ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-26/90 ( *1 )
I — Το νομοθετικό πλαίσιο
1.
Δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226), τα κονσερβοποιημένα μανιτάρια ως «λαχανικά, φυτά εδώδιμα και οπώραι, παρασκευασμένα ή διατηρημένα άνευ όξους » ( διάκριση 20.02 του κοινού δασμολογίου) αποτελούν μέρος κοινής οργανώσεως των αγορών.
2.
Ο κανονισμός 516/77 εξαρτά την εισαγωγή στην Κοινότητα των απαριθμούμενων στο παράρτημά του IX προϊόντων από πιστοποιητικό εισαγωγής χορηγούμενο από τα κράτη μέλη (άρθρο 10) και επιτρέπει στην Επιτροπή, σε περίπτωση σοβαρών διαταραχών στην αγορά οφειλομένων στις εισαγωγές ή εξαγωγές τέτοιων προϊόντων να αποφασίζουν τη λήψη των μέτρων που είναι αναγκαία για να εκλείψει η διαταραχή ή η απειλή διαταραχής (άρθρο 14).
3.
Η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3429/80 της 29ης Δεκεμβρίου 1980, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας ( ABl. L 358, σ. 66 ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, η ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας της διακρίσεως 20.02 Α του κοινού δασμολογίου, διαφορετικών από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 4 και υπερβαινουσών τις ποσότητες που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, υπόκειται, κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31ης Μαρτίου 1981, στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού ύψους 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους.
4.
Ο κανονισμός 3429/80 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 796/81 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργειας ( ΕΕ L 82, σ. 8 ). Οι διατάξεις του είναι περίπου όμοιες προς αυτές του κανονισμού 3429/80. Ο κανονισμός 796/81 που ίσχυσε από την 1η Απριλίου μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981 καθόριζε επίσης, για την περίπτωση υπερβάσεως, συμπληρωματικό δασμό ύψους 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα.
5.
Η Επιτροπή αντικατέστησε τον κανονισμό 796/81 με άλλον κανονισμό. Πρόκειται για τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1755/81, της 30ής Ιουνίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας (ΕΕ L 175, σ. 23 ). Ο κανονισμός αυτός όριζε τη φορά αυτή για την περίοδο από 1 Ιουλίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1981 το ύψος του συμπληρωματικού ποσού στα 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα.
6.
Το άρθρο 2 και των τριών κανονισμών προβλέπει τον καθορισμό ποσοτικών ορίων εντός των οποίων μπορούν να χορηγούνται πιστοποιητικά εισαγωγής για τα σχετικά εμπορεύματα.
II — Τα πραγματικά περιστατικά και η ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαδικασία
7.
Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι κατά την περίοδο από 26 Ιουνίου έως 3 Ιουλίου 1981, η εταιρία Wünsche ζήτησε, στο πλαίσιο της απλουστευμένης τελωνειακής διαδικασίας της οποίας ετύγχανε, τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία 90000 χαρτοκιβωτίων εμπορευμάτων που είχαν δηλωθεί ως άγρια μανιτάρια σε κονσέρβες. Η τελωνειακή υπηρεσία έκανε δεκτό το αίτημα αυτό. Οι συνολικές διασαφήσεις περιήλθαν στο Hauptzollamt στις 6 Ιουλίου και 6 Αυγούστου 1981. Η εταιρία Wünsche υπέβαλε πιστοποιητικά εισαγωγής σχετικά με άγρια μανιτάρια επί των οποίων το Hauptzollamt προέβη στον σχετικό καταλογισμό των εισαχθεισών ποσοτήτων. Στη συνέχεια, καθόρισε τους εισαγωγικούς δασμούς σύμφωνα με τις αιτήσεις, δηλαδή με συντελεστή 23 % και υπό την επιφύλαξη ελέγχου.
8.
Μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ανέκυψε διαφορά σχετικά με το ζήτημα αν πράγματι επρόκειτο για άγρια μανιτάρια.
9.
Ώστερα από σχετικές πραγματογνωμοσύνες, το Hauptzollamt θεώρησε ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα ήταν μανιτάρια καλλιεργειας και, κατά συνέπεια, έκρινε ότι οι εισαγωγές δεν καλύπτονταν από έγκυρο πιστοποιητικό. Ειδικότερα, το Hauptzollamt αρνήθηκε να δεχθεί, ως εκπρόθεσμο, πιστοποιητικό εισαγωγής στο οποίο γινόταν μνεία μανιταριών καλλιεργείας και το οποίο υποβλήθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη αυτής της αιτήσεως εισαγωγής.
10.
Στηριζόμενο στις συνδυασμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν [διασαφή-στηκαν] σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), και των προαναφερθέντων κανονισμών 796/81 και 1755/81, το Hauptzollamt απήτησε από την εταιρία Wünsche συμπληρωματικούς δασμούς ύψους 2870912,33 γερμανικών μάρκων ( DM ) για τις εισαγωγές του Ιουνίου 1981 και 1185407,33 DM για τις εισαγωγές του Ιουλίου 1981.
11.
Καθώς η διοικητική της ένσταση απορρίφθηκε από το Hauptzollamt, η Wünsche άσκησε σχετική προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht το οποίο ακύρωσε την απόφαση του Hauptzollamt με το σκεπτικό ότι το Hauptzollamt δεν δικαιούνταν να εισπράξει το συμπληρωματικό ποσό διότι οι προαναφερθέντες κανονισμοί 796/81 και 1755/81 δεν προέβλεπαν μέτρα σε περίπτωση παράτυπης εισαγωγής. Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των κονσερβών μανιταριών, και δη χωρίς πιστοποιητικό εισαγωγής, εμποδίζει την επίτευξη του σκοπού των σχετικών ρυθμίσεων ο οποίος είναι η προστασία της κοινοτικής αγοράς. Κατά συνέπεια, η είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού δεν αποτελούσε παρά κύρωση. Εξάλλου, το ύψος των συμπληρωματικών ποσών δεν ήταν σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας.
12.
Κατά της αποφάσεως αυτής, το Hauptzollamt υπέβαλε αίτηση Αναθεωρήσεως (Revision) ενώπιον του Bundesfinanzhof. Το εν λόγω δικαστήριο, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία και το κύρος των κανονισμών 796/81 και 1755/81 αποφάσισε, με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1989, την αναστολή της ενώπιον του διαδικασίας και την υποβολή προς το Δικαστήριο των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
«1)
Πρέπει να εισπράττεται συμπληρωματικό ποσό, κατά την έννοια του άρθρου 1 των κανονισμών (ΕΟΚ) 796/81 και 1755/81, και όσον αφορά κονσέρβες μανιταριών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: είναι έγκυροι οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 796/81 και 1755/81, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του συμπληρωματικού ποσού; »
13.
Στο σκεπτικό της Διατάξεως του Bundesfinanzhof παρατηρείται, προεισαγωγικώς, ότι το Finanzgericht δεν διευκρίνισε αν τα εισαχθέντα μανιτάρια ήταν άγρια ή μανιτάρια καλλιεργειας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, λαμβάνει ως δεδομένο ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα ήταν μανιτάρια καλλιεργειας.
14.
Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1 των τριών κανονισμών, το Bundesfinanzhof θεωρεί ότι, ενόψει του γράμματος και του σκοπού των εν λόγω κανονισμών, το συμπληρωματικό ποσό θα έπρεπε να εισπράττεται στην περίπτωση κατά την οποία οι κονσέρβες μανιταριών είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής.
15.
Όσον αφορά το κύρος των τριών κανονισμών, το Bundesfinanzhof, αναφερόμενο στη νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wünsche, Συλλογή 1984, σ. 1995 επ., της 11ης Φεβρουαρίου 1988, 77/86, National Dried Fruit Trade Association, Συλλογή 1988, σ. 757, και της 5ης Ιουλίου 1988, 291/86, Central-Import Münster, Συλλογή 1988, σ. 3679 ), εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν, ενόψει του σημαντικότατου ύψους των συμπληρωματικών ποσών, τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας. Κατά το Bundesfinanzhof, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι τηρήθηκε η αρχή αυτή, πρέπει να εξετασθεί αν η Επιτροπή, καθορίζοντας το συμπληρωματικό ποσό, στηρίχθηκε επί ακριβών πραγματικών στοιχείων.
16.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιανουαρίου 1990.
17.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η προσφεύγουσα — καθής στην αίτηση « Αναθεωρήσεως » — της κύριας δίκης Wünsche, εκπροσωπούμενη από τον Landry, δικηγόρο Αμβούργου, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booß, νομικό σύμβουλο, και τον Ulrich Wölker, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας.
18.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και ανέθεσε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2 του Κανονισμού Διαδικασίας, την υπόθεση στο έκτο του τμήμα.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί του πεδίου εφαρμογής των κανονισμών 796/81 και 1755/81
19.
Σχετικά με το ζήτημα αν τα επίμαχα εμπορεύματα υπάγονται ή όχι στους προαναφερθέντες κανονισμούς, η Wünsche διευκρινίζει ότι οι κανονισμοί αυτοί αφορούν τα μέτρα διασφαλίσεως για τις κονσέρβες μανιταριών της διακρίσεως 20.02 Α του κοινού δασμολογίου. Κατά συνέπεια, η εν λόγω εταιρία φρονεί ότι τα προβλεπόμενα από τους κανονισμούς αυτούς μέτρα εφαρμόζονται όχι μόνο επί των κονσερβών μανιταριών καλλιεργειας αλλά και επί των κονσερβών αγρίων μανιταριών.
20.
Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, οι επίμαχοι κανονισμοί ουδέποτε είχαν σχέση με άγρια μανιτάρια: ο κανονισμός 1755/81 εφαρμόζεται όχι μόνο στις κονσέρβες μανιταριών καλλιέργειας αλλά και σε κονσέρβες άλλων μανιταριών ανάλογης προελεύσεως· όσον αφορά τον κανονισμό 796/81, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οσάκις στον κανονισμό αυτό τίθεται θέμα μανιταριών καλλιεργειας, πρόκειται αποκλειστικά για μανιτάρια καλλιεργειας, και αυτό διότι ο γερμανικός όρος είναι διφορούμενος (η απόδοση του στις άλλες γλώσσες είναι, κατά την Επιτροπή, πλέον σαφής: « champignons de couche » ή « champignons de Paris » στη γαλλική, δεδομένου ότι η couche είναι το μέρος όπου καλλιεργούνται τα μανιτάρια ).
Επί του πρώτου ερωτήματος (ερμηνεία του άρθρον 1 των κανονισμών 796/81 και 1755/81)
α) Η γραμματική ερμηνεία
21.
Η Wünsche παρατηρεί ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του, το άρθρο 1 των δύο κανονισμών συνδέει την είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού αποκλειστικά με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων που υπερβαίνουν τις καθορισμένες από τους κανονισμούς αυτούς ποσότητες. Κανένας από τους προαναφερθέντες κανονισμούς δεν ορίζει ότι το συμπληρωματικό ποσό πρέπει να εισπράττεται για ήδη πραγματοποιηθείσες εισαγωγές ως προς τις οποίες δεν έχει προσκομισθεί πιστοποιητικό εκδοθέν δυνάμει του άρθρου 2 των δύο κανονισμών.
22.
Η Επιτροπή, καίτοι επίσης θεωρεί ότι, σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 1 των δύο επίμάχων κανονισμών, προϋπόθεση για την είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού αποτελεί η υπέρβαση ορισμένων ποσοτήτων και η θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι οι δύο κανονισμοί δεν προβλέπουν, όσον αφορά την είσπραξη συμπληρωματικών δασμών, διαχρονικά όρια. Η ύπαρξη του κανονισμού 1697/79, ο οποίος επιτρέπει την εκ των υστέρων είσπραξη, καταδεικνύει επίσης ότι το κοινοτικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη ορισμένων ορίων, στηρίζεται στην αρχή της εκ των υστέρων καταβολής των δασμών που αδικαιολογήτως δεν εισπράχθηκαν κατά την εισαγωγή.
β) Η τελεολογική ερμηνεία
23.
Η Wünsche παρατηρεί ότι το αντικείμενο και ο σκοπός των επίμάχων κανονισμών επιρρωννύουν την ανωτέρω γραμματική ερμηνεία, διότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές τους σκέψεις, επιδίωξη της Επιτροπής ήταν ο περιορισμός του όγκου των εισαγωγών. Φρονεί ότι μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων το συμπληρωματικό ποσό δεν μπορεί πλέον να εισπράττεται διότι η προστασία της κοινοτικής αγοράς δεν είναι στο εξής εφικτή. Κατά τη Wünsche, είναι καταφανές ότι το μόνο που είχε σημασία για την προστασία της αγοράς ήταν οι μέγιστες αυτές ποσότητες καθώς και η τήρηση τους και όχι το αν είχαν εκδοθεί πιστοποιητικά εισαγωγής δεδομένου ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά αποτελούσαν απλώς μέσα πειθαναγκασμού και εποπτείας των εισαγωγών.
24.
Αντιθέτως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ερμηνεία που αυτή προτείνει απορρέει και από τον σκοπό του συμπληρωματικού ποσού. Κατά το εν λόγω κοινοτικό όργανο, ένα τέτοιο ποσό, το οποίο αποβλέπει στην προστασία της κοινοτικής αγοράς από τις εισαγωγές, μπορεί να παίζει τέτοιο ρόλο μόνο εφόσον είναι δυνατή και η εκ των υστέρων είσπραξη του. Σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν δυνατή η καταστρατήγηση των διατάξεων των επίμάχων κανονισμών, κυρίως στο πλαίσιο της απλουστευμένης διαδικασίας δυνάμει της οποίας τα πιστοποιητικά εισαγωγής πρέπει να υποβάλλονται μόνο μετά τη θέση σε κυκλοφορία, οπότε η είσπραξη συμπληρωματικού ποσού ουδέποτε πλέον είναι δυνατή.
25.
Κατά την Επιτροπή, αυτή η δυνατότητα εκ των υστέρων εισπράξεως ενός δασμού ανταποκρίνεται επίσης στις επιταγές της αρχής της ισότητας: το ύψος του εισπρακτέου δασμού δεν πρέπει να εξαρτάται από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διαπιστώθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εισπράξεως του. Η εκ των υστέρων είσπραξη δεν πρέπει να θεωρείται ως απαράδεκτος κολασμός. Κατά το μέτρο που, γενικώς, η είσπραξη ενός δασμού μπορεί να θεωρηθεί ως « οικονομική κύρωση », η ποινική πλευρά μιας τέτοιας πράξεως δεν μπορεί καταρχήν να απορριφθεί αλλά πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
26.
Η Επιτροπή προσθέτει επίσης ότι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Wünsche διακυβεύει την αποτελεσματικότητα των μέτρων διασφαλίσεως απειλώντας, επιπλέον, τη συνολική λειτουργία του συστήματος πιστοποιητικών στον τομέα αυτό, διότι μια τέτοια ερμηνεία έχει ως συνέπεια ότι όλοι οι εισαγωγείς μπορούν — εφόσον αναλαμβάνουν τον κίνδυνο της καταβολής υψηλών συμπληρωματικών ποσών σε περίπτωση υπερβάσεως συνολικών ποσοτήτων — να εισάγουν εμπορεύματα στην Κοινότητα χωρίς καν να υποβάλλουν πιστοποιητικά εισαγωγής και ότι μοναδικό έργο των αρχών απομένει, σε κάθε περίπτωση, να διαπιστώνουν απλώς την υπέρβαση των ποσοτήτων και να εισπράττουν το συμπληρωματικό ποσό μετά την εισαγωγή των εμπορευμάτων.
27.
Συμπληρωματικώς, η Wünsche διευκρινίζει ότι η καθοριζόμενη από τους επίμαχους κανονισμούς ετησία ποσόστωση δεν εισήχθη και ότι, δεδομένου ότι τα πιστοποιητικά για τα άγρια μανιτάρια είχαν εκδοθεί χωρίς τον καθορισμό συμπληρωματικού ποσού, οι εισαγωγείς μπορούσαν να υποθέσουν ότι δεν είχε εισέτι γίνει υπέρβαση της ποσοστώσεως. Καμία διάταξη των κανονισμών δεν καταστρατηγήθηκε. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το συμπληρωματικό ποσό πρέπει να εισπράττεται επί των εμπορευμάτων που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία καθ' υπέρβαση των ποσοστώσεων, δεν υπήρξε παράτυπη εισαγωγή και τα ποσά αυτά δεν μπορούσαν να εισπραχθούν.
28.
Η Επιτροπή παρατηρεί συναφώς ότι το άρθρο 1 παραπέμπει στις « ποσότητες που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 » το οποίο, κατά τη γνώμη της, αναφέρεται στα πιστοποιητικά εισαγωγής, δηλαδή πρόκειται για την τήρηση όχι τόσο των μνημονευομένων στο άρθρο αυτό συνολικών ποσοτήτων όσο, μάλλον, των πιστοποιητικών εισαγωγής που έχουν χορηγηθεί για τις συνολικές αυτές ποσότητες.
29.
Η Wünsche προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση:
« Η είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού είναι άσχετη με το ζήτημα αν για την εισαχθείσα και τεθείσα σε ελεύθερη κυκλοφορία παρτίδα έχει εκδοθεί έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής. Αντιθέτως, συμπληρωματικό ποσό πρέπει να εισπράττεται μόνο εφόσον η εν λόγω εισαχθείσα παρτίδα υπερβαίνει τη μεγίστη ποσότητα του οικείου τριμήνου καθώς και τη μεγίστη ετησία ποσότητα. Όσον αφορά τις μέγιστες τριμηνιαίες ποσότητες και τη μεγίστη ετησία ποσότητα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί για την εισαγωγή κονσερβών αγρίων μανιταριών. »
30.
Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα χρήζει καταφατικής απαντήσεως, προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση:
« Πρέπει να εισπράττεται συμπληρωματικό ποσό κατά την έννοια του άρθρου 1, των κανονισμών (ΕΟΚ) 796/81 και 1755/81 της Επιτροπής και όσον αφορά τις κονσέρβες μανιταριών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής. »
Επί του δευτέρου ερωτήματος (κύρος των κανονισμών 796/81 και 1755/81 )
α) Η νομολογία του Δικαστηρίου
31.
Η Wünsche παρατηρεί ότι οι δύο επίμαχοι κανονισμοί είναι ανίσχυροι. Φρονεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wünsche, με την οποία δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη στοιχείων που να θίγουν το κύρος του κανονισμού 3429/80 (δεν υφίσταται απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με το κύρος των κανονισμών 796/81 και 1755/81), δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εξετάσει εκ νέου το κύρος του κανονισμού αυτού. Πράγματι, με την απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα του ύψους του συμπληρωματικού ποσού και δεν εξέτασε αυτήν την πτυχή του κύρους του κανονισμού 3429/80.
32.
Κατά τη Wünsche, η εξέταση του κύρους των δύο κανονισμών πρέπει να γίνει υπό το φως των προαναφερθεισών αποφάσεων της 11ης Φεβρουαρίου 1988, 77/86, National Dried Fruit Trade Association και της 5ης Ιουλίου 1988, 291/86, Central-Import Münster, όπου, σε μια παρόμοια περίπτωση, διαπιστώθηκε το ανίσχυρον του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/82 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1982, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές σταφίδας ( ΕΕ L 290, σ. 28 ), κατά το μέτρο που με τον κανονισμό αυτό είχε εισαχθεί εξισωτική εισφορά με σταθερό συντελεστή ίσον προς τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής εισαγωγής στην Κοινότητα και της χαμηλότερης στη διεθνή αγορά τιμής.
33.
Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι το κύρος των επιμάχων κανονισμών, εξεταζόμενο υπό το φως των προαναφερθεισών αποφάσεων της 11ης Φεβρουαρίου 1988 και της 5ης Ιουλίου 1988, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Κατά την Επιτροπή, οι προαναφερθείσες αποφάσεις αφορούσαν το ανίσχυρο του κανονισμού 2742/82, κατά το μέτρο που ο κανονισμός αυτός καθόριζε εξισωτική εισφορά επί των εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών.
34.
Κατά την Επιτροπή, οι εκδικασθείσες από το Δικαστήριο κατά το 1988 υποθέσεις διαφέρουν από την υπό κρίση ως προς τα ακόλουθα σημεία:
α)
η εξισωτική εισφορά διαφέρει ριζικώς από το επίδικο εν προκειμένω συμπληρωματικό ποσό'
β)
η εξισωτική εισφορά επί της εισαγωγής σταφίδας αποσκοπούσε στην τήρηση της ελαχίστης τιμής κατά την εισαγωγή ενώ εν προκειμένω επιδιώκεται η παρεμπόδιση της εισόδου στην κοινοτική αγορά εμπορευμάτων υπερβαινόντων μια ορισμένη ποσότητα'
γ)
η εξισωτική εισφορά εφαρμοζόταν επί όλων των εισαγωγών σε περίπτωση μη τηρήσεως της ελαχίστης τιμής ενώ στην υπό κρίση περίπτωση οι μη υπερβαίνουσες τις καθορισθείσες ποσοστώσεις ποσότητες απαλλάσσονται της καταβολής συμπληρωματικού ποσού'
δ)
η εξισωτική εισφορά έπληττε τις εισαγωγές σταφίδας ακόμα και σε περίπτωση ασήμαντης διαφοράς ως προς την τιμή μεταξύ Κοινότητας και τρίτων χωρών (δηλαδή έστω και αν ο σκοπός του κανονισμού είχε ήδη κατ' ουσίαν επιτευχθεί), ενώ εν προκειμένω η διαφορά τιμής είναι γενικώς πολύ μεγάλη (ληφθέντος υπόψη ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι οπωσδήποτε διαφορετικός). Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι διαφορές αυτές δεν επιτρέπουν την άντληση από τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου του 1988 επιχειρήματος κατά του κύρους του επίδικου εν προκειμένω κανονισμού.
β) Η αρχή της αναλογικότητας
35.
Η Wünsche θεωρεί ότι ο καθορισμός συμπληρωματικού ποσού 175 ECU (κανονισμός 796/81) ή 160 ECU (κανονισμός 1755/81) ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους είναι αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, οι προαναφερθέντες κανονισμοί είναι ανίσχυροι διότι για την αποτελεσματική επίτευξη του σκοπού των μέτρων διασφαλίσεως δεν ήταν αναγκαίο συμπληρωματικό ποσό του ύψους αυτού. Ακόμα και ο αποτρεπτικός στόχος δεν επέτρεπε στην Επιτροπή να καθορίσει το συμπληρωματικό ποσό σε οποιοδήποτε ύψος, διότι, εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω κοινοτικό όργανο υποχρεούνταν να σεβαστεί την αρχή της αναλογικότητας. Επιπλέον, κατά τη Wünsche, η Επιτροπή πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα του πράγματι εισπραττομένου συμπληρωματικού ποσού, να προβληματιστεί σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίο το συμπληρωματικό ποσό πλήττει τον εισαγωγέα.
36.
Η Επιτροπή φρονεί ότι τήρησε την αρχή της αναλογικότητας διότι δεν αποφάσισε μια συνολική απαγόρευση εισαγωγής αλλά έλαβε ένα λιγότερο περιοριστικό, καίτοι απαγορευτικό σε ορισμένες περιπτώσεις, μέτρο επιτρέπον ευχερέστερη προσαρμογή στις απαιτήσεις της αγοράς. Αυτό αναγνωρίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, όπου το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την εκτίμηση της Επιτροπής.
γ) Η δυνατότητα λήψεως λιγότερο περιοριστικών μέτρων
37.
Κατά τη Wünsche, το συμπληρωματικό ποσό αποτελεί ένα λίαν περιοριστικό μέσο και δεν συνάδει με τις διατάξεις των κανονισμών 516/77 και 521/77 που απαιτούν τη λήψη των αναγκαίων μέτρων.
38.
Η Επιτροπή είναι αντίθετη προς μια τέτοια ερμηνεία:
α)
θεωρεί ότι η εκ των υστέρων είσπραξη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συστήματος επιβολής δασμών με όλες τις εξ αυτού προκύπτουσες νομικές και οικονομικές συνέπειες. Επομένως, εφόσον αυτή καθεαυτή η είσπραξη δασμών είναι θεμιτή, η σχετική εκτίμηση δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο δασμός εισπράττεται εκ των υστέρων
β)
η Επιτροπή παρατηρεί ότι οποιοσδήποτε παραβαίνει μία απαγόρευση εισαγωγής διατρέχει τον κίνδυνο καταβολής υψηλού προστίμου το οποίο επιβάλλεται μόνο σε περίπτωση που υφίσταται αδίκημα (δόλος ή αμέλεια ), ενώ, αντιθέτως, το συμπληρωματικό ποσό χαρακτηρίζεται από την έλλειψη οποιασδήποτε επικρίσεως κατά του εισαγωγέα·
γ)
η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, έστω και αν δεν υφίσταται αδίκημα υπό την ποινική έννοια του όρου, ο εισαγωγέας δεν αγνοεί την αυστηρή νομοθεσία σχετικά με τις εισαγωγές και πρέπει να επιδεικνύει σύνεση ώστε να αποφεύγει τους κινδύνους παραβάσεως του νόμου. Δεδομένου ότι ο εισαγωγέας φέρει την αντικειμενική ευθύνη για τη νομότυπη διεκπεραίωση μιας εισαγωγής, οφείλει, όπως είναι επόμενο, να αναλαμβάνει και τον κίνδυνο και την ευθύνη που συνεπάγονται η επιλογή και η στάση των εμπορικών του εταίρων καθώς και η ενδεχόμενη διαφορά, δυσχερώς ίσως διαπιστώσιμη, μεταξύ του δηλωθέντος και του πράγματι παραδοθέντος εμπορεύματος.
39.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), καίτοι δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, υπογραμμίζει, ωστόσο, την έκταση του ανωτέρω επισημαν-θέντος εμπορικού κινδύνου του εισαγωγέα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φρονεί ότι το ύψος του συμπληρωματικού ποσού δεν προσφέρεται για αμφισβητήσεις.
δ) Το ύψος του συμπληρωματικού ποσού
40.
Κατά τη Wünsche, το συμπληρωματικό ποσό πρέπει να καθορίζεται σε ύψος που να επιτρέπει την αντιστάθμιση ενός πλεονεκτήματος όσον αφορά την τιμή. Το ποσό αυτό πρέπει να καθορίζεται με βάση τη διαφορά μεταξύ του κόστους των κονσερβών μανιταριών που παράγονται εντός της Κοινότητας και των τιμών εισαγωγής παρόμοιων προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών, χωρίς όμως και να υπερβαίνει τη διαφορά αυτή. Επομένως, θεωρεί ότι ήταν, κατά μείζονα λόγο, παράνομο να ληφθεί ως αποκλειστική βάση το υψηλότερο κόστος της ενδοκοινοτικής παραγωγής, δηλαδή το κόστος του γαλλικού προϊόντος πρώτης διαλογής και να προβλεφθεί ενιαίο συμπληρωματικό ποσό εξίσου υψηλό και όσον αφορά την εισαγωγή προϊόντος τρίτης διαλογής, σχετικά με το οποίο η τιμή που κόστιζε το κινεζικό προϊόν, ακόμα και σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, δεν ήταν κατώτερη της τιμής κόστους του γαλλικού προϊόντος και ανώτερη της ανάλογης τιμής του ολλανδικού προϊόντος. Εξάλλου, η Wünsche αμφισβητεί το ακριβές των τιμών κόστους επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή προκειμένου να καθορίσει το συμπληρωματικό ποσό και ζητεί επίσης από το Δικαστήριο τη διεξαγωγή αποδείξεων σχετικά με τον καθορισμό των εξόδων που αφορούν την παραγωγή και το κόστος εντός της Κοινότητας.
41.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι καθώς δεν είχε την εξουσία να ορίσει αυθαιρέτως το ύψος, επέλεξε ένα ποσό καθοριζόμενο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Κατά την Επιτροπή, ένα συμπληρωματικό ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ της τιμής στις χώρες εξαγωγής και της τιμής στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν ήταν αρκετό διότι, σ' ένα τέτοιο ύψος, το συμπληρωματικό ποσό απλώς θα εξίσωνε την τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων προς τις κοινοτικές τιμές. Σ' ένα τέτοιο ύψος δεν θα ήταν δυνατή η παρεμπόδιση διαταραχών στην αγορά. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το ποσό που καθορίστηκε σε 175 ECU και στη συνέχεια σε 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα αντιστοιχούσε στην τιμή κόστους των κονσερβών μανιταριών πρώτης διαλογής (η πλέον σημαντική κατηγορία της κοινοτικής παραγωγής) γαλλικής προελεύσεως (πρώτη παραγωγός χώρα της Κοινότητας) παραδοτέων στη γερμανική αγορά ( κύριος αγοραστής ). Μόνο έτσι θα μπορούσε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο απαγορευτικό αποτέλεσμα.
42.
Η Wünsche προτείνει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αρνητική απάντηση.
43.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
« Από την εξέταση των υποβληθέντων στο Δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων δεν κατέστη δυνατή η συναγωγή οποιουδήποτε στοιχείου ικανού να θίξει το κύρος των κανονισμών (ΕΟΚ) 796/81 και 1755/81 της Επιτροπής. »
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 16ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-26/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρ-μογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία το αιτούν δικαστήριο ζητεί, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
και
Wünsche Handelsgesellschaft mbH & Co. IG, Hamburg,
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος των κανονισμών (ΕΟΚ) 796/81 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιέργειας ( ΕΕ 1981, L 82, σ. 8 ), και 1755/81 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας (ΕΕ 1981, L 175, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα, G. F. Mancini και Κ. Ν. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Wünsche Handelsgesellschaft, εκπροσωπούμενη από τον Klaus Landry, δικηγόρο Αμβούργου,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booß, νομικό σύμβουλο, και τον Ulrich Wölker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν η Wünsche Handelsgesellschaft και η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1989 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιανουαρίου 1990, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος των κανονισμών (ΕΟΚ) 796/81 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιέργειας ( ΕΕ L 82, σ. 8 ), και 1755/81 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας ( ΕΕ L 175, σ. 23 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Hauptzollamt Hamburg-Jonas ( στο εξής: Hauptzollamt ) και της εταιρίας Wünsche, Αμβούργο ( στο εξής: Wünsche ), σχετικά με την καταβολή συμπληρωματικών ποσών 2870912,33 γερμανικών μάρκων (DM) και 1185407,33 DM που το Hauptzollamt είχε απαιτήσει δυνάμει του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν [ διασαφήστηκαν ] σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ), και των κανονισμών 796/81 και 1755/81.
3
Το πρώτο συμπληρωματικό ποσό για το οποίο προέκυψε ζήτημα προβλέπεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 796/81, κατά το οποίο:
« Η ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητος των κονσερβών μανιταριών καλλιέργειας, της διακρίσεως 20.02 Α του κοινού δασμολογίου, άλλων από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 3 και οι οποίες υπερβαίνουν τις ποσότητες που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, υπόκειται στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους. »
4
Το δεύτερο συμπληρωματικό ποσό προβλέπεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1755/81 το οποίο, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, όριζε τη φορά αυτή για την περίοδο από 1ης Ιουλίου μέχρι 30ής Σεπτεμβρίου 1981 το ύψος του συμπληρωματικού ποσού στα 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους.
5
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 1981, η Wünsche ζήτησε τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία 90000 χαρτοκιβωτίων εμπορευμάτων δηλωθέντων ως αγρίων μανιταριών σε κονσέρβες, προελεύσεως Κίνας, τα οποία συνοδεύονταν από πιστοποιητικά εισαγωγής σχετικά με άγρια μανιτάρια, επί των οποίων το Hauptzollamt προέβη αρχικά στον καταλογισμό των εισαχθεισών ποσοτήτων. Μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και κατόπιν των διενεργηθεισών πραγματογνωμοσυνών, το Hauptzollamt θεώρησε ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα ήταν μανιτάρια καλλιέργειας. Στη συνέχεια, η Wünsche, έχοντας πληροφορηθεί τα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα, προσκόμισε δύο πιστοποιητικά εισαγωγής όπου αναφέρονταν ως μανιτάρια καλλιεργείας. Τη φορά αυτή το Hauptzollamt καταλόγισε τις ποσότητες των εισαχθέντων εμπορευμάτων επί των πιστοποιητικών αυτών. Όμως, θεωρώντας ότι τα πιστοποιητικά εισαγωγής δεν μπορούσαν να προσκομιστούν εκ των υστέρων, το Hauptzollamt έκρινε ότι οι εισαγωγές δεν καλύπτονταν από έγκυρα πιστοποιητικά, πράγμα που το έκανε να αξιώσει συμπληρωματικώς το προαναφερθέν ποσό.
6
Αφού το Hauptzollamt απέρριψε με απόφαση τη διοικητική της ένσταση, η Wünsche προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht το οποίο ακύρωσε την απόφαση αυτή. Το Hauptzollamt υπέβαλε αίτηση Αναθεωρήσεως ( Revision ) στο Bundesfinanzhof το οποίο, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία και το κύρος των κανονισμών 796/81 και 1755/81, ανέστειλε, με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1989, την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Πρέπει να εισπράττεται συμπληρωματικό ποσό, κατά την έννοια του άρθρου 1 των κανονισμών ( ΕΟΚ ) 796/81 και 1755/81, και όσον αφορά κονσέρβες μανιταριών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: είναι έγκυροι οι κανονισμοί ( ΕΟΚ) 796/81 και 1755/81, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του συμπληρωματικού ποσού; »
7
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι επίμαχες κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
8
Κατά τη Wünsche, τόσο από το γράμμα όσο και από τον σκοπό του άρθρου 1 των κανονισμών 796/81 και 1755/81 προκύπτει ότι κριτήριο για την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού αποτελεί μόνο η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που υπερβαίνουν τις καθορισθείσες από τους κανονισμούς αυτούς ποσότητες. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω κανονισμοί δεν μπορούν να εφαρμοστούν επί των ήδη πραγματοποιηθεισών εισαγωγών για τον λόγο ότι, μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίζεται κοινοτική προστασία.
9
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, το άρθρο 1 των κανονισμών 796/81 και 1755/81 επιβάλλει την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού για κάθε θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία κονσερβών μανιταριών που υπερβαίνουν τις ποσότητες που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, των ίδιων κανονισμών, χωρίς με τη διάταξη αυτή να εισάγεται οποιαδήποτε διάκριση όσον αφορά τον τρόπο θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία. Σύμφωνα με το εισαχθέν με τους κανονισμούς αυτούς σύστημα, η τήρηση της υποχρεώσεως της μη υπερβάσεως των καθορισθεισών ποσοτήτων διασφαλίζεται με τη χορήγηση στους επιχειρηματίες πιστοποιητικών εισαγωγής τα οποία δεν ξεπερνούν συνολικώς τις ποσότητες αυτές. Ως εκ τούτου, η αποτελεσματικότητα του συστήματος αυτού θα διακυβευόταν αν η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας μπορούσε να γίνεται χωρίς να είναι δυνατό να ελέγχεται, μέσω της προσκομίσεως πιστοποιητικού εισαγωγής, αν οι εν λόγω ποσότητες εμπορευμάτων υπερβαίνουν τις καθορισθείσες από τους προαναφερθέντες κανονισμούς ποσότητες.
10
Πράγματι, η αποτελεσματικότητα του προβλεπόμενου από τους κανονισμούς 796/81 και 1755/81 συστήματος διασφαλίζεται με την είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού. Εξ αυτού έπεται ότι κάθε εισαγωγή που γίνεται χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό, έστω και αν ο εισαγωγέας είναι καλής πίστεως, πρέπει να θεωρείται ως πραγματοποιούμενη καθ' υπέρβαση των καθορισθεισών από τον κανονισμό αυτόν ποσοτήτων και να συνεπάγεται την είσπραξη του προβλεπομένου συμπληρωματικού ποσού. Η λειτουργία αυτή του συμπληρωματικού ποσού έχει ως συνέπεια ότι το εν λόγω ποσό πρέπει να εισπράττεται και στην περίπτωση κατά την οποία, μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω εμπορευμάτων, διαπιστώνεται ότι η εισαγωγή έγινε χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό.
11
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 1 των κανονισμών 796/81 και 1755/81 συμπληρωματικό ποσό, πρέπει να εισπράττεται και στην περίπτωση κατά την οποία μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας κονσερβών μανιταριών διαπιστώνεται ότι το εν λόγω εμπόρευμα δεν συνοδευόταν από έγκυρο πιστοποιητικό.
Eni του δευτέρου ερωτήματος
12
Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο θέτει κατ' ουσίαν το πρόβλημα του νόμιμου, ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, χαρακτήρα του προβλεπόμενου από τους κανονισμούς συμπληρωματικού ποσού και, ειδικότερα, του ύψους του ποσού αυτού.
13
Κατά πάγια νομολογία, από την αρχή αυτή απορρέει ότι ο νόμιμος χαρακτήρας μέτρων που επιβάλλουν οικονομικές επιβαρύνσεις στους επιχειρηματίες εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι κατάλληλα και αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που νομίμως επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση ενώ εξυπακούεται ότι, όταν προσφέρονται προς επιλογή περισσότερα του ενός κατάλληλα μέτρα, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, οι δε επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκομένους σκοπούς (βλ., π.χ., την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder, Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21 ). Επομένως, για να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να υπομνησθεί, πρώτ' απ' όλα, ο σκοπός των κανονισμών 796/81 και 1755/81.
14
Νομική βάση των κανονισμών αυτών αποτελεί ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226 ), και κυρίως το άρθρο του 14, παράγραφος 2, δυνάμει του οποίου η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους ή εξ ιδίας πρωτοβουλίας, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα τα οποία γνωστοποιούνται στα κράτη μέλη και μπορούν αμέσως να εφαρμόζονται.
15
Κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 521/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 251 ), προέβλεψε ορισμένα μέτρα.
16
Όσον αφορά το περιεχόμενο των μέτρων αυτών, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του τελευταίου αυτού κανονισμού 521/77 του Συμβουλίου διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα εν λόγω μέτρα δεν μπορούν να λαμβάνονται παρά μόνο κατά το μέτρο και για τη διάρκεια που κρίνονται απολύτως αναγκαία και ότι είναι δυνατό αυτά να περιορίζονται σε ορισμένες προελεύσεις, καταγωγές, προορισμούς, ποιότητες ή εμφανίσεις.
17
Βάσει των διαφόρων αυτών διατάξεων, η είσπραξη του συπληρωματικού ποσού θεσπίστηκε με τους κανονισμούς 796/81 και 1755/81 ως μέτρο διασφαλίσεως. Καίτοι το μέτρο αυτό δεν περιλαμβανόταν σ' αυτά που ρητώς προβλέπονταν από τον κανονισμό 521/77, η νομιμότητά του έχει εντούτοις αναγνωριστεί από το Δικαστήριο (βλ. την απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wünche, Συλλογή 1984, σ. 1995, σκέψη 24), σε σχέση με τον όμοιο κανονισμό 3429/80 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1980, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιέργειας ( Abi. L 358, σ. 66 ).
18
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τις τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις τους σε συνδυασμό με τις δύο πρώτες αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3429/80, οι κανονισμοί 796/81 και 1755/81 έχουν ως αντικείμενο τη διατήρηση για μια συμπληρωματική περίοδο και εν αναμονή εκδόσεως κανονισμού του Συμβουλίου, των μέτρων διασφαλίσεως που έχουν θεσπιστεί από τον κανονισμό 3429/80 για την προστασία της κοινοτικής αγοράς μανιταριών που απειλείται, λόγω εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών, από σοβαρές διαταραχές ικανές να θέσουν σε κίνδυνο τους σκοπούς του άρθρου 39 της Συνθήκης.
19
Όπως διασαφηνίζεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3429/80, και κατά το μέτρο που οι περιστάσεις, όπως διευκρινίζεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη των κανονισμών 796/81 και 1755/81, δεν είχαν αλλάξει, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο, λαμβάνοντας υπόψη τα παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα με τις προμηθεύτριες τρίτες χώρες, να μην εφαρμόσει μέτρα αναστολής των εισαγωγών, αλλά να υποβάλει τις ποσότητες που υπερβαίνουν τον παραδοσιακό όγκο εισαγωγών σε ένα λιγότερο περιοριστικό μέτρο, δηλαδή στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού ικανού να διασφαλίσει την ισορροπία της κοινοτικής αγοράς.
20
Ενόψει του κατ' αυτόν τον τρόπο διευκρινισμένου σκοπού των επίμαχων κανονισμών, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η απαίτηση συμπληρωματικού ποσού ήταν και ενδεδειγμένη και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Λαμβανομένου ωστόσο υπόψη του γεγονότος ότι με τον κανονισμό 796/81 το ποσό αυτό καθορίστηκε κατ' αποκοπή σε 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους και με τον κανονισμό 1755/81 σε 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους, χωρίς να έχει προβλεφθεί κάποια κλιμάκωση του αναλόγως της ποιότητας των εμπορευμάτων και των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτά εισήχθησαν, πρέπει να ελεγχθεί μήπως το ποσό αυτό υπερβαίνει τα όρια που συνεπάγεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, της οποίας έκφραση αποτελεί το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77.
21
Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι έχει τηρήσει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον το επικρινόμενο μέτρο είναι λιγότερο περιοριστικό για τις συναλλαγές απ' όσο η πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών που θα μπορούσε να έχει επιλεγεί και ότι το εν λόγω μέτρο είναι περισσότερο ελαστικό δεδομένου ότι είναι δυνατή η προσαρμογή του στις απαιτήσεις της αγοράς, μέσω απλής αυξομειώσεως του συμπληρωματικού ποσού.
22
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό διότι σκοπός τόσο των κανονισμών 796/81 και 1755/81 όσο και του κανονισμού 3429/80 ήταν όχι να απαγορευθούν οι πέραν ορισμένων ποσοτήτων εισαγωγές αλλά να παρασχεθεί, ακόμα και πέραν των καθορισθεισών ποσοτήτων, η δυνατότητα χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής έναντι καταβολής συμπληρωματικού ποσού ( βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, Wünsche, σκέψη 25). Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταφύγει σε μια τέτοια απαγόρευση.
23
Όσον αφορά το ύφος του, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το συμπληρωματικό ποσό έπρεπε να καθοριστεί σε αρκετά υψηλό επίπεδο ώστε να είναι αποτρεπτικό.
24
Ούτε το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό για τον προαναφερθέντα λόγο ότι ο επιδιωκόμενος από τους κανονισμούς σκοπός δεν ήταν να αποκλειστούν πλήρως οι πέραν των καθορισθεισών ποσοτήτων εισαγωγές. Εξάλλου, σκοπός των κανονισμών δεν ήταν ο κολασμός των άνευ πιστοποιητικού εισαγωγών, αλλά η προστασία της κοινοτικής αγοράς μανιταριών από σοβαρές διαταραχές οφειλόμενες σε εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών.
25
Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το όψος του συμπληρωματικού ποσού ήταν δικαιολογημένο λόγω του ότι αντιστοιχούσε στην τιμή κόστους των κονσερβών μανιταριών πρώτης κατηγορίας, προελεύσεως Γαλλίας, που είχαν πωληθεί στη γερμανική αγορά. Η επιλογή αυτή έγινε επειδή η Γαλλία είναι η πρώτη παραγωγός χώρα της Κοινότητας, η δε Γερμανία ο κύριος αγοραστής. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, ένα συμπληρωματικό ποσό που θα ήταν απλώς ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής που ίσχυε στη χώρα εξαγωγής και αυτής που είχε ορισθεί εντός της Κοινότητας δεν θα επέτρεπε την επίτευξη των σκοπών των κανονισμών 796/81 και 1755/81.
26
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, όπως και ο γενικός εισαγγελέας κατέδειξε στις προτάσεις του ( παράγραφοι 41 και 44), το ύψος του συμπληρωματικού ποσού που καθορίστηκε με τους κανονισμούς 796/81 και 1755/81 και αντιστοιχούσε στην τιμή κόστους των μανιταριών κοινοτικής παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα την αισθητή αύξηση του κόστους των κονσερβών μανιταριών που παράγονται, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην Κίνα, σε σχέση με το κόστος των κονσερβών μανιταριών που παράγονται εντός της κοινοτικής αγοράς.
27
Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, το συμπληρωματικό ποσό είχε καθοριστεί με τους κανονισμούς 796/81 και 1755/81 αποκλειστικά βάσει του κόστους των κονσερβών μανιταριών πρώτης διαλογής που παράγονταν εντός της Κοινότητας. Εξ αυτού έπεται ότι το ύψος του συπληρωματικού ποσού για τις κατώτερες κατηγορίες μανιταριών που εισάγονται από τρίτες χώρες είχε πολύ περισσότερο επαχθή αποτελέσματα και, κατά συνέπεια, υπερέβη αισθητότατα το κόστος των κονσερβών μανιταριών κατωτέρων κατηγοριών που παράγονταν εντός της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, ένα τέτοιου ύψους συμπληρωματικό ποσό, το οποίο αποτέλεσε σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τους εισαγωγείς, είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον σκοπό που είχε θέσει η Επιτροπή εκδίδοντας τους κανονισμούς 796/81 και 1755/81.
28
Εν προκειμένω, πρέπει να προστεθεί ότι, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 11ης Φεβρουαρίου 1988, 77/86, National Dried Fruit Trade Association (Συλλογή 1988, σ. 757, σκέψη 29), αναφορικά με εξισωτική εισφορά που είχε επιβληθεί ως μέτρο διασφαλίσεως σχετικά με σταφίδες, μια τέτοια εισφορά δεν είναι παράνομη από το γεγονός και μόνο ότι προβλέπεται σταθερός συντελεστής. Πράγματι, η νομιμότητά της εξαρτάται από ένα σύνολο περιστάσεων όπως οι εφαρμοζόμενες τιμές εισαγωγής ή η ανάγκη αποτελεσματικότητας προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
29
Με την ίδια αυτή απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο σκοπός αυτού του μέτρου διασφαλίσεως ήταν όχι η επιβολή οικονομικής κυρώσεως στον επιχειρηματία που προέβη σε εισαγωγή με τιμή κατώτερη της προβλεπομένης ελαχίστης τιμής (σκέψη 32). Όμως, η καθιέρωση μιας ενιαίας με σταθερό συντελεστή εξισωτικής εισφοράς, επιβαλλομένης ακόμα και στην περίπτωση μιας ελαχίστης διαφοράς μεταξύ της τιμής εισαγωγής και της ελαχίστης τιμής, συνιστά οικονομική κύρωση.
30
Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά το συμπληρωματικό ποσό που με τον κανονισμό 796/81 καθορίστηκε σε 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους και με τον κανονισμό 1755/81 σε 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους και εφαρμόζεται αδιακρίτως επί κονσερβών μανιταριών οποιασδήποτε προελεύσεως και κατηγορίας και έχει, έτσι, ως αποτέλεσμα οι εισαγωγείς μανιταριών κατώτερης ποιότητας να υφίστανται βαρύτερο κολασμό απ' ό,τι οι εισαγωγείς μανιταριών πρώτης κατηγορίας, και τούτο ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77 επέτρεπε στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων στοιχείων, την προέλευση ή την ποιότητα των μανιταριών και να καθορίζει, ενδεχομένως, ενόψει των στοιχείων αυτών, διαφορετικά συμπληρωματικά ποσά.
31
Απ' όλες τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1 των κανονισμών 796/81 και 1755/81 δεν είναι έγκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1990, το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
1)
Το προβλεπόμενο στο άρθρο 1 των κανονισμών ( ΕΟΚ ) 796/81 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργειας, και ( ΕΟΚ ) 1755/81 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας, συμπληρωματικό ποσό πρέπει να εισπράττεται και στην περίπτωση κατά την οποία, μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας κονσερβών μανιταριών, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω εμπόρευμα δεν συνοδευόταν από έγκυρο πιστοποιητικό.
2)
Το άρθρο 1 των προαναφερθέντων κανονισμών ( ΕΟΚ ) 796/81 και 1755/81 δεν είναι έγκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
Kapteyn
Mancini
Κακούρης
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο προεδρεύων
Ρ. J. G. Kapteyn
Πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy