Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εποπτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής - Καθήκον των κρατών μελών - Συνεργασία κατά τις έρευνες που αφορούν την εφαρμογή των οδηγιών
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 5 και 155)
2. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολόγηση με το σκεπτικό ότι η παράβαση πρέπει να καταλογιστεί στις αρχές της τοπικής αυτοδιοικήσεως - Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
Περίληψη
1. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της, η οποία συνίσταται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, στη μέριμνα για την εφαρμογή
των διατάξεων που θεσπίζουν τα όργανα δυνάμει της Συνθήκης. Για την εκτέλεση της αποστολής αυτής, η Επιτροπή πρέπει να είναι πλήρως ενήμερη των μέτρων που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Κατά συνέπεια, παραβαίνει τις υποχρεώσεις του το κράτος μέλος που δεν απαντά στις ερωτήσεις που του έχει υποβάλει η Επιτροπή κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής της οδηγίας, χωρίς μάλιστα το κράτος αυτό να δίνει εξηγήσεις για τη στάση του, όπως τουλάχιστον του επιβάλλει το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας.
2. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να δικαιολογούν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προβλέπουν οι κοινοτικές οδηγίες. Τα κράτη μέλη είναι τα μόνα που ευθύνονται έναντι της Κοινότητας για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από το πώς έχουν κάνει χρήση της ελευθερίας τους να κατανέμουν τις νομοθετικές αρμοδιότητες μεταξύ των εθνικών οργάνων. Για τον λόγο αυτό, στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία προβλέπει αφενός την υποχρέωση των κρατών μελών να ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή τους και αφετέρου ορισμένες σαφείς υποχρεώσεις αυτών των αρχών, όπως είναι η κατάρτιση και η ενημέρωση σχεδίων ή προγραμμάτων, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος, αφού έχει πρώτα ορίσει τις αρχές αυτές, παραλείπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα, ώστε οι αρχές αυτές να τηρούν τις υποχρεώσεις τους, συνιστά παράβαση κατά την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-33/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη αρχικά από τον Sergio Fabro, στη συνέχεια από τον Guido Berardis και στη συνέχεια από τον Lucio Gussetti, οι οποίοι είναι όλοι μέλη της Νομικής Υπηρεσίας της, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaide,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει, εντός της Περιφέρειας της Καμπανίας, τον προγραμματισμό, την οργάνωση και την επίβλεψη των εργασιών
διαθέσεως των αποβλήτων και την κατάρτιση προγραμμάτων για τη διάθεση των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων και μη ανακοινώνοντας τα προγράμματα αυτά στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), και τα άρθρα 6 και 12 της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 161),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. A. Schockweiler και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας, H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 9ης Οκτωβρίου 1991, κατά την οποία η Ιταλική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τον Francesco Guicciardi, avvocato dello Stato,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Νοεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Ιανουαρίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη ορισμένες από τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86, στο εξής: οδηγία περί αποβλήτων), και από την οδηγία 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 161, στο εξής: οδηγία περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων), καθώς και από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Με τις ανωτέρω οδηγίες το Συμβούλιο επέβαλε την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με τη διάθεση ορισμένων κατηγοριών αποβλήτων. 'Οπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις των δύο αυτών οδηγιών, οι οδηγίες αυτές έχουν δύο στόχους. Ο πρώτος στόχος συνίσταται στην εξάλειψη των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και της ανισότητας των όρων ανταγωνισμού που οφείλονται στην ανομοιογένεια των εθνικών διατάξεων περί αποβλήτων. Ο δεύτερος στόχος συνίσταται στην εξασφάλιση της προστασίας της υγείας του ανθρώπου και τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς συνέπειες που έχει η απόρριψη ορισμένων αποβλήτων.
3 Για την επίτευξη των στόχων αυτών οι οδηγίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη τη λήψη ορισμένων μέτρων.
4 Τα κράτη μέλη πρέπει καταρχάς να συστήσουν ή να υποδείξουν "τις αρμόδιες αρχές τις επιφορτισμένες, εντός μιας καθορισμένης ζώνης, να σχεδιάζουν, να οργανώνουν, να επιτρέπουν και να επιβλέπουν τις εργασίες διαθέσεως των στερεών αποβλήτων". Η υποχρέωση αυτή προβλέπεται στο άρθρο 5 της οδηγίας περί αποβλήτων και στο άρθρο 6 της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
5 Στη συνέχεια, οι αρμόδιες αυτές αρχές πρέπει να εκπονήσουν σχέδια ή προγράμματα για τη διάθεση των αποβλήτων, που να προβλέπουν,
μεταξύ άλλων, τους τύπους και τις ποσότητες των προς διάθεση αποβλήτων, τις μεθόδους διαθέσεως και τους κατάλληλους χώρους αποθέσεως. Οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν από το άρθρο 6 της οδηγίας περί αποβλήτων και από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
6 Επιπλέον, τα κράτη μέλη πρέπει, προκειμένου να παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εξακριβώνει αν έχουν εκπληρώσει ορθά τις υποχρεώσεις τους, να της διαβιβάζουν τα προγράμματα αυτά και, ανά τριετία, εκθέσεις επί της διαθέσεως των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων. Οι υποχρεώσεις αυτές ενημερώσεως προβλέπονται συγκεκριμένα από τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 16 της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
7 Η Επιτροπή, όταν έλαβε γνώση ορισμένων προβλημάτων που δημιουργούσε η διάθεση των αποβλήτων στην Περιφέρεια της Καμπανίας (Ιταλία), κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 29ης Ιουνίου 1987 που αναφερόταν ρητά στις ανωτέρω οδηγίες, να της δώσει εξηγήσεις σχετικά με την κατάσταση αυτή. Ειδικότερα, της ζήτησε στοιχεία για τα παραγόμενα απόβλητα στην Καμπανία, για τα μέτρα που έχει λάβει η περιφέρεια αυτή για τη διάθεσή τους και για την ύπαρξη συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με την εισαγωγή αποβλήτων.
8 Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν έδωσε συνέχεια στην αίτηση αυτή, η Επιτροπή της απηύθυνε στις 20 Ιουνίου 1988 έγγραφο οχλήσεως.
9 Κατά το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή θεώρησε ότι η Ιταλία, μη απαντώντας στην αίτηση παροχής στοιχείων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, πρόσθεσε δε ότι το κράτος μέλος αυτό, μη επιβλέποντας την εφαρμογή των ανωτέρω οδηγιών στην Καμπανία, είχε επίσης παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα
άρθρα 5 και 6 της οδηγίας περί αποβλήτων και από τα άρθρα 6 και 12 της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
10 Δεδομένου ότι στο έγγραφο οχλήσεως αυτό δεν δόθηκε καμία απάντηση, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 23 Μαΐου 1989. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν έδωσε καμία απάντηση ούτε στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη.
11 Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η κυβέρνηση αυτή δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
12 Κατά την έγγραφη διαδικασία πάντως η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι παραιτείται από τα αιτήματά της σχετικά με την παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας περί αποβλήτων και του άρθρου 6 της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων. Η Επιτροπή δηλαδή θεώρησε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, με το άρθρο 6 του διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας υπ. αριθ. 915, της 10ης Σεπτεμβρίου 1982 ((GURI (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας) 343, της 15.12.1982, σ. 9071, στο εξής: διάταγμα)), όρισε τις περιφέρειες ως αρμόδιες αρχές για την εκπόνηση των σχεδίων και των προγραμμάτων που προβλέπουν τα άρθρα αυτά. Η Επιτροπή πρόσθεσε εξάλλου ότι η παράβαση του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, δηλαδή της υποχρεώσεως ανακοινώσεως των προγραμμάτων, είχε ήδη αναγνωριστεί με την απόφαση της 14ης Ιουνίου 1990, C-48/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-2425), και ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος να αποφανθεί εκ νέου επ' αυτού το Δικαστήριο.
13 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα περιστατικά
της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της διαδικασίας
14 Η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτείνει κατ' αρχάς ότι οι αιτιάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή με το έγγραφο οχλήσεως, το οποίο αναφέρεται μόνο στην παράλειψη απαντήσεως στο έγγραφο της 29ης Ιουνίου 1987, δεν ταυτίζονται με τις παραβάσεις που της καταλογίζονται με την παρούσα προσφυγή.
15 Η ένσταση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Προς τούτο αρκεί να τονισθεί ότι τόσο στο έγγραφο οχλήσεως όσο και στην αιτιολογημένη γνώμη, όπως ακριβώς και στο δικόγραφο της προσφυγής, γίνεται λόγος όχι μόνο για παράβαση του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά και για παράβαση των άρθρων 5 και 6 της οδηγίας περί αποβλήτων και των άρθρων 6 και 12 της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων. Η Ιταλική Δημοκρατία επομένως ήταν σε θέση να γνωρίζει, ευθύς μόλις άρχισε η διοικητική διαδικασία, ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής δεν αφορούσαν μόνο την παράλειψη απαντήσεως στο έγγραφό της, αλλά και την εφαρμογή των ίδιων των οδηγιών. Το κράτος μέλος αυτό είχε συνεπώς τη δυνατότητα να αποδείξει εγκαίρως την ορθότητα της απόψεώς του ή ενδεχομένως να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
16 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παράλειψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως να απαντήσει στο από 29 Ιουνίου 1987 έγγραφό της συνιστά παράβαση του άρθρου 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
17 Η Ιταλική Δημοκρατία απαντά ότι δεν είχε την υποχρέωση να παράσχει στην Επιτροπή τις διευκρινίσεις που της ζητούσε. Κατά την καθής, στο πλαίσιο των ανωτέρω οδηγιών τα κράτη μέλη δεν έχουν άλλες υποχρεώσεις ενημερώσεως πέραν αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 12 της οδηγίας περί αποβλήτων και στα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 16 της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων. Τα στοιχεία όμως που ζήτησε η Επιτροπή δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών.
18 Επ' αυτού πρέπει να τονισθεί ότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 4875, σκέψη 30), τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της, η οποία συνίσταται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων που θεσπίζουν τα όργανα δυνάμει της Συνθήκης. Για την εκτέλεση της αποστολής αυτής, η Επιτροπή πρέπει να είναι πλήρως ενήμερη των μέτρων που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
19 Κατά τη διάρκεια της έρευνας όμως που διεξήγαγε η Επιτροπή πριν από τη διαδικασία που κατέληξε στην άσκηση της παρούσας προσφυγής, η Ιταλική Κυβέρνηση απέφυγε να της παράσχει διάφορα διευκρινιστικά στοιχεία ως προς την παραγωγή, την επεξεργασία και την εισαγωγή των αποβλήτων στην Περιφέρεια της Καμπανίας και ως προς τα μέτρα που έχουν ληφθεί στην περιφέρεια αυτή σε επίπεδο περιφέρειας ή δήμων και κοινοτήτων, μολονότι η περιφέρεια έχει οριστεί, βάσει της ιταλικής νομοθεσίας, ως η αρμόδια αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η εφαρμογή των ανωτέρω οδηγιών. Αυτή η αίτηση παροχής πληροφοριακών στοιχείων ενέπιπτε στις εποπτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής, καθόσον αφορούσε
τη διάθεση των αποβλήτων που καλύπτει η οδηγία περί αποβλήτων και τη διάθεση των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, καθώς και την αρμόδια για τις εργασίες διαθέσεως αρχή.
20 Η παράλειψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η οποία εμπόδισε έτσι την Επιτροπή να σχηματίσει πλήρη εικόνα της καταστάσεως στην Καμπανία, πρέπει να θεωρηθεί ως άρνηση συνεργασίας με το κοινοτικό αυτό όργανο. Πρέπει δε να προστεθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφόσον δεν παρέσχε τα στοιχεία αυτά, είχε οπωσδήποτε την υποχρέωση, λόγω του καθήκοντος ειλικρινούς συνεργασίας που της επιβάλλει το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, να δώσει εξηγήσεις για τη στάση της.
21 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη απαντώντας στις ερωτήσεις που της υπέβαλε η Επιτροπή με το έγγραφο της 29ης Ιουνίου 1987, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 6 της οδηγίας περί αποβλήτων και του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων
22 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αφού η Περιφέρεια της Καμπανίας δεν κατάρτισε τα σχέδια που προβλέπει το άρθρο 6 της οδηγίας περί αποβλήτων ούτε εκπόνησε και ενημέρωσε τα προγράμματα που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις ανωτέρω διατάξεις.
23 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι έχει τελέσει παράβαση. Συναφώς ισχυρίζεται ότι με το προαναφερθέν διάταγμα έχει μεταφέρει τις δύο αυτές οδηγίες στο εσωτερικό της δίκαιο. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση παραβάσεως εκ μέρους των αρχών των περιφερειών των εθνικών διατάξεων περί εφαρμογής των οδηγιών αυτών, κυρώσεις δεν μπορούν να επιβληθούν παρά μόνο στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου.
24 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος έχει αναθέσει στις περιφέρειές του την εφαρμογή των οδηγιών δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις επί της εφαρμογής του άρθρου 169. Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να δικαιολογούν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προβλέπουν οι κοινοτικές οδηγίες. Μολονότι κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να κατανέμει κατά την κρίση του τις νομοθετικές αρμοδιότητες μεταξύ των εθνικών οργάνων, εντούτοις είναι το μόνο που έχει ευθύνη έναντι της Κοινότητας, βάσει του άρθρου 169, για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
25 Στην προκειμένη περίπτωση οι οδηγίες προβλέπουν αφενός την υποχρέωση των κρατών μελών να ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή τους και αφετέρου ορισμένες σαφείς υποχρεώσεις αυτών των αρχών, όπως είναι η κατάρτιση και η ενημέρωση σχεδίων ή προγραμμάτων. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος, αφού έχει πρώτα ορίσει τις αρχές αυτές, παραλείπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι αρχές αυτές να τηρούν τις υποχρεώσεις τους συνιστά παράβαση κατά την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης.
26 Συναφώς πρέπει να τονισθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν προσκόμισε, μολονότι της ζητήθηκε ρητά από το Δικαστήριο, στοιχεία
που να αποδεικνύουν ότι η Περιφέρεια της Καμπανίας είχε καταρτίσει, πριν από την λήξη της προθεσμίας που της έτασσε η αιτιολογημένη γνώμη, σχέδια κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας περί αποβλήτων και προγράμματα κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων. Ούτε άλλωστε εξήγησε ποια συγκεκριμένα μέτρα είχε λάβει στο διάστημα αυτό, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι θα καταρτιστούν πράγματι στην Καμπανία τέτοια σχέδια ή προγράμματα.
27 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, αφού η Περιφέρεια της Καμπανίας δεν κατάρτισε σχέδια σε σχέση ιδίως με τους τύπους και τις ποσότητες των προς διάθεση αποβλήτων, τις γενικές τεχνικές προδιαγραφές, τις κατάλληλες τοποθεσίες διαθέσεως και όλα τα ειδικά μέτρα για τα ειδικά απόβλητα ούτε κατάρτισε ή ενημέρωσε προγράμματα για τη διάθεση των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6 της οδηγίας 75/442 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, και από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 78/319 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη απαντώντας στις ερωτήσεις που της υπέβαλε η Επιτροπή με το έγγραφο της 29ης Ιουνίου 1987, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Αφού η Περιφέρεια της Καμπανίας δεν κατάρτισε σχέδια σε σχέση ιδίως με τους τύπους και τις ποσότητες των προς διάθεση αποβλήτων, τις γενικές τεχνικές προδιαγραφές, τις κατάλληλες τοποθεσίες διαθέσεως και όλα τα ειδικά μέτρα για τα ειδικά απόβλητα ούτε κατάρτισε ή ενημέρωσε προγράμματα για τη διάθεση των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, και από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
3) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy