ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-57/90 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
Η εθνική ρύθμιση
1.
Ο νόμος 79-1129 της 28ης Δεκεμβρίου 1979, περί διαφόρων μέτρων χρηματοδοτήσεως της κοινωνικής ασφαλίσεως [JORF (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας ), αριθ. φύλλου 302, της 29.12.1979, σ. 3279], όπως συμπληρώθηκε με τις εκτελεστικές αποφάσεις υπ' αριθ. 80-298 της 24ης Απριλίου 1980 (JORF, αριθ. φύλλου 99 της 26.4.1980, σ. 1080), 80-598 και 80-599 της 30ής Ιουλίου 1980 (JORF, αριθ. φύλλου 177 της 31.7.1980, σ. 1931 ), προβλέπει μια ασφαλιστική εισφορά ασθένειας που προορίζεται για τη χρηματοδότηση του γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και παρακρατείται από τα ταμεία επικουρικών συντάξεων. Σύμφωνα με το έγγραφο που απέστειλε στις 18 Φεβρουαρίου 1981 ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως στον διευθυντή του Caisse nationale d'assurance vieillesse des travailleurs salariés ( Εθνικού Ταμείου Ασφαλίσεως Γήρατος των Μισθωτών), η εισφορά αυτή δεν αφορά τις συντάξεις που χορηγούνται στο πλαίσιο του γενικού υποχρεωτικού ασφαλιστικού συστήματος. Αντίθετα, παρακρατείται από τις επικουρικές συντάξεις και τις συντάξεις πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας των συνταξιούχων.
2.
Όσον αφορά τα ειδικά επιδόματα πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, τα οποία καταβάλλονται από το Fonds national de l'emploi ( Εθνικό Ταμείο Απασχολήσεως, στο εξής: FNE), το άρθρο L 322-4 του code du travail ( Κώδικα Εργατικού Δικαίου) (κανονιστική απόφαση υπ' αριθ. 86-948, της 11ης Αυγούστου 1986) ορίζει τα εξής:
« Στις περιπτώσεις που προβλέπει το παρόν άρθρο, μπορούν να χορηγούνται, κατόπιν συνάψεως συμβάσεως με τις επαγγελματικές ή διεπαγγελματικές οργανώσεις, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ή τις επιχειρήσεις:
1)
(...)
2)
ειδικά επιδόματα υπέρ ορισμένων κατηγοριών ηλικιωμένων εργαζομένων, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι εργαζόμενοι αυτοί δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε άλλη θέση εργασίας εντός της επιχειρήσεως στην οποία εργάζονται ή ότι η κατάσταση της επιχειρήσεως έχει ως συνέπεια τη μετατροπή, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων, της θέσεως στην οποία εργάζονταν με πλήρες ωράριο σε θέση εργασίας με μειωμένο κατά το ήμισυ ωράριο. Τα δικαιώματα των εργαζομένων αυτών σε σχέση με την κοινωνική ασφάλιση καθορίζονται με κανονιστική απόφαση.
3)
(...)»
Το άρθρο R 322-1 του ίδιου αυτού κώδικα προβλέπει ότι ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να θεσπίζει « προσωρινά μέτρα για παροχή, κατόπιν συνάψεως συμβάσεων συνεργασίας, ορισμένων εισοδηματικών εγγυήσεων στους εργαζομένους που χάνουν ένα μέρος ή το σύνολο των αποδοχών τους λόγω των οικονομικών συνθηκών ». Το άρθρο R 322-7 διασαφηνίζει αυτά τα μέτρα που μπορούν να θεσπίζονται συμβατικώς.
Η υπουργική απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1987, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1987 (JORF, αριθ. φύλλου 252 της 30.10.1987, σ. 12644), καθόρισε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως και τα δικαιώματα όσων αφορούν οι συμβάσεις ειδικών επιδομάτων του FNE.
3.
Το άρθρο L 731-5 του code de la sécurité sociale ( Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, που θεσπίστηκε με τον νόμο της 29ης Δεκεμβρίου 1972 ) κατέστησε υποχρεωτική για όλους τους μισθωτούς και τους πρώην μισθωτούς την επικουρική ούνταξη μιοθωτών, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του γενικού συστήματος ασφαλίσεως γήρατος και αγροτικών ασφαλίσεων.
Οι ειδικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές εισφορές και παροχές περιέχονται σε ορισμένες συλλογικές συμβάσεις που υπογράφηκαν μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Οι συμβάσεις αυτές ισχύουν για τους εργοδότες που είναι μέλη μιας από τις δύο συμβαλλόμενες εργοδοτικές οργανώσεις. Με κοινές αποφάσεις πλειόνων συναρμοδίων υπουργών, που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των άρθρων L 731-2 και L 731-3 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, η εφαρμογή των διατάξεων αυτών διευρύνθηκε, ώστε να καλύψει και τους εργοδότες που δεν είναι μέλη των εργοδοτικών αυτών οργανώσεων, καθώς και τους εργοδότες στους τομείς δραστηριοτήτων που δεν εκπροσωπούνται στις οργανώσεις αυτές, αλλά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του γενικού συστήματος ασφαλίσεως γήρατος.
Η κοινοτική ρύθμιοη
4.
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως ισχύει μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ), ορίζει ότι« (... ) τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. »
Το άρθρο 33 του ίδιου αυτού κανονισμού ορίζει τα εξής:
« Ο φορέας κράτους μέλους που οφείλει την καταβολή συντάξεως, αν η ισχύουσα γι' αυτόν νομοθεσία προβλέπει κρατήσεις εισφορών εις βάρος του δικαιούχου συντάξεως για την κάλυψη των παροχών ασθένειας και μητρότητας, εξουσιοδοτείται να προβαίνει στις κρατήσεις αυτές, υπολογιζόμενες σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία επί του ποσού της οφειλομένης παρ' αυτού συντάξεως, κατά το μέτρο που οι καταβαλλόμενες δυνάμει των άρθρων 27, 28, 28α, 29, 31 και 32 παροχές βαρύνουν φορέα του προαναφερθέντος κράτους μέλους. »
ΙΙ — Περιστατικά και διαδικασία
5.
Με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 1985, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των γαλλικών αρχών επί των συνεπειών που έχει από την άποψη της κοινοτικής ρυθμίσεως η επιβολή στους δικαιούχους επικουρικών συντάξεων που δεν κατοικούν στη Γαλλία, αλλά σε άλλο κράτος μέλος, της υποχρεώσεως καταβολής της ασφαλιστικής εισφοράς ασθένειας. Οι γαλλικές αρχές δεν απάντησαν στο έγγραφο αυτό.
Στις 5 Οκτωβρίου 1988 η Επιτροπή απέστειλε έγγραφο οχλήσεως, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με το οποίο ισχυριζόταν ότι η γαλλική νομοθεσία είναι ασυμβίβαστη με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71, καθόσον έχει ως συνέπεια την παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών ασθένειας από τις επικουρικές συντάξεις και τις συντάξεις πρόωρης συνταξιοδοτήσεως προσώπων που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και όχι της Γαλλίας και στα οποία επομένως χορηγούνται οι παροχές ασθένειας στο άλλο αυτό κράτος μέλος. Με το ίδιο αυτό έγγραφο η Επιτροπή κάλεσε τη Γαλλική Κυβέρνηση να της γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών από τη λήψη του εγγράφου.
6.
Με την απάντηση της 3ης Φεβρουαρίου 1989 η Γαλλική Κυβέρνηση αντέταξε στην ανάλυση της Επιτροπής ότι, πρώτον, η επίμαχη εισφορά αποτελεί εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης, η οποία συνεπώς δεν δίνει δικαίωμα επί παροχών, και, δεύτερον, οι παροχές υγείας χρηματοδοτούνται σε ορισμένα κράτη μέλη από το προϊόν των φόρων.
7.
Θεωρώντας ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν ήσαν πειστικά, η Επιτροπή εξέδωσε στις 26 Ιουνίου 1989 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κάλεσε τη Γαλλική Κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της.
8.
Με έγγραφο της 22ας Αυγούστου 1989 η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε το βάσιμο της αιτιολογημένης γνώμης, ισχυριζόμενη ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις επικουρικής συντάξεως και συντάξεως λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, ότι οι τρόποι χρηματοδοτήσεως των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, ότι το γαλλικό σύστημα δεν οδηγεί σε διακρίσεις και ότι η άποψη της Επιτροπής θα οδηγούσε αντίθετα σε ανισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ των διακινουμένων εργαζομένων και των εργαζομένων που παραμένουν στη χώρα τους.
9.
Κατόπιν αυτών η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή. Το δικόγραφο της προσφυγής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Μαρτίου 1990.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Αιτήματα των διαδίκων
10.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παρακρατώντας από ορισμένες συντάξεις προσώπων που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γαλλίας μια ασφαλιστική εισφορά ασθένειας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 13, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου,
2)
να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής,
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
ΙV — Περίληψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων των διαδίκων
11.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές παρακρατούν ορισμένα ποσά ως ασφαλιστική εισφορά ασθένειαςμητρότητας από τις επικουρικές συντάξεις και τις συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως τις οποίες καταβάλλουν οι γαλλικές υπηρεσίες σε πρόσωπα που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος είναι ασυμβίβαστο προς τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι η ασφαλιστική κάλυψη των προσώπων αυτών σε σχέση με τις ασθένειες και τη μητρότητα δεν βαρύνει κανένα γαλλικό φορέα. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, καθιερώνει τη βασική αρχή της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας, της οποίας το άρθρο 33 αποτελεί τη συγκεκριμενοποίηση στον τομέα των ασφαλιστικών εισφορών ασθένειας που παρακρατούνται από τις παροχές γήρατος που εμπίπτουν στον εν λόγω κανονισμό.
12.
Προς στήριξη του ισχυρισμού της αυτού, η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι η αρχή της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας μπορεί να εφαρμοσθεί υπέρ των ενδιαφερομένων εργαζομένων, καθόσον αποτελεί γενική αρχή που, όπως συνάγεται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, προϋπήρχε του κανονισμού αυτού και επομένως δεν μπορεί να ισχύει πλέον μόνο για τις περιπτώσεις που καλύπτει ο κανονισμός αυτός. Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται η εν λόγω αρχή, μολονότι στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού δεν εμπίπτουν ούτε τα συστήματα επικουρικών συντάξεων ούτε τα συστήματα συντάξεων λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως. Η Επιτροπή προσθέτει ότι την αρχή αυτή δεν μπορεί να αποδυναμώσει η ύπαρξη αποκλίσεων, όπως οι προβλεπόμενες από το άρθρο 14γ και το Παράρτημα VII του ίδιου κανονισμού, το οποίο αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος υπόκειται ταυτόχρονα στη νομοθεσία δύο κρατών μελών.
13.
Η Επιτροπή τονίζει, δεύτερον, ότι, κατά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν σχετικά με καταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1408/71, σκοπός των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης είναι η επίτευξη της όσο το δυνατόν πληρέστερης ελευθερίας στην κυκλοφορία των εργαζομένων, ο δε σκοπός αυτός συνεπάγεται την κατάργηση των νομοθετικών προσκομμάτων που θα μπορούσαν να περιάγουν τους διακινούμενους εργαζομένους σε δυσμενέστερη θέση. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται οπωσδήποτε κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η δυσμενέστερη μεταχείριση των διακινουμένων εργαζομένων. Έτσι, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι απαγορεύεται η εφαρμογή της νομοθεσίας άλλης χώρας πλην της χώρας απασχολήσεως, εφόσον η νομοθεσία αυτή υποχρεώνει τον ενδιαφερόμενο να συμβάλλει στη χρηματοδότηση ενός ασφαλιστικού φορέα που δεν πρόκειται να του προσφέρει πρόσθετα οφέλη για τον ίδιο κίνδυνο και την ίδια περίοδο ( βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 1964, 92/63, Nonnenmacher, Rec. 1964, σ. 557 ).
Ομοίως, το Δικαστήριο έχει καθιερώσει την αΡΧή της απαγορεύσεως της εφαρμογής της ασφαλιστικής νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους από τη χώρα απασχολήσεως, εφόσον συνέπεια της εφαρμογής αυτής θα ήταν αύξηση της επιβαρύνσεως του εργαζομένου που δεν θα αντιστοιχούσε σε αύξηση της κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας (βλ. απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1967, 19/67, Van der Vecht, Rec. 1967, σ. 445 ).
14.
Κατά την Επιτροπή, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι σκοπός της καθιερώσεως της αρχής της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας είναι η αποφυγή των σωρεύσεων νομοθεσιών ή των περιττών συγχύσεων καθηκόντων και ευθυνών που θα συνεπαγόταν η εφαρμογή περισσοτέρων της μιας εθνικών νομοθεσιών. Το Δικαστήριο επομένως έχει καθιερώσει έναν παραλληλισμό μεταξύ του συστήματος καταβολής εισφορών και του συστήματος που ισχύει για το δικαίωμα επί παροχών. Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν και τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να νομοθετούν στους τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα τους, εντούτοις δεν μπορούν να στηρίζονται στην εθνική νομοθεσία τους για να αποφεύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι κανένα κράτος μέλος δεν έχει την εξουσία να ζητεί την καταβολή ή έστω να παρακρατεί, προκειμένου να χρηματοδοτεί το σύστημα ασφαλίσεως κατ' ασθενειών, εισφορές επί παροχών που δεν εμπίπτουν στον κανονισμό 1408/71, εφόσον κατά τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου εφαρμοστέα είναι η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους.
15.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, 275/83, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1985, σ. 1100, σημείο 3 του διατακτικού ), έκρινε ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προβαίνουν σε κρατήσεις επί των συντάξεων, ακόμη και αν δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της εισφοράς και του ασφαλιζόμενου κινδύνου, εφόσον οι σχετικές παροχές δεν βαρύνουν ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους που πραγματοποιεί τις κρατήσεις αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, η φύση των εισφορών επί των γενικών συντάξεων που προβλέπει ο νόμος δεν είναι διαφορετική από τη φύση των εισφορών επί των επικουρικών συντάξεων και των συντάξεων λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως. Όλες αυτές οι κρατήσεις αποτελούν αντικείμενο των ίδιων νομοθετικών διατάξεων και προορίζονται για τη χρηματοδότηση του γενικού συστήματος ασφαλίσεως ασθένειας.
16.
Στη συνέχεια η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν ασκεί καμία επιρροή επί της προκειμένης υποθέσεως ο ισχυρισμός που αναπτύσσουν οι γαλλικές αρχές με το έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 1989, ότι δηλαδή οι εισφορές αυτές αποτελούν εισφορές κοινωνικής αλληλεγγύης και είναι παρεμφερείς προς οιονεί φορολογικά τέλη. Ο κανονισμός 1408/71 δεν προβλέπει καμία διάκριση μεταξύ των διαφόρων εισφορών, οι οποίες επομένως εμπίπτουν όλες στο πεδίο εφαρμογής της κανονισμού αυτού. Το κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή του κανονισμού δεν είναι η βάση μετρήσεως των εισφορών, αλλά ο προορισμός τους, αφού στο σημείο αυτό παύει να υπάρχει παραλληλισμός μεταξύ εισφοράς και δικαιώματος επί παροχών.
17.
Όσον αφορά την άνιση μεταχείριση μεταξύ των διακινουμένων εργαζομένων και των μονίμως εγκατεστημένων στην ίδια χώρα εργαζομένων, η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο μόνος σκοπός της κοινοτικής ρυθμίσεως είναι η προστασία του εργαζομένου που μετακινείται στη εσωτερικό της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, ο σκοπός αυτός επιτρέπει να εξακολουθήσουν να υπάρχουν ενδεχομένως « αντίστροφες διακρίσεις » στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.
18.
Η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί καταρχάς ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν αφορά τον τρόπο χρηματοδοτήσεως των συστημάτων κοινωνικής προστασίας κάθε χώρας. Συναφώς υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84, Pinna, Συλλογή 1986, σ. 1, της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 313/86, Lenoir, Συλλογή 1988, σ. 5391, και της 12ης Ιουλίου 1989, 141/88, Jordan, Συλλογή 1989, σ. 2387), το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν προβλέπει εναρμόνιση, αλλ' απλώς συντονισμό των νομοθεσιών των κρατών μελών.
19.
Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι τρόποι χρηματοδοτήσεως των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι αφενός στον κανονισμό αυτό δεν απαντά κανείς ορισμός των « εισφορών » και αφετέρου υπάρχουν διαφορές στην οργάνωση και τη χρηματοδότηση των εθνικών αυτών συστημάτων. Η χρηματοδότηση της ασφαλίσεως ασθένειας και μητρότητας εξασφαλίζεται στη Γαλλία αφενός με εισφορές, από την καταβολή των οποίων εξαρτάται η κτήση του δικαιώματος επί των παροχών, και αφετέρου με εισφορές κοινωνικής αλληλεγγύης, οι οποίες δεν παρέχουν κανένα δικαίωμα, αλλ' οφείλονται ακόμη και αν στον καταβάλλοντα τις εισφορές δεν χορηγούνται οι παροχές ασθένειας και μητρότητας του γαλλικού ασφαλιστικού συστήματος. Από την άποψη αυτή δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ της εισφοράς και του ασφαλιζόμενου κινδύνου, όπως προβλέπει ο κανονισμός 1408/71. Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, μολονότι η εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης αποτελεί αναμφίβολα ασφαλιστική εισφορά, καθόσον προορίζεται για τη χρηματοδότηση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, το Δικαστήριο ουδέποτε έκρινε ότι όλες οι εισφορές που εξυπηρετούν ή ενδέχεται να εξυπηρετήσουν τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως αποτελούν εισφορές κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
20.
Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι οι συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως και οι ασφαλιστικές παροχές των επικουρικών συντάξεων δεν εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Το πεδίο αυτό οριοθετείται σαφώς στο άρθρο 4 του κανονισμού, στο οποίο απαριθμούνται οι κλάδοι της κοινωνικής ασφαλίσεως για τους οποίους ισχύει ο συντονισμός των νομοθεσιών των κρατών μελών που προβλέπει ο κανονισμός αυτός. Όπως όμως ισχύει σήμερα ο κανονισμός αυτός, η απαρίθμηση αυτή δεν περιλαμβάνει ούτε τις επικουρικές συντάξεις ούτε τις συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.
Εν πάση περιπτώσει, αυτές οι παροχές και συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως δεν εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, διότι έχουν συμβατικό χαρακτήρα. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ι, του κανονισμού αυτού, ο όρος « νομοθεσία » αποκλείει τις υπάρχουσες ή μελλοντικές συμβατικές διατάξεις, ανεξαρτήτως του αν οι διατάξεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο αποφάσεων των δημόσιων αρχών που τις καθιστούν υποχρεωτικές ή που επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής τους. Το σύστημα όμως των συντάξεων λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως έχει οργανωθεί βάσει συμβατικών διατάξεων και στηρίζεται στη σύναψη ειδικών συμβάσεων μεταξύ του Δημοσίου και των συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Τα οφέλη από τις επικουρικές συντάξεις προβλέπονται επίσης από συμβατικές διατάξεις.
21.
Όσον αφορά ειδικότερα τις συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1983, 171/82, Valentini κατά Assedie (Συλλογή 1983, σ. 2157), έκρινε ότι τα επιδόματα που καταβάλλονται για την « εξασφάλιση πόρων λόγω παραιτήσεως » και προβλέπονται από μια εθνική διεπαγγελματική συμφωνία διαφέρουν από τις παροχές γήρατος, καθόσον επιδιώκουν ένα στόχο που ανάγεται στην πολιτική απασχολήσεως, υπό την έννοια ότι συμβάλλουν στο να ελευθερώνονται θέσεις εργασίας, οι οποίες είναι κατειλημμένες από μισθωτούς που πλησιάζουν προς τη συνταξιοδότηση, προς όφελος νεότερων που δεν εργάζονται, στόχο που εμφανίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1408/71, λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει την Κοινότητα από ορισμένων ήδη ετών.
Από την ανωτέρω απόφαση προκύπτει ότι οι συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, οι οποίες είναι παρεμφερείς προς τα προαναφερθέντα επιδόματα για την « εξασφάλιση πόρων λόγω παραιτήσεως », δεν μπορούν να εξομοιωθούν ούτε με παροχές γήρατος ούτε με παροχές λόγω ανεργίας κατά την έννοια του κανονισμού αυτού ούτε συνεπώς με τις εν γένει συντάξεις. Κατά συνέπεια, η εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης, την οποία συνιστά η επίμαχη ασφαλιστική εισφορά ασθένειας και η οποία υπολογίζεται επί των συντάξεων λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλιστική εισφορά ασθένειας κατά την έννοια του άρθρου 33 του κανονισμού.
22.
Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 33 του κανονισμού 1408/71 αφορά τις εισφορές που προορίζονται για τη χρηματοδότηση του συστήματος ασφαλίσεως κατ' ασθενειών, επειδή ακριβώς έχουν τον προορισμό αυτό και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η βάση επιβολής τους. Το άρθρο αυτό αφορά τις εισφορές που υπολογίζονται επί των συντάξεων που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους. Η ίδια η βάση επιβολής των εισφορών αυτών αποτελεί στοιχείο για τον προσδιορισμό των εισφορών αυτών σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Η εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης όμως που επιβάλλεται επί των συντάξεων λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως ή των επικουρικών συντάξεων δεν αποτελεί εισφορά επί συντάξεως, κατά την έννοια του άρθρου 33 του κανονισμού.
23.
Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη γενικής αρχής περί μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας. Ο κανονισμός 1408/71 προβλέπει πολλές εξαιρέσεις, μεταξύ άλλων στο άρθρο 14γ και στο Παράρτημα VII. Κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως της κοινοτικής νομοθεσίας, στους εργαζομένους μπορούν επομένως να εφαρμόζονται συγχρόνως πλείονες της μιας νομοθεσίες σε σχέση με την κοινωνική ασφάλιση.
24.
Στη συνέχεια, όσον αφορά την αρχή της απαγορεύσεως της εφαρμογής της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας κράτους μέλους άλλου από τη χώρα απασχολήσεως, εφόσον το αποτέλεσμα θα ήταν η αύξηση της επιβαρύνσεως του εργαζομένου που δεν θα αντιστοιχούσε σε αύξηση της ασφαλιστικής προστασίας, η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι, κατ' εφαρμογή της γαλλικής νομοθεσίας, οι δικαιούχοι συντάξεων λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως εξακολουθούν να έχουν δικαίωμα επί των παροχών ασθενείας σε είδος και επί των παροχών μητρότητας που προβλέπει το γενικό ασφαλιστικό σύστημα. Η Γαλλική Κυβέρνηση εκφράζει συναφώς την έκπληξη της για το γεγονός ότι στην προκειμένη υπόθεση η Επιτροπή θεώρησε τους δικαιούχους συντάξεων λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως ως συνταξιούχους, ενώ με την αιτιολογημένη γνώμη της 11ης Ιουνίου 1987, η οποία αφορούσε άλλη υπόθεση, της ζήτησε να εφαρμόζει στους δικαιούχους αυτούς το άρθρο 19 του προαναφερθέντος κανονισμού, το οποίο αφορά τους εν ενεργεία εργαζομένους.
25.
Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει επίσης ότι ο κανονισμός 1408/71 έχει οικονομικές συνέπειες για τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερόμενους οργανισμούς. Όπως όμως υπέμνησε το Δικαστήριο με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1990, C-30/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( Συλλογή 1990, σ. Ι-691, σκέψη 23), στην περίπτωση αυτή η βεβαιότητα και η δυνατότητα προβλέψεως αποτελούν, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, επιταγή που πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα.
Κατά συνέπεια, κατ' εφαρμογή της αρχής της ασφάλειας δικαίου, δεν επιτρέπεται να θεωρείται ότι οι διατάξεις του κανονισμού αυτού εφαρμόζονται, χωρίς να υπάρχει νόμιμο έρεισμα, σε ορισμένες κοινωνικές παροχές.
26.
Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι ο μοναδικός σκοπός της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, δηλαδή η προστασία των εργαζομένων που διακινούνται εντός της Κοινότητας, επιβάλλει κατ' ανάγκη την ύπαρξη « αντίστροφων διακρίσεων ». Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι η εγγύηση της ίσης μεταχειρίσεως εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών ισχύει για όλους τους υπηκόους των κρατών μελών και όχι μόνο για τους διακινούμενους εργαζομένους. Κατά συνέπεια, η απαλλαγή των συνταξιούχων που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος εκτός Γαλλίας από την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς κοινωνικής αλληλεγγύης θα αντέβαινε προς την προαναφερθείσα αρχή.
27.
Με το υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή παρατηρεί ότι η επίκληση της προαναφερθείσας αποφάσεως της 5ης Ιουλίου 1983, Valentini, δεν ασκεί επιρροή επί της προκειμένης υποθέσεως, αφού το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς δεν είναι η δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 στους προώρως συνταξιοδοτηθέντες. Συναφώς η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι η προκειμένη περίπτωση πρέπει να εξετασθεί με βάση τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του κανονισμού 1408/71. Το γεγονός ότι οι επικουρικές συντάξεις και οι συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν κανονιστικά μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να ματαιώνουν την πρακτική αποτελεσματικότητα του κανονισμού, παρεμβάλλοντας, στην πράξη, προσκόμματα στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.
28.
Όσον αφορά την αιτιολογημένη γνώμη της 11ης Ιουνίου 1987, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η γνώμη αυτή εκδόθηκε σε τελείως διαφορετική υπόθεση, η οποία αφορούσε τη μη εφαρμογή του άρθρου 19 του κανονισμού 1408/71 σε όσους λαμβάνουν σύνταξη λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως από γαλλικό φορέα και μεταφέρουν την κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος.
29.
Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει, πρώτον, ότι η γαλλική νομοθεσία προβλέπει ότι η καταβολή των παροχών λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως αναστέλλεται, κατά κανόνα, σε περίπτωση αναλήψεως επαγγελματικής δραστηριότητας. Δεύτερον, η σώρευση των παροχών αυτών με σύνταξη προβλεπόμενη από το γενικό ασφαλιστικό σύστημα δεν επιτρέπεται, παρά μόνο αν η σύνταξη αυτή εκκαθαρίστηκε πριν από τη λήξη της συμβάσεως εργασίας και την έναρξη της χορηγήσεως της παροχής λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως ή αν πρόκειται για σύνταξη επιζώντος μέλους της οικογένειας.
30.
Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι ο προώρως συνταξιοδοτηθείς από γαλλικό ασφαλιστικό φορέα, ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γαλλίας, έχει παύσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα και δεν λαμβάνει καμία σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, εμπίπτει αποκλειστικά και μόνο στη γαλλική νομοθεσία. Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος παύει να εργάζεται στο έδαφος κράτους μέλους και δεν μεταβαίνει για να εργασθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεως του, ανεξάρτητα από τον χρόνο που παρήλθε από τη λήξη της απασχολήσεως και το τέλος της εργασιακής σχέσης ( βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 302/84, Ten Holder, Συλλογή 1986, σ. 1827). Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, εφόσον το κεφάλαιο 1 του τίτλου III του κανονισμού 1408/71, το οποίο αφορά τις παροχές ασθένειας και μητρότητας, δεν περιλαμβάνει κανένα ειδικό κανόνα σε σχέση με τους προώρως συνταξιοδοτηθέντες, στους συνταξιούχους αυτούς πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 19 του τμήματος 2 του ίδιου αυτού κεφαλαίου, το οποίο αφορά τους εργαζομένους που δεν κατοικούν στο αρμόδιο κράτος, αλλά σε άλλο κράτος μέλος.
31.
Όσον αφορά την περίπτωση των δικαιούχων γαλλικής συντάξεως λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, οι οποίοι έχουν παύσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά λαμβάνουν σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου από άλλη πηγή, ο εφαρμοστέος κανόνας είναι επίσης το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71. Όπως συνάγεται από την προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, Ten Holder, στην περίπτωση αυτή η Γαλλία εξακολουθεί να είναι το κράτος μέλος της τελευταίας απασχολήσεως, αν ληφθούν υπόψη οι διατάξεις σχετικά με τις προϋποθέσεις σωρεύσεως μιας συντάξεως λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως με σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου. Η γαλλική νομοθεσία εξακολουθεί συνεπώς να εφαρμόζεται τόσο ως προς τις εισφορές όσο και ως προς τις παροχές.
32.
Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι από την προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Ιουλίου 1963, Valentini, συνάγεται ότι οι παροχές λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως δεν μπορούν να εξοιμοιωθούν με τις εν γένει συντάξεις. Κατά συνέπεια, ο προώρως συνταξιοδοτηθείς αποτελεί εργαζόμενο, κατά την έννοια του τμήματος 2 του κεφαλαίου 1 του τίτλου III του κανονισμού 1408/71 και εξακολουθεί συνεπώς να εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 34, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.
33.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις εφαρμόζεται συνεπώς η γαλλική νομοθεσία και οι γαλλικοί ασφαλιστικοί φορείς εξακολουθούν να βαρύνονται με τις παροχές ασθένειας που καταβάλλει στον προώρως συνταξιοδοτηθέντα ο ασφαλιστικός φορέας του κράτους κατοικίας.
34.
Όσον αφορά τις επικουρικές συντάξεις, η Γαλλική Κυβέρνηση, η οποία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, Ten Holder, ισχυρίζεται ότι ο δικαιούχος μιας ή περισσοτέρων συντάξεων που εμπίπτουν μόνο στη γαλλική νομοθεσία και κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος εκτός Γαλλίας, εμπίπτει στη γαλλική νομοθεσία και μόνο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται τα άρθρα 28 και 28α του κανονισμού 1408/71 και επομένως οι παροχές ασθένειας προς τον ενδιαφερόμενο βαρύνουν τη Γαλλία.
35.
Τέλος, όσον αφορά την περίπτωση του δικαιούχου μιας ή περισσοτέρων γαλλικών συντάξεων και μιας ή περισσοτέρων συντάξεων που καταβάλλονται από άλλο κράτος μέλος, ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γαλλίας, η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι το άρθρο 33 του κανονισμού 1408/71 αφορά ρητά τις εισφορές ασθένειας που υπολογίζονται επί των συντάξεων, κατά την έννοια του κανονισμού. Οι επικουρικές όμως συντάξεις δεν εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού. Εξάλλου, από την απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber ( Συλλογή 1990, σ. Ι-1889), προκύπτει ότι οι επίμαχες επικουρικές συντάξεις, οι οποίες εντάσσονται σε ένα συμβατικώς οργανωμένο σύστημα, συνιστούν στοιχείο ετεροχρονισμένων αποδοχών.
36.
Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει ούτε παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του κανονισμού 1408/71 ούτε παράβαση του κανόνα περί παραλληλισμού μεταξύ εισφορών και παροχών.
Ρ. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 16ης Ιανουαρίου 1992 ( *1 )
Στην υπόθεση C-57/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Claude Séché, νομικό σύμβουλο, και τη Μαρία Πατάκια, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Philippe Pouzoulet, υποδιευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Claude Chavance, ακόλουθο στην Κεντρική Υπηρεσία του ίδιου αυτού Υπουργείου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Γαλλίας, 9, boulevard du Prince Henri,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παρακρατώντας μια ασφαλιστική εισφορά ασθένειας από τις επικουρικές συντάξεις και τις συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως τις οποίες λαμβάνουν άτομα που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γαλλίας και των οποίων η κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθένειας και μητρότητας δεν βαρύνει το γαλλικό ασφαλιστικό σύστημα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και ειδικότερα παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως ισχύει μετά την έκδοση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. Grévisse και Ρ. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, G. C Rodríguez Iglesias και Μ. Díez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Μαρτίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παρακρατώντας μια ασφαλιστική εισφορά ασθένειας από τις επικουρικές συντάξεις και τις συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως τις οποίες λαμβάνουν άτομα που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γαλλίας και των οποίων η κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθένειας και μητρότητας δεν βαρύνει το γαλλικό ασφαλιστικό σύστημα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και ειδικότερα παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως ισχύει μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6 ).
2
Το προαναφερθέν άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο κανονισμός αυτός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Κατά το άρθρο 33 του ίδιου κανονισμού, ο φορέας κράτους μέλους που καταβάλλει την σύνταξη, αν η ισχύουσα γι' αυτόν νομοθεσία προβλέπει κρατήσεις εισφορών εις βάρος του δικαιούχου συντάξεως για την κάλυψη των παροχών ασθένειας και μητρότητας, εξουσιοδοτείται να προβαίνει στις κρατήσεις αυτές, υπολογιζόμενες σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία επί του ποσού της οφειλομένης παρ' αυτού συντάξεως, κατά το μέτρο που οι καταβαλλόμενες δυνάμει των άρθρων 27, 28, 28α, 29, 31 και 32 παροχές βαρύνουν φορέα του προαναφερθέντος κράτους μέλους.
3
Ο νόμος 79-1129 της 28ης Δεκεμβρίου 1979, περί διαφόρων μέτρων χρηματοδοτήσεως της κοινωνικής ασφαλίσεως [JORF ( Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας), αριθ. φύλλου 302, της 29.12.1979, σ. 3279], όπως συμπληρώθηκε με τις εκτελεστικές αποφάσεις υπ' αριθ. 80-298 της 24ης Απριλίου 1980 ( JORF, αριθ. φύλλου 99 της 26.4.1980, σ. 1080), 80-598 και 80-599 της 30ής Ιουλίου 1980 (JORF, αριθ. φύλλου 177 της 31.7.1980, σ. 1931 ), προβλέπει ότι από τις επικουρικές συντάξεις και τις συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως παρακρατείται, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας των συνταξιούχων, μια εισφορά που προορίζεται για τη χρηματοδότηση του γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
4
Τα ειδικά επιδόματα λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως καταβάλλονται από το Fonds national de 1' emploi ( Εθνικό Ταμείο Απασχολήσεως ). Δυνάμει του άρθρου L 322-4 του code du travail ( Κώδικα Εργατικού Δικαίου ) ( κανονιστική απόφαση 86-948, της 11ης Αυγούστου 1986 ), τα επιδόματα αυτά χορηγούνται σε ορισμένες κατηγορίες ηλικιωμένων εργαζομένων κατόπιν συνάψεως συμβάσεων μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των επαγγελματικών ή διεπαγγελματικών οργανώσεων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ή των επιχειρήσεων.
5
Το άρθρο L 731-5 του code de la sécurité sociale ( Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, που θεσπίστηκε με τον νόμο της 29ης Δεκεμβρίου 1972 ), κατέστησε υποχρεωτική τη χορήγηση επικουρικής συντάξεως στους μισθωτούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του γενικού συστήματος ασφαλίσεως γήρατος και των αγροτικών ασφαλίσεων. Οι ειδικές διατάξεις για τις εισφορές και τις παροχές περιέχονται σε συλλογικές συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και ισχύουν για τους εργοδότες που είναι μέλη μιας από τις δύο εργοδοτικές οργανώσεις που τις έχουν υπογράψει. Με κοινές αποφάσεις πλειόνων συναρμοδίων υπουργών, που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου L 731-2 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών διευρύνθηκε, ώστε να καλύψει και τους εργοδότες που δεν είναι μέλη μιας από τις δύο αυτές εργοδοτικές οργανώσεις, καθώς και τους εργοδότες στους τομείς δραστηριοτήτων που δεν εκπροσωπούνται στις οργανώσεις αυτές, αλλά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του γενικού συστήματος ασφαλίσεως γήρατος.
6
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και το ιστορικό της διαφοράς, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αντιβαίνει προς τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του κανονισμού 1408/71η εκ μέρους των γαλλικών αρχών παρακράτηση, υπέρ του ασφαλιστικού συστήματος ασθένειας και μητρότητας, εισφοράς από τις συντάξεις λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως και τις επικουρικές συντάξεις που καταβάλλονται σε άτομα που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και δικαιούνται παροχές ασθένειας βάσει της νομοθεσίας του κράτους αυτού.
8
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, καθιερώνει τη θεμελιώδη αρχή της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας, την οποία το άρθρο 33 συγκεκριμενοποιεί στον τομέα των εισφορών ασφαλίσεως ασθένειας, οι οποίες παρακρατούνται από τις παροχές γήρατος που εμπίπτουν στον κανονισμό 1408/71. Κατά την Επιτροπή, η επίκληση της αρχής αυτής είναι δυνατή επειδή η εν λόγω αρχή αποτελεί γενική αρχή προϋφισταμένη του κανονισμού 1408/71 και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, μολονότι στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του ίδιου του κανονισμού δεν εμπίπτουν ούτε τα συστήματα των συντάξεων ή επιδομάτων λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως ούτε τα συστήματα των επικουρικών συντάξεων.
9
Συναφώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, με ορισμένες αποφάσεις που αφορούσαν καταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1408/71, ερμήνευσε τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης βάσει της αρχής αυτής, σκοπός της οποίας είναι η αποφυγή της σωρεύσεως νομοθεσιών ή της περιττής αλληλεπικαλύψεως υποχρεώσεων και ευθυνών που θα δημιουργούσε η εφαρμογή πλειόνων εθνικών νομοθεσιών. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι υφίσταται παραλληλισμός μεταξύ του συστήματος που ισχύει για τις εισφορές και του συστήματος που ισχύει για το δικαίωμα επί των παροχών.
10
Η Γαλλική Δημοκρατία αμφισβητεί την ύπαρξη γενικής αρχής περί μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας. Η Γαλλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 1408/71 προβλέπει πολλές εξαιρέσεις, όπως είναι οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14γ και στο Παράρτημα VII. Επομένως, η κοινοτική ρύθμιση, όπως ισχύει σήμερα, επιτρέπει, όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, την ταυτόχρονη εφαρμογή πλειόνων νομοθεσιών επί των εργαζομένων.
11
Καταρχάς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι δικαιούχοι συντάξεως λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως ή επικουρικής συντάξεως είναι εργαζόμενοι, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71, και ότι ανήκουν στην κατηγορία των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, όπως οριοθετείται με το άρθρο 2.
12
Στη συνέχεια επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 60/85, Luijten, Συλλογή 1986, σ. 2365, σκέψεις 12 και 13 ), η αρχή ότι η νομοθεσία που εφαρμόζεται στους εργαζομένους που διακινούνται εντός της Κοινότητας είναι μόνο μία, αρχή η οποία εφαρμόστηκε ήδη υπό το κράτος του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, ο οποίος αφορούσε την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, εκφράζεται στον τίτλο II του κανονισμού 1408/71, περί του « προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας », του οποίου το άρθρο 13, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους και ότι η νομοθεσία αυτή « προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου ».
13
Αυτή η αρχή της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας διέπει πάντως μόνο τις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν τα άρθρα 13, παράγραφος 2, και 14 έως 17 του κανονισμού, που προβλέπουν τους εφαρμοστέους σε κάθε περίπτωση κανόνες άρσεως συγκρούσεων. Όπως προκύπτει από την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-140/88, Noįj (Συλλογή 1991, σ. Ι-387, σκέψεις 9 και 10), ορισμένα πρόσωπα που δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν τα εν λόγω άρθρα, όπως είναι οι εργαζόμενοι που έχουν παύσει οριστικά την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, μπορούν να υπόκεινται ταυτόχρονα στη νομοθεσία πλειόνων κρατών μελών.
14
Δεδομένου ότι οι προώρως συνταξιοδοτηθέντες ή οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν επικουρική σύνταξη δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 13, παράγραφος 2, και 14 έως 17 του κανονισμού 1408/71, δεν επιτρέπεται η υπέρ αυτών επίκληση της αρχής της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας.
15
Όσον αφορά το άρθρο 33 του κανονισμού 1408/71, από την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, 275/83, Επιτροπή κατά Βελγίου ( Συλλογή 1985, σ. 1097 ), προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να προβαίνουν σε κρατήσεις εισφορών επί των κατά νόμο οφειλομένων συντάξεων λόγω γήρατος, λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου και επί των συντάξεων επιζώντων, ακόμη και όταν δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της εισφοράς και του ασφαλιζομένου κινδύνου, εφόσον οι παροχές ασθένειας και μητρότητας που αποτελούν την αντιπαροχή για τις εισφορές δεν βαρύνουν ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους που προβαίνει στις κρατήσεις.
16
Το τμήμα 5 πάντως του τίλου III του κανονισμού 1408/71, στο οποίο ανήκει το άρθρο 33 και το οποίο επιγράφεται « δικαιούχοι συντάξεων και μέλη της οικογένειας τους », αφορά μόνο τους δικαιούχους συντάξεων που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών. Ως οφειλέτης συντάξεως κατά την έννοια του άρθρου 33 νοείται επομένως κάθε κράτος που οφείλει τη σύνταξη δυνάμει της νομοθεσίας του.
17
Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ι, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71, ο όρος « νομοθεσία » προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, τους κανονισμούς και όλα τα άλλα μέτρα εφαρμογής που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2.
18
Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού ορίζει ότι ο όρος « νομοθεσία » αποκλείει τις υπάρχουσες ή μελλοντικές συμβατικές διατάξεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο αποφάσεων των δημόσιων αρχών που τις καθιστούν υποχρεωτικές ή που επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής τους· ο προσδιορισμός αυτός πάντως μπορεί να αρθεί, στις περιπτώσεις που προβλέπει το εδάφιο αυτό, με δήλωση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
19
Οι διατάξεις των επίμαχων γαλλικών συστημάτων περί συντάξεων ή επιδομάτων λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως και επικουρικών συντάξεων θεσπίστηκαν με συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των επαγγελματικών ή διεπαγγελματικών οργανώσεων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ή των επιχειρήσεων, ή με συλλογικές συμβάσεις που υπογράφηκαν από τους κοινωνικούς εταίρους, ενώ δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο δηλώσεως κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του στοιχείου ι του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71.
20
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι τα συστήματα αυτά δεν αποτελούν νομοθεσίες κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ι, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση τους δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 33.
21
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων και χωρίς να χρειάζεται η εξέταση των άλλων αμυντικών ισχυρισμών, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και ότι ειδικότερα δεν παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του κανονισμού 1408/71.
Επί των δικαστικών εξόδων
22
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Due
Joliet
Grévisse
Kapteyn
Κακούρης
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Ιανουαρίου 1992.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy