Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Βόειο και αίγειο κρέας - Μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής - Κατά την εξαγωγή προς άλλο κράτος μέλος εισπράττεται ισοδύναμο ποσό ("clawback") - Μέθοδος υπολογισμού που δεν εξασφαλίζει ισοδυναμία - Παράνομη - Υποχρέωση του συγκεκριμένου κράτους μέλους να ζητεί από τους επιχειρηματίες, με την απειλή κυρώσεων, να δηλώνουν τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την είσπραξη του "clawback"
(Κανονισμός 1737/80 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84, άρθρο 9 PAR 3 κανονισμός 1633/84 της Επιτροπής, άρθρο 4 PAR PAR 1 και 2)
2. Προδικαστικά ερωτήματα - Εκτίμηση του κύρους - Αναγνώριση του ανισχύρου ενός κανονισμού - Αποτελέσματα - Χρονικός περιορισμός - Καθορίζεται από το Δικαστήριο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 174, εδ. 2, και 177 κανονισμός 1633/84 της Επιτροπής, άρθρο 4 PAR PAR 1 και 2)
Περίληψη
1. Η ατελής οργάνωση κοινής αγοράς στον τομέα του προβείου και του αιγείου κρέατος που προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι ένα από τα μέτρα ενισχύσεως, εν προκειμένω η μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής, προβλέπεται μόνο για τους παραγωγούς μιας συγκεκριμένης περιοχής, των οποίων μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστική θέση, μπορεί να δημιουργήσει την ανάγκη λήψεως διορθωτικών μέτρων προκειμένου να αποκατασταθεί η ισότητα της ανταγωνιστικής θέσης μεταξύ των παραγωγών όλων των περιοχών, ιδίως με την είσπραξη του clawback σε περίπτωση όπου τα προϊόντα για τα οποία χορηγήθηκε η πριμοδότηση εξάγονται από τη συγκεκριμένη περιοχή. Ο τρόπος εισπράξεως του clawback πρέπει να διαρρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η εισφορά αυτή να εξουδετερώνει το αποτέλεσμα της πριμοδοτήσεως κατά την έξοδο από τη συγκεκριμένη περιοχή των προϊόντων για τα οποία ίσχυσε αυτό το μέτρο ενισχύσεως, χωρίς όμως το σύστημα αυτό να συνιστά πλεονέκτημα ούτε μειονέκτημα για τους παραγωγούς της περιοχής αυτής.
Για τον λόγο αυτόν το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1837/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84, πρέπει να νοηθεί ως επιβάλλον την αναζήτηση, σε περίπτωση εξαγωγής των προϊόντων για τα οποία χορηγήθηκε πριμοδότηση για σφαγή, ενός ποσού ακριβώς ίσου προς το ποσό της χορηγηθείσας πριμοδότησης. Αλλά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1633/84, που θέσπισε η Επιτροπή δυνάμει εξουσιοδοτήσεως για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής προβλέπει την είσπραξη, ως clawback, ενός ποσού βασιζομένου στην πριμοδότηση όπως καθορίστηκε για την εβδομάδα κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιείται η εξαγωγή, ενώ η πράγματι χορηγηθείσα πριμοδότηση καθορίστηκε για την εβδομάδα της πρώτης διαθέσεως στην αγοράς, οπότε στις περισσότερες περιπτώσεις το ποσό της πριμοδοτήσεως και το ποσό του clawback δεν είναι απολύτως ίδια. Για τον λόγο αυτό η διάταξη είναι άκυρη όπως εξάλλου και η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου καθότι επιβάλλει τη σύσταση εγγυήσεως με σκοπό να καλύψει την είσπραξη του ποσού που οφείλεται βάσει της παραγράφου 1.
Το ανίσχυρο των παραγράφων 1 και 2 του εν λόγω άρθρου αφορά πάντως μόνο τον τρόπο υπολογισμού του ποσού του clawback και δεν επηρεάζει την καταρχήν είσπραξή του. Επομένως το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εξασφαλίζει την τήρηση των εγκύρων διατάξεων του κανονισμού 1633/84 που σκοπούν να διευκολύνουν την είσπραξη του ποσού αυτού το κράτος αυτό οφείλει, μεταξύ άλλων, να ζητεί την προσκόμιση των σχετικών με τις εξαγωγές εγγράφων και να εφαρμόσει πραγματικές κυρώσεις σε περίπτωση υποβολής ψευδών δηλώσεων μέσω των εγγράφων αυτών.
2. Αν η διαπιστωθείσα ακυρότητα του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού 1633/84, που αφορούν, στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης αγοράς βοείου και αιγείου κρέατος, το σύστημα εισπράξεως του clawback, μπορούσε να προβληθεί προς στήριξη αξιώσεων σχετικών με την είσπραξη clawback σε χρόνο αναγόμενο προ της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται η εν λόγω ακυρότητα, τότε θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές οικονομικές συνέπειες καθώς και σοβαρές οργανωτικές δυσχέρειες λόγω του ότι θα έπρεπε να αναθεωρηθούν λογαριασμοί κλεισμένοι από καιρό και να υπολογισθούν και πάλι τα ποσά του clawback για το παρελθόν.
Υπό τις συνθήκες αυτές, επιτακτικές ανάγκες ασφάλειας δικαίου δεν επιτρέπουν να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες καταστάσεις που εξάντλησαν τα αποτελέσματά τους κατά το παρελθόν.
Πρέπει πάντως να προβλεφθεί εξαίρεση από την αρχή αυτή υπέρ των επιχειρηματιών ή των δικαιούχων τους που διεκδίκησαν τα δικαιώματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου με την άσκηση ένδικης ή άλλης ισοδύναμης κατά το ισχύον εθνικό δίκαιο προσφυγής.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υπόθεσεις C-38/90 και C-151/90,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις που υπέβαλαν προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην υπόθεση C-38/90 το Crown Court του Maidstone και στην υπόθεση C-151/90 το Crown Court του Leeds, με τις οποίες ζητείται, στις ποινικές δίκες που εκκρεμούν ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων κατά
Thomas Edward Lomas (υπόθεση C-38/90),
Robert Leslie Fletcher (υπόθεση C-151/90),
Jeremy Nicholas Pritchard (υπόθεση C-151/90),
North Riding Lamb Ltd (υπόθεση C-151/90),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84, της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1984, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της μεταβλητής πριμοδότησης για τη σφαγή των προβατοειδών και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2661/80 (ΕΕ L 154, σ. 27),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, M. Diez de Velasco και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Lomas, κατηγορούμενος της κύριας δίκης στην υπόθεση C-38/90, εκπροσωπούμενος από τους Conor Quigley και Steven Kay, barristers του Gray' s Inn, κατόπιν παραγγελίας του γραφείου Burstows, solicitors
- οι Fletcher και Pritchard καθώς και η εταιρία North Riding Lamb Ltd, κατηγορούμενοι της κύριας δίκης στην υπόθεση C-151/90, εκπροσωπούμενοι από τους Michael Mettyear, Wilberforce Chambers, Hull, και Conor Quigley, barristers
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένη από τον J. E. Collins, του Treasury Solicitor' s Department, Queen Anne' s Chambers, επικουρούμενο από τον Gerald Barling, QC
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Peter Oliver, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
αφού άκουσε τους Lomas, Fletcher και Pritchard καθώς και τον εκπρόσωπο της North Riding Lamb Ltd, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή, που ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 24ης Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο Διατάξεις της 20ής Δεκεμβρίου 1989 και της 5ης Απριλίου 1990, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 12 Φεβρουαρίου και στις 15 Μαΐου 1990 αντιστοίχως, το Crown Court του Maidstone και το Crown Court του Leeds υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84, της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1984, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της μεταβλητής πριμοδότησης για τη σφαγή των προβατοειδών και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2661/80 (ΕΕ L 154, σ. 27).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά μιας εταιρίας εγκατεστημένης στο Ηνωμένο Βασίλειο, που ασχολείται με εξαγωγές προβατοειδών και προβείου κρέατος από το εν λόγω κράτος μέλος, και κατά των υπευθύνων της εταιρίας αυτής, καθώς και κατά του υπευθύνου μιας άλλης εταιρίας, επίσης εγκατεστημένης στο Ηνωμένο Βασίλειο, που ασκεί την ίδια δραστηριότητα.
3 Από τις δικογραφίες που διεβίβασαν στο Δικαστήριο τα εθνικά δικαστήρια προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι στις κύριες δίκες διώκονται διότι προσκόμισαν στους υπαλλήλους των βρετανικών τελωνείων έγγραφα που περιείχαν ψευδείς δηλώσεις όσον αφορά το βάρος των υπό εξαγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο προς άλλα κράτη μέλη αμνών ή σφαγίων αμνών.
4 Από τις διατάξεις των εθνικών δικαστηρίων προκύπτει ότι η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων στις κύριες δίκες δεν μπορεί να ευσταθήσει παρά μόνο αν αποδειχθεί ότι η διοίκηση των βρετανικών τελωνείων είχε νόμιμη υποχρέωση να ζητήσει την προσκόμιση των δηλώσεων που αποδείχθηκαν ψευδείς.
5 Ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης υποστήριξαν ότι η ποινική δίωξη είναι αβάσιμη. Υποστήριξαν συγκεκριμένα ότι η σχετική νομοθεσία συνίσταται στον κανονισμό 1633/84, του οποίου το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, είναι ανίσχυρο καθόσον υπερβαίνει τα όρια της εξουσιοδοτήσεως που παρέχει στην Επιτροπή ο κανονισμός 1837/80 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1980, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 150), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 35).
6 Ο κανονισμός 1837/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84, θέσπισε κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του προβείου και του αιγείου κρέατος που προβλέπει διαφόρους μηχανισμούς στηρίξεως της αγοράς. 'Ομως αυτή η κοινή οργάνωση είναι ατελής καθόσον δημιουργεί στον τομέα του προβείου κρέατος όχι μια ενιαία αγορά αλλά πλείονες περιφερειακές αγορές, ενώ ένα από τα μέτρα στηρίξεως, εν προκειμένω η μεταβλητή πριμοδότηση για τη σφαγή προβατοειδών, χορηγείται μόνο στους παραγωγούς της περιοχής 5 (Ηνωμένο Βασίλειο).
7 Η πριμοδότηση αυτή μπορεί να χορηγηθεί οσάκις η τιμή της αγοράς είναι χαμηλότερη του 85 % της τιμής βάσεως, το δε ποσό της καθορίζεται κάθε εβδομάδα από την Επιτροπή. Τα ζώα για τα οποία χορηγείται η πριμοδότηση πρέπει, εντός 21 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία διατέθηκαν για πρώτη φορά στην αγορά με σκοπό τη σφαγή, είτε να σφαγούν εντός της περιοχής 5, είτε να σταλούν έξω από την περιοχή αυτή. Προς αποφυγήν των διαταραχών στις συναλλαγές που προκύπτουν από την εφαρμογή του συστήματος πριμοδότησης, το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1837/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84, προβλέπει ότι η Επιτροπή θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εισπράττεται, κατά την έξοδο από την περιοχή 5 των προϊόντων για τα οποία χορηγήθηκε η εν λόγω πριμοδότηση, ένα "ποσό ισοδύναμο με εκείνο της πριμοδότησης που πράγματι χορηγήθηκε". Το ποσό αυτό θα μνημονεύεται κατωτέρω ως clawback.
8 Βάσει του εν λόγω άρθρου 9, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1633/84, του οποίου το άρθρο 4, παράγραφος 1, προβλέπει ότι, κατά την έξοδο από την περιοχή 5 των προϊόντων που έτυχαν μεταβλητής πριμοδοτήσεως για σφαγή, εισπράττεται ποσό ισοδύναμο με το ποσό της πριμοδότησης που καθορίζεται για την εβδομάδα κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιείται η έξοδος των συγκεκριμένων προϊόντων. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, το Ηνωμένο Βασίλειο οφείλει να προβλέψει τη σύσταση εγγυήσεως επαρκούς για την κάλυψη του ποσού που οφείλεται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, η οποία αποδεσμεύεται μόλις καταβληθεί το ποσό αυτό.
9 Ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης υποστήριξαν στο πλαίσιο του ισχυρισμού ότι το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84, είναι ανίσχυρο, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1837/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίσει αποκλειστικά και μόνο μια ρύθμιση δυνάμει της οποίας θα εισπράττεται κατά την έξοδο από την περιοχή το ακριβές ποσό της πριμοδοτήσεως για σφαγή που καταβλήθηκε πράγματι για κάθε ζώο ώστε να εξουδετερώνονται τα αποτελέσματα της πριμοδοτήσεως κατά την έξοδο από την περιοχή των προϊόντων για τα οποία χορηγήθηκε αυτό το μέτρο στηρίξεως.
10 Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 1633/84 προβλέπει την είσπραξη ποσού διαφορετικού, καθόσον ορίζει ότι το ποσό του clawback είναι ισοδύναμο με το ποσό της πριμοδοτήσεως που καθορίστηκε για την εβδομάδα κατά την οποία πραγματοποιείται η έξοδος των συγκεκριμένων προϊόντων. Δεδομένου ότι, αφενός, η πριμοδότηση σφαγής καθορίζεται από την Επιτροπή για την εβδομάδα κατά την οποία το ζώο διατίθεται για πρώτη φορά στην αγορά και, αφετέρου, τα ζώα για τα οποία χορηγήθηκε πριμοδότηση πρέπει να σφαγούν ή να σταλούν έξω από την περιοχή εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της πρώτης διαθέσεώς τους στην αγορά με σκοπό τη σφαγή, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης συνάγουν ότι το ποσό που εισπράττεται κατά την έξοδο των προϊόντων διαφέρει κατά κανόνα του ποσού της πράγματι χορηγηθείσας πριμοδότησης.
11 Το Crown Court του Maidstone και το Crown Court του Leeds, εκτιμώντας ότι η εκδίκαση των υποθέσεων προϋποθέτει εκτίμηση του κύρους της επίδικης κοινοτικής ρύθμισης, ανέστειλαν τη διαδικασία και υπέβαλαν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Είναι οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 4 του κανονισμού 1633/84 ανίσχυρες ως εξερχόμενες των ορίων της εξουσίας που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 9 του κανονισμού 1837/80 όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84;
2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, ποια είναι τα οριστικά ή προσωρινά αποτελέσματα των ανισχύρων διατάξεων του κανονισμού αυτού;
3. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, έχει το Ηνωμένο Βασίλειο την εξουσία ή την υποχρέωση κατά το κοινοτικό δίκαιο
- να απαιτεί την προσκόμιση εγγράφων σχετικών με εξαγωγές που υποβάλλονται σε επιβαρύνσεις δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 4 του κανονισμού 1633/84;
- να διώκει ποινικώς για ψευδή δήλωση, μέσω των εν λόγω εγγράφων, σε περίπτωση όπως η επίδικη εν προκειμένω, στην οποία το εθνικό νομοθέτημα δυνάμει του οποίου ασκείται η ποινική δίωξη εξαρτάται από την ύπαρξη δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων κοινοτικού δικαίου;"
12 Με Διάταξη του Δικαστηρίου της 4ης Ιουνίου 1991, οι υποθέσεις C-38/90 και C-151/90 ενώθηκαν προκειμένου να συνεκδικασθούν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
13 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά των κυρίων υποθέσεων, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
14 Για να κριθεί αν το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84 θεσπίστηκε στο πλαίσιο της εξουσιοδοτήσεως που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1837/80, όπως
τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84, κατά τον οποίο η Επιτροπή θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εισπράττεται, κατά την έξοδο από το Ηνωμένο Βασίλειο των προϊόντων για τα οποία χορηγήθηκε πριμοδότηση σφαγής, "ένα ποσό ισοδύναμο με εκείνο της πριμοδότησης που πράγματι χορηγήθηκε", πρέπει να εξεταστούν οι σκοποί του συστήματος του clawback.
15 Επ' αυτού το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει (βλ. αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, 106/81, Kind κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 2885, και της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 61/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 431) ότι κάθε είσπραξη χρηματικού ποσού κατά την εξαγωγή προς άλλο κράτος μέλος, ασχέτως του λόγου για τον οποίο γίνεται, συνιστά μεν καταρχήν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων εντός της κοινής αγοράς, πλην όμως μπορεί να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο οργανώσεως αγοράς που δεν έχει ακόμη ενοποιηθεί πλήρως, όταν προορίζεται για την αντιστάθμιση των ανισοτήτων που απορρέουν από τον ατελή χαρακτήρα της οργανώσεως αυτής, με σκοπό να καταστεί δυνατό για τα προϊόντα που καλύπτονται από αυτή να κυκλοφορούν υπό ίσους όρους, χωρίς να νοθεύεται τεχνητά ο ανταγωνισμός μεταξύ παραγωγών διαφορετικών περιοχών.
16 Κατά τη νομολογία αυτή δηλαδή, η ατελής οργάνωση κοινής αγοράς στον τομέα του προβείου και του αιγείου κρέατος που προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι ένα από τα μέτρα ενισχύσεως, εν προκειμένω η μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής, προβλέπεται μόνο για τους παραγωγούς μιας συγκεκριμένης περιοχής, των οποίων μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστική θέση μπορεί να δημιουργήσει την ανάγκη λήψεως διορθωτικών μέτρων προκειμένου να αποκατασταθεί η ισότητα της ανταγωνιστικής θέσης μεταξύ των παραγωγών όλων των περιοχών, ιδίως με την είσπραξη του clawback σε περίπτωση όπου τα προϊόντα για τα οποία χορηγήθηκε η πριμοδότηση εξάγονται από τη συγκεκριμένη περιοχή.
17 Για τον λόγο αυτό ο τρόπος εισπράξεως του clawback πρέπει να διαρρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η εισφορά αυτή να εξουδετερώνει το αποτέλεσμα της πριμοδοτήσεως κατά την έξοδο από τη συγκεκριμένη περιοχή των προϊόντων για τα οποία ίσχυσε αυτό το μέτρο ενισχύσεως, χωρίς όμως το σύστημα αυτό να συνιστά πλεονέκτημα για τους παραγωγούς της περιοχής αυτής, πράγμα που θα συνέβαινε αν το εισπραττόμενο ως clawback ποσό ήταν χαμηλότερο του ποσού της χορηγηθείσας πριμοδότησης, ούτε να επηρεάζει δυσμενώς την ανταγωνιστική τους θέση, πράγμα που θα συνέβαινε όταν το clawback υπερβαίνει την πριμοδότηση.
18 Επομένως, μόνον όταν το clawback σκοπεί να αντισταθμίσει ακριβώς τις επιπτώσεις της μεταβλητής πριμοδότησης σφαγής, διευκολύνοντας τα προϊόντα προελεύσεως της περιοχής όπου χορηγήθηκε η πριμοδότηση για να εξαχθούν σε άλλα κράτη μέλη χωρίς να διαταράξουν τις αγορές τους, η είσπραξή του δεν πρέπει να θεωρείται ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό ούτε η μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής ως πριμοδότηση λόγω εξαγωγής. Συνεπώς, το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1837/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84, πρέπει να νοηθεί ως επιβάλλον την αναζήτηση, σε περίπτωση εξαγωγής των προϊόντων για τα οποία χορηγήθηκε πριμοδότηση για σφαγή, ενός ποσού ακριβώς ίσου προς το ποσό της χορηγηθείσας πριμοδότησης.
19 Αλλά το σύστημα που θέσπισε η Επιτροπή με τον κανονισμό 1633/84, δυνάμει του οποίου η πριμοδότηση σφαγής χορηγείται στο ύψος που καθορίζεται για την εβδομάδα κατά την οποία το ζώο διατίθεται για πρώτη φορά στην αγορά, τα δε προβατοειδή για τα οποία χορηγήθηκε η πριμοδότηση πρέπει να εξαχθούν εντός 21 ημερών από της ημερομηνίας της πρώτης διαθέσεως στην αγορά και το ποσό που εισπράττεται ως clawback είναι ισοδύναμο με το ποσό της πριμοδότησης που καθορίζεται για την εβδομάδα κατά την οποία πραγματοποιείται η εξαγωγή, έχει ως αποτέλεσμα ότι το ποσό του clawback είναι κατά κανόνα διαφορετικό του ποσού της πριμοδοτήσεως οσάκις η πρώτη διάθεση του ζώου στην αγορά
και η εξαγωγή δεν πραγματοποιούνται κατά την ίδια εβδομάδα.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1633/84 δεν είναι έγκυρο, διότι επιτρέπει να εισπράττεται ως clawback ένα ποσό το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αντιστοιχεί ακριβώς με το ποσό της πράγματι χορηγηθείσας πριμοδότησης σφαγής και κατ' αυτόν τον τρόπο εξέρχεται των ορίων της εξουσιοδοτήσεως που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1837/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84. Ανίσχυρη είναι και η παράγραφος 2 του άρθρου 4, καθόσον επιβάλλει τη σύσταση εγγυήσεως με σκοπό την κάλυψη του ποσού που οφείλεται σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1.
21 Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζεται από τις προβαλλόμενες πρακτικές δυσχέρειες που, κατά την Επιτροπή και την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εμποδίζουν την εφαρμογή ενός συστήματος εισπράξεως clawback, κατά το οποίο το ποσό του clawback είναι ακριβώς ίσο με το ποσό της πριμοδοτήσεως.
22 Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα του Crown Court του Maidstone και του Crown Court του Leeds αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1633/84 είναι ανίσχυρο καθόσον, η Επιτροπή, προβλέποντας την είσπραξη ποσού clawback, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αντιστοιχεί ακριβώς προς το ποσό της χορηγηθείσας πριμοδότησης σφαγής, υπερέβη τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1837/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84. Κατά συνέπεια, το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1633/84, είναι επίσης ανίσχυρο καθόσον προβλέπει τη σύσταση εγγυήσεως για την κάλυψη του οφειλομένου βάσει της παραγράφου 1 ποσού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
23 Όσον αφορά τις συνέπειες του ανισχύρου του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84, πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ., π.χ., αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1980, 4/79, Providence agricole de la Champagne, Rec. 1980, σ. 2823 της 27ης Φεβρουαρίου 1985, 112/83, Produits de mais, Συλλογή 1985, σ. 719, και της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84, Pinna, Συλλογή 1986, σ. 1), όταν επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας δικαίου το δικαιολογούν, το Δικαστήριο έχει, δυνάμει του άρθρου 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης το οποίο εφαρμόζεται κατ' αναλογία και στην περίπτωση της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως με την οποία ζητείται η εκτίμηση του κύρους των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης αυτής, εξουσία εκτιμήσεως ώστε να καθορίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τα αποτελέσματα του ακυρουμένου κανονισμού τα οποία πρέπει να θεωρηθούν ως οριστικά.
24 Κατά τη νομολογία αυτή (βλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1980, Providence agricole de la Champagne, και της 15ης Ιανουαρίου 1986, Pinna, όπ.π.), το Δικαστήριο έκανε χρήση της δυνατότητας να περιορίσει το διαχρονικό αποτέλεσμα της αναγνώρισης της ακυρότητας μιας κοινοτικής διάταξης οσάκις επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας του δικαίου αφορώντες το σύνολο των συμφερόντων που διακυβεύονται στις συγκεκριμένες υποθέσεις επιβάλλουν να μη τίθεται υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή χρηματικών ποσών που πραγματοποιήθηκαν βάσει της διατάξεως αυτής προ της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
25 Στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής, έκρινε επιπλέον (βλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1985, Produits de mais, και της 15ης Ιανουαρίου 1986, Pinna, όπ.π.) ότι μπορεί να αποφασίσει να περιλάβει εξαίρεση από τον διαχρονικό αυτό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεώς του είτε υπέρ του
διαδίκου που ζήτησε έννομη προστασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είτε υπέρ οποιουδήποτε επιχειρηματία που ενήργησε κατ' ανάλογο τρόπο πριν από την αναγνώριση της ακυρότητας ή, αντιθέτως, να κρίνει ότι η κήρυξη της ακυρότητας που παράγει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον συνιστά πρόσφορο μέτρο ακόμα και για τους επιχειρηματίες που προέβησαν έγκαιρα σε ενέργειες προς προστασία των δικαιωμάτων τους.
26 Όσον αφορά ειδικότερα το ερώτημα που υπέβαλαν τα αιτούντα δικαστήρια πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι, καίτοι οι κύριες υποθέσεις δεν αφορούν αιτήσεις επιστροφής των ποσών του clawback που υπερβαίνουν τα ποσά των αντιστοίχων πριμοδοτήσεων, δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι εγείρουν το ζήτημα του κύρους του συστήματος εισπράξεως του clawback ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μόνο για να αντικρούσουν την κατηγορία που τους απαγγέλθηκε, η ακυρότητα του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84 δεν παύει να θέτει υπό αμφισβήτηση ποσά που καταβλήθηκαν ήδη ως clawback και να επηρεάζει επομένως το σύστημα εισπράξεως του clawback στο σύνολό του.
27 Σημειωτέον περαιτέρω ότι αν η διαπιστωθείσα ακυρότητα του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84 μπορούσε να προβληθεί προς στήριξη αξιώσεων σχετικών με την είσπραξη clawback σε χρόνο αναγόμενο προ της εκδόσεως της παρούσας απόφασης, τότε θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές οικονομικές συνέπειες καθώς και σοβαρές οργανωτικές δυσχέρειες, λόγω του ότι θα έπρεπε να αναθεωρηθούν λογαριασμοί κλεισμένοι από καιρό και να υπολογισθούν και πάλι τα ποσά του clawback για το παρελθόν.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιτακτικές ανάγκες ασφάλειας δικαίου δεν επιτρέπουν να τεθούν υπό αμφισβήτηση, στις υπό κρίση υποθέσεις, έννομες καταστάσεις που εξάντλησαν τα αποτελέσματά τους κατά το παρελθόν.
29 Πρέπει, πάντως, να προβλεφθεί εξαίρεση από την αρχή αυτή υπέρ των επιχειρηματιών ή των δικαιούχων τους που διεκδίκησαν εγκαίρως τα δαικαιώματά τους.
30 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλαν τα αιτούντα δικαστήρια αρμόζει η απάντηση ότι η αναγνώριση του ανίσχυρου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 1633/84 δεν μπορεί να προβληθεί με αναδρομικό αποτέλεσμα ανατρέχον σε ημερομηνία προγενέστερη της εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, εξαιρουμένης της περιπτώσεως των επιχειρηματιών ή των δικαιούχων τους οι οποίοι, πριν από την εν λόγω ημερομηνία, άσκησαν ένδικη ή άλλη, ισοδύναμη κατά το ισχύον εθνικό δίκαιο, προσφυγή.
Επί του τρίτου ερωτήματος
31 Για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το ερώτημα πρέπει να διαπιστωθεί καταρχάς ότι, αφού το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1837/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 871/84, προβλέπει τόσο την καταρχήν είσπραξη του clawback, με την έξοδο από την περιοχή 5 των προϊόντων για τα οποία χορηγήθηκε πριμοδότηση σφαγής, όσο και τον προσδιορισμό του ποσού του clawback, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει μόνο τον τρόπο εφαρμογής της διάταξης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, των κανονισμών αυτών.
32 Σημειωτέον εν συνεχεία ότι το άρθρο 5, του κανονισμού 1633/84, που προβλέπει τον τρόπο εφαρμογής του συστήματος της μεταβλητής πριμοδότησης για τη σφαγή προβατοειδών, ορίζει ότι:
"1. Το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζει την τήρηση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.
2. Σε περίπτωση ανάγκης, το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζει την επανείσπραξη ποσού ίσου με την καταβληθείσα πριμοδότηση.
3. Οι αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε η εφαρμογή του καθεστώτος μεταβλητής
πριμοδότησης να μην προκαλεί ανωμαλίες στη διακίνηση των εμπορευμάτων και να μη δημιουργεί στρέβλωση στις συναλλαγές ανάμεσα στις δύο περιοχές που αποτελούν το εν λόγω κράτος μέλος.
Ιδιαίτερα οι αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου προβλέπουν την υποχρέωση για τους ενδιαφερομένους να δηλώνουν στις υπηρεσίες, οι οποίες είναι εντεταλμένες για τον σκοπό αυτό, τις ποσότητες και την περιγραφή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1, στοιχεία α και γ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1837/80, τα οποία πρέπει να αποσταλούν από την περιοχή όπου χορηγείται η πριμοδότηση προς άλλη περιοχή, είτε απευθείας, είτε διασχίζοντας άλλη περιοχή ή τρίτη χώρα."
33 Πρέπει να σημειωθεί, τέλος, ότι το άρθρο 4, πράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84, που κηρύσσεται άκυρο με την παρούσα απόφαση αφορά μόνο τον τρόπο υπολογισμού που θέσπισε η Επιτροπή για τον προσδιορισμό του ποσού του clawback καθώς και τη σύσταση εγγυήσεως με σκοπό την εξασφάλιση της καταβολής του clawback όπως υπολογίστηκε βάσει αυτής της διατάξεως.
34 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ακυρότητα του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84 δεν θίγει την καταρχήν είσπραξη του clawback και επομένως δεν απαλλάσσει το Ηνωμένο Βασίλειο από την υποχρέωση να εξασφαλίζει την τήρηση των εγκύρων διατάξεων του κανονισμού 1633/84 που σκοπούν να διευκολύνουν την είσπραξη του ποσού αυτού. Επομένως, το εν λόγω κράτος μέλος οφείλει, μεταξύ άλλων, να ζητεί από τους εξαγωγείς προβατοειδών και/ή προβείου κρέατος να παρέχουν στις οικείες εθνικές αρχές στοιχεία όπως τα επίδικα ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων και να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
35 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλαν τα αιτούντα δικαστήρια αρμόζει η απάντηση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει την υποχρέωση από το κοινοτικό δίκαιο να απαιτεί την προσκόμιση εγγράφων για τις εξαγωγές προβατοειδών ή προβείου κρέατος που υπόκεινται στην είσπραξη clawback και να επιβάλλει κυρώσεις
στους επιχειρηματίες που υποβάλλουν ψευδείς δηλώσεις μέσω των εγγράφων αυτών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Eπί των δικαστικών εξόδων
36 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Επειδή η διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλαν το Crown Courts του Maidstone και το Crown Court του Leeds, με Διατάξεις της 20ής Δεκεμβρίου 1989 και της 5ης Απριλίου 1990 αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1984, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της μεταβλητής πριμοδότησης για τη σφαγή των προβατοειδών και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2661/80 είναι ανίσχυρο καθόσον, η Επιτροπή, προβλέποντας την είσπραξη ποσού clawback, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αντιστοιχεί ακριβώς προς το ποσό της χορηγηθείσας πριμοδότησης σφαγής, υπερέβη τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1837/80 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1980, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 871/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984. Κατά συνέπεια,
το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84, είναι επίσης ανίσχυρο καθόσον προλέπει τη σύσταση εγγυήσεως για την κάλυψη του οφειλομένου βάσει της παραγράφου 1 ποσού.
2. Η αναγνώριση του ανισχύρου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84 δεν μπορεί να προβληθεί με αναδρομικό αποτέλεσμα ανατρέχον σε ημερομηνία προγενέστερη της εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, εξαιρουμένης της περιπτώσεως των επιχειρηματιών ή των δικαιούχων τους οι οποίοι, πριν από την εν λόγω ημερομηνία, άσκησαν ένδικη ή άλλη, ισοδύναμη κατά το ισχύον εθνικό δίκαιο, προσφυγή.
3. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει την υποχρέωση από το κοινοτικό δίκαιο να απαιτεί την προσκόμιση εγγράφων για τις εξαγωγές προβατοειδών ή προβείου κρέατος που υπόκεινται στην είσπραξη clawback και να επιβάλλει κυρώσεις στους επιχειρηματίες που υποβάλλουν ψευδείς δηλώσεις μέσω των εγγράφων αυτών.
Full & Egal Universal Law Academy