Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Δασμοί - Επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος - Εσωτερικοί φόροι - Φόρος υπέρ τρίτων που εφαρμόζεται ως προς τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, αλλά αποβαίνει προς όφελος αποκλειστικά των πρώτων - Κριτήριο χαρακτηρισμού - Ανεφάρμοστο του άρθρου 30 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 12, 30 και 95)
2. Κρατικές ενισχύσεις - 'Εννοια - Φόρος υπέρ τρίτων που εφαρμόζεται ως προς τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, αλλά αποβαίνει αποκλειστικά προς όφελος των πρώτων - Περιλαμβάνεται - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 92 και 93)
3. Εθνικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα - Φόρος υπέρ τρίτων άσχετος προς την άσκηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από μονοπώλιο - Ανεφάρμοστο του άρθρου 37 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 37)
Περίληψη
1. Φόρος υπέρ τρίτων, που εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, το προϊόν του οποίου διατίθεται πλήρως υπέρ αποκλειστικώς των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα οφέλη που απορρέουν από τη διάθεση του προϊόντος αντισταθμίζουν πλήρως το βάρος που υφίστανται τα εγχώρια προϊόντα, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αντιθέτως, όταν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν μέρος μόνο του βάρους που υφίστανται τα εγχώρια προϊόντα, ο εν λόγω φόρος αποτελεί επιβάρυνση που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, η επιβολή της οποίας απαγορεύεται κατά το μέρος του ποσού του φόρου που διατίθεται για την αντιστάθμιση που αποβαίνει προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων.
'Ενας τέτοιος φόρος υπέρ τρίτων, δεδομένου ότι διέπεται από τα άρθρα 12 επ. ή 95 της Συνθήκης, δεν διέπεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης αυτής.
2. Φόρος υπέρ τρίτων που εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, το προϊόν του οποίου διατίθεται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, έτσι ώστε τα οφέλη που απορρέουν από τη διάθεση αυτή να αντισταθμίζουν πλήρως το βάρος που πλήττει τα προϊόντα αυτά, μπορεί να αποτελεί, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος του, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η διαπίστωση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται προς τούτο στο άρθρο 93 της Συνθήκης.
3. Το άρθρο 37 της Συνθήκης δεν αντιτίθεται στη θέσπιση φόρου υπέρ τρίτων που προβλέπεται ανεξάρτητα από το σύστημα εισαγωγής και εμπορίας πετρελαίου το οποίο ισχύει σε κράτος μέλος και δεν συνδέεται με την άσκηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από αυτό το σύστημα.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-78/90, C-79/90, C-80/90, C-81/90, C-82/90 και C-83/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour d' appel de Poitiers (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Societes Compagnie Commerciale de l' Ouest κ.λπ.
και
Receveur principal des douanes de la Pallice Port,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, 5, 6, 12, 13, 30, 31, πρώτο εδάφιο, 32, πρώτο εδάφιο, 37, παράγραφος 2, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, F. A. Schockweiler και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι εταιρίες Compagnie Commerciale de l' Ouest, Montenay, Propetrol και Picoty, εκπροσωπούμενες από τον C. Imbach, δικηγόρο Στρασβούργου και Βρυξελλών,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον P. Pouzoulet, υποδιευθυντή στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων, και τον G. de Bergues, secretaire-adjoint principal εξωτερικών υποθέσεων,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Sack, νομικό σύμβουλο, και τον H. Lehman, Γάλλο δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στην Επιτροπή,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των εκπροσώπων των εταιριών Compagnie Commerciale de l' Ouest, Montenay, Propetrol και Picoty, καθώς και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 22 Μαρτίου του ίδιου έτους, το cour d' appel de Poitiers υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, 5, 6, 12, 13, 30, 31, πρώτο εδάφιο, 32, πρώτο εδάφιο, 37, παράγραφος 2, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ ορισμένων επιχειρήσεων που ασκούν την εμπορία πετρελαιοειδών και της γαλλικής διοικήσεως τελωνείων ως προς τη νομιμότητα ενός φόρου υπέρ τρίτων που επιβάλλεται στη Γαλλία σε ορισμένα πετρελαιοειδή.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι τιμές παραλαβής των πετρελαιοειδών στο διυλιστήριο καθορίζονταν στη Γαλλία από τη διοικητική αρχή βάσει διαφόρων συνιστωσών, μεταξύ των οποίων η τιμή του αμερικανικού δολλαρίου, νομίσματος πληρωμής του αργού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές. Οι τιμές λιανικής πωλήσεως των προϊόντων αυτών καθορίζονταν επίσης από τη διοικητική αρχή βάσει διαφόρων συνιστωσών, μεταξύ των οποίων οι τιμές παραλαβής στο διυλιστήριο. Οι τιμές αυτές παραλαβής μειώθηκαν το 1978 συνεπεία της πτώσεως της τιμής του δολλαρίου.
4 Προκειμένου να αποτραπεί λόγω αυτής της μειώσεως των τιμών η αύξηση της καταναλώσεως των πετρελαιοειδών, η δημόσια αρχή αποφάσισε να αποτρέψει τη μετακύλιση της πτώσεως των τιμών παραλαβής επί των τιμών λιανικής πωλήσεως. Για τον σκοπό αυτό ακριβώς, προς αντιστάθμιση της εν λόγω πτώσεως, θεσπίστηκε ένας φόρος υπέρ τρίτων, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1978, επί της βενζίνης σούπερ, της απλής και του μαζούτ οικιακής χρήσεως με δύο διατάγματα της 30ής Αυγούστου και της 2ας Νοεμβρίου 1978. Ο συντελεστής αυτού του φόρου καθορίστηκε, με υπουργικές αποφάσεις, σε 6,85 γαλλικά φράγκα ανά εκατόλιτρο (FF/hl) για τη βενζίνη σούπερ και την απλή βενζίνη και σε 2,06 FF/hl για το μαζούτ οικιακής χρήσεως.
5 Στα δύο αυτά διατάγματα διευκρινίζεται ότι το γενεσιουργό γεγονός του εν λόγω φόρου υπέρ τρίτων ήταν η διάθεση στην κατανάλωση των εν λόγω προϊόντων, είτε αυτά εισήγοντο είτε παρήγοντο στα γαλλικά διυλιστήρια από το αργό πετρέλαιο εγχωρίας ή αλλοδαπής καταγωγής.
6 Τα προαναφερθέντα διατάγματα προέβλεπαν ότι ο φόρος αυτός επιβαλλόταν υπέρ της Agence pour les economies d' energie (Οργανισμού για την εξοικονόμηση ενεργείας), δημοσίου ιδρύματος βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα, που υποχρεούνταν να χρησιμοποιεί τους πόρους για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων με τα οποία ενθαρρύνεται η πραγματοποίηση εξοικονομήσεως ενεργείας ή η ορθολογική χρήση των ενεργειακών πηγών που δεν χρησιμοποιούνται επαρκώς.
7 Υποστηρίζοντας ότι η επιβολή του εν λόγω φόρου ήταν παράνομη, τέσσερις επιχειρήσεις, των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται στην αγορά, την εισαγωγή και τη διάθεση πετρελαιοειδών, ενήγαγαν τη διοίκηση των τελωνείων ενώπιον του tribunal d' instance de la Rochelle, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατ' εφαρμογή των προαναφερθέντων διαταγμάτων.
8 Το tribunal d' instance έκρινε ότι οι ενάγουσες επιχειρήσεις δεν απέδειξαν, όπως απαιτεί το άρθρο 13-5 του loi de finances (νόμος δημοσίων οικονομικών) της 30ής Δεκεμβρίου 1980 το οποίο κατέστη το άρθρο 352 bis του code des douanes (τελωνειακού κώδικα), ότι δεν μετακυλίστηκαν στον καταναλωτή οι καταβληθέντες φόροι. Κατά συνέπεια, απέρριψε τις αγωγές τους.
9 Το cour d' appel de Poitiers, το οποίο επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία εν αναμονή της αποφάσεως που θα εξέδιδε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί ενός προδικαστικού ερωτήματος που του είχε υποβάλει το Cour de cassation κατόπιν αναλόγων αγωγών που είχαν ασκήσει άλλες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
10 Με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988 (331/85, 376/85 και 378/85, Bianco και Girard, Συλλογή 1988, σ. 1099), το Δικαστήριο έδωσε στο ερώτημα αυτό τις ακόλουθες απαντήσεις:
"1) Η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις που εξαρτούν την επιστροφή εθνικών φόρων που καταβλήθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου από την απόδειξη ότι οι φόροι αυτοί δεν μετακυλίστηκαν στους αγοραστές των επιβαρυνθέντων προϊόντων και θέτουν το βάρος της αρνητικής αυτής αποδείξεως αποκλειστικά στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ζητούν την επιστροφή.
2) Η απάντηση δεν διαφέρει αναλόγως της αναδρομικής ή μη ισχύος της εθνικής διάταξης, αναλόγως της φύσεως του επίδικου φόρου και αναλόγως του χαρακτήρα της αγοράς ως εν όλω ή εν μέρει ανταγωνιστικής, υποκείμενης σε ρύθμιση ή μονοπωλιακής."
11 Διαπιστώνοντας ότι η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου αφορούσε μόνο τους περί αποδείξεως κανόνες σχετικά με αίτημα επιστροφής εθνικών φόρων "που καταβλήθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου", το cour d' appel de Poitiers κατέληξε στο ότι έπρεπε να διευκρινιστεί αν οι επίδικοι φόροι θεσπίστηκαν και επιβλήθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
12 Κατά συνέπεια, με έξι πανομοιότυπες αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, το cour d' appel ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα.
"1) Συμβιβάζεται προς τις διατάξεις των άρθρων 3, 5, 6, 12 και 13 της Συνθήκης, που καθιερώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, φόρος υπέρ τρίτων ο οποίος θεσπίστηκε από κράτος μέλος προς όφελος εθνικού οργανισμού δημοσίου δικαίου και πλήττει ένα εμπόρευμα κατά τη διάθεσή του στην κατανάλωση:
α) όταν εφαρμόζεται σε εισαγόμενο εμπόρευμα,
β) όταν εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις προσδιορισμού και επιβολής τόσο στο εισαγόμενο όσο και στο εγχώριο εμπόρευμα;
2) Συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών και συμβιβάζεται προς τις διατάξεις των άρθρων 30, 31, πρώτο εδάφιο, και 32, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης φόρος υπέρ τρίτων που θεσπίστηκε από κράτος μέλος και πλήττει βιομηχανικό προϊόν όπως τη βενζίνη, τη βενζίνη σούπερ ή το μαζούτ οικιακής χρήσεως κατά τη στιγμή που διατίθενται στην κατανάλωση στην εσωτερική αγορά:
α) όταν εφαρμόζεται σε εισαγόμενο προϊόν;
β) όταν εφαρμόζεται, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις προσδιορισμού και επιβολής τόσο στα εισαγόμενα όσο και στα εγχώρια πετρελαιοειδή, έστω και αν τα δεύτερα αντιπροσωπεύουν μικρό μόνο μέρος της εγχώριας κατανάλωσης;
3) Συμβιβάζεται προς τις διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφος 2, της Συνθήκης φόρος υπέρ τρίτων όπως αυτός που προκύπτει από τα επίμαχα διατάγματα;
4) Μπορεί ο φόρος υπέρ τρίτων να θεωρηθεί ως εσωτερικός φόρος κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, κατά το μέτρο που ο φόρος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος;
5) Συμβιβάζεται προς τις διατάξεις της Συνθήκης της Ρώμης, ιδίως δε προς το άρθρο 92 της Συνθήκης, φόρος υπέρ τρίτων το προϊόν του οποίου προορίζεται για επιδότηση των εθνικών επιχειρήσεων μόνον - εν προκειμένω δε του Οργανισμού για την εξοικονόμηση ενεργείας για τον οποίο το άρθρο 5 του διατάγματος της 30ής Αυγούστου 1978 ορίζει ότι χρησιμοποιεί τους πόρους για χρηματοδότηση δραστηριοτήτων για να ενθαρρυνθεί η εξοικονόμηση ενεργείας ή η ορθολογική χρήση ανεπαρκώς χρησιμοποιούμενων πηγών ενεργείας;"
13 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
14 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, προκειμένου να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, δεν πρέπει να εξεταστεί μεμονωμένως ο φόρος, δεδομένου ότι αυτός εντάσσεται στο πλαίσιο ενός συστήματος ρυθμιζομένων τιμών που είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1985, 231/83, Leclerc (Συλλογή 1985, σ. 305) και της 6ης Νοεμβρίου 1979, 16/79 έως 20/79, Danis (Rec. 1979, σ. 3327). Κατά την Επιτροπή, οι φόροι υπέρ τρίτων, τους οποίους αφορά το προδικαστικό ερώτημα, αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του συστήματος καθορισμού των τιμών, των οποίων όλες οι συνιστώσες καθορίζονταν από τη διοικητική αρχή. Επομένως, εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης λόγω του ότι αυτό το σύστημα καθορισμού τιμών είχε ως συνέπεια το αμετάβλητο από πλευράς ανταγωνισμού των εγχωρίων προϊόντων, δεδομένου ότι η επιβάρυνση από τον φόρο αντισταθμιζόταν με τη μείωση της τιμής. Αντιθέτως, τα πετρελαιοειδή που εισάγονταν από τα άλλα κράτη μέλη περιέρχονταν σε δυσμενέστερη μοίρα λόγω του ότι υφίσταντο την επιβάρυνση του φόρου χωρίς να τυγχάνουν της μειώσεως της τιμής.
15 Πρέπει συναφώς να τονιστεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορούν εν προκειμένω το γαλλικό σύστημα των ρυθμιζομένων τιμών, αλλά μόνο αυτόν καθεαυτόν τον φόρο υπέρ τρίτων. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο περιορίζεται στο ερώτημα που είναι διατυπωμένο κατ' αυτόν τον τρόπο και θα εξετάσει τον εν λόγω φόρο υπέρ τρίτων χωρίς να υπεισέλθει στο ζήτημα της σχέσεως του φόρου αυτού με τη μείωση των τιμών των πετρελαιοειδών.
16 Κατά συνέπεια, τα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να νοηθούν ως εξής:
Αντιτίθενται τα άρθρα 3, 5, 6, 12, 13, 30, 31, πρώτο εδάφιο, 32, πρώτο εδάφιο, 37, παράγραφος 2, 92 και 95 της Συνθήκης στη θέσπιση φόρου υπέρ τρίτων που επιβάλλεται κατά τη διάθεση στην κατανάλωση ορισμένων πετρελαιοειδών, πλήττει αδιακρίτως τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα και έχει θεσπιστεί υπέρ ενός δημοσίου φορέα που διαθέτει τους πόρους του για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων με τα οποία ενθαρρύνεται η πραγματοποίηση εξοικονομήσεως ενεργείας ή η ορθολογική χρήση των ενεργειακών πηγών που χρησιμοποιούνται ανεπαρκώς;
Επί των άρθρων 3, 5 και 6 της Συνθήκης
17 Στο άρθρο 3 της Συνθήκης αναφέρονται γενικώς οι τομείς τους οποίους αφορά η δράση της Κοινότητας "σύμφωνα με (...) τον ρυθμό που προβλέπει η παρούσα Συνθήκη".
18 'Οπως τόνισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, 231/83, Cullet (Συλλογή 1985, σ. 305, σκέψη 10), σε σχέση με το άρθρο 3, στοιχείο στ, οι διατάξεις του άρθρου 3 αποτελούν μέρος των γενικών αρχών της κοινής αγοράς που εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα κεφάλαια της Συνθήκης τα οποία έχουν ως προορισμό την εφαρμογή των εν λόγω αρχών, οι δε γενικοί στόχοι που αναφέρονται σ' αυτό διευκρινίζονται με τους ειδικούς κανόνες που περιέχονται σε άλλες διατάξεις. Κατά συνέπεια, το εν λόγω άρθρο δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτοτελώς σε σχέση προς τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν τον συγκεκριμένο τομέα.
19 Ομοίως, τα άρθρα 5 και 6 της Συνθήκης είναι τόσο γενικώς διατυπωμένα ώστε δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν αυτοτελώς, όταν η συγκεκριμένη κατάσταση διέπεται από ειδική διάταξη της Συνθήκης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Κατά συνέπεια, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα που αφορά τα άρθρα 3, 5 και 6 της Συνθήκης.
Επί των άρθρων 12 και 13, 30 επ. καθώς και 95 της Συνθήκης
20 Κατά πάγια νομολογία (βλ. ιδίως την απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Ianelli και Volpi, Rec. 1977, σ. 557), το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης δεν περιλαμβάνει τα εμπόδια στα οποία αναφέρονται άλλες ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, τα δε εμπόδια φορολογικής φύσεως ή ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς που αναφέρονται στα άρθρα 9 έως 16 και 95 της Συνθήκης δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30.
21 Ενόψει αυτής της νομολογίας, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει πρώτον αν ένα μέτρο όπως αυτό που περιγράφεται στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 ή του άρθρου 95 της Συνθήκης, μόνο δε σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως θα πρέπει να εξεταστεί αν το υπό κρίση μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης.
22 Δεδομένου ότι οι διατάξεις περί επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι διατάξεις περί εσωτερικών φόρων που συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις δεν μπορούν να εφαρμόζονται σωρευτικώς (βλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 1975, 94/74, IGAV, Rec. 1975, σ. 699), πρέπει να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής κάθε μιάς από αυτές τις διατάξεις.
23 Τα άρθρα 12 και 13 της Συνθήκης περιέχουν την απαγόρευση εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών, καθώς και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. 'Οσον αφορά τους δασμούς και τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος λόγω εισαγωγής, το Δικαστήριο τόνισε με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1973, 77/72, Capolongo (Rec. 1973, σ. 611) ότι, καταρχήν η εν λόγω απαγόρευση αφορά κάθε επιβάρυνση λόγω ή επ' ευκαιρία της εισαγωγής που πλήττει ειδικά το εισαγόμενο προϊόν κατ' αποκλεισμό του ομοειδούς εγχωρίου προϊόντος και ότι ακόμη και χρηματικά βάρη που προορίζονται για τη χρηματοδότηση της δραστηριότητας ενός οργανισμού δημοσίου δικαίου μπορούν να αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
24 Το Δικαστήριο τόνισε με την απόφαση αυτή ότι κατά την ερμηνεία της έννοιας της "επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό" μπορεί να χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη ο προορισμός των χρηματικών βαρών που επιβάλλονται. Πράγματι, όταν ένα τέτοιο χρηματικό βάρος ή εισφορά προορίζεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν προς όφελος ειδικά των φορολογουμένων εγχωρίων προϊόντων, αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι η γενική εισφορά που επιβάλλεται με βάση τα ίδια κριτήρια στο εισαγόμενο και το εγχώριο προϊόν αποτελεί εντούτοις για το ένα προϊόν καθαρή πρόσθετη χρηματική επιβάρυνση, ενώ για το άλλο αποτελεί στην πραγματικότητα αντιπαροχή για τα οφέλη ή τις ενισχύσεις που δόθηκαν. Κατά συνέπεια, εισφορά που εμπίπτει στο γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που πλήττουν συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα με βάση τα ίδια κριτήρια μπορεί εντούτοις να αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, όταν η εισφορά αυτή προορίζεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν προς όφελος ειδικά των πληττομένων εγχωρίων προϊόντων.
25 Το άρθρο 95 απαγορεύει στο κράτος μέλος να πλήττει άμεσα ή έμμεσα τα προϊόντα των άλλων κρατών μελών με εσωτερικούς φόρους ανώτερους από αυτούς που πλήττουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα ή που μπορούν να έχουν προστατευτικά αποτελέσματα για άλλου είδους προϊόντα της εγχωρίας παραγωγής. Το κριτήριο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι, κατά συνέπεια, η φύση του εσωτερικού φόρου ως μέτρου που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις ή προστατευτικά αποτελέσματα.
26 Ενόψει της περιπτώσεως φόρου που πλήττει εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα με βάση πανομοιότυπα κριτήρια, το Δικαστήριο τόνισε πάντως ότι θα πρέπει ενδεχομένως να λαμβάνεται υπόψη ο προορισμός του προϊόντος του φόρου. 'Ετσι, όταν το προϊόν ενός τέτοιου φόρου προορίζεται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των εγχωρίων φορολογουμένων προϊόντων, αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι η εισφορά που επιβάλλεται με βάση τα ίδια κριτήρια αποτελεί εντούτοις φόρο που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις, στο μέτρο που το φορολογικό βάρος που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα εξουδετερώνεται από οφέλη των οποίων εξυπηρετεί τη χρηματοδότηση, ενώ αυτή που πλήττει τα εισαγόμενα προϊόντα αποτελεί καθαρό βάρος (απόφαση της 21ης Μαΐου 1980, 73/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Rec. 1980, σ. 1533, σκέψη 15).
27 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι όταν τα οφέλη που απορρέουν από τη διάθεση του προϊόντος του υπό κρίση φόρου αντισταθμίζουν πλήρως το βάρος που υφίσταται το εγχώριο προϊόν κατά τη διάθεσή του στο εμπόριο, ο φόρος αυτός αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό κατ' αντίθεση προς τα άρθρα 12 επ. της Συνθήκης. Αντιθέτως, όταν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν μέρος μόνο του βάρους που υφίσταται το εγχώριο προϊόν, η εν λόγω επιβάρυνση διέπεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η επιβάρυνση είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 95 της Συνθήκης και, επομένως, απαγορεύεται στο μέτρο που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος του εισαγομένου προϊόντος, δηλαδή στο μέτρο που αντισταθμίζει εν μέρει το βάρος που υφίσταται το φορολογούμενο εγχώριο προϊόν.
28 Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν το βάρος που υφίσταται το εγχώριο προϊόν αντισταθμίζεται πλήρως ή εν μέρει μέσω της χρησιμοποιήσεως των εσόδων από την εν λόγω επιβάρυνση κατά τρόπο που να αποβαίνει προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων.
29 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, κατά τις οποίες ο επίδικος φόρος υπέρ τρίτων διέπεται είτε από τα άρθρα 12 επ. είτε από το άρθρο 95 της Συνθήκης, ανάλογα με τα πραγματικά στοιχεία που πρέπει να ελέγξει το εθνικό δικαστήριο, το άρθρο 30 δεν μπορεί εν προκειμένω να τύχει εφαρμογής.
30 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένας φόρος υπέρ τρίτων όπως ο εν προκειμένω δεν διέπεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης, καθόσον διέπεται από τα άρθρα 12 επ. ή 95 αυτής.
Επί των άρθρων 92 επ. της Συνθήκης
31 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ένας φόρος υπέρ τρίτων όπως ο εν προκειμένω συμβιβάζεται με τις διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις.
32 Πρέπει συναφώς να τονιστεί, όπως υπογραμμίστηκε, ότι ο εν λόγω φόρος υπέρ τρίτων διέπεται είτε από τα άρθρα 12 και 13 είτε από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Η διάθεση του προϊόντος του μπορεί, εντούτοις, να αποτελεί κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, αν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άθρου 92 της Συνθήκης, όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
33 Πάντως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά ούτε απόλυτο είναι ούτε ανεξάρτητο από αιρέσεις. Η Συνθήκη, προβλέποντας στο άρθρο 93 τη συνεχή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή, επιδιώκει η αναγνώριση του ενδεχομένου ασυμβιβάστου μιας ενισχύσεως με την κοινή αγορά να προκύπτει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, από κατάλληλη διαδικασία για την κίνηση της οποίας την ευθύνη φέρει η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, οι ιδιώτες δεν μπορούν, επικαλούμενοι μόνο το άρθρο 92, να αμφισβητήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι συμβιβάζεται μία ενίσχυση με το κοινοτικό δίκαιο ούτε να ζητήσουν από αυτά να αποφανθούν, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, ως προς το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο (αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Ianelli και Volpi, προαναφερθείσα, και 78/76, Steinike και Weinlig, Rec. 1977, σ. 595).
34 Πρέπει, αντιθέτως, να υπομνησθούν οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως, από το οικείο κράτος μέλος, του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, όπως οι αρμοδιότητες αυτές διευκρινίστηκαν από το Δικαστήριο με την απόφασή του της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Federation nationale du commerce exterieur des produits alimentaires (Συλλογή 1991, σ. Ι-5505).
35 Επομένως, ένας φόρος υπέρ τρίτων όπως ο υπό κρίση εν προκειμένω μπορεί να αποτελεί, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος του, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η διαπίστωση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται προς τούτο στο άρθρο 93 της Συνθήκης.
Επί του άρθρου 37 της Συνθήκης
36 Στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο πρέπει να τονιστεί ότι ο εν λόγω φόρος υπέρ τρίτων θεσπίστηκε ανεξάρτητα από το σύστημα εισαγωγής και εμπορίας πετρελαίου στη Γαλλία και δεν συνδέεται με την άσκηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων που προβλέπονταν από αυτό το σύστημα.
37 Κατά συνέπεια, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 37 της Συνθήκης δεν αντιτίθεται στη θέσπιση φόρου υπέρ τρίτων που προβλέπεται ανεξάρτητα από το σύστημα εισαγωγής και εμπορίας πετρελαίου το οποίο ισχύει σε κράτος μέλος και δεν συνδέεται με την άσκηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από αυτό το σύστημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990 το cour d' appel de Poitiers, αποφαίνεται:
1) Φόρος υπέρ τρίτων που εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, το προϊόν του οποίου διατίθεται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, έτσι ώστε τα οφέλη που απορρέουν από αυτό να αντισταθμίζουν πλήρως το βάρος που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αντιθέτως, αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν μέρος μόνο του βάρους που υφίστανται τα εγχώρια προϊόντα, ο εν λόγω φόρος αποτελεί επιβάρυνση που συνεπάγεται διακρίσεις και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
2) 'Ενας τέτοιος φόρος υπέρ τρίτων μπορεί να αποτελεί, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος του, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η διαπίστωση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται προς τούτο στο άρθρο 93 της Συνθήκης.
3) Δεδομένου ότι ένας τέτοιος φόρος υπέρ τρίτων διέπεται από τα άρθρα 12 επ. ή 95 της Συνθήκης, δεν διέπεται από το άρθρο 30 αυτής.
4) Το άρθρο 37 της Συνθήκης δεν αντιτίθεται στη θέσπιση φόρου υπέρ τρίτων που προβλέπεται ανεξάρτητα από το σύστημα εισαγωγής και εμπορίας πετρελαίου το οποίο ισχύει σε κράτος μέλος και δεν συνδέεται με την άσκηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από αυτό το σύστημα.
Full & Egal Universal Law Academy