Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αλιεία * Διατήρηση των θαλασσίων πόρων * Καθεστώς ποσοστώσεων αλιείας * Κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του όγκου των διαθεσίμων αλιευμάτων * Επιταγή διασφαλίσεως της σχετικής σταθερότητας * Εφαρμογή * Σταθερότητα της κλίμακας κατανομής - Υποχρέωση του Συμβουλίου να προβεί σε νέα κατανομή σε περίπτωση αυξήσεως αποθέματος - Δεν συντρέχει
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 43 PAR 2, εδ. 3 κανονισμός 170/83 του Συμβουλίου, άρθρα 4 και 11)
2. Προσχώρηση νέων κρατών μελών στις Κοινότητες * Ισπανία * Αλιεία * Τήρηση του κοινοτικού κεκτημένου * Αρχή της σχετικής σταθερότητας της κατανομής των πόρων * Εφαρμογή της επί των εξωτερικών πόρων
(Πράξη προσχωρήσεως του 1985, άρθρα 2 και 167 κανονισμός 170/83 του Συμβουλίου)
3. Κοινοτικό δίκαιο * Αρχές * 'Ιση μεταχείριση * Δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας * Απαγόρευση * Αποκλεισμός της Ισπανίας, κατά το έτος 1990, από την κατανομή των ποσοστώσεων αλιευμάτων της Κοινότητας στα ύδατα της Σουηδίας * Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 7 κανονισμοί του Συμβουλίου 4051/89 και 4057/89)
Περίληψη
1. Η επιταγή διασφαλίσεως σχετικής σταθερότητας κατά την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του όγκου των διατιθεμένων στην Κοινότητα αλιευμάτων σε περίπτωση περιορισμού των αλιευτικών δραστηριοτήτων, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 170/83, σημαίνει κατ' ανάγκη διατήρηση σταθερού ποσοστού για κάθε κράτος μέλος στο πλαίσιο της κατανομής. Η κλίμακα κατανομής που καθορίστηκε αρχικώς βάσει της ανωτέρω διατάξεως και της προβλεπομένης από το άρθρο 11 του ιδίου κανονισμού διαδικασίας εξακολουθεί να εφαρμόζεται εφόσον δεν έχει εκδοθεί τροποποιητικός κανονισμός σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43 της Συνθήκης.
Η αρχή της σχτικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη την υποχρέωση του Συμβουλίου να προβαίνει σε νέα κατανομή κάθε φορά που διαπιστώνεται διακύμανση προς τα άνω ορισμένου αποθέματος και ενώ το εν λόγω απόθεμα έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο της αρχικής κατανομής.
2. Το άρθρο 2 της πράξεως προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας προβλέπει ότι, από την προσχώρηση, οι διατάξεις των ιδρυτικών Συνθηκών και οι πράξεις των οργάνων των Κοινοτήτων που θεσπίστηκαν πριν από την προσχώρηση δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται με τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες και την πράξη προσχωρήσεως. 'Οσον αφορά την αλιεία, και ιδίως τους εξωτερικούς πόρους, η πράξη προσχωρήσεως (άρθρο 167 όσον αφορά την Ισπανία) προβλέπει σύστημα εντάξεως που περιορίζεται στην ανάληψη, από την Κοινότητα, της διαχειρίσεως των συμφωνιών αλιείας που είχαν συνάψει προηγουμένως με τρίτες χώρες τα νέα κράτη μέλη, καθώς και την προσωρινή διατήρηση, από τα νέα κράτη μέλη, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις εν λόγω συμφωνίες, μέχρις ότου το Συμβούλιο λάβει τις κατάλληλες αποφάσεις για τη διατήρηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων ως συνέπεια των εν λόγω συμφωνιών. Υπό τις συνθήκες αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 2 της πράξεως προσχωρήσεως, επιβάλλεται η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, ειδικότερα δε της αρχής της σχετικής σταθερότητας, όπως αυτή καθιερώθηκε με τον κανονισμό 170/83 και ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο.
Πάντως, καίτοι η πράξη προσχωρήσεως δεν έθιξε την υφιστάμενη κατάσταση στο θέμα της κατανομής των εξωτερικών αλιευτικών πόρων, είναι δεδομένο ότι από την προσχώρησή της η Ισπανία τελεί στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη μέλη που δεν επωφελήθηκαν από την αρχική κατανομή. 'Επεται ότι το εν λόγω κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει στην κατανομή νέων αλιευτικών δυνατοτήτων, δυνάμει συμφωνιών συναφθεισών με τρίτες χώρες μετά την προσχώρηση, και μπορεί να προβάλει τις αξιώσεις του όπως και όλα τα άλλα κράτη μέλη σε περίπτωση αναθεωρήσεως του συστήματος.
3. Ο αποκλεισμός της Ισπανίας από την κατανομή που προβλέπεται για τα έτη 1989 και 1990 των ποσοστώσεων αλιείας της Κοινότητας στα ύδατα της Σουηδίας, δυνάμει των κανονισμών 4051/89 και 4157/89, δεν στοιχειοθετεί δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, απαγορευόμενη δυνάμει του άρθρου 7 της Συνθήκης, εφόσον, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής της εντάξεως των νέων κρατών μελών στην κοινή αλιευτική πολιτική, όπως καθορίζονται με την πράξη προσχωρήσεως του 1985, συνεπάγονται, σε σχέση με το κοινοτικό κεκτημένο, τήρηση της αρχής της σχετικής σταθερότητας στην κατανομή των πόρων, η Ισπανία τελεί σε κατάσταση μη συγκρίσιμη με εκείνη των κρατών μελών που επωφελούνταν ήδη από την κατανομή που είχε πραγματοποιηθεί το 1983.
Η περίπτωση θα διέφερε αν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί είχαν κατανείμει νέες αλιευτικές δυνατότητες επί αποθεμάτων στα οποία δεν υπήρχε εισέτι δυνατότητα προσβάσεως και τα οποία απέκτησε η Κοινότητα δυνάμει συμφωνιών που συνήφθησαν με τρίτες χώρες μετά την προσχώρηση και που δεν είχαν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο κατανομής κατά την προσχώρηση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-73/90,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο αρχικά από τον Carlos Bastarreche Saguees και στη συνέχεια από τον Alberto Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή του Κοινοτικού Νομικού και Θεσμικού Συντονισμού, και τη Rosario Silva de Lapuerta, abogado del Estado, προϊσταμένη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, επιφορτισμένη με την εκπροσώπιση της Ισπανικής Κυβερνήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard E. Servais,
προσφεύγον,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τους Arthur Alan Dashwood, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και John Carbery, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενους από τον German-Luis Ramos Ruano, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Xavier Herlin, διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer, Kirchberg,
καθού,
υποστηριζομένου από τους
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Robert Caspart Fischer και Francisco Jose Santaolalla, νομικούς συμβούλους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Roeder, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και Joachim Karl, Oberregierungsrat στο ίδιο υπουργείο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Emile Reuter,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον J. E. Collins, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από τον Christopher Vajda, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνοντες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4051/89 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1989, για την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών, για το 1990, των ποσοστώσεων αλιείας για τα σκάφη που αλιεύουν στα ύδατα της Σουηδίας (ΕΕ 1989, L 389, σ. 53), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 4057/89 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1989, για την τροποποίηση για δεύτερη φορά του κανονισμού (ΕΟΚ) 4198/88, για την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών, για το 1989, των ποσοστώσεων αλιείας για τα σκάφη που αλιεύουν στα ύδατα της Σουηδίας (ΕΕ 1989, L 389, σ. 78),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη και M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαΐου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Μαρτίου 1990 το Βασίλειο της Ισπανίας άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 4051/89 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1989, για την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών, για το 1990, των ποσοστώσεων αλιείας για τα σκάφη που αλιεύουν στα ύδατα της Σουηδίας (ΕΕ 1989, L 389, σ. 53), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 4057/89 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1989, για την τροποποίηση για δεύτερη φορά του κανονισμού (ΕΟΚ) 4198/88 για την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών, για το 1989, των ποσοστώσεων αλιείας για τα σκάφη που αλιεύουν στα ύδατα της Σουηδίας (ΕΕ 1989, L 389, σ. 78).
2 Οι ανωτέρω κανονισμοί αποτελούν συνέχεια της αλιευτικής συμφωνίας που υπογράφηκε στις 21 Μαρτίου 1977 μεταξύ της Κοινότητας και της Κυβερνήσεως της Σουηδίας (JO 1980, L 226, σ. 2) και των ετησίων διαβουλεύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχετικά με τη χορήγηση ποσοστώσεων αλιείας για τα πλοία της Κοινότητας στην αλιευτική ζώνη της Σουηδίας. Ο κανονισμός 4051/89 αφορά το έτος 1990, ενώ ο κανονισμός 4057/89 ανατρέχει στο 1989 και προβλέπει αύξηση της ποσοστώσεως ρέγγας υπέρ της Κοινότητας.
3 Το Συμβούλιο εξέδωσε τους επιδίκους κανονισμούς βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ 1983, L 24, σ. 1). Το εν λόγω καθεστώς προβλέπει, μεταξύ άλλων, μέτρα διατηρήσεως, τα οποία, κατά το άρθρο 2, μπορούν κυρίως να περιλαμβάνουν τον περιορισμό της αλιευτικής δραστηριότητας, ιδίως με μείωση των αλιευμάτων.
4 Συναφώς, το άρθρο 3 του κανονισμού 170/83 ορίζει ότι, οσάκις για ένα ή περισσότερα συγγενή είδη καθίσταται αναγκαία η μείωση της ποσότητας των αλιευμάτων, τότε καθορίζεται ετησίως το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων, ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων (στο εξής: ΤΑC), το διατιθέμενο στην Κοινότητα μερίδιο, καθώς και, ενδεχομένως, το σύνολο των αλιευμάτων που αναλογούν στις τρίτες χώρες και οι ειδικοί όροι υπό τους οποίους πρέπει να ασκείται η αλιεία. Το διατιθέμενο στην Κοινότητα μερίδιο αυξάνει κατά το σύνολο των αλιευομένων από την Κοινότητα ποσοτήτων στα ύδατα που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία ή κυριαρχία των κρατών μελών.
5 Εξάλλου, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 170/83 προβλέπει ότι "η διατιθέμενη υπέρ της Κοινότητας ποσότητα αλιευμάτων, που αναφέρεται στο άρθρο 3, κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει για κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των δραστηριοτήτων που ασκούνται για κάθε απόθεμα". Η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου προβλέπει, εξάλλου, ότι το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43 της Συνθήκης και με βάση την έκθεση για την κατάσταση της αλιείας στην Κοινότητα που η Επιτροπή όφειλε να υποβάλει πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1991, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των παρακτίων περιοχών, την κατάσταση των αποθεμάτων, καθώς και την πιθανή εξέλιξή τους, θεσπίζει τις προσαρμογές που μπορεί να είναι αναγκαίες για την κατανομή των πόρων μεταξύ των κρατών μελών.
6 Τέλος, το άρθρο 11 του κανονισμού 170/83 ορίζει ότι η επιλογή των μέτρων διατηρήσεως, ο καθορισμός των ΤΑC και της διατιθέμενης στην Κοινότητα ποσότητας και η κατανομή της εν λόγω ποσότητας θεσπίζονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Οι κανονισμοί που καθορίζουν τα ΤΑC για τα είδη εκείνα ιχθύων των οποίων επιβάλλεται η διατήρηση και κατανέμουν την ποσότητα των διατιθεμένων στην Κοινότητα αλιευμάτων μεταξύ των κρατών μελών εκδίδονται κατ' έτος, σ' αυτή τη βάση, από το 1983.
7 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 172/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί καθορισμού για το 1982, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που απαντούν στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας, του συνόλου των επιτρεπομένων αλιευμάτων, του μεριδίου της Κοινότητας επί των αλιευμάτων αυτών, της κατανομής του μεριδίου μεταξύ των κρατών μελών και των όρων υπό τους οποίους αλιεύεται το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων (ΕΕ 1983, L 24, σ. 30), το Συμβούλιο προέβη στην κατανομή των διαθεσίμων πόρων στα κοινοτικά ύδατα σε συνάρτηση με τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού κριτήρια: παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες, ειδικές ανάγκες των περιοχών όπου οι τοπικοί πληθυσμοί είναι ιδιαίτερα εξαρτημένοι από τις αλιευτικές και τις συναφείς βιομηχανίες και απώλεια της δυνατότητας αλιεύσεως στα ύδατα τρίτων χωρών.
8 Τα ίδια αυτά κριτήρια χρησίμευσαν ως βάση για την κατανομή των διαθεσίμων πόρων, εκτός των κοινοτικών υδάτων, δυνάμει συμφωνιών που συνήφθησαν με τρίτες χώρες και αποτέλεσαν αντικείμενο διαφόρων κανονισμών του Συμβουλίου. Πρόκειται ειδικότερα για τον κανονισμό (ΕΟΚ) 173/83, της 25ης Ιανουαρίου 1983, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 370/82, περί διαχειρίσεως και ελέγχου ορισμένων ποσοστώσεων αλιείας που χορηγούνται, για το έτος 1982, στα σκάφη που φέρουν σημαία ενός των κρατών μελών και αλιεύουν στη ζώνη διακανονισμού που καθορίζεται στη σύμβαση ΝΑFΟ (ΕΕ 1983, L 24, σ. 68), τον κανονισμό 174/83, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί κατανομής μεταξύ των κρατών μελών των ποσοστώσεων αλιείας που έχουν χορηγηθεί για το 1982 στην Κοινότητα στο πλαίσιο της αλιευτικής συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και του Καναδά (ΕΕ 1983, L 24, σ. 70), τον κανονισμό 175/83, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί κατανομής μεταξύ των κρατών μελών ορισμένων ποσοστώσεων αλιείας για τα σκάφη που αλιεύουν στην οικονομική ζώνη της Νορβηγίας και στην αλιευτική ζώνη που κείται γύρω από το Jan Mayen (EE 1983, L 24, σ. 72), και τους κανονισμούς 176/83 και 177/83, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί κατανομής μεταξύ των κρατών μελών των ποσοστώσεων αλιείας για τα σκάφη που αλιεύουν στα ύδατα της Σουηδίας (ΕΕ 1983, L 24, σ. 75) και στα ύδατα των νήσων Φερόε (EE 1983, L 24, σ. 77).
9 Τα ποσοστά κατανομής, που καθορίστηκαν με γνώμονα τις αλιευτικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς 1973-1978 και αντιστοιχούσαν σε επιτραπείσες ποσότητες, δεν τροποποιήθηκαν από το 1983 και χρησιμοποιήθηκαν για όλες τις κατανομές που μεσολάβησαν. Η προσχώρηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα, την 1η Ιανουαρίου 1986, δεν οδήγησε σε καμία τροποποίηση της κλίμακας κατανομής, τα δε δύο νέα κράτη μέλη αποκλείσθηκαν από αυτήν.
10 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς η εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
11 Προς στήριξη της προσφυγής του, το προσφεύγον επικαλείται δύο λόγους αντλούμενους από την παραβίαση της αρχής της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων και της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων
12 Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας τον επίδικο κανονισμό, που το αποκλείει από την κατανομή, εφήρμοσε κακώς την αρχή της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων του προαναφερθέντος άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 170/83, κατά το μέτρο που δεν έλαβε υπόψη του τις θεμιτές αξιώσεις του να προσποριστεί διαθεσίμους αλιευτικούς πόρους εκτός της Κοινότητας που παραχωρήθηκαν σ' αυτήν στο σύνολό της.
13 Προς στήριξη του ισχυρισμού του, το προσφεύγον προβάλλει στην ουσία δύο επιχειρήματα.
14 Πρώτον, ισχυρίζεται ότι η ρήτρα αναθεωρήσεως κατά το προαναφερθέν άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, δεν αποτελεί το μόνο μέσο προσαρμογής της καθορισθείσας το 1983 κλίμακας κατανομής σε νέες συνθήκες. Το ίδιο το Συμβούλιο αναγνώρισε, με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση, κατά την έκδοση του κανονισμού 170/83, ότι, ακόμα και πριν από τη ρητή αναθεώρηση του συστήματος κατανομής, θα έπρεπε, κατά την εκτίμηση της σχετικής σταθερότητας των χορηγουμένων στα κράτη μέλη ποσοστώσεων, να λαμβάνονται υπόψη οι διάφορες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν ουσιωδώς τη γενική κατάσταση, καθοριστική για την αρχική κατανομή. Η προσχώρηση δύο νέων κρατών μελών επέφερε ουσιώδη μεταβολή της εν λόγω καταστάσεως, εφόσον η αρχική κλίμακα είχε επινοηθεί για δέκα κράτη μέλη, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται πλέον στη σημερινή σύνθεση της Κοινότητας. Κατά τα λοιπά, το ότι η πράξη προσχωρήσεως δεν αναφέρει τίποτε συναφώς σημαίνει ότι η αρχή της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων πρέπει να εφαρμόζεται λαμβανομένης υπόψη της νέας συνθέσεως της Κοινότητας.
15 Δεύτερον, υποστηρίζει ότι οι κατανεμηθείσες δυνάμει των επιδίκων κανονισμών ποσοστώσεις είναι σαφώς ανώτερες εκείνων που προβλέπει η ίδια η συμφωνία, δεδομένου ότι η ποσόστωση γάδου αυξήθηκε από 2 500 σε 7 500 τόνους, η ποσόστωση σολωμού από 40 σε 190 τόνους και η ποσόστωση ρέγγας από 1 500 σε 6 500 τόνους για το 1989 (προαναφερθείς κανονισμός 4057/89), για να επανέλθει στο πριν από το 1990 επίπεδο. Η σημαντική αυτή αύξηση των αλιευτικών δυνατοτήτων θα έπρεπε να οδηγήσει το Συμβούλιο στο να συμπεριλάβει το προσφεύγον στην κατανομή, χωρίς παράλληλα να θίγει τα συμφέροντα των κρατών μελών που επωφελούνταν ήδη του συστήματος.
16 Πριν εξεταστούν τα διάφορα αυτά επιχειρήματα, πρέπει να υπομνηστεί ότι, με την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 46/86, Romkes (Συλλογή 1987, σ. 2681), το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί ως το προς αν οι πραγματοποιηθείσες μετά την αρχική κατανομή του 1983 κατανομές συμβιβάζονταν με την επιταγή της διασφαλίσεως σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων που έθεσε ο κανονισμός 170/83. Με τη δέκατη έβδομη σκέψη της αποφάσεως το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω επιταγή διασφαλίσεως σχετικής σταθερότητας σημαίνει τη διατήρηση σταθερού ποσοστού για κάθε κράτος μέλος στο πλαίσιο της κατανομής. Διευκρίνισε συναφώς ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού, ορίζοντας ότι οι προσαρμογές που ενδεχομένως καθίστανται αναγκαίες για την κατανομή των πόρων μεταξύ των κρατών μελών θεσπίζονται από το Συμβούλιο κατά τη διαδικασία του άρθρου 43 της Συνθήκης, καταδεικνύει ότι η κλίμακα κατανομής που καθορίστηκε αρχικώς βάσει των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 11 εξακολουθεί να εφαρμόζεται εφόσον δεν έχει εκδοθεί τροποποιητικός κανονισμός σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση του κανονισμού 170/83.
17 Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1986, πρέπει να θεωρηθεί ότι το αντικειμενικό γεγονός της προσχωρήσεως κράτους δεν μπορεί να συνεπάγεται από μόνο του έννομα αποτελέσματα, δεδομένου ότι οι όροι προσχωρήσεως ρυθμίζονται με την αντίστοιχη πράξη.
18 Στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 2 της εν λόγω πράξεως προσχωρήσεως προβλέπει ότι, από την προσχώρηση, οι διατάξεις των ιδρυτικών Συνθηκών και οι πράξεις των οργάνων των Κοινοτήτων που θεσπίστηκαν πριν από την προσχώρηση δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται με τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες και την ίδια την πράξη προσχωρήσεως.
19 Δεν αμφισβητείται ότι, όσον αφορά την αλιεία και ιδίως τους εξωτερικούς πόρους, η πράξη προσχωρήσεως (άρθρο 167 όσον αφορά την Ισπανία) προβλέπει σύστημα εντάξεως που περιορίζεται στην ανάληψη, από την Κοινότητα, της διαχειρίσεως των συμφωνιών αλιείας που είχαν συνάψει προηγουμένως με τρίτες χώρες τα νέα κράτη μέλη, καθώς και την προσωρινή διατήρηση, από τα νέα κράτη μέλη, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις εν λόγω συμφωνίες, μέχρις ότου το Συμβούλιο λάβει τις κατάλληλες αποφάσεις για τη διατήρηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων στα πλαίσια των ανωτέρων συμφωνιών.
20 Υπ' αυτές τις συνθήκες, σύμφωνα με το άρθρο 2 της πράξεως προσχωρήσεως, επιβάλλεται η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, ειδικότερα δε της αρχής της σχετικής σταθερότητας, όπως αυτή καθιερώθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 170/83, ο οποίος, άλλωστε, δεν υπέστη καμία τροποποίηση, εξαιρέσει της τεχνικής προσαρμογής του αριθμού των ψήφων κατά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων που αφορά το άρθρο 14, παράγραφος 2 (παράρτημα Ι, σημείο ΧV, της πράξεως προσχωρήσεως), και ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο.
21 Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
22 Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι, καίτοι η πράξη προσχωρήσεως δεν έθιξε, όπως θα μπορούσε να το πράξει, την υφιστάμενη κατάσταση στο θέμα της κατανομής των εξωτερικών αλιευτικών πόρων, είναι δεδομένο ότι από την προσχώρησή του το Βασίλειο της Ισπανίας τελεί στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη μέλη που δεν επωφελήθηκαν από την αρχική κατανομή.
23 'Επεται ότι, αφενός, το εν λόγω κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει στην κατανομή νέων αλιευτικών δυνατοτήτων, ενδεχομένως διαθεσίμων δυνάμει συμφωνιών συναφθεισών με τρίτες χώρες μετά την προσχώρηση και εχουσών ως αντικείμενο αλιευτικούς πόρους που δεν κατανεμήθηκαν ακόμη, και, αφετέρου, κατά την ενδεχόμενη αναθεώρηση του συστήματος, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, η Ισπανία μπορεί να προβάλει τις αξιώσεις της όπως και όλα τα άλλα κράτη μέλη.
24 'Οσον αφορά τον λόγο που αντλείται από τη σημαντική αύξηση των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ύδατα της Σουηδίας, η αύξηση αυτή αποτελεί συνέχεια, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, της επεκτάσεως κατά το έτος 1989 της αλιευτικής δικαιοδοσίας της Σουηδίας στη Βαλτική, επεκτάσεως που έλαβε χώρα μετά τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ αυτής και της Σοβιετικής Ενώσεως στη "λευκή ζώνη", η οποία προηγουμένως αποτελούσε τμήμα των διεθνών υδάτων. Οι διαβουλεύσεις μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας που έγιναν στο πλαίσιο της αλιευτικής συμφωνίας τους κατέληξαν στην παραχώρηση επιπλέον αλιευτικών δυνατοτήτων υπέρ της Κοινότητας στη ζώνη αυτή για τα συγκεκριμένα είδη ιχθύων, ήτοι για τον γάδο και τον σολωμό.
25 'Οπως επισήμανε το Συμβούλιο, χωρίς να αμφισβητηθεί, οι αλιεύσεις γάδου στην πρώην "λευκή ζώνη" εντάσσονταν σε κοινοτικό TAC που είχε κατανεμηθεί μεταξύ των κρατών μελών σύμφωνα με την καθιερωμένη κλίμακα, ώστε η υπαγωγή της "λευκής ζώνης" στην επεκταθείσα αλιευτική ζώνη της Σουηδίας συνεπήχθη στην πραγματικότητα απλώς μεταφορά στο προβλεπόμενο στην αλιευτική συμφωνία με τη Σουηδία σύστημα ενός TAC που προηγουμένως διεπόταν από αυτοτελές κοινοτικό σύστημα. Πριν από την σοβιετοσουηδική συμφωνία τα αλιεύματα σολωμού στην πρώην "λευκή ζώνη" δεν υπέκειντο σε κανένα περιορισμό, κατά τρόπον ώστε οι επιπλέον ποσότητες που παραχώρησε η Σουηδία με την επέκταση της αλιευτικής ζώνης της στα συγκεκριμένα ύδατα κατανεμήθηκαν αφού λήφθηκαν υπόψη οι αλιευτικές δραστηριότητες των κρατών μελών στο αντίστοιχο απόθεμα κατά τον χρόνο επιβολής των περιορισμών.
26 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Συμβούλιο δεν παραβίασε την αρχή της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι, όσον αφορά τον γάδο, επρόκειτο για κατανομή μικροτέρων ποσοτήτων σε σχέση με την όλη κατάσταση του παρελθόντος, ποσοτήτων που αποτελούσαν ήδη αντικείμενο της συνήθους κατανομής όσον αφορά τον σολωμό, δεν αμφισβητείται ότι η πρώτη κατανομή της νέας ποσοστώσεως έγινε με βάση τις παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες.
27 Όσον αφορά τη ρέγγα, το προσφεύγον αμφισβητεί μόνο την κατά τον προαναφερθέντα κανονισμό 4057/89 κατανομή επιπλέον ποσοστώσεως 5 000 τόνων στον βαθμό που η σχετική αύξηση θα έπρεπε να οδηγήσει το Συμβούλιο στο να περιλάβει την Ισπανία στην εν λόγω κατανομή.
28 Συναφώς, παρατηρείται ότι, αφενός, κατά το προαναφερθέν άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, τα μέτρα περιορισμού των αλιευμάτων αφορούν είδη ή ομάδες ειδών αφετέρου, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, αυτού, σχετική σταθερότητα πρέπει να εξασφαλίζεται, για κάθε κράτος μέλος, "για τις δραστηριότητες που ασκούνται σε κάθε απόθεμα", δηλαδή για τους ιχθύς ορισμένου είδους που βρίσκονται σε δεδομένη γεωγραφική ζώνη. Δεν αμφισβητείται ότι είναι αδύνατο να εκτιμηθεί με ακρίβεια ο όγκος αυτών των αποθεμάτων που μπορούν να υποστούν, από έτους σε έτος, διακυμάνσεις προς τα άνω ή προς τα κάτω, οφειλόμενες κυρίως στη βιολογική εξέλιξη των ειδών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την προαναφερθείσα απόφαση Romkes, ότι η σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων σημαίνει διατήρηση σταθερού ποσοστού για κάθε κράτος μέλος και όχι, κατά συνέπεια, παροχή εγγυήσεων για σταθερή ποσότητα ιχθύων.
29 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η αρχή της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη την υποχρέωση του Συμβουλίου να προβαίνει σε νέα κατανομή κάθε φορά που διαπιστώνεται διακύμανση προς τα άνω ορισμένου αποθέματος και ενώ το εν λόγω απόθεμα έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο της αρχικής κατανομής. Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η επίδικη αύξηση αποτελεί ένα απλό επεισόδιο στην εξέλιξη του αποθέματος, δεδομένου ότι οι αλιευτικές δυνατότητες, όσον αφορά τη ρέγγα και το έτος 1990, κατήλθαν έκτοτε στο προηγούμενο επίπεδό τους.
30 Επομένως, επειδή το δεύτερο αυτό επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
Επί του λόγου που αντλείται από την παραβίαση της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων
31 Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας τον επίδικο κανονισμό χωρίς να το περιλάβει στην κλίμακα κατανομής, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 7 της Συνθήκης.
32 Η δυσμενής αυτή διάκριση οφείλεται, πρώτον, στο γεγονός ότι, αφενός, δυνάμει του άρθρου 162 της πράξεως προσχωρήσεως, ο ισπανικός στόλος δεν έχει πρόσβαση στη Βόρεια Θάλασσα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995, ενώ, αφετέρου, από το 1989 η Κοινότητα έκανε σημαντικές παραχωρήσεις στη Σουηδία χορηγώντας της νέες ποσοστώσεις στη Βόρεια Θάλασσα με αντάλλαγμα τη συνέχιση των αλιευτικών δραστηριοτήτων του στόλου ορισμένων κρατών μελών στην πρώην "λευκή ζώνη" της Βαλτικής δεύτερον, η δυσμενής διάκριση οφείλεται στο γεγονός ότι, μολονότι το προσφεύγον απώλεσε υπέρ της Κοινότητας, λόγω της προσχωρήσεώς του, το δικαίωμα να διαπραγματεύεται αλιευτικές συμφωνίες με τρίτες χώρες, εξακολουθεί να αποκλείεται από τις αλιευτικές δυνατότητες που αποκτά η Κοινότητα διαπραγματευόμενη η ίδια τέτοιες συμφωνίες με τις τρίτες χώρες.
33 Εν όψει των ισχυρισμών του προσφεύγοντος, ο προβληθείς λόγος προϋποθέτει ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας τους επιδίκους κανονισμούς, αντιμετώπισε με διαφορετικό τρόπο παρεμφερείς καταστάσεις.
34 Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες σκέψεις σχετικά με την πράξη προσχωρήσεως, το προσφεύγον βρίσκεται σε κατάσταση η οποία δεν επιδέχεται σύγκριση με εκείνη των κρατών μελών που είχαν ήδη επωφεληθεί της κατανομής που έλαβε χώρα το 1983, εφόσον η πράξη προσχωρήσεως ρύθμισε κατά τον προαναφερθέντα τρόπο την ένταξη των νέων κρατών μελών στην κοινή αλιευτική πολιτική, ιδίως όσον αφορά τους εξωτερικούς αλιευτικούς πόρους που είχαν ήδη διατεθεί και κατανεμηθεί κατά την προσχώρηση.
35 Από την άποψη αυτή, το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έδρασε εν προκειμένω όπως θα επιθυμούσε το προσφεύγον δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στάση εισάγουσα δυσμενή διάκριση απέναντί του. Η περίπτωση θα διέφερε αν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί είχαν κατανείμει νέες αλιευτικές δυνατότητες επί αποθεμάτων στα οποία δεν υπήρχε εισέτι δυνατότητα προσβάσεως και τα οποία απέκτησε η Κοινότητα δυνάμει συμφωνιών που συνήφθησαν με τρίτες χώρες μετά την προσχώρηση και που δεν είχαν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο κατανομής κατά την προσχώρηση. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
36 Επομένως, ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι απορριπτέος.
37 Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προσφυγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το Βασίλειο της Ισπανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, η Επιτροπή και τα άλλα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα. Η Επιτροπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy