ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-31/90 ( *1 )
Ι — Το νομοθετικό πλαίσιο
1. Η οαψία 79/7/ΕΟΚ
Η οδηγία 79/7/ΕΟΚ περιέχει τις διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70 ), όσον αφορά την προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7, αυτή « εφαρμόζεται επί του ενεργού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητα εργαζομένων, των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότης έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας και επί των προσώπων που αναζητούν εργασία, καθώς και επί των συνταξιούχων και των αναπήρων εργαζομένων ».
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι η οδηγία εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά της αναπηρίας.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, «η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
—
την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διάρκειας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών ».
Προς τούτο, το άρθρο 8 της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή εντός έξι ετών από της κοινοποιήσεως της, δηλαδή πριν από τις 22 Δεκεμβρίου 1984. Κατά το άρθρο 5, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταργήσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
2. Η εθνική νομοθεοία
Η ισχύουσα αγγλική νομοθεσία περιλαμβάνεται στο άρθρο 36, παράγραφοι 1 και 2, του Social Security Act (νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως) του 1975, που περιέχει τις ακόλουθες διατάξεις:
« 36.
1 )
Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ένα πρόσωπο έχει δικαίωμα αναπηρικής συντάξεως μη εξαρτώμενης από καταβολή εισφορών για κάθε μέρα που ήταν ανίκανο προς εργασία, αν ήταν ανίκανο για περίοδο τουλάχιστον 196 συνεχών ημερών, αμέσως προηγουμένων αυτής της ημέρας.
2)
Πρόσωπα κάτω των 16 ετών ή σπουδάζοντα με πλήρες ωράριο δεν έχουν δικαίωμα σ' αυτή τη σύνταξη·
οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα σ' αυτή τη σύνταξη αν:
α)
είναι έγγαμες και βρίσκονται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:
—
συγκατοικούν με τον σύζυγο τους,
ή
—
(...)ή
β)
συζούν με άνδρα,
εκτός αν είναι ανίκανες να εκτελέσουν τις συνήθεις οικιακές εργασίες. »
Το άρθρο 11 του Health and Social Security Act ( νόμου περί υγείας και κοινωνικής ασφαλίσεως) του 1984 κατάργησε τη μη εξαρτώμενη από την καταβολή εισφορών αναπηρική σύνταξη (Non-Contributory Invalidity Pension, στο εξής: NCIP) από τις 29 Νοεμβρίου 1984. Το άρθρο αυτό επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στο άρθρο 36 του Social Security Act του 1975 και εισήγαγε μια νέα παροχή, αποκαλούμενη επίδομα βαριάς αναπηρίας (Severe Disablement Allowance, στο εξής: SDA ), επί της οποίας έχουν αξίωση άτομα του ενός ή του άλλου φύλου με τις ίδιες προϋποθέσεις. Εκτός από τα πρόσωπα που ήταν ανίκανα προς εργασία από ηλικίας 20 ετών, το δικαίωμα επιδόματος για οποιαδήποτε ημέρα εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι την ημέρα αυτή ο αιτών ήταν όχι μόνο ανίκανος προς εργασία κατά την έννοια του άρθρου 36 του Social Security Act του 1975, όπως τροποποιήθηκε, αλλά και ανάπηρος κατά την έννοια αυτής της διατάξεως. Μολονότι οι νέες αυτές διατάξεις είχαν ως συνέπεια να παύσει να καταβάλλεται η NCIP σε οποιονδήποτε από τις 29 Νοεμβρίου 1984, η ημερομηνία που καθορίστηκε για την έναρξη της ισχύος του SDA ήταν η 29η Νοεμβρίου 1984 μόνο σε σχέση με τις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων:
—
τα πρόσωπα ηλικίας 50 ετών και άνω κατά την ημερομηνία αυτή·
—
τα πρόσωπα που γεννήθηκαν μετά τις 29 Νοεμβρίου 1949·
—
ορισμένα πρόσωπα τα οποία, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, πρέπει να έχουν δικαίωμα στη NCIP από οποιαδήποτε ημερομηνία προηγούμενη της 29ης Νοεμβρίου 1984. Όσον αφορά τα άλλα πρόσωπα, η ημερομηνία που ορίστηκε ήταν η 28η Νοεμβρίου 1985 ή η ημερομηνία συμπληρώσεως του πεντηκοστού έτους της ηλικίας ( αν η ημερομηνία αυτή ήταν προγενέστερη ).
Μια άλλη όμως διάταξη κρίθηκε αναγκαία για την περίπτωση των προσώπων που μπορούσαν να αξιώσουν τη NCIP αμέσως πριν από τις 29 Νοεμβρίου 1984.
Πρόκειται για το άρθρο 20, παράγραφος 1, των Social Security Regulations του 1984, που ορίζει ότι:
« Κάθε πρόσωπο το οποίο, σε περίοδο αμέσως προηγούμενη τόσο της 10ης Σεπτεμβρίου 1984 όσο και της 29ης Νοεμβρίου 1984, είχε δικαίωμα σε NCIP έχει δικαίωμα στις 29 Νοεμβρίου 1984 και σ' όλες τις επόμενες ημερομηνίες, οι οποίες, μαζί με την 29η Νοεμβρίου 1984, κείνται σε ενιαία περίοδο διακοπής της έμμισθης εργασίας, για παροχή επιδόματος λόγω βαριάς αναπηρίας:
α)
είτε είναι είτε όχι ανάπηρο κατά την έννοια του άρθρου 36 του Social Security Act του 1975, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 12 του Health and Social Security Act του 1984·
β)
είτε η 29η Νοεμβρίου 1984 είναι η καθορισθείσα ημερομηνία είτε όχι για τους σκοπούς του άρθρου 11 του Health and Social Security Act του 1984 σε σχέση με πρόσωπα της κατηγορίας του από πλευράς ηλικίας·
εφόσον συγκεντρώνει τις λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται για το δικαίωμα τέτοιου επιδόματος. »
Ο τύπος και οι προθεσμίες που προβλέπονται για την υποβολή αιτήσεως SDA ρυθμίζονται από το άρθρο 165 Α, το οποίο προστέθηκε στον Social Security Act του 1985 και το οποίο ορίζει τα εξής:
« 1.
Με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου ορίζεται άλλως, κανείς δεν έχει δικαίωμα επιδόματος εκτός εάν, πληρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται το εν λόγω επίδομα,
α)
υπέβαλε σχετική αίτηση
i)
κατά τον απαιτούμενο τύπο· και,
ii)
υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2 κατωτέρω, εντός των τασσομένων προθεσμιών· ή
β)
εάν, δυνάμει διατάξεως του κεφαλαίου VI του δευτέρου μέρους του παρόντος νόμου ή διατάξεων που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή μιας τέτοιας διατάξεως, θεωρείται ότι υπέβαλε αίτηση.
2.
Οι κανονιστικές διατάξεις προβλέπουν την παράταση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η αίτηση, στις περιπτώσεις που δεν υποβλήθηκε εντός των ταχθεισών προθεσμιών, είναι όπως αποδεδειγμένο ότι η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη.
3.
Παρά τις κανονιστικές διατάξεις που θεσπίστηκαν βάσει του παρόντος άρθρου, κανείς δεν έχει δικαίωμα:
α)
επιδόματος μητρότητας για τοκετό που προηγήθηκε πάνω από 12 μήνες της ημερομηνίας κατά την οποία υποβλήθηκε η αίτηση·
β)
επιδόματος θανάτου για θάνατο ο οποίος επήλθε πάνω από 12 μήνες πριν την ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε η αίτηση·
γ)
οποιουδήποτε άλλου επιδόματος ( πλην του επιδόματος αναπηρίας, απωλείας εισοδήματος ή θανάτου από εργατικό ατύχημα) για κάθε περίοδο που προηγήθηκε πάνω από 12 μήνες της ημερομηνίας κατά την οποία υποβλήθηκε η αίτηση. »
Το καινούργιο αυτό άρθρο 165 Α τέθηκε σε ισχύ στις 2 Σεπτεμβρίου 1985. Εν τούτοις, το άρθρο 32, παράγραφος 4, του Social Security Act του 1985 περιλαμβάνει μια μεταβατική διάταξη η οποία έχει ως εξής:
« Στην περίπτωση που ένα πρόσωπο
α)
είχε ή εθεωρείτο ότι είχε δικαίωμα επιδόματος ( κατά την έννοια του παραρτήματος 20 του Social Security Act του 1975) για περίοδο προγενέστερη της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος (του καινούργιου άρθρου 165 Α) και
β)
δεν θα είχε ή, κατά περίπτωση, δεν θα είχε θεωρηθεί ότι είχε αυτό το δικαίωμα εάν ( το καινούργιο άρθρο 165 Α ) είχε τεθεί σε ισχύ την εποχή εκείνη και
γ)
ζήτησε τη χορήγηση του επιδόματος για περίοδο που άρχιζε από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος (του καινούργιου άρθρου 165 Α) ή από κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία,
και που το ζήτημα του δικαιώματος επί του επιδόματος που αιτείται εξαρτάται από το γεγονός ότι είχε ή θεωρήθηκε ότι είχε προγενέστερα δικαίωμα σ' αυτό το επίδομα ή σε άλλο επίδομα, (το καινούργιο άρθρο 165 Α) δεν λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να κριθεί το δικαίωμα του επί του αιτουμένου επιδόματος. »
II — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1. Πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης
Η Johnson, ενάγουσα στην κύρια δίκη, σταμάτησε να εργάζεται το 1970 για να ασχοληθεί με τη θυγατέρα της, η οποία ήταν τότε έξι ετών και με την οποία ζούσε μόνη.
Το 1980, θέλησε να εργαστεί εκ νέου, αλλά δεν μπόρεσε να το πράξει λόγω παθήσεως στην πλάτη. Την ίδια εποχή η Johnson υπέβαλε αίτηση για επιδόματα ανεργίας καθώς και για επιδόματα ασθενείας. Οι αιτήσεις της απορρίφθηκαν, διότι δεν πληρούσε την απαιτούμενη προϋπόθεση καταβολής εισφορών. Έλαβε εντούτοις το 1981 τη NCIP επειδή η πάθηση στην πλάτη την καθιστούσε ανίκανη προς εργασία.
Το 1982, η Johnson άρχισε να συζεί με τον νυν σύντροφο της. Η καταβολή της NCIP διακόπηκε διότι την εποχή εκείνη, μια γυναίκα που συζούσε με άνδρα έπρεπε, για να λαμβάνει την NCIP, να αποδείξει όχι μόνο ότι ήταν ανίκανη προς εργασία, αλλά και ότι ήταν ανίκανη να εκτελέσει τις συνήθεις οικιακές εργασίες ( άρθρο 36, παράγραφος 2, του Social Security Act του 1975 που ίσχυε τότε).
Στις 17 Αυγούστου 1987, υπέβαλε μέσω του Citizen Advice Bureau αίτηση χορηγήσεως του SDA.
Ο Adjudication Officer και, κατόπιν ενστάσεως, το Sutton Social Security Appeal Tribunal απέρριψαν την αίτηση με αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1987 και της 24ης Οκτωβρίου 1988, αντιστοίχως.
Η Johnson άσκησε έφεση κατά της τελευταίας αποφάσεως ενώπιον των Social Security Commissioners οι οποίοι εξέτασαν την περίπτωση της στις 17 Ιανουαρίου 1990.
Ενώπιον των Social Security Commissioners, ο Adjudication Officer ισχυρίστηκε, καταρχάς, ότι η Johnson δεν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 της οδηγίας. Υποστήριξε, αναφερόμενος στην απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1989, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 48, 106 και 107/88, Achterbergte Riele (Συλλογή 1989, σελ. 1963), ότι η Johnson δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα διακόπηκε λόγω ασθενείας ή οποιουδήποτε άλλου σχετικού κινδύνου. Είχε ωστόσο σταματήσει οικειοθελώς να εργάζεται για να ασχοληθεί με τη θυγατέρα της. Στη συνέχεια ο Adjudication Officer ισχυρίστηκε ότι, και αν ακόμη η Johnson εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, δεν είχε « δικαίωμα » επί της NCIP για τον αμέσως προηγηθέντα της 10ης Σεπτεμβρίου 1984 και της 29ης Νοεμβρίου 1984 χρόνο, δεδομένου ότι δεν υπέβαλε καμιά αίτηση εντός των ειδικών προθεσμιών.
Προκειμένου να κρίνει το δικαστήριο των Social Security Commissioners αν οι λόγοι αυτοί πρέπει να γίνουν δεκτοί ή να απορριφθούν, υπέβαλε με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1990 στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Έχει το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ την έννοια ότι περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής του τη γυναίκα ( ή τον άνδρα ) που εργαζόταν αλλά εγκατέλειψε την εργασία της χάριν της μέριμνας του τέκνου της και στη συνέχεια δεν μπόρεσε να αρχίσει εκ νέου να εργάζεται λόγω ασθενείας;
2)
Ειδικότερα, πρέπει η γυναίκα αυτή (ή αυτός ο άνδρας ) να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας στην περίπτωση που, εάν δεν ήταν ασθενής, θα εργαζόταν ή θα αναζητούσε εργασία, ή απαιτείται εν πάση περιπτώσει το πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας να έχει κατ' αρχήν εγκαταλείψει την εργασία του όχι για να ασχοληθεί με τη μέριμνα τέκνου, αλλά λόγω επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3;
3)
Πρέπει, για την εξέταση της θέσεως της γυναίκας αυτής σε σχέση με το άρθρο 2 της οδηγίας, να εξακριβωθεί αν αυτή αναζήτησε ή όχι εργασία στο διάστημα που μεσολάβησε από τη λήξη της υποχρεώσεως μέριμνας του τέκνου της μέχρι την εκδήλωση της ασθενείας η οποία ήδη την εμποδίζει να εργαστεί;
4)
Έχει το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ άμεσο αποτέλεσμα ώστε να παρέχει στη γυναίκα δικαίωμα παροχών (στο εξής: παροχές Β ) για τον μετά την υποβολή της αιτήσεως της χρόνο, στην περίπτωση όπου:
i)
ένα κράτος μέλος είχε προβλέψει επίδομα αναπηρίας ( όπως το μη εξαρτώμενο από την καταβολή εισφορών επίδομα αναπηρίας που εξετάστηκε στην υπόθεση Clarke) (στο εξής: επίδομα Α ), που εξηρτάτο από όρον ο οποίος δεν επέτρεπε την παροχή του επιδόματος σε έγγαμες γυναίκες ή σε γυναίκες που συζούν με τον σύντροφο τους εκτός αν πληρούσαν και έναν πρόσθετο όρο, που δεν ίσχυε για τους άνδρες·
ii)
το επίδομα Α καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από το επίδομα Β·
iii)
το δικαίωμα για το επίδομα Β εξαρτάται, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, από το προηγούμενο δικαίωμα για το καταργηθέν επίδομα Α·
iv)
η εν λόγω γυναίκα δεν κατοχύρωσε το δικαίωμα της για το επίδομα Α κατά το εσωτερικό δίκαιο με την υποβολή της σχετικής αιτήσεως πριν την κατάργηση του επιδόματος, εάν δεν υποβάλει αίτηση τώρα δεν θα αποκτήσει το δικαίωμα, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκτηθεί για περίοδο μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών πριν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως; »
2. Διαδικασία murnov τον Δικαστηρίου
Η διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Ιανουαρίου 1990.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, έγγραφες παρατηρήσεις υπέβαλαν:
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Karen Banks, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, στις 7 Μαΐου 1990·
—
Η Elsie Rita Johnson, εκπροσωπούμενη από τη Vicki Chapman, Solicitor στο Λονδίνο, στις 14 Μαΐου 1990·
—
η Κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Η. Α. Kaya, Treasury Solicitor στο Λονδίνο, στις 17 Μαΐου 1990.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και ανέθεσε την υπόθεση στο πέμπτο τμήμα.
III — Περίληψη των εγγράφων παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν ενώκιον του Δικαστηρίου
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή παρατηρούν ότι τα τέσσερα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το δικαστήριο των Social Security Commissioners θέτουν δύο χωριστά προβλήματα: αφενός το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 (πρώτο μέχρι και τρίτο ερώτημα) και αφετέρου την επίδραση του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7 στις διατάξεις της βρετανικής νομοθεσίας τις σχετικές με την υποβολή αιτήσεως για SDA ( τέταρτο ερώτημα ).
1. Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7
α)
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι ανήκει στον «ενεργό πληθυσμό» κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 79/7, διότι βρίσκεται σε ηλικία να εργαστεί, έχει εργαστεί στο παρελθόν, θέλησε να επαναρχίσει να εργάζεται και κωλύεται μόνο από το γεγονός ότι επήλθε ένας από τους κινδύνους που αναφέρει ειδικά το άρθρο 3 της οδηγίας 79/7. Συναφώς φρονεί ότι πρέπει να θεωρηθεί είτε ως « ανάπηρη εργαζομένη » είτε ως πρόσωπο « του οποίου η δραστηριότητα διακόπηκε λόγω ασθενείας ».
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης τονίζει ότι τίποτα στο άρθρο 2 της οδηγίας 79/7 δεν εμποδίζει να ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής αυτού του άρθρου ένα πρόσωπο που αποσύρθηκε προσωρινά από την αγορά εργασίας για να ασχοληθεί με τέκνο και που βρέθηκε έπειτα σε αδυναμία να αναλάβει εκ νέου τη θέση του λόγω ασθενείας. Το μόνο ζήτημα που τίθεται στο πλαίσιο αυτό θα ήταν εάν το εν λόγω πρόσωπο κωλύεται ή όχι πράγματι να εργαστεί εξαιτίας ενός από τους απαριθμουμένους κινδύνους. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το άτομο εμπίπτει, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι αυτή η επιχειρηματολογία δεν αντίκειται στην απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 48, 106 και 107/88, Achterbergte Reile, όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται « επί προσώπων που άσκησαν δραστηριότητα η οποία δεν διεκόπη λόγω επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας και δεν αναζητούν εργασία ». Συναφώς, η προσφεύγουσα απορρίπτει την άποψη του Adjudication Officer που στηρίζεται στην εν λόγω απόφαση και κατά την οποία το πρόσωπο που αποσύρθηκε από την αγορά εργασίας για να ασχοληθεί με τέκνο δεν διέκοψε την εργασία του λόγω της επελεύσεως ενός κινδύνου που προβλέπεται στο άρθρο 3 της οδηγίας. Η εν λόγω ερμηνεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου θα κατέληγε σε δυσμενή διάκριση στο πεδίο εφαρμογής της ίδιας της οδηγίας, δεδομένου ότι όσοι αποκλείονται εξαιτίας αυτής της ερμηνείας είναι σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες, επειδή κατ' αρχήν αυτές εγκαταλείπουν προσωρινά την αγορά εργασίας για να ασχοληθούν με τα τέκνα τους. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Achterbergte Reile πρέπει εντούτοις να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ισχύει μόνο για τις περιπτώσεις όπου ο αιτών εγκατέλειψε οριστικά την αγορά εργασίας πριν από την επέλευση κάποιου από τους κινδύνους που προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας, όπως στην περίπτωση των γυναικών που αφορά η υπόθεση Achterbergte Reile.
Καταλήγοντας, η προσφεύγουσα καλεί το Δικαστήριο να δώσει καταφατική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα και να αποφανθεί ότι η γυναίκα που βρίσκεται στη θέση της πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην οδηγία 79/7. Στο μέτρο που το Δικαστήριο δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτή την άποψη, η προσφεύγουσα προτείνει να δοθεί, εν πάση περιπτώσει, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι η γυναίκα που σταματά να εργάζεται για να ασχοληθεί με τέκνο και στη συνέπεια αναζητεί εργασία αλλά προσβάλλεται από ασθένεια προτού βρει εργασία εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7.
β)
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκτιμά, αντίθετα, ότι η προσφεύγουσα δεν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 για τον λόγο ότι δεν ανήκει στον ενεργό πληθυσμό κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας ούτε και ανήκε ουδέποτε μετά το 1970.
Ισχυρίζεται ότι το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας προσδιορίζεται στο άρθρο 2, το οποίο πρέπει, σύμφωνα με τους σκοπούς του συνόλου της οδηγίας, να διαβαστεί σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της οδηγίας.
Επί της βάσεως αυτής, η οδηγία 79/7 έχει εφαρμογή κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου:
—
στους ανεξαρτήτους εργαζομένους,
—
στους μισθωτούς και στους ανεξαρτήτους εργαζομένους των οποίων η δραστηριότητα έχει διακοπή λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας,
—
στα πρόσωπα που αναζητούν εργασία,
—
στους συνταξιοδοτηθέντες ή αναπήρους μισθωτούς,
—
στους συνταξιοδοτηθέντες ή αναπήρους ανεξαρτήτους εργαζομένους,
που πρέπει να ανήκουν στον ενεργό πληθυσμό κατά τη στιγμή επελεύσεως του κινδύνου που μνημονεύεται στο άρθρο 3.
Συναφώς η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διαπιστώνει ότι η Johnson δεν εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία του προαναφερομένου πίνακα, δηλαδή των « προσώπων των οποίων η δραστηριότητα διακόπηκε λόγω ασθενείας ή επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3 », δεδομένου ότι έπαυσε να εργάζεται για να ασχοληθεί με το τέκνο της, ούτε στην τρίτη κατηγορία, δηλαδή στα « πρόσωπα που αναζητούν εργασία τη στιγμή κατά την οποία δηλώθηκε η αναπηρία ».
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι αυτή η ερμηνεία στηρίζεται πλήρως στα συμπεράσματα του Δικαστηρίου στην υπόθεση Achterbergte Riele, κυρίως σ' εκείνα της σκέψεως 11 της αποφάσεως, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι « η οδηγία δεν εφαρμόζεται επί προσώπων που δεν είχαν ποτέ μετάσχει στην αγορά εργασίας ή που έπαυσαν να μετέχουν, χωρίς αιτία γι' αυτό να αποτελέσει η επέλευση ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στην οδηγία ».
Από τα παραπάνω προκύπτει, κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται, όπως υποστήριξε η προσφεύγουσα, στις περιπτώσεις που ο αιτών έπαυσε οριστικά να μετέχει στην αγορά εργασίας πριν από την επέλευση ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας. Εξάλλου, η άποψη αυτή θα κατέληγε σε διάκριση μεταξύ των διαφόρων κινδύνων που απαριθμεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας, ενώ δεν υπάρχει κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ουσιαστική διαφορά μεταξύ του « γήρατος » αφενός και της « αναπηρίας » ή της « ασθενείας », των « εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων » και της « ανεργίας » αφετέρου.
Καταλήγοντας, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει ότι η απάντηση στα τρίτα πρώτα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να είναι ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι:
—
ένα πρόσωπο σαν αυτό που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα δεν ανήκει στον ενεργό πληθυσμό δεδομένου ότι ο κίνδυνος περί ου ο λόγος στο άρθρο 3 επήλθε σε ημερομηνία κατά την οποία δεν εργαζόταν (πρώτο ερώτημα)·
—
είναι αναγκαίο σε όλες τις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας να έχει παύσει να εργάζεται λόγω της επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που απαριθμεί το άρθρο 3 ( δεύτερο ερώτημα)·
—
προκειμένου να θεωρηθεί μια γυναίκα ως « πρόσωπο που αναζητεί εργασία » κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας, πρέπει πράγματι να αναζητεί εργασία πριν από την πραγματοποίηση του σχετικού κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 3 της οδηγίας και που την εμποδίζει εφεξής να εργαστεί ( τρίτο ερώτημα ).
γ)
Η Επιτροπή ισχυρίζεται καταρχάς ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση του στην υπόθεση Achterbergte Riele, καλύπτει το πρόσωπο που, εκουσίως έπαυσε να εργάζεται μόνο στην περίπτωση που αυτό αναζητεί εργασία, δηλαδή προέβη όντως σε συγκεκριμένες ενέργειες για να βρει εργασία.
Η Επιτροπή διευκρινίζει στη συνέχεια ότι το πρόσωπο που επιζητεί να τύχει εφαρμογής της οδηγίας πρέπει να εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας κατά τη στιγμή επελεύσεως του οικείου κινδύνου. Συνάγεται, κατά την Επιτροπή, ότι μια γυναίκα η οποία έπαυσε εκουσίως να εργάζεται και κατέστη ανάπηρη, όπως η Johnson, Ga έπρεπε, για να μπορεί να επικαλεστεί την οδηγία, να αναζητεί εργασία όταν κατέστη ανάπηρη.
Η Επιτροπή προτείνει συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7 της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής του πρόσωπο το οποίο, αφού εργάστηκε και εγκατέλειψε την εργασία του για να ασχοληθεί με τέκνο, αναζητεί στη συνέχεια εργασία.
2)
Εάν το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί να βρει εργασία λόγω ασθενείας, εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μόνο εάν αναζητούσε ήδη εργασία κατά την έναρξη της ασθενείας. »
2. Οι αφορώσες τις προθεσμίες εθνικές οιατά-ξεις
α)
Η προσφεύγουσα παρατηρεί, εκ προοιμίου, ότι δεν ζήτησε να λάβει τα καθυστερούμενα ποσά του SDA για την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 1984 και της αιτήσεως της το 1987, εκτός από αυτά που θα μπορούσαν να της χορηγηθούν σύμφωνα με το άρθρο 165 Α του Social Security Act του 1975.
Όσον αφορά τις αιτήσεις καθυστερουμένων ποσών ενός επιδόματος, η προσφεύγουσα δέχεται ότι μπορούν έγκυρα να περιοριστούν χρονικά από την εθνική νομοθεσία, όπως στην περίπτωση του άρθρυ 165 Α, παράγραφος 3, που περιορίζει τα καθυστερούμενα ποσά σε δώδεκα μήνες. Υποστηρίζει ωστόσο ότι η συνέπεια αυτή πρέπει να διακριθεί επιμελώς από την περίπτωση που αφορά το μέλλον.
Όσον αφορά το μέλλον, η εφαρμογή του άρθρου 165 Α από τον Adjudication Officer καταλήγει, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, όχι μόνο σε χρονικό περιορισμό, αλλά και στη δημιουργία μιας προϋποθέσεως την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να πληροί για να λάβει το επίδομα, δηλαδή πρέπει να αποδείξει ότι είχε δικαίωμα επί της NCIP αμέσως πριν από τις ημερομηνίες που προβλέπονται στο άρθρο 20 των Social Security Regulations του 1984.
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η εν λόγω εφαρμογή του άρθρου 165 Α εισάγει καταφανώς δυσμενείς διακρίσεις, διότι διαιωνίζει τη συμφυή με το άρθρο 20 των Social Security Regulations του 1984 διάκριση, όπως έκρινε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, 384/85, Borrie Clarke (Συλλογή 1987, σ. 2865 ).
Η διάκριση γίνεται καταφανής στην περίπτωση του άνδρα με το ίδιο επαγγελματικό παρελθόν. Αυτός δεν θα είχε παύσει να λαμβάνει τη NCIP κατ' εφαρμογή του άρθρου 36, παράγραφος 2, του Social Security Act του 1975, διότι και αν ακόμη άρχιζε να συζεί με γυναίκα, η «προϋπόθεση της ανικανότητας εκτελέσεως των συνήθων οικιακών εργασιών » δεν θα ίσχυε ως προς αυτόν. Κατά συνέπεια, θα συνέχιζε να λαμβάνει τη σύνταξη και μάλιστα τώρα θα ελάμβανε σύνταξη την οποία θα εδικαιούτο χωρίς χρονικό περιορισμό. Ωστόσο, το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό για μια γυναίκα, παρ' όλον ότι οι συνθήκες είναι ίδιες, όπως αποδεικνύει η περίπτωση της προσφεύγουσας. Πράγματι, της ανακλήθηκε το 1982η σύνταξη λόγω εφαρμογής της εισάγουσας δυσμενή διάκριση προϋποθέσεως του άρθρου 36, παράγραφος 2, και, καθώς δεν είχε καταθέσει ένσταση ή άλλη αίτηση σε εποχή που εθνική νομοθεσία δεν της άφηνε κανένα περιθώριο επιτυχίας, απώλεσε τη σύνταξη της για αόριστο χρόνο.
Η προσφεύγουσα συνάγει από τα παραπάνω ότι, εάν είναι ακριβές ότι η εφαρμογή του άρθρου 165 Α του Social Security Act του 1975 προϋποθέτει ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποδείξει ότι είχε δικαίωμα NCIP αμέσως πριν από τις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 20 των Social Security Regulations του 1984, η προϋπόθεση αυτή καταλήγει στην εισαγωγή δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος του, διότι δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδείξει ότι είχε τέτοιο δικαίωμα, εφόσον τούτο δεν συνέβαινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 36, παράγραφος 2, του Social Security Act του 1975. Άλλωστε, το γεγονός ότι δεν υπέβαλε αίτηση η οποία, ενόψει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σε βάρος της. Παρατηρεί ότι η αίτηση της δεν αφορά τη NCIP αλλά το SDA· είχε υποβάλει αίτηση για το επίδομα αυτό, η οποία αίτηση θα της παράσχει δικαίωμα επί του επιδόματος για το μέλλον, εάν μπορούσε να αποδείξει ότι πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις.
Για να αποφύγει τη δυσμενή διάκριση, η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι αναφορές που γίνονται στις προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 20 πρέπει να ερμηνευθούν, στην περίπτωση του εγγάμου, υποκειμένου στην εισάγουσα δυσμενή διάκριση διάταξη του άρθρου 36, παράγραφος 2, ως αναφορές που γίνονται σε γυναίκα που θα είχε δικαίωμα επιδομάτων εάν η εισάγουσα δυσμενή διάκριση διάταξη δεν υπήρχε και εάν η προσφεύγουσα είχε μπορέσει να υποβάλει επιτυχώς ένσταση.
Και σε περίπτωση που δεν υπάρχει άμεση διάκριση, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι υπάρχει καταφανώς έμμεση διάκριση. Εάν είναι ακριβές ότι το άρθρο 20 των Social Security Regulations του 1984 θέτει ως προϋπόθεση ότι η αίτηση για NCIP κατατέθηκε εμπροθέσμως, η εν λόγω προϋπόθεση έχει ως αποτέλεσμα, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, να αποκλείει δυσανάλογο αριθμό γυναικών και εισάγει αφ' εαυτής δυσμενή διάκριση.
Συναφώς, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι, στο μέτρο που θα ίσχυε η εισάγουσα δυσμενή διάκριση προϋπόθεση του άρθρου 36, παράγραφος 2, οι θιγόμενες γυναίκες αποκλείονταν από το επίδομα ενόψει της εσωτερικής νομοθεσίας και δεν είχαν καταθέσει καμιά αίτηση πριν από το τέλος του 1984. Ακόμη και μετά τον Δεκέμβριο του 1984, ορισμένες γυναίκες δεν υπέβαλαν αίτηση, διότι αφενός η παροχή (NCIP) είχε ήδη καταργηθεί και αφετέρου συνήγετο πάντα από την εθνική νομοθεσία ότι η αίτηση δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αντί να προκαλεί τέτοιες αιτήσεις, συνέχιζε να ισχυρίζεται ότι θα απορρίπτονταν. Η κατάσταση δεν μεταβλήθηκε μέχρι την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987 του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην προαναφερθείσα υπόθεση 384/85, Borrie Clarke, αλλά κατά την ημερομηνία αυτή κάθε αίτηση για NCIP ήταν ήδη εκπρόθεσμη, δεδομένου ότι είχαν περάσει περισσότεροι από 12 μήνες.
'Αλλωστε, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η προϋπόθεση ότι η αίτηση για NCIP πρέπει να υποβληθεί εμπροθέσμως δεν δικαιολογείται αντικειμενικά διότι διαιωνίζει μια πραγματική κατάσταση που καταφανώς εισάγει δυσμενείς διακρίσεις και, ειδικότερα, διότι το γεγονός ότι γυναίκες, όπως η ίδια, δεν υπέβαλαν αίτηση μέχρι να γίνει γνωστό το αποτέλεσμα της αποφάσεως Clarke πρέπει να αποδοθεί κατ' ουσίαν στο ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αντί να προκαλέσει τέτοιες αιτήσεις, υποστήριζε δημοσίως ότι θα απορρίπτονταν.
Συναφώς, δεν μπορεί να είναι θεμιτό να επιτρέπεται στην κυβέρνηση κράτους μέλους να αποθαρρύνει ενεργώς αιτήσεις στηριζόμενη σε εσφαλμένη άποψη του κοινοτικού δικαίου και στη συνέχεια να επικαλείται την έλλειψη αιτήσεων για να δικαιολογήσει την άρνηση να καταβάλει, όχι τα καθυστερούμενα ποσά ενός επιδόματος, αλλά μια σύνταξη για αόριστο χρόνο στο μέλλον.
Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει καταφατική απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.
β)
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί, εκ προοιμίου, ότι το πρόβλημα που ανακύπτει με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα δεν τίθεται στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα απέρριπτε τις προτάσεις της ως προς το αν η προσφεύγουσα εμπίπτει ή όχι στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7.
Επιβεβαιώνει ότι το άρθρο 165 Α του Social Security Act του 1975 έχει ως αποτέλεσμα ότι η γυναίκα που δεν υπέβαλε αίτηση για επίδομα βαριάς αναπηρίας πριν από τον Αύγουστο του 1987 δεν μπορούσε να λάβει τη NCIP κατ' εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που είχε εφαρμογή αμέσως πριν από τις 20 Σεπτεμβρίου 1984 και τις 29 Νοεμβρίου 1984, δεδομένου ότι δεν υπέβαλε εμπροθέσμως αίτηση για επίδομα.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ωστόσο ότι το άρθρο 165 Α προβλέπει γενική προθεσμία εφαρμογής που δεν κάνει διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Υποστηρίζει, κατ' αρχήν, ότι οι προθεσμίες που επιβάλλουν τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έγκυρα να περιορίσουν ή να καταργήσουν δικαιώματα που μια οδηγία παρέχει στους ιδιώτες. Συναφώς αναφέρεται ρητά στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1976, στις υποθέσεις 45/76, Comet BV (Rec. 1976, σ. 2043 ), της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio ( Συλλογή 1983, σ. 3595 ), και της 12ης Νοεμβρίου 1974, 35/74, Rzepa ( Rec. 1974, σ. 1241 ). Συνάγεται κατά την άποψη της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν εύλογες προθεσμίες για την άσκηση μελλοντικών δικαιωμάτων όπως αυτό που προβάλλει η προσφεύγουσα.
Επί πλέον, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει, όσον αφορά τη δυσμενή διάκριση που εισάγει το άρθρο 165 Α, ότι το εν λόγω άρθρο είναι διάταξη που ρυθμίζει τους τύπους και τις προθεσμίες που απαιτούνται για την υποβολή αιτήσεως χωρίς να δίνει αφορμή για καμιά διάκριση ούτε να διαιωνίζει τις υπάρχουσες διακρίσεις. Το καθεστώς της NCIP καταργήθηκε το 1984 και το άρθρο 165 Α ρυθμίζει μόνο τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν μετά τις 6 Απριλίου 1987. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ωστόσο, ένας άνδρας στην κατάσταση της προσφεύγουσας που υπέβαλε αίτηση στις 17 Απριλίου 1987 θα έβλεπε την αίτηση του απορριπτόμενη κατά τον ίδιο τρόπο.
Καταλήγοντας, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει να δοθεί στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι:
«Ένα κράτος μέλος δικαιούται να θεσπίσει προθεσμίες γενικής εφαρμογής εντός των οποίων πρέπει να υποβληθούν οι αιτήσεις για επιδόματα, ακόμη και αν αυτές οι εθνικές διατάξεις περιορίζουν δικαιώματα των οποίων θα μπορούσε να τύχει ο αιτών κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7 δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα υπό την έννοια ότι δεν παρέχει στην Johnson το δικαίωμα να λάβει το επίδομα βαριάς αναπηρίας ενόψει των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως. »
γ)
Η Επιτροπή παρατηρεί, εκ προοιμίου, ότι το πρόβλημα της εφαρμογής του άρθρου 165 Α του Social Security Act του 1975 μπορούσε να λυθεί στο πλαίσιο της ιδίας της βρετανικής νομοθεσίας, ειδικότερα στο πλαίσιο του άρθρου 32, παράγραφος 4, του Social Security Act του 1985 ο οποίος εισήγαγε το άρθρο 165 Α στο βρετανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η συνέπεια στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως θα ήταν ότι, στην περίπτωση που κάποιος είχε δικαίωμα επί της NCIP για περίοδο προγενέστερη της 2ας Σεπτεμβρίου 1985, ενώ δεν θα είχε τέτοιο δικαίωμα εάν το άρθρο 165 Α ίσχυε την εποχή εκείνη, και που ζητεί το SDA για περίοδο που αρχίζει στις 2 Σεπτεμβρίου 1985 ή σε κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία, δεδομένου ότι το δικαίωμα επί του SDA εξαρτάται από το προγενέστερο δικαίωμα επί του SDA από το προγενέστερο δικαίωμα επί της NOP, το άρθρο 165 Α δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να κριθεί το δικαίωμα του επί του SDA. Κατά την άποψη της Επιτροπής, συνάγεται ότι ένα πρόσωπο όπως η Johnson, που ζητεί το επίδομα για περίοδο μεταγενέστερη της 2ας Σεπτεμβρίου 1985, ημερομηνία-όριο για την εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 4, δεν χάνει το δικαίωμα του επί του SDA μόνο και μόνο για τον λόγο ότι δεν ζήτησε τη NCIP κατά την επίμαχη περίοδο.
Ωστόσο, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το αιτούν δικαστήριο ξεκινά από την υπόθεση ότι, δυνάμει του άρθρου 165 Α, μια γυναίκα όπως η Johnson δεν μπορεί να ζητήσει το επίδομα (SDA), διότι δεν ζήτησε την άλλη παροχή (NCIP) που υφίστατο προγενέστερα, εντός ορισμένης προθεσμίας η οποία στην πραγματικότητα είναι δωδεκάμηνη, αρχίζουσα από περίοδο προγενέστερη της καταργήσεως του εν λόγω επιδόματος.
Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 συνάγεται ότι στην υπό κρίση περίπτωση, γυναίκα που συζεί με άνδρα έχει δικαίωμα να λαμβάνει το SDA από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τον άνδρα σε ανάλογη κατάσταση.
Φρονεί ότι στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει. Ακόμη και αν αληθεύει ότι ένας άνδρας σε ανάλογη θέση πρέπει επίσης να πληροί την προϋπόθεση αιτήσεως της NCIP στις αναφερόμενες ημερομηνίες, η γυναίκα, για να πληροί αυτή την προϋπόθεση, αντιμετωπίζει δυσκολίες που δεν αντιμετωπίζει ο άνδρας. Πράγματι, ενώ ο άνδρας θα είχε δικαίωμα επί της NCIP και θα είχε κατά συνέπεια μπορέσει εύλογα να ζητήσει την παροχή, η γυναίκα δεν θα είχε τέτοιο δικαίωμα και δεν μπορεί επομένως να απαιτηθεί από αυτή να έχει ζητήσει την παροχή. Εάν αληθεύει ότι το άρθρο 165 Α εμπόδισε ορισμένους άνδρες να λάβουν το SDA, όταν για οποιονδήποτε λόγο δεν είχαν ζητήσει τη NCIP πριν από την κατάργηση της, είναι προφανές ότι ουσιαστικά καμιά γυναίκα που αποκλείστηκε από τη NCIP με το κριτήριο των οικιακών εργασιών δεν κατέστη αργότερα σε θέση να ζητήσει το S DA βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 1, των Social Security Regulations του 1984.
Συνάγεται, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι το άρθρο 165 Α έχει ως συνέπεια ότι το σύνολο σχεδόν των γυναικών που υπήρξαν θύματα δυσμενούς διακρίσεως στο παρελθόν λόγω του κριτηρίου των οικιακών εργασιών δεν μπορούν στο εξής να λάβουν το SDA σε περιπτώσεις που άνδρες σε ανάλογη κατάσταση μπορούν να το λάβουν. Κατά συνέπεια, η διάκριση διατηρείται με την έννοια ότι, παρ' όλον ότι τυπικά είναι εφαρμοστέα στα δύο φύλα, η ανισότητα στα πράγματα υφίσταται.
Η Επιτροπή επισημαίνει, τέλος, ότι η εν λόγω διάκριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με το πρόσχημα ότι το άρθρο 165 Α ήταν τυπικός και όχι ουσιαστικός κανόνας.
Αναφέρεται συναφώς στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση 198/82, San Giorgio, που προαναφέρθηκε, όπου το Δικαστήριο είπε ότι ούτε οι ουσιαστικές ούτε οι τυπικές προϋποθέσεις που διέπουν τα ένδικα βοηθήματα, τα οποία αποσκοπούν στην εξασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων που απονέμονται στους πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα των κοινοτικών διατάξεων, μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν παρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται από την κοινοτική έννομη τάξη.
Καταλήγοντας, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
«Ένας κανόνας του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατά τρόπο που να εμποδίζει μια γυναίκα να τυγχάνει, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, για τους τομείς της κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτονται από την οδηγία 79/7, της αυτής μεταχειρίσεως με άνδρα του οποίου η κατάσταση δεν παρουσιάζει σημαντική διαφορά από τη δική της.
Διαφορά που έγκειται στο γεγονός ότι η γυναίκα δεν ζήτησε κάποιο επίδομα κοινωνικής ασφαλίσεως σε ορισμένη ημερομηνία δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντική. »
M. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΙΡΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πέμπτο τμήμα )
της 11ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-31/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση των Social Security Commissioners προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Elsie Rita Johnson
και
Cliief Adjudication Officer,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 2 και 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους J. C Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, G. C. Rodríguez Iglesias, Sir Gordon Slynn, R. Joliét και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Elsie Rita Johnson, εκπροσωπούμενη από τη Vicki Chapman, Solicitor στο Λονδίνο,
—
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον Η. Α. Kaya, Treasury Solicitor,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Karen Banks, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της προσφεύγουσας, εκπροσωπούμενης από τον Richard Drabble, Barrister, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από τον Hussein Kaya, τον Robert Jay, Barrister, και τον John Laws, Barrister, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 19991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1990 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Ιανουαρίου 1990, το δικαστήριο των Social Security Commissioners υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 2 και 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, για την προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου μεταξύ της Johnson και του Adjudication Officer, η οποία αφορά την άρνηση του τελευταίου να χορηγήσει στην Johnson επίδομα βαριάς αναπηρίας ( Severe Disablement Allowance, στο εξής: SDΑ ).
3
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Johnson έπαυσε να εργάζεται το 1970 για να ασχοληθεί με την ανατροφή της θυγατέρας της που ήταν έξι ετών και με την οποία ζούσε μόνη. Το 1980, θέλησε να εργασθεί εκ νέου, πράγμα το οποίο δεν μπόρεσε να πράξει λόγω παθήσεως στην πλάτη. Λόγω της ανικανότητας της προς εργασία, έλαβε το 1981 σύνταξη αναπηρίας μη εξαρτώμενη από την καταβολή εισφορών ( Non Contributory Invalidity Pension, στο εξής: NCIP) κατ' εφαρμογή του άρθρου 36, παράγραφος 2, του Social Security Act του 1975, που ίσχυε τότε. Η καταβολή της NCIP διακόπηκε εντούτοις αφότου η Johnson άρχισε να συγκατοικεί με τον νυν σύντροφο της, για τον λόγο ότι δεν μπορούσε να αποδείξει ότι πληρούσε την πρόσθετη προϋπόθεση που έθετε το προαναφερθέν άρθρο 36, παράγραφος 2, για τις γυναίκες που συζούν ως έγγαμες, δηλαδή την ανικανότητα να εκτελέσει τις συνήθεις οικιακές εργασίες.
4
Με το άρθρο 11 του Health and Social Security Act ( νόμου περί υγείας και κοινωνικής ασφαλίσεως ) του 1984, η NCIP καταργήθηκε από τις 20 Νοεμβρίου 1984 και η καινούργια παροχή, το SDA, την οποία μπορούν να αξιώσουν άτομα και των δύο φύλων υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, θεσπίστηκε με αναδρομική ισχύ από τις 29 Νοεμβρίου 1984. Παρά ταύτα, το άρθρο 20, παράγραφος 1, των Social Security (Severe Disablement Allowance) Regulations (κανονισμών κοινωνικής ασφαλίσεως — επίδομα βαριάς αναπηρίας) του 1984 επέτρεπε στα άτομα που μπορούσαν να αξιώσουν την παλιά NCIP να τύχουν αυτομάτως, από τις 29 Νοεμβρίου 1984, του καινούργιου SDA, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν ότι πληρούσαν τις καινούργιες προϋποθέσεις.
5
Στις 17 Αυγούστου 1987, η Johnson υπέβαλε, μέσω του Citizen Advice Bureau, αίτηση χορηγήσεως του SD Α, στηριζόμενη στο άρθρο 20, παράγραφος 1, των Social Security Regulations του 1984. Υποστηρίζει ότι δικαιούνταν τη NCIP κατά τον αμέσως προς της 29ης Νοεμβρίου 1984 προηγηθέντα χρόνο, εάν δεν υπήρχε η προϋπόθεση της ανικανότητας εκτελέσεως των οικιακών εργασιών, η οποία συνιστούσε πρόσθετη προϋπόθεση για τις έγγαμες ή τις γυναίκες που ζουν ως έγγαμες και η οποία, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, 384/85, Borrie Clarke ( Συλλογή 1987, 2865 ), πρέπει να θεωρηθεί ότι εισάγει διακρίσεις.
6
Ο Adjudication Officer και, κατόπιν εφέσεως, το Sutton Social Security Appeal Tribunal, απέρριψαν αυτή την αίτηση με αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1987 και της 24ης Οκτωβρίου 1988 αντιστοίχως.
7
Ενώπιον των Social Security Commissioners, οι οποίοι επελήφθησαν της εφέσεως, ο Adjudication Officer ισχυρίστηκε, κατ' αρχάς, ότι η Johnson δεν ενέπιπτε στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 2. Υποστήριξε, αναφερόμενος στην απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1989, 48, 106 και 107/88, Achterberg-te Riele (Συλλογή 1989, σ. 1963 ), ότι η Johnson δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως άτομο του οποίου η δραστηριότητα διακόπηκε λόγω ασθενείας ή λόγω κάποιου από τους άλλους κινδύνους που προβλέποντα στο άρθρο 3 της οδηγίας, δεδομένου ότι είχε σταματήσει εκουσίως να εργάζεται, για να ασχοληθεί με τη μέριμνα της θυγατέρας της. Στη συνέχεια, ο Adjudication Officer ισχυρίστηκε ότι, και αν ακόμη ενέπιπτε στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, στο μέτρο που ποτέ δεν ζήτησε τη NCIP πριν από τις 29 Νοεμβρίου 1984, δεν μπορούσε να πληροί τις προϋποθέσεις για να λαμβάνει το SDA αφού δεν αποδείκνυε ότι ήταν δικαιούχος της NCIP ή, τουλάχιστον, ότι είχε ζητήσει το επίδομα.
8
Θεωρώντας απαραίτητη την ερμηνεία της οδηγίας για την επίλυση της διαφοράς, το δικαστήριο των Social Security Commissioners ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Έχει το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ την έννοια ότι περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής του τη γυναίκα ( ή τον άνδρα ) που εργαζόταν αλλά εγκατέλειψε την εργασία της χάριν της μέριμνας του τέκνου της και στη συνέχεια δεν μπόρεσε να αρχίσει εκ νέου να εργάζεται λόγω ασθενείας;
2)
Ειδικότερα, πρέπει η γυναίκα αυτή ( ή αυτός ο άνδρας ) να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας στην περίπτωση που, εάν δεν ήταν ασθενής, θα εργαζόταν ή θα αναζητούσε εργασία, ή απαιτείται εν πάση περιπτώσει το πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας να έχει κατ' αρχήν εγκαταλείψει την εργασία του όχι για να ασχοληθεί με τη μέριμνα τέκνου, αλλά λόγω επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3;
3)
Πρέπει, για την εξέταση της θέσεως της γυναίκας αυτής σε σχέση με το άρθρο 2 της οδηγίας, να εξακριβωθεί αν αυτή αναζήτησε ή όχι εργασία στο διάστημα που μεσολάβησε από τη λήξη της υποχρεώσεως μέριμνας του τέκνου της μέχρι την εκδήλωση της ασθενείας η οποία ήδη την εμποδίζει να εργαστεί;
4)
Έχει το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ άμεσο αποτέλεσμα ώστε να παρέχει στη γυναίκα δικαίωμα παροχών ( στο εξής: παροχές Β ) για τον μετά την υποβολή της αιτήσεως της χρόνο, στην περίπτωση όπου:
i)
ένα κράτος μέλος είχε προβλέψει επίδομα αναπηρίας ( όπως το μη εξαρτώμενο από την καταβολή εισφορών επίδομα αναπηρίας που εξετάστηκε στην υπόθεση Clarke) (στο εξής: επίδομα Α), που εξηρτάτο από όρον ο οποίος δεν επέτρεπε την παροχή του επιδόματος σε έγγαμες γυναίκες ή σε γυναίκες που συζούν με τον σύντροφο τους εκτός αν πληρούσαν και έναν πρόσθετο όρο, που δεν ίσχυε για τους άνδρες·
ii)
το επίδομα Α καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από το επίδομα Β·
iii)
το δικαίωμα για το επίδομα Β εξαρτάται, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, από το προηγούμενο δικαίωμα για το καταργηθέν επίδομα Α·
iv)
η εν λόγω γυναίκα δεν κατοχύρωσε το δικαίωμα της για το επίδομα Α κατά το εσωτερικό δίκαιο με την υποβολή της σχετικής αιτήσεως πριν την κατάργηση του επιδόματος, εάν δεν υποβάλει αίτηση τώρα δεν θα αποκτήσει το δικαίωμα, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκτηθεί για περίοδο μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών πριν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως; »
9
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται παρακάτω παρά μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10
Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το δικαστήριο των Social Security Commissioners θέτου δύο χωριστά προβλήματα: αφενός, το πρόβλημα της ερμηνείας του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 79/7 (πρώτο, δεύτερο και τρίτο ερώτημα) και, αφετέρου, το περιεχόμενο της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 75/7 σε σχέση με τις προϋποθέσεις λήψεως του επιδόματος κοινωνικής ασφαλίσεως ( τέταρτο ερώτημα ).
11
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 79/7, αυτή
« (... ) αποσκοπεί στην προοδευτική εφαρμογή, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και των άλλων στοιχείων κοινωνικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3 της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία καλείται στο εξής “ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως”».
12
Εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 2,
« επί του ενεργού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητα εργαζομένων, των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότης έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας και επί των προσώπων που αναζητούν εργασία, καθώς και επί των συνταξιούχων και των αναπήρων εργαζομένων ».
13
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3, η οδηγία εφαρμόζεται:
« α)
στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά των ακολούθων κινδύνων:
—
ασθενείας,
—
αναπηρίας,
—
γήρατος,
—
εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθενείας,
—
ανεργίας·
β)
στις διατάξεις που αφορούν την κοινωνική πρόνοια, κατά το μέτρο που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τα συστήματα που αναφέρονται στην περίπτωση α ».
14
Το άρθρο 4 ορίζει ότι:
« Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
—
την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διάρκειας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών. »
15
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 7, η οδηγία
« (... ) δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της:
α)
(...)
β)
(... ) την απόκτηση δικαιωμάτων επί παροχών μετά από περιόδους διακοπής της εργασίας, λόγω μορφώσεως των τέκνων ».
Επί του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 79/7
16
Με τα τρία πρώτα ερωτήματα, τα οποία, πρέπει να εξεταστούν μαζί, το δικαστήριο των Social Security Commissioners ζητεί, ουσιαστικώς, να διευκρινιστεί αν ένα πρόσωπο το οποίο διέκοψε την επαγγελματική του δραστηριότητα για να ασχοληθεί με τη μόρφωση των τέκνων του και το οποίο εμποδίζεται λόγω ασθενείας να επαναρχίσει εργασία εμπίπτει ή όχι στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7.
17
Ειδικότερα, με το δεύτερο και τρίτο ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί συναφώς:
—
εάν ένα πρόσωπο το οποίο, ελλείψει ασθενείας, θα εργαζόταν ή θα αναζητούσε εργασία πρέπει, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, να έχει εγκαταλείψει την προηγούμενη επαγγελματική του δραστηριότητα λόγω επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας·
—
εάν το γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό αναζητούσε ή όχι εργασία κατά την επέλευση ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας είναι καθοριστικό για να διευκρινιστεί αν αυτό το πρόσωπο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7.
18
Από τον συνδυασμό των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας 79/7 προκύπτει ότι αυτή έχει εφαρμογή μόνο στα πρόσωπα που είναι διαθέσιμα στην αγορά εργασίας ή που έπαψαν να είναι διαθέσιμα λόγω επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στην οδηγία.
19
Πρώτον, από τα παραπάνω προκύπτει ότι ένα πρόσωπο το οποίο εγκατέλειψε την επαγγελματική του δραστηριότητα για να ασχοληθεί με τη μόρφωση των τέκνων του δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 ως εργαζόμενος του οποίου η δραστηριότητα διακόπηκε λόγω ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στην οδηγία, δεδομένου ότι η διακοπή της εργασίας λόγω μορφώσεως των τέκνων δεν περιλαμβάνεται στους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας.
20
Δεύτερον, προκύπτει ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία, του οποίου η αναζήτηση καθίσταται εφεξής αδύνατη λόγω επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας.
21
Πράγματι, η ιδιότητα του αιτούντος εργασία αρκεί για να περιληφθεί κάποιος στον ενεργό πληθυσμό κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας και αυτό χωρίς να υπάρχει, ανάγκη διακρίσεως ανάλογα με τον λόγο για τον οποίο ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε προηγούμενη εργασία ή ανάλογα με το αν άσκησε ή όχι στο παρελθόν κάποια επαγγελματική δραστηριότητα.
22
Ο ενδιαφερόμενος οφείλει, ωστόσο, να αποδείξει την ιδιότητα του αιτούντος εργασία κατά τη στιγμή επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που μνημονεύονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας. Συναφώς, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει εάν ο ενδιαφερόμενος αναζητούσε όντως εργασία τη στιγμή κατά την οποία επήλθε στο πρόσωπο του ένας από τους κινδύνους που αναφέρονται στην οδηγία, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη την εγγραφή σε οργανισμό απασχολήσεως επιφορτισμένο με την έρευνα των προσφορών εργασίας ή με την παροχή συνδρομής στους αιτούντες εργασία κατά τις προσπάθειες τους, τις αιτήσεις υποψηφιότητας του ενδιαφερομένου προς εργοδότες ή βεβαιώσεις επιχειρήσεων που πιστοποιούν ότι ο ενδιαφερόμενος παρουσιάστηκε σε συνεντεύξεις προσλήψεως.
23
Έπεται ότι, από τα πρόσωπα που εγκατέλειψαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα για να ασχοληθούν με τη μόρφωση των τέκνων τους, απολαύουν της προστασίας που εγγυάται η οδηγία 79/7 μόνο εκείνα που κατέστησαν ανίκανα προς εργασία κατά την περίοδο που αναζητούσαν εργασία.
24
Βεβαίως, όπως εξέθεσαν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή, οι γυναίκες είναι κυρίως εκείνες που διακόπτουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα για να ασχοληθούν με τη μόρφωση των τέκνων και που, εκ του λόγου αυτού, υφίστανται κάποια δυσμενή μεταχείριση όταν αρρωστήσουν ή καταστούν ανάπηρες πριν ακόμη αναζητήσουν εκ νέου εργασία.
25
Πρέπει ωστόσο να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική της σκέψη και το άρθρο 1, η οδηγία 79/7 δεν αποσκοπεί παρά στην προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Όσον αφορά την κοινωνική προστασία μη εργαζομένων μητέρων, από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας 79/7 συνάγεται ότι η ρύθμιση που αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων προς παροχές μετά από περιόδους διακοπής της εργασίας λόγω μορφώσεως των τέκνων εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
26
Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα τα οποία θεωρεί κατάλληλα για να εξαφανίσει τις διακρίσεις που εξακολουθούν να υφίστανται συναφώς σε ορισμένες εθνικές νομοθεσίες.
27
Επομένως, στα τρία πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στο πρόσωπο το οποίο διέκοψε την επαγγελματική του δραστηριότητα για να ασχοληθεί με τη μόρφωση των τέκνων του και που αδυνατεί, λόγω ασθενείας, να επαναρχίσει να εργάζεται παρά μόνο αν το πρόσωπο αυτό αναζητούσε εργασία, η προσδοκία δε αυτή τερματίστηκε λόγω της επελεύσεως ενός των κινδύνων που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας, χωρίς να εξετάζεται ο λόγος για τον οποίο το πρόσωπο αυτό εγκατέλειψε την προηγούμενη εργασία. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν το πρόσωπο που επικαλείται την οδηγία 79/7 αναζητούσε πράγματι εργασία κατά τον χρόνο της επελεύσεως ενός των κινδύνων που απαριθμεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας.
Επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 79/7
28
Με το τέταρτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7 αντιβαίνει στα αποτελέσματα μιας εθνικής νομοθεσίας που εξαρτά το δικαίωμα παροχής από προηγούμενη αίτηση για άλλη παροχή, εφεξής καταργηθείσα, η οποία συνεπαγόταν προϋπόθεση εισάγουσα διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων γυναικών και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιες συνέπειες θα είχε το ασυμβίβαστο της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας με το άρθρο 4 της οδηγίας.
29
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το άρθρο 165 Α του Social Security Act του 1975, που καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει ένα επίδομα, έχει ως συνέπεια ότι το πρόσωπο που δεν ζήτησε την καταβολή της NCIP πριν από την κατάργηση αυτής της παροχής δεν μπορεί να αξιώσει αυτομάτως το SDA δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 1, των Social Security (Severe Disablement Allowance) Regulations του 1984.
30
Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι η χορήγηση της NCIP στις έγγαμες ή στις γυναίκες που ζουν ως έγγαμες εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την προϋπόθεση ότι η ενδιαφερόμενη ήταν ανίκανη να εκτελέσει τις συνήθεις οικιακές εργασίες, προϋπόθεση η οποία εισάγει αναμφισβήτητα δυσμενείς διακρίσεις.
31
Απαιτώντας από τις γυναίκες να έχουν ζητήσει τη NCIP για να μπορούν να λαμβάνουν τη SD Α, το προαναφερθέν άρθρο 165 Α, σε συνδυασμό με το άρθρο 20, παράγραφος 1, αφήνει να υφίσταται αυτή η δυσμενής διάκριση, δεδομένου ότι σχεδόν το σύνολο των γυναικών που υπήρξαν θύματα της δυσμενούς διακρίσεως, την οποία συνιστά το κριτήριο της ανικανότητας εκτελέσεως των οικιακών εργασιών, δεν μπορούν στο εξής να αξιώσουν αυτομάτως την καταβολή του SDA, ενώ οι άνδρες που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση απολαύουν αυτομάτως του εν λόγω δικαιώματος. Πράγματι, οι τελευταίοι έχουν δικαίωμα στη NCIP και κατά συνέπεια μπορούσαν εύλογα να ζητήσουν την παροχή, ενώ οι γυναίκες δεν είχαν λόγο να υποβάλουν τέτοια αίτηση δεδομένου ότι γνώριζαν ότι δεν είχαν το σχετικό δικαίωμα.
32
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, Borrie Clarke, σκέψη 19, η οδηγία δεν προβλέπει καμία παρέκκλιση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, ώστε να επιτρέπεται η παράταση των αποτελεσμάτων δυσμενούς διακρίσεως των προγενέστερων εθνικών διατάξεων. Συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αφήσουν να υφίστανται μετά τις 22 Δεκεμβρίου 1984, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που τάχθηκε από την οδηγία για τη συμμόρφωση των εθνικών νομοθεσιών, άνισες μεταχειρίσεις.
33
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι εθνική νομοθεσία όπως αυτή που προκύπτει από τον συνδυασμό του άρθρου 165 Α του Social Security Act του 1975 και του άρθρου 20, παράγραφος 1, των Social Security (Severe Disablement Allowance) Regulations του 1984, εξαρτώσα το δικαίωμα παροχής από προηγούμενη αίτηση για άλλη παροχή, η οποία νομοθεσία συνεπαγόταν μια προϋπόθεση εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων γυναικών, πρέπει να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
34
Πρέπει τέλος να υπογραμμισθεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, Borrie Clarke, που προαναφέρθηκε, σκέψη 9, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, εξεταζόμενο αυτό καθαυτό και λαμβανομένου υπόψη του σκοπού και του περιεχομένου της οδηγίας 79/7 είναι αρκετά σαφές ώστε να μπορεί να το επικαλεστεί ο πολίτης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου για να το αναγκάσει στη μη εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως που αντίκειται στο άρθρο αυτό.
35
Από την ίδια απόφαση ( σκέψη 12 ) συνάγεται επίσης ότι από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως και υπαγωγής στην ίδια ρύθμιση όπως και οι άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ρύθμιση η οποία παραμένει, ελλείψει ορθής εφαρμογής της οδηγίας, το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς.
36
Στο τέταρτο ερώτημα προσήκει επομένως η απάντηση ότι μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7 από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, για να αποκλειστεί η εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία εξαρτά το δικαίωμα για ορισμένη παροχή από προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για άλλη παροχή που έχει πλέον καταργηθεί, η οποία νομοθεσία συνεπαγόταν προϋπόθεση συνιστώσα δυσμενή διάκριση εις βάρος των εργαζομένων γυναικών. Ελλείψει καταλλήλων μέτρων εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7, οι γυναίκες που θίγονται από τη διατήρηση της διακρίσεως έχουν το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως και υπαγωγής στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς το οποίο παραμένει, εφόσον δεν έχει εκτελεστεί η εν λόγω οδηγία, το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς.
Επί των δικαστικών εξόδων
37
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1990 το δικαστήριο των Social Security Commissioners, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στο πρόσωπο το οποίο διέκοψε την επαγγελματική του δραστηριότητα για να ασχοληθεί με τη μόρφωση των τέκνων του και που αδυνατεί, λόγω ασθενείας, να επαναρχίσει να εργάζεται παρά μόνο αν το πρόσωπο αυτό αναζητούσε εργασία, η προσδοκία δε αυτή τερματίστηκε λόγω της επελεύσεως ενός των κινδύνων που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας, χωρίς να εξετάζεται ο λόγος για τον οποίο το πρόσωπο αυτό εγκατέλειψε την προηγούμενη εργασία. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν το πρόσωπο που επικαλείται την οδηγία 79/7/ΕΟΚ αναζητούσε πράγματι εργασία κατά τον χρόνο της επελεύσεως ενός των κινδύνων που απαριθμεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας.
2)
Μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 4, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, για να αποκλειστεί η εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία εξαρτά το δικαίωμα για ορισμένη παροχή από προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για άλλη παροχή που έχει πλέον καταργηθεί, η οποία νομοθεσία συνεπαγόταν προϋπόθεση συνιστώσα δυσμενή διάκριση εις βάρος των εργαζομένων γυναικών. Ελλείψει καταλλήλων μέτρων εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, οι γυναίκες που θίγονται από τη διατήρηση της διακρίσεως έχουν το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως και υπαγωγής στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς το οποίο παραμένει, εφόσον δεν έχει εκτελεστεί η εν λόγω οδηγία, το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς.
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Slynn
Joliét
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 11 Ιουλίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giiaud
Ο Πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
J. C. Moitinho de Almeida
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy