εισπράττεται επί των εμπορευμάτων που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία καθ' υπέρβαση των ποσοστώσεων, δεν υπήρξε παράτυπη εισαγωγή και τα ποσά αυτά δεν μπορούσαν να εισπραχθούν.
26.
Η Επιτροπή παρατηρεί συναφώς ότι το άρθρο 1 παραπέμπει στις « ποσότητες που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 » το οποίο, κατά τη γνώμη της, αναφέρεται στα πιστοποιητικά εισαγωγής, δηλαδή πρόκειται για την τήρηση όχι τόσο των μνημονευομένων στο άρθρο αυτό συνολικών ποσοτήτων όσο, μάλλον, των πιστοποιητικών εισαγωγής που έχουν χορηγηθεί για τις συνολικές αυτές ποσότητες.
27.
Η Werner Faust προτείνει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα αρνητική απάντηση.
28.
Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα χρήζει καταφατικής απαντήσεως, προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση:
« Η είσπραξη συμπληρωματικού ποσού κατά την έννοια του άρθρου 1, του κανονισμού 3429/80 επιβάλλεται και όσον αφορά τις κονσέρβες μανιταριών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής. »
Επί τον δευτέροθυ ερωτήματος (κύρος τον κανονισμού 3429/80)
α) Η νομολογία του Δικαστηρίου
29.
Η Werner Faust παρατηρεί ότι ο επίμαχος κανονισμός είναι ανίσχυρος. Φρονεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wünsche, με την οποία δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη στοιχείων που να θίγουν το κύρος του κανονισμού 3429/80, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εξετάσει εκ νέου το κύρος του κανονισμού αυτού. Πράγματι, με την απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα του ύψους του συμπληρωματικού ποσού και δεν εξέτασε αυτή την πτυχή του κύρους του κανονισμού 3429/80.
30.
Κατά την Werner Faust, η εξέταση του κύρους του επίμαχου κανονισμού πρέπει να γίνει υπό το φως των προαναφερθεισών αποφάσεων της 11ης Φεβρουαρίου 1988, 77/86, National Dried Fruit Trade Association, και της 5ης Ιουλίου 1988, 291/86, Central-Import Münster, όπου, σε μια παρόμοια περίπτωση, διαπιστώθηκε το ανίσχυρον του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/82 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1982, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοσθούν στις εισαγωγές σταφίδας ( ΕΕ L 290, σ. 28 ), κατά το μέτρο που με τον κανονισμό αυτό είχε εισαχθεί εξισωτική εισφορά με σταθερό συντελεστή ίσον προς τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής εισαγωγής στην Κοινότητα και της χαμηλότερης στη διεθνή αγορά τιμής.
31.
Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι το κύρος του επίμαχου κανονισμού, εξεταζόμενο υπό το φως των προαναφερθεισών αποφάσεων της 11ης Φεβρουαρίου 1988 και της 5ης Ιουλίου 1988, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Κατά την Επιτροπή, οι προαναφερθείσες αποφάσεις αφορούσαν το ανίσχυρο του κανονισμού 2742/82, κατά το μέτρο που ο κανονισμός αυτός καθόριζε εξισωτική εισφορά επί των εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών.
32.
Κατά την Επιτροπή, οι εκδικασθείσες από το Δικαστήριο κατά το 1988 υποθέσεις διαφέρουν από την υπό κρίση ως προς τα ακόλουθα σημεία:
α)
η εξισωτική εισφορά διαφέρει ριζικώς από το επίδικο εν προκειμένω συμπληρωματικό ποσό·
β)
η εξισωτική εισφορά επί της εισαγωγής σταφίδας αποσκοπούσε στην τήρηση της ελαχίστης τιμής κατά την εισαγωγή ενώ εν προκειμένω επιδιώκεται η παρεμπόδιση της εισόδου στην κοινοτική αγορά εμπορευμάτων υπερβαινόντων μια ορισμένη ποσότητα·
γ)
η εξισωτική εισφορά εφαρμοζόταν επί όλων των εισαγωγών σε περίπτωση μη τηρήσεως της ελαχίστης τιμής ενώ στην υπό κρίση περίπτωση οι μη υπερβαίνουσες τις καθορισθείσες ποσοστώσεις ποσότητες απαλλάσσονται της καταβολής συμπληρωματικού ποσού'
δ)
η εξισωτική εισφορά έπληττε τις εισαγωγές σταφίδας ακόμα και σε περίπτωση ασήμαντης διαφοράς ως προς την τιμή μεταξύ Κοινότητας και τρίτων χωρών (δηλαδή έστω και αν ο σκοπός του κανονισμού είχε ήδη κατ' ουσίαν επιτευχθεί), ενώ εν προκειμένω η διαφορά τιμής είναι γενικώς πολύ μεγάλη ( ληφθέντος υπόψη ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι οπωσδήποτε διαφορετικός). Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι διαφορές αυτές δεν επιτρέπουν την άντληση από τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου του 1988 επιχειρήματος κατά του κύρους του επίδικου εν προκειμένω κανονισμού.
β) Η αρχή της αναλογικότητας
33.
Η Werner Faust θεωρεί ότι ο καθορισμός συμπληρωματικού ποσού 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα είναι αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, ο επίμαχος κανονισμός είναι ανίσχυρος διότι για την αποτελεσματική επίτευξη του σκοπού των μέτρων διασφαλίσεως δεν ήταν αναγκαίο συμπληρωματικό ποσό του ύψους αυτού. Ακόμα και ο αποτρεπτικός στόχος δεν επέτρεπε στην Επιτροπή να καθορίσει το συμπληρωματικό ποσό σε οποιοδήποτε ύψος, διότι, εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω κοινοτικό όργανο υποχρεούνταν να σεβαστεί την αρχή της αναλογικότητας. Επιπλέον, κατά τη Werner Faust, η Επιτροπή πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα του πράγματι εισπραττομένου συμπληρωματικού ποσού, να προβληματιστεί σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίο το συμπληρωματικό ποσό πλήττει τον εισαγωγέα.
34.
Η Επιτροπή φρονεί ότι ετήρησε την αρχή της αναλογικότητας διότι δεν αποφάσισε μια συνολική απαγόρευση εισαγωγής αλλά έλαβε ένα λιγότερο περιοριστικό, καίτοι απαγορευτικό σε ορισμένες περιπτώσεις, μέτρο επιτρέπον ευχερέστερη προσαρμογή στις απαιτήσεις της αγοράς. Αυτό διαπιστώθηκε στην προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, υπόθεση 345/82, όπου το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την εκτίμηση της Επιτροπής.
γ) Η ύπαρξη λιγότερο περιοριστικών μέτρων
35.
Κατά τη Werner Faust, το συμπληρωματικό ποσό, συγκρινόμενο με την αναστολή των εισαγωγών, δεν είναι μέσον λιγότερο περιοριστικό παρά μόνο μέχρι την ημέρα κατά την οποία θα ζητηθεί ένα πιστοποιητικό. Παύει πλέον να είναι ένα λιγότερο περιοριστικό μέσον αφ' ης στιγμής ένα εμπόρευμα εισαχθεί χωρίς ο εισαγωγέας να έχει επίγνωση του γεγονότος ότι μπορεί να εφαρμοσθεί επ' αυτού το συμπληρωματικό ποσό (π.χ., εισαγωγή με έγκυρο πιστοποιητικό αλλά διαφωνία ως προς τη δασμολογική κατάταξη· εκ προθέσεως παράβαση από τον εισαγωγέα των διατάξεων που απαιτούν έγκυρα πιστοποιητικά· εκ πλάνης παράβαση τέτοιων διατάξεων χωρίς ο εισαγωγέας να είναι υπεύθυνος). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το συμπληρωματικό ποσό αποτελεί ένα μέτρο σαφώς περισσότερο περιοριστικό απ' ό,τι η πλήρης αναστολή εισαγωγών, διότι αν απαγορευόταν η εισαγωγή, ο εισαγωγέας θα κολαζόταν σύμφωνα με τις εθνικές ποινικές διατάξεις ανάλογα με τη σπουδαιότητα της αξιοποίνου πράξεως και την οικονομική χρησιμότητα της συναλλαγής. Το συμπληρωματικό ποσό δεν επιτρέπει μια τέτοια στάθμιση. Αντιθέτως, αποτελεί κολασμό του οποίου ο χαρακτήρας είναι κάτι παραπάνω από οιονεί ποινικός.
36.
Η Επιτροπή είναι αντίθετη προς μια τέτοια ερμηνεία:
α)
θεωρεί ότι η εκ των υστέρων είσπραξη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συστήματος επιβολής δασμών με όλες τις εξ αυτού προκύπτουσες νομικές και οικονομικές συνέπειες. Επομένως, εφόσον αυτή καθευατή η είσπραξη δασμών είναι θεμιτή, η σχετική εκτίμηση δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο δασμός εισπράττεται εκ των υστέρων
β)
η Επιτροπή παρατηρεί ότι οποιοσδήποτε παραβαίνει μία απαγόρευση εισαγωγής διατρέχει τον κίνδυνο καταβολής υψηλού προστίμου το οποίο επιβάλλεται μόνο σε περίπτωση που υφίσταται αδίκημα (δόλος ή αμέλεια ), ενώ, αντιθέτως, το συμπληρωματικό ποσό χαρακτηρίζεται από την έλλειψη οποιασδήποτε επικρίσεως κατά του εισαγωγέα'
γ)
η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, έστω και αν δεν υφίσταται αδίκημα υπό την ποινική έννοια του όρου, ο εισαγωγέας δεν αγνοεί την αυστηρή νομοθεσία σχετικά με τις εισαγωγές και πρέπει να επιδεικνύει σύνεση ώστε να αποφεύγει τους κινδύνους παραβάσεως του νόμου. Δεδομένου ότι ο εισαγωγέας φέρει την αντικειμενική ευθύνη για τη νομότυπη διεκπεραίωση μιας εισαγωγής, οφείλει, όπως είναι επόμενο, να αναλαμβάνει και τον κίνδυνο και την ευθύνη που συνεπάγονται η επιλογή και η στάση των εμπορικών του εταίρων καθώς και η ενδεχόμενη διαφορά, δυσχερώς ίσως διαπιστώσιμη, μεταξύ του δηλωθέντος και του πράγματι παραδοθέντος εμπορεύματος.
37.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), καίτοι δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, υπογραμμίζει ωστόσο την έκταση του ανωτέρω επισημανθέντος εμπορικού κινδύνου του εισαγωγέα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φρονεί ότι το ύψος του συμπληρωματικού ποσού δεν προσφέρεται για αμφισβητήσεις.
δ) Το ύψος του συμπληρωματικού ποσού
38.
Κατά την Werner Faust, το συμπληρωματικό ποσό πρέπει να καθορίζεται σε ύψος που να επιτρέπει την αντιστάθμιση ενός πλεονεκτήματος όσον αφορά την τιμή. Το ποσό αυτό πρέπει να καθορίζεται με βάση τη διαφορά μεταξύ του κόστους των κονσερβών μανιταριών που παράγονται εντός της Κοινότητας και των τιμών εισαγωγής παρόμοιων προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών, χωρίς όμως και να υπερβαίνει τη διαφορά αυτή. Επομένως, θεωρεί ότι ήταν, κατά μείζονα λόγο, παράνομο να ληφθεί ως αποκλειστική βάση το υψηλότερο κόστος της ενδοκοινοτικής παραγωγής, δηλαδή το κόστος του γαλλικού προϊόντος πρώτης διαλογής και να προβλεφθεί ενιαίο συμπληρωματικό ποσό εξίσου υψηλό και όσον αφορά την εισαγωγή προϊόντος τρίτης διαλογής, σχετικά με το οποίο η τιμή που κόστιζε το κινέζικο προϊόν, ακόμα και σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, δεν ήταν κατώτερη της τιμής κόστους του γαλλικού προϊόντος και ανώτερη της ανάλογης τιμής του ολλανδικού προϊόντος. Εξάλλου, η Werner Faust αμφισβητεί το ακριβές των τιμών κόστους επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή προκειμένου να καθορίσει το συμπληρωματικό ποσό.
39.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι καθώς δεν είχε την εξουσία να ορίσει αυθαιρέτως το ύψος, επέλεξε ένα ποσό καθοριζόμενο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Κατά την Επιτροπή, ένα συμπληρωματικό ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ της τιμής στις χώρες εξαγωγής και της τιμής στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν ήταν αρκετό διότι, σ' ένα τέτοιο ύψος, το συμπληρωματικό ποσό απλώς θα εξίσωνε την τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων προς τις κοινοτικές τιμές. Σ' ένα τέτοιο ύψος δεν θα ήταν δυνατή η παρεμπόδιση διαταραχών στην αγορά. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το ποσό που καθορίστηκε σε 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα αντιστοιχούσε στην τιμή κόστους των κονσερβών μανιταριών πρώτης διαλογής (η πλέον σημαντική κατηγορία της κοινοτικής παραγωγής) γαλλικής προελεύσεως (πρώτη παραγωγός χώρα της Κοινότητας) παραδοτέων στη γερμανική αγορά (κύριος αγοραστής ). Μόνο έτσι θα μπορούσε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο απαγορευτικό αποτέλεσμα.
40.
Η Werner Faust προτείνει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αρνητική απάντηση.
41.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση :
« Από την εξέταση των υποβληθέντων στο Δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων δεν κατέστη δυνατή η συναγωγή οποιουδήποτε στοιχείου ικανού να θίξει το κύρος του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3429/80 της Επιτροπής. »
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 16ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-24/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρ-μογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία το αιτούν δικαστήριο ζητεί, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
και
Werner Faust OHG, Hamburg,
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 3429/80 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1980, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιέργειας ( ABl. L 358, σ. 66 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Ρ. J. G. Kapteyn, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα, G. F. Mancini και Κ. Ν. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Werner Faust, εκπροσωπούμενη από τον Ulrich Lorenz-Meyer, δικηγόρο Αμβούργου,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booß, νομικό σύμβουλο, και τον Ulrich Wölker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν η Werner Faust και η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1989 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιανουαρίου 1990, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3429/80 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1980, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργειας ( ABl. L 358, σ. 66 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Hauptzollamt Hamburg-Jonas ( στο εξής: Hauptzollamt ) και της εταιρίας Werner Faust Offene Handelsgesellschaft, στο Αμβούργο (στο εξής: Werner Faust), σχετικά με την καταβολή συμπληρωματικού ποσού 4310610,10 γερμανικών μάρκων (DM) που το Hauptzollamt είχε απαιτήσει, δυνάμει του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), και του κανονισμού 3429/80.
3
Το συμπληρωματικό ποσό, για το οποίο πρόκειται, προβλέπεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 3429/80, κατά το οποίο:
« Η ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητος μανιταριών καλλιεργείας, της διακρίσεως 20.02 Α του κοινού δασμολογίου, άλλων από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 4 και υπερβαίνουν τις ποσότητες που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, υπόκειται κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31ης Μαρτίου 1981 στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού 175 Ecu ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους. »
4
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, κατά την περίοδο από 20 έως 25 Μαρτίου 1981 η Werner Faust ζήτησε τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία 89873 χαρτοκιβωτίων εμπορευμάτων δηλωθέντων ως αγρίων μανιταριών, σε κονσέρβες, προελεύσεως Κίνας και προσκόμισε στη συνέχεια πιστοποιητικό εισαγωγής, σχετικά με άγρια μανιτάρια, επί του οποίου το Hauptzollamt προέβη στον καταλογισμό των εισαχθεισών ποσοτήτων. Μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και κατόπιν των διενεργηθεισών πραγματογνωμοσυνών, το Hauptzollamt θεώρησε ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα ήταν μανιτάρια καλλιέργειας και ότι, κατά συνέπεια, οι εισαγωγές δεν καλύπτονταν από έγκυρο πιστοποιητικό, πράγμα που το ώθησε στο να αξιώσει συμπληρωματικώς το προαναφερθέν ποσό.
5
Μετά την απόρριψη, με απόφαση του Hauptzollamt, της διοικητικής της ενστάσεως, η Werner Faust προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht το οποίο ακύρωσε την απόφαση αυτή. Τότε, το Hauptzollamt υπέβαλε αίτηση «Αναθεωρήσεως» (Revision) στο Bundesfinanzhof το οποίο, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού 3429/80, ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει να εισπράττεται συμπληρωματικό ποσό, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3429/80, και όσον αφορά κονσέρβες μανιταριών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: είναι έγκυρος ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3429/80, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του συμπληρωματικού ποσού; »
6
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι επίμαχες κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
7
Κατά τη Werner Faust, τόσο από το γράμμα όσο και από τον σκοπό του άρθρου 1 του κανονισμού 3429/80 προκύπτει ότι κριτήριο για την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού αποτελεί μόνο η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που υπερβαίνουν τις καθορισθείσες από τον κανονισμό αυτόν ποσότητες. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί των ήδη πραγματοποιηθεισών εισαγωγών για τον λόγο ότι, μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίζεται κοινοτική προστασία.
8
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, το άρθρο 1 του κανονισμού 3429/80 επιβάλλει την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού για κάθε θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία κονσερβών μανιταριών που υπερβαίνουν τις ποσότητες που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, του ίδιου κανονισμού, χωρίς με τη διάταξη αυτή να εισάγεται οποιαδήποτε διάκριση όσον αφορά τον τρόπο θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία. Σύμφωνα με το εισαχθέν με τον κανονισμό αυτό σύστημα, η τήρηση της υποχρεώσεως της μη υπερβάσεως των καθορισθεισών ποσοτήτων διασφαλίζεται με τη χορήγηση στους επιχειρηματίες πιστοποιητικών εισαγωγής τα οποία δεν ξεπερνούν συνολικώς τις ποσότητες αυτές. Ως εκ τούτου, η αποτελεσματικότητα του συστήματος αυτού θα διακυβευόταν αν η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας μπορούσε να γίνεται χωρίς να είναι δυνατό να ελέγχεται, μέσω της προσκομίσεως πιστοποιητικού εισαγωγής, αν οι εν λόγω ποσότητες εμπορευμάτων υπερβαίνουν τις καθορισθείσες από τον κανονισμό 3429/80 ποσότητες.
9
Πράγματι, η αποτελεσματικότητα του προβλεπόμενου από τον κανονισμό 3429/80 συστήματος διασφαλίζεται με την είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού. Εξ αυτού έπεται ότι κάθε εισαγωγή που γίνεται χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό, έστω και αν ο εισαγωγέας είναι καλής πίστεως, πρέπει να θεωρείται ως πραγματοποιούμενη καθ' υπέρβαση των καθορισθεισών από τον κανονισμό αυτόν ποσοτήτων και να συνεπάγεται την είσπραξη του προβλεπομένου συμπληρωματικού ποσού. Η λειτουργία αυτή του συμπληρωματικού ποσού έχει ως συνέπεια ότι το εν λόγω ποσό πρέπει να εισπράττεται και στην περίπτωση κατά την οποία, μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω εμπορευμάτων, διαπιστώνεται ότι η εισαγωγή έγινε χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό.
10
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 1 του κανονισμού 3429/80 συμπληρωματικό ποσό πρέπει να εισπράττεται και στην περίπτωση κατά την οποία μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας κονσερβών μανιταριών διαπιστώνεται ότι το εν λόγω εμπόρευμα δεν συνοδευόταν από έγκυρο πιστοποιητικό.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
11
Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο θέτει κατ' ουσίαν το πρόβλημα του νόμιμου, ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, χαρακτήρα του προβλεπόμενου από τον κανονισμό συμπληρωματικού ποσού και, ειδικότερα, του ύψους του ποσού αυτού.
12
Κατά πάγια νομολογία, από την αρχή αυτή απορρέει ότι ο νόμιμος χαρακτήρας μέτρων που επιβάλλουν οικονομικές επιβαρύνσεις στους επιχειρηματίες εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι κατάλληλα και αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που νομίμως επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση ενώ εξυπακούεται ότι, όταν προσφέρονται προς επιλογή περισσότερα κατάλληλα μέτρα, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, οι δε επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκομένους σκοπούς ( βλ., π.χ., την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder, Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21 ). Επομένως, για να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να υπο-μνησθεί, πρώτ' απ' όλα, ο σκοπός του κανονισμού 3429/80.
13
Νομική βάση του κανονισμού αυτού αποτελεί ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226 ), και κυρίως το άρθρο του 14, παράγραφος 2, δυνάμει του οποίου η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους ή εξ ιδίας πρωτοβουλίας, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα τα οποία γνωστοποιούνται στα κράτη μέλη και μπορούν αμέσως να εφαρμόζονται.
14
Κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 521/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 251 ), προέβλεψε ορισμένα μέτρα.
15
Όσον αφορά το περιεχόμενο των μέτρων αυτών, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του τελευταίου αυτού κανονισμού διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα εν λόγω μέτρα δεν μπορούν να λαμβάνονται παρά μόνο κατά το μέτρο και για τη διάρκεια που κρίνονται απολύτως αναγκαία και ότι είναι δυνατό αυτά να περιορίζονται σε ορισμένες προελεύσεις, καταγωγές, προορισμούς, ποιότητες ή εμφανίσεις.
16
Βάσει των διαφόρων αυτών διατάξεων, η είσπραξη του συπληρωματικού ποσού θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3429/80 ως μέτρο διασφαλίσεως. Καίτοι το μέτρο αυτό δεν περιλαμβανόταν σ' αυτά που ρητώς προβλέπονταν από τον κανονισμό 521/77, η νομιμότητά του έχει εντούτοις αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ( βλ. την απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wünche, Συλλογή 1984, σ. 1995, σκέψη 24 ).
17
Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τις δυο πρώτες αιτιολογικές σκέψεις του, ο κανονισμός 3429/80 έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως για την προστασία της κοινοτικής αγοράς μανιταριών που απειλείται, λόγω εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών, από σοβαρές διαταραχές ικανές να θέσουν σε κίνδυνο τους σκοπούς του άρθρου 39 της Συνθήκης.
18
Όπως διασαφηνίζεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο, λαμβάνοντας υπόψη τα παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα με τις προμηθεύτριες τρίτες χώρες, να μην εφαρμόσει μέτρα αναστολής των εισαγωγών, αλλά να υποβάλει τις ποσότητες που υπερβαίνουν τον παραδοσιακό όγκο εισαγωγών σε ένα λιγότερο περιοριστικό μέτρο, δηλαδή στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού ικανού να διασφαλίσει την ισορροπία της κοινοτικής αγοράς.
19
Ενόψει του κατ' αυτόν τον τρόπο διευκρινισμένου σκοπού του επίμαχου κανονισμού, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η απαίτηση συμπληρωματικού ποσού ήταν και ενδεδειγμένη και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Λαμβανομένου ωστόσο υπόψη του γεγονότος ότι το ποσό αυτό καθορίστηκε κατ' αποκοπή σε 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους, χωρίς να έχει προβλεφθεί κάποια κλιμάκωση του αναλόγως της ποιότητας των εμπορευμάτων και των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτά εισήχθησαν, πρέπει να ελεγχθεί μήπως το ποσό αυτό υπερβαίνει τα όρια που συνεπάγεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, της οποίας έκφραση αποτελεί το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/777.
20
Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι έχει τηρήσει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον το επικρινόμενο μέτρο είναι λιγότερο περιοριστικό για τις συναλλαγές απ' όσο η πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών που θα μπορούσε να έχει επιλεγεί και ότι το εν λόγω μέτρο είναι περισσότερο ελαστικό δεδομένου ότι είναι δυνατή η προσαρμογή του στις απαιτήσεις της αγοράς, μέσω απλής αυξομειώσεως του συμπληρωματικού ποσού.
21
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό διότι σκοπός του κανονισμού 3429/80 ήταν όχι να απαγορευθούν οι πέραν ορισμένων ποσοτήτων εισαγωγές αλλά να παρασχεθεί, ακόμα και πέραν των καθορισθεισών ποσοτήτων, η δυνατότητα χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής έναντι καταβολής συμπληρωματικού ποσού ( βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 12η Απριλίου 1984, Wünsche, σκέψη 25 ). Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταφύγει σε μια τέτοια απαγόρευση.
22
Όσον αφορά το ύψος του, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το συμπληρωματικό ποσό έπρεπε να καθοριστεί σε αρκετά υψηλό επίπεδο ώστε να είναι αποτρεπτικό.
23
Ούτε το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό για τον προαναφερθέντα λόγο ότι ο επιδιωκόμενος από τον κανονισμό σκοπός δεν ήταν να αποκλειστούν πλήρως οι πέραν των καθορισθεισών ποσοτήτων εισαγωγές. Εξάλλου, σκοπός του κανονισμού δεν ήταν ο κολασμός των άνευ πιστοποιητικού εισαγωγών, αλλά η προστασία της κοινοτικής αγοράς μανιταριών από σοβαρές διαταραχές οφειλόμενες σε εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών.
24
Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ύψος του συμπληρωματικού ποσού ήταν δικαιολογημένο λόγω του ότι αντιστοιχούσε στην τιμή κόστους των κονσερβών μανιταριών πρώτης κατηγορίας, προελεύσεως Γαλλίας, που είχαν πωληθεί στη γερμανική αγορά. Η επιλογή αυτή έγινε επειδή η Γαλλία είναι η πρώτη παραγωγός χώρα της Κοινότητας, η δε Γερμανία ο κύριος αγοραστής. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, ένα συμπληρωματικό ποσό που θα ήταν απλώς ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής που ίσχυε στη χώρα εξαγωγής και αυτής που είχε ορισθεί εντός της Κοινότητας δεν θα επέτρεπε την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού 3429/80.
25
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, όπως και ο γενικός εισαγγελέας κατέδειξε στις προτάσεις του ( παράγραφος 41 ), το ύψος του συμπληρωματικού ποσού που καθορίστηκε με τον κανονισμό 3429/80 και αντιστοιχούσε στην τιμή κόστους των μανιταριών κοινοτικής παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα την αισθητή αύξηση του κόστους των κονσερβών μανιταριών που παράγονται, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην Κίνα, σε σχέση με το κόστος των κονσερβών μανιταριών που παράγονται εντός της κοινοτικής αγοράς.
26
Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, το συμπληρωματικό ποσό είχε καθοριστεί με τον κανονισμό 3429/80 αποκλειστικά βάσει του κόστους των κονσερβών μανιταριών πρώτης διαλογής που παράγονταν εντός της Κοινότητας. Εξ αυτού έπεται ότι το ύψος του συπληρωματικού ποσού για τις κατώτερες κατηγορίες μανιταριών που εισάγονται από τρίτες χώρες είχε πολύ περισσότερο επαχθή αποτελέσματα και, κατά συνέπεια, υπερέβη αισθητότατα το κόστος των κονσερβών μανιταριών κατωτέρων κατηγοριών που παράγονταν εντός της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, ένα τέτοιου ύψους συμπληρωματικό ποσό, το οποίο αποτέλεσε σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τους εισαγωγείς, είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον σκοπό που είχε θέσει η Επιτροπή εκδίδοντας τον προαναφερθέντα κανονισμό 3429/80.
27
Εν προκειμένω, πρέπει να προστεθεί ότι, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 11ης Φεβρουαρίου 1988, 77/86, National Dried Fruit Trade Association (Συλλογή 1988, σ. 757, σκέψη 29), αναφορικά με εξισωτική εισφορά που είχε επιβληθεί ως μέτρο διασφαλίσεως σχετικά με σταφίδες, μια τέτοια εισφορά δεν είναι παράνομη από το γεγονός και μόνο ότι προβλέπεται σταθερός συντελεστής. Πράγματι, η νομιμότητά της εξαρτάται από ένα σύνολο περιστάσεων όπως οι εφαρμοζόμενες τιμές εισαγωγής ή η ανάγκη αποτελεσματικότητας προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
28
Με την ίδια αυτή απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο σκοπός αυτού του μέτρου διασφαλίσεως ήταν όχι η επιβολή οικονομικής κυρώσεως στον επιχειρηματία που προέβη σε εισαγωγή με τιμή κατώτερη της προβλεπομένης ελαχίστης τιμής (σκέψη 32). Όμως, η καθιέρωση μιας ενιαίας με σταθερό συντελεστή εξισωτικής εισφοράς, επιβαλλομένης ακόμα και στην περίπτωση μιας ελαχίστης διαφοράς μεταξύ της τιμής εισαγωγής και της ελαχίστης τιμής, συνιστά οικονομική κύρωση.
29
Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά το συμπληρωματικό ποσό που με τον κανονισμό 3429/80 έχει καθοριστεί σε 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους και εφαρμόζεται αδιακρίτως επί κονσερβών μανιταριών οποιασδήποτε προελεύσεως και κατηγορίας και έχει, έτσι, ως αποτέλεσμα οι εισαγωγείς μανιταριών κατώτερης ποιότητας να υφίστανται βαρύτερο κολασμό απ' ό,τι οι εισαγωγείς μανιταριών πρώτης κατηγορίας, και τούτο ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77 επέτρεπε στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων στοιχείων, την προέλευση ή την ποιότητα των μανιταριών και να καθορίζει, ενδεχομένως, ενόψει των στοιχείων αυτών, διαφορετικά συμπληρωματικά ποσά.
30
Απ' όλες τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 3429/80 της Επιτροπής δεν είναι έγκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
Επί των δικαστικών εξόδων
31
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1990, το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
1)
Το προβλεπόμενο στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3429/80 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1980, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργειας, συμπληρωματικό ποσό πρέπει να εισπράττεται και στην περίπτωση κατά την οποία μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας κονσερβών μανιταριών διαπιστώνεται ότι το εν λόγω εμπόρευμα δεν συνοδευόταν από έγκυρο πιστοποιητικό.
2)
Το άρθρο 1 του ίδιου αυτού κανονισμού δεν είναι έγκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
Kapteyn
Mancini
Κακούρης
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο προεδρεύων
Ρ. J. G. Kapteyn
Πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy