Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. 1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Εμπορική και βιομηχανική ιδιοκτησία - Δικαίωμα επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας - Αρμοδιότητα των κρατών μελών - Έκταση και όρια
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30, 36 και 222)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Εμπορική και βιομηχανική ιδιοκτησία - Δικαίωμα επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας - Παραχώρηση υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως παρά τον κανονικό εφοδιασμό της αγοράς με την πραγματοποίηση εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη - Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30 και 36)
Περίληψη
1. Κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οι διατάξεις για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας δεν έχουν ακόμη ενοποιηθεί στο πλαίσιο της Κοινότητας ή μιας προσεγγίσεως των νομοθεσιών και συνεπώς στον εθνικό νομοθέτη εναπόκειται να καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους τρόπους της προστασίας που παρέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
Εντούτοις, οι διατάξεις της Συνθήκης, ειδικότερα δε οι διατάξεις του άρθρου 222, κατά το οποίο η Συνθήκη δεν προδικάζει με κανένα τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη, δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει την εξουσία να λαμβάνει, στον τομέα της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, μέτρα που να θίγουν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς, όπως η αγορά αυτή προβλέπεται και οργανώνεται από τη Συνθήκη.
2. Παρά το γεγονός ότι, κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου που διέπει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, στον εθνικό νομοθέτη εναπόκειται να καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους τρόπους προστασίας που παρέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και μολονότι συνεπώς ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει, σε περίπτωση μη εκμεταλλεύσεως ή μη επαρκούς εκμεταλλεύσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, την υποχρεωτική παραχώρηση άδειας εκμεταλλεύσεως, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης το κράτος μέλος που, με τη νομοθεσία του, εξομοιώνει προς τις ανωτέρω περιπτώσεις μη επαρκούς εκμεταλλεύσεως του διπλώματος την περίπτωση κατά την οποία η ζήτηση στην εγχώρια αγορά του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ικανοποιείται με την πραγματοποίηση εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη. Με τον τρόπο αυτό ο κάτοχος του διπλώματος ενθαρρύνεται να παράγει το προστατευόμενο προϊόν εντός του εδάφους του κράτους όπου χορηγήθηκε το δίπλωμα, αντί να εισάγει το προϊόν αυτό από άλλα κράτη μέλη, προκειμένου να αποφύγει κάθε κίνδυνο απώλειας του αποκλειστικού δικαιώματός του, η οποία δεν θα μπορούσε να αντισταθμιστεί, κατά την άποψή του, από την εκ μέρους του δικαιούχου της άδειας καταβολή των δικαιωμάτων που προβλέπονται έναντι της παραχωρήσεως της άδειας εκμεταλλεύσεως. Η διάκριση αυτή, σκοπός της οποίας είναι να ευνοηθεί η εγχώρια παραγωγή, δεν δικαιολογείται ούτε από το άρθρο 36 της Συνθήκης ούτε από το άρθρο 5 της Συμβάσεως των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-30/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Eric L. White και Giuliano Marenco, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου από την Rosemary Caudwell, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενη από τον Nicholas Pumfrey, QC, του δικηγορικού συλλόγου Αγγλίας και Ουαλλίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
καθού,
υποστηριζόμενου από
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τον Carlos Bastarreche Saguees, Γενικό Διευθυντή της Υπηρεσίας Κοινοτικού Νομικού και Θεσμικού Συντονισμού, και στη συνέχεια από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, Γενικό Διευθυντή της Υπηρεσίας Κοινοτικού Νομικού και Θεσμικού Συντονισμού, και τον Antonio Hierro Hernandez-Mora, abogado del Estado της Υπηρεσίας Κοινοτικών Διαφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel Servais,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, προβλέποντας την υποχρεωτική παραχώρηση αδειών εκμεταλλεύσεως όταν ο δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν το εκμεταλλεύεται στο Ηνωμένο Βασίλειο στον βαθμό που θα μπορούσε ευλόγως να το εκμεταλλεύεται ή όταν η ζήτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ικανοποιείται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, R. Joliet, F. A. Schockweiler και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco, M. Zuleeg και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 16ης Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Ιανουαρίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, προβλέποντας την υποχρεωτική παραχώρηση αδειών εκμεταλλεύσεως όταν ο δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν το εκμεταλλεύεται στο Ηνωμένο Βασίλειο στον βαθμό που θα μπορούσε ευλόγως να το εκμεταλλεύεται ή όταν η ζήτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ικανοποιείται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Στο Hνωμένο Βασίλειο τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας διέπονται από τον Patents Act του 1977 (νόμο περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, στο εξής: Patents Act). To άρθρο 47 του νόμου αυτού προβλέπει ότι ο Comptroller General of Patents (στο εξής: Comptroller) μπορεί να παραχωρεί, οποτεδήποτε μετά τη λήξη τριετίας από τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως του διπλώματος στις εξής περιπτώσεις, οι οποίες καθορίζονται στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου:
"α) όταν η εμπορική εκμετάλλευση της εφευρέσεως που καλύπτεται από το δίπλωμα είναι δυνατή στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά ο δικαιούχος του διπλώματος δεν την εκμεταλλεύεται καθόλου ή δεν την εκμεταλλεύεται στον βαθμό που θα μπορούσε ευλόγως να το πράττει,
β) όταν η εφεύρεση που καλύπτεται από το δίπλωμα συνίσταται σε προϊόν και η ζήτηση του προϊόντος αυτού στο Ηνωμένο Βασίλειο
(...)
ii) ικανοποιείται σε μεγάλο βαθμό με την πραγματοποίηση εισαγωγών,
γ) όταν η εμπορική εκμετάλλευση της εφευρέσεως που καλύπτεται από το δίπλωμα είναι δυνατή στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά η εκμετάλλευση αυτή καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής
i) λόγω των εισαγωγών του προϊόντος, εφόσον πρόκειται για προϊόν,
ii) λόγω των εισαγωγών προϊόντος που παράγεται απευθείας με την εφαρμογή της μεθόδου που καλύπτεται από το δίπλωμα ή προϊόντος επί του οποίου έχει εφαρμοστεί η μέθοδος αυτή,
(...)"
3 Το άρθρο 50, παράγραφος 1, του Patents Act ορίζει ότι ο Comptroller πρέπει να ασκεί τις εξουσίες του με σκοπό, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίζεται ότι οι εφευρέσεις των οποίων η εμπορική εκμετάλλευση στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι δυνατή και επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος γίνονται αντικείμενο εκμεταλλεύσεως χωρίς καμία αδικαιολόγητη καθυστέρηση και στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
4 Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι οι εθνικές αυτές διατάξεις συνιστούν μέτρα αποτελέσματος ισοδύναμου προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, άσκησε την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως.
5 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται λεπτομερώς οι διατάξεις του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του αντικειμένου της προσφυγής
6 Η Επιτροπή διευκρινίζει, με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει προς στήριξη της προσφυγής της, ότι δεν αμφισβητεί κατ' αρχήν ούτε την υποχρέωση του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να εκμεταλλεύεται το δίπλωμα και να ικανοποιεί τη ζήτηση που υπάρχει στην εθνική αγορά για το καλυπτόμενο από το δίπλωμα προϊόν ούτε την ευχέρεια των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών να αποφασίζουν την υποχρεωτική παραχώρηση άδειας εκμεταλλεύσεως, όταν δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση αυτή. Η αιτίαση της Επιτροπής αφορά αποκλειστικά και μόνο τις προεκτεθείσες διατάξεις του Patents Act, καθόσον διακρίνουν μεταξύ της κατασκευής του προϊόντος εντός της εθνικής επικράτειας και της εισαγωγής του από άλλο κράτος μέλος και αντιμετωπίζουν δυσμενέστερα τις εισαγωγές, αφού επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να παραχωρούν υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως, όταν η εκμετάλλευση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας γίνεται υπό μορφή εισαγωγών. Αυτό είναι το αντικείμενο της προσφυγής επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο.
7 Η Επιτροπή εκθέτει επίσης ότι είναι ασυμβίβαστες προς το άρθρο 30 της Συνθήκης οι εθνικές διατάξεις που περιορίζουν στην εθνική μόνο επικράτεια την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως. Το ασυμβίβαστο αυτό συνιστά αυτοτελή αιτίαση, η οποία δεν θα εξετασθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς, δεδομένου ότι στα αιτήματα της προσφυγής δεν γίνεται λόγος για την αιτίαση αυτή.
Επί του βασίμου της προσφυγής
8 Προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του βασίμου της προσφυγής, πρέπει να προσδιοριστεί το περιεχόμενο των κανόνων που καθιερώνουν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις και στη συνέχεια να εξεταστεί αν οι κανόνες αυτοί συμβιβάζονται με το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Όσον αφορά το περιεχόμενο των κανόνων που καθιερώνουν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις
9 Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες διατάξεις αποτελούν τμήμα μόνο του Patents Act, τα άρθρα του οποίου έχουν καταρτισθεί κατά τρόπο ώστε οι πράξεις του κοινοτικού δικαίου να παράγουν πλήρως τα αποτελέσματά τους. Από το άρθρο 53, παράγραφος 1, του Patents Act προκύπτει ότι τα άρθρα 48 έως 51 του νόμου αυτού, τα οποία αφορούν τις υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως, εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της συμβάσεως για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η επιφύλαξη δε αυτή θα ισχύει από την έναρξη της ισχύος της συμβάσεως αυτής.
10 Το καθού ισχυρίζεται επιπλέον ότι το γεγονός ότι η ζήτηση του καλυπτόμενου από το δίπλωμα προϊόντος στην εγχώρια αγορά ικανοποιείται απο τις εισαγωγές δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την παραχώρηση υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως. Για να παραχωρήσει τέτοια άδεια, ο Comptroller πρέπει να λάβει υπόψη και άλλα στοιχεία, όπως το δημόσιο συμφέρον ή το οικονομικό συμφέρον που αντιπροσωπεύει η παραγωγή του προϊόντος εντός της εθνικής επικράτειας.
11 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν ασκεί επιρροή στην επίλυση της διαφοράς.
12 Πρώτον, το γεγονός ότι ο Patents Act αναφέρεται στη σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στερείται εν πάση περιπτώσει νομικής σημασίας, καθόσον η σύμβαση αυτή δεν έχει ακόμα αρχίσει να ισχύει. Εξάλλου, ούτε η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1975 (στο εξής: πρώτη σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας), η οποία δεν κυρώθηκε από όλα τα κράτη μέλη, ούτε η σύμβαση που αποτελεί παράρτημα της συμφωνίας που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1989 (στο εξής: δεύτερη σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας) και προορίζεται να αντικαταστήσει την πρώτη σύμβαση και βρίσκεται στο στάδιο της κυρώσεως, έχουν αρχίσει να ισχύουν.
13 Δεύτερον, ακόμη και αν γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι ο Comptroller δεν είναι υποχρεωμένος να παραχωρεί υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η ζήτηση του καλυπτόμενου από το δίπλωμα προϊόντος στην εγχώρια αγορά ικανοποιείται με τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, εντούτοις από τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 48, παράγραφος 3, στοιχεία β και γ, του Patents Act προκύπτει ότι στις περιπτώσεις στις οποίες οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς ικανοποιούνται εν όλω ή εν μέρει με την πραγματοποίηση εισαγωγών ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας διατρέχει τον κίνδυνο να απολέσει το αποκλειστικό δικαίωμά του λόγω του ενδεχομένου της παραχωρήσεως υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως. Η Επιτροπή όμως βάλλει ακριβώς κατά της υπάρξεως του κινδύνου αυτού και των επιπτώσεών του επί της συμπεριφοράς των κατόχων των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
Όσον αφορά το ζήτημα αν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις συμβιβάζονται με το άρθρο 30 της Συνθήκης
14 Κατά την Επιτροπή, οι προαναφερθείσες εθνικές διατάξεις ευνοούν την εγχώρια παραγωγή, εισάγοντας διάκριση σε βάρος της εκμεταλλεύσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας υπό μορφή εισαγωγών στην εθνική επικράτεια. Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες ενθαρρύνουν τους δικαιούχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας να πραγματοποιούν παραγωγή εντός της εθνικής επικράτειας αντί να πραγματοποιούν εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, συνιστούν μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών. Το Δικαστήριο, δεδομένου ότι έχει ήδη δεχθεί ότι ακόμη και μια απλή διαφημιστική εκστρατεία που οργανώνουν οι κρατικές αρχές υπέρ των εγχώριων προϊόντων συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/81, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1982, σ. 4005), πρέπει κατά μείζονα λόγο, ενόψει της βαρύτητας των εννόμων συνεπειών που έχει η παραχώρηση υποχρεωτικής άδειας, να αναγνωρίσει ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι ασυμβίβαστες προς τη Συνθήκη. Οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με βάση τις εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 36 της Συνθήκης, διότι σκοπός της επίμαχης ρύθμισης δεν είναι η εξασφάλιση της προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, αλλ' αντίθετα ο περιορισμός των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιοκτησία αυτή. Επιπλέον, ο επιδιωκόμενος σκοπός, δηλαδή η υποστήριξη της εγχώριας παραγωγής, είναι διαμετρικά αντίθετος προς τους σκοπούς της Συνθήκης. Τέλος, τα λαμβανόμενα μέτρα δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, ανάλογα προς τον σκοπό αυτό.
15 Το Ηνωμένο Βασίλειο, καθού, και το Βασίλειο της Ισπανίας, παρεμβαίνον, ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και προς τούτο προβάλλουν διαφόρους ισχυρισμούς ή επιχειρήματα. Ισχυρίζονται, πρώτον, ότι οι προϋποθέσεις της καθιερώσεως ενός συστήματος υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως σε σχέση με την εμπορική και βιομηχανική ιδιοκτησία εμπίπτουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 222 και 36 της Συνθήκης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Δεύτερον, οι επίμαχες διατάξεις είναι σύμφωνες προς το άρθρο 5 της Συμβάσεως των Παρισίων περί προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, της 20ής Μαρτίου 1883, κατόπιν της τελευταίας αναθεωρήσεώς της στη Στοκχόλμη στις 14 Ιουλίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση των Παρισίων). Τρίτον, αποτέλεσμα των επίμαχων διατάξεων δεν είναι η δυσχέρανση ή ο περιορισμός των εισαγωγών. Τέταρτον, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν καταλήγει στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αλλά στην ενίσχυση των δικαιωμάτων του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας υπό συνθήκες που δεν εξυπηρετούν τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρηματιών των διαφόρων κρατών μελών. Πέμπτον, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των επίμαχων διατάξεων έχει κυρίως θεωρητικό χαρακτήρα, αφού στην πράξη οι διατάξεις αυτές σπανίως εφαρμόζονται. Έκτον, η επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η Επιτροπή με την άσκηση της παρούσας προσφυγής μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο της κοινοτικής εναρμονίσεως όλων των νομοθεσιών των κρατών μελών, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία νέων αποκλίσεων. Τέλος, βάσει της συλλογιστικής της Επιτροπής, ορισμένες διατάξεις των συμβάσεων για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορούν να θεωρηθούν αντίθετες προς τη Συνθήκη.
16 Κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οι διατάξεις για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας δεν έχουν ακόμη ενοποιηθεί στο πλαίσιο της Κοινότητας ή μιας προσεγγίσεως των νομοθεσιών. Επ' αυτού πρέπει να τονιστεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν έχει αρχίσει ακόμη να ισχύει.
17 Κατά συνέπεια, στον εθνικό νομοθέτη εναπόκειται να καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους τρόπους της προστασίας που παρέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
18 Εντούτοις, οι διατάξεις της Συνθήκης, ειδικότερα δε οι διατάξεις του άρθρου 222, κατά το οποίο η Συνθήκη δεν προδικάζει με κανένα τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη, δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει την εξουσία να λαμβάνει, στον τομέα της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, μέτρα που να θίγουν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς, όπως η αγορά αυτή προβλέπεται και οργανώνεται από τη Συνθήκη.
19 Πρώτον, οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί των εισαγωγών που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας επιτρέπονται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης μόνο υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν συνιστούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών.
20 Δεύτερον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 36 δεν επιτρέπει αποκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς, παρά μόνο καθόσον οι αποκλίσεις αυτές δικαιολογούνται για την προστασία των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89, HAG, Συλλογή 1990, σ. Ι-3711, σκέψη 12).
21 Όσον αφορά τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, το ειδικό αντικείμενο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας είναι, μεταξύ άλλων, η εξασφάλιση στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του αποκλειστικού δικαιώματος χρησιμοποιήσεως μιας εφευρέσεως για την παραγωγή και την πρώτη κυκλοφορία στην αγορά βιομηχανικών προϊόντων, είτε απευθείας είτε μέσω παραχωρήσεως σε τρίτους αδειών εκμεταλλεύσεως, καθώς και του δικαιώματος προστασίας κατά κάθε προσβολής (απόφαση της 3ης Μαρτίου 1988, 434/85, Allen and Hanburys, Συλλογή 1988, σ. 1245, σκέψη 11).
22 Προκειμένου να εκτιμηθεί αν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις συμβιβάζονται με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, ενδείκνυται η εφαρμογή των ανωτέρω αρχών.
23 Οι διατάξεις αυτές του εθνικού δικαίου επιτρέπουν, στο πλαίσιο της παραχωρήσεως υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως, τη μείωση ή εκμηδένιση του οφέλους που αντιπροσωπεύει το αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, όταν η εκμετάλλευση του διπλώματος αυτού γίνεται υπό μορφή εισαγωγών στην εθνική επικράτεια.
24 Με τον τρόπο αυτό ο κάτοχος του διπλώματος ενθαρρύνεται να παράγει το προστατευόμενο προϊόν εντός του εδάφους του κράτους όπου χορηγήθηκε το δίπλωμα, αντί να εισάγει το προϊόν αυτό από άλλα κράτη μέλη, προκειμένου να αποφύγει κάθε κίνδυνο απώλειας του αποκλειστικού δικαιώματός του, η οποία δεν θα μπορούσε να αντισταθμιστεί, κατά την άποψή του, από την εκ μέρους του δικαιούχου της άδειας καταβολή των ανάλογων δικαιωμάτων, όπως προβλέπει το άρθρο 50, παράγραφος 1, στοιχείο β, του Patents Act.
25 Οι διατάξεις αυτές είναι ικανές, ανεξάρτητα από τον αριθμό των παραχωρουμένων υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως, να επηρεάσουν άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
26 Ομοίως, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του (σημείο 10), η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, όταν καταλήγει στην παραχώρηση άδειας εκμεταλλεύσεως σε εγχώριο κατασκευαστή, έχει κατ' ανάγκη ως αποτέλεσμα τη μείωση των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα και επομένως τον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
27 Οι διατάξεις αυτές συνιστούν από την άποψη αυτή μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, ECR 1974, σ. 837, σκέψη 5).
28 Μολονότι η επιβολή κυρώσεων για τη μη εκμετάλλευση ή τη μη επαρκή εκμετάλλευση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να θεωρηθεί ως το αναγκαίο αντιστάθμισμα της εδαφικής αποκλειστικότητας που παρέχεται με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δεν υπάρχει αντίθετα κανείς λόγος που να ανάγεται στο ειδικό αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και να δικαιολογεί τη βάσει των επίμαχων διατάξεων διάκριση μεταξύ της εκμεταλλεύσεως του διπλώματος υπό μορφή παραγωγής εντός της εθνικής επικράτειας και της εκμεταλλεύσεως υπό τη μορφή εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη.
29 Ο λόγος για τη διάκριση αυτή δεν υπαγορεύεται από τις ειδικές ανάγκες της προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, αλλά, όπως ομολογεί εξάλλου και το καθού κράτος, από τη μέριμνα του εθνικού νομοθέτη υπέρ της εγχώριας παραγωγής.
30 Ο λόγος όμως αυτός, που έχει ως αποτέλεσμα τη ματαίωση της επιτεύξεως των σκοπών της Κοινότητας, οι οποίοι συγκεκριμένα διακηρύσσονται στο άρθρο 2 και αναλύονται στο άρθρο 3 της Συνθήκης, δεν μπορεί να γίνει δεκτός για να δικαιολογηθεί ο περιορισμός του μεταξύ των κρατών μελών εμπορίου.
31 Εν πάση περιπτώσει, τα μέτρα που είναι αντίθετα προς τη Συνθήκη, επειδή οδηγούν σε διακρίσεις, δεν μπορούν να δικαιολογούνται ούτε βάσει των διατάξεων του άρθρου 5 της Συμβάσεως των Παρισίων, οι οποίες παρέχουν στα υπογράφοντα κράτη απλώς την ευχέρεια να προβλέπουν την υποχρεωτική παραχώρηση αδειών εκμεταλλεύσεως με σκοπό την αποφυγή των καταχρήσεων που θα μπορούσαν να οφείλονται στην άσκηση του αποκλειστικού δικαιώματος που παρέχει το δίπλωμα, π.χ. της καταχρήσεως που συνίσταται στη μη εκμετάλλευση του διπλώματος, ούτε βάσει της μέριμνας για την εξασφάλιση μεγαλύτερου ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών χάρη στον περιορισμό των αποκλειστικών δικαιωμάτων που παρέχουν τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας.
32 Τα κράτη που υπέγραψαν τις δύο συμβάσεις για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έλαβαν υπόψη τους τους ανωτέρω κανόνες. Το άρθρο 82 της πρώτης συμβάσεως για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και το άρθρο 77 της δεύτερης συμβάσεως προβλέπουν ότι στα εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας εφαρμόζονται οι κανόνες σχετικά με τα κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, οι οποίοι δεν επιτρέπουν την παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως εντός του εδάφους κράτους μέλους, όταν οι ανάγκες του κράτους αυτού ικανοποιούνται με εισαγωγές του προϊόντος αυτού από άλλο κράτος μέλος. Το άρθρο 89 της πρώτης συμβάσεως και το άρθρο 83 της δεύτερης συμβάσεως προέβλεψαν βέβαια ότι τα κράτη μέλη μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να διατυπώσουν επιφυλάξεις ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και οι επιφυλάξεις αυτές θα μπορούσαν να αποδειχθούν ασυμβίβαστες με τις διατάξεις του άρθρου 30, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Το ενδεχόμενο όμως υπάρξεως τέτοιου ασυμβιβάστου προβλέφθηκε από τα άρθρα 93 της πρώτης συμβάσεως και 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας του Λουξεμβούργου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, τα οποία προβλέπουν ότι καμία διάταξη της συμβάσεως ή της συμφωνίας δεν μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή διατάξεως της Συνθήκης.
33 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, εξομοιώνοντας προς τις περιπτώσεις στις οποίες παραχωρείται υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως λόγω ανεπαρκούς εκμεταλλεύσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας την περίπτωση στην οποία η ζήτηση στην εγχώρια αγορά του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ικανοποιείται από τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
35 Το Βασίλειο της Ισπανίας, το οποίο παρενέβη υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου, φέρει τα δικαστικά του έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Το Ηνωμένο Bασίλειο, εξομοιώνοντας προς τις περιπτώσεις στις οποίες παραχωρείται υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως λόγω ανεπαρκούς εκμεταλλεύσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας την περίπτωση στην οποία η ζήτηση στην εγχώρια αγορά του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ικανοποιείται από τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy