ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-93/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η Cassamali απασχολήθηκε στην Ιταλία ως μισθωτή από το 1937 ως το 1958. Στο Βέλγιο, απασχολήθηκε ως μισθωτή από το 1958 ώς το 1962 και ως μη μισθωτή από το 1962 ώς το 1976. Βάσει των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τα οποία απέκτησε στα δύο αυτά κράτη, συνταξιοδοτήθηκε από 1ης Οκτωβρίου 1976.
Ο σύζυγος της, ο οποίος είχε επίσης απασχοληθεί ως μισθωτός στην Ιταλία και το Βέλγιο, απεβίωσε στις 17 Οκτωβρίου 1966. Μετά τον θάνατο του, η Cassamali έλαβε ιταλική σύνταξη επιζώντος από 1ης Δεκεμβρίου 1970, καθώς και βελγική σύνταξη επιζώντος από 1ης Οκτωβρίου 1976.
Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, η Cassamali εδικαιούτο να λαμβάνει τα εξής ποσά συντάξεων:
—
βελγικές συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου: 43718 BFR,
—
ιταλική σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου: 35150 BFR,
—
βελγική σύνταξη επιζώντος: 98127 BFR,
—
ιταλική σύνταξη επιζώντος: 4995 BFR.
Όμως, το άρθρο 52 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, περί γενικού κανονισμού του συστήματος συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου και συντάξεων επιζώντος μισθωτών, ορίζει ότι· « σώρευση συντάξεως επιζώντος χορηγούμενης κατ' εφαρμογήν του βασιλικού διατάγματος 50 με μία ή πλείονες συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου ή παντός άλλου αναλόγου φύσεως οφελήματος, που χορηγείται δυνάμει της βελγικής ή αλλοδαπής νομοθεσίας, χωρεί μόνο μέχρι το ισόποσο του 110 ο/ο της χορηγούμενης στη χήρα συντάξεως επιζώντος, πολλαπλασιαζόμενο επί το αντίστροφο του κλάσματος — που μπορεί και να είναι ίσο προς τη μονάδα — το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, η οποία χρησίμευσε ως βάση υπολογισμού της συντάξεως επιζώντος ».
Στην περίπτωση της Cassamali, το ανώτατο όριο της επιτρεπομένης σωρεύσεως, όπως καθορίστηκε κατ' αυτόν τον τρόπο, ήταν 139277 BFR (βελγικά φράγκα) την 1η Οκτωβρίου 1976. Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, ο οργανισμός που προβαίνει στην εκκαθάριση της βελγικής συντάξεως επιζώντος εθεώρησε ότι το άθροισμα της συντάξεως αυτής μαζί με τις βελγικές και την ιταλική σύνταξη δεν έπρεπε να υπερβαίνει το όριο αυτό. Το άθροισμα αυτό όμως ήταν ίσο προς (43718 + 35150 + 98127) 176995 BFR και υπερέβαινε έτσι το όριο κατά 37718 BFR. Επομένως, το ύψος της βελγικής συντάξεως επιζώντος, η οποία εκκαθαρίστηκε υπέρ της ενδιαφερόμενης, περιορίστηκε σε (98127 — 37718)60409 BFR.
Τον Δεκέμβριο 1980, η Caisse nationale des pensions de retraite et de survie, βελγικός οργανισμός αρμόδιος για την καταβολή των παροχών ( τον οποίον διαδέχθηκε, το 1987, το Office national des pensions), έλαβε από τον αρμόδιο ιταλικό φορέα συμπληρωματικές πληροφορίες για την εξέλιξη της ιταλικής συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου. Βάσει αυτών των πληροφοριών, από τις οποίες προέκυπτε ότι η σύνταξη αυτή είχε υποστεί σημαντική αναπροσαρμογή, η Caisse nationale des pensions de retraite et de survie απηύθυνε, τον Μάρτιο 1981, στην Cassamali εκκαθαριστικό σημείωμα με τα ποσά που της οφείλονταν από τον Οκτώβριο 1976 μέχρι τον Φεβρουάριο 1981. Στο εκκαθαριστικό αυτό σημείωμα, τα μηνιαία ποσά της βελγικής συντάξεως επιζώντος υπολογίζονταν κατά τρόπον ώστε, παρά τις διαδοχικές αναπροσαρμογές της ιταλικής συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, να μη γίνεται υπέρβαση του ανωτάτου ορίου σωρεύσεως το οποίο όριζε η βελγική ρύθμιση.
Η Cassamali αμφισβήτησε τότε το εκκαθαριστικό αυτό σημείωμα ενώπιον του tribunal du travail de Bruxelles. Προς στήριξη της προσφυγής της, επικαλέστηκε συγκεκριμένα το άρθρο 51 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73). Κατά την Cassamali, οι διατάξεις της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 51 απαγορεύουν την πραγματοποίηση νέου υπολογισμού της βελγικής συντάξεως επιζώντος στην περίπτωση που μεταβλήθηκε η ιταλική σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου λόγω γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, το tribunal du travail de Bruxelles αποφάσισε, με απόφαση της 19ης Μαρτίου 1990, να αναστείλει τη διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«—
Επιτρέπει το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 τον νέο υπολογισμό βελγικής συντάξεως λόγω αυξήσεως ιταλικής συντάξεως οφειλομένης αποκλειστικώς στην αύξηση του κόστους διαβιώσεως;
—
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, υπάρχει άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου που να επιτρέπει τον νέο αυτόν υπολογισμό; »
Η απόφαση του tribunal du travail de Bruxelles πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Μαρτίου 1990.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Cassamali, εκπροσωπούμενη από τον Franco Agostini, δικηγόρο Ρώμης, το Office national des pensions, εκπροσωπούμενο από τον R. Masyn, administrateur général, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Μαρία Πατάκια, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1990, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα.
II — Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Η Cassamali, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, αφού εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και την ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαδικασία, επιχειρηματολογεί ότι, εφόσον το σύστημα αναπροσαρμογής της ιταλικής συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου υπερβαίνει το ύψος της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των παροχών το οποίο εφαρμόζεται στο Βέλγιο, η ακολουθούμενη από το Office national des pensions πρακτική οδηγεί σε σημαντική μείωση της βελγικής συντάξεως επιζώντος για ολόκληρο το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου 1976 — Φεβρουαρίου 1981, σε σχέση προς το ποσό που είχε καθοριστεί την 1η Οκτωβρίου 1976.
Η Cassamali δεν βάλλει κατά του ότι, κατά το χρονικό αυτό σημείο, ελήφθη υπόψη το ύψος της ιταλικής συντάξεως γήρατος, για να προσδιοριστεί, σύμφωνα με τον βελγικό κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, το όψος της συντάξεως επιζώντος. Βάλλει όμως κατά της λύσεως που εφαρμόστηκε στη συνέχεια, η οποία συνίστατο στον κατά διαστήματα νέο υπολογισμό της εν λόγω συντάξεως επιζώντος, σε συνάρτηση προς τις διαδοχικές αυξήσεις της ιταλικής συντάξεως.
Οι αυξήσεις όμως αυτές οφείλονταν αποκλειστικώς και μόνον στους κανόνες περί αναπροσαρμογής των παροχών κατά τις διατάξεις που ισχύουν στην Ιταλία. Άρα, δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ο κανόνας της παραγράφου 2 του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71, αλλ' ο του άρθρου 1 του ίδιου άρθρου. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο ( αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1982, 7/81, Sinatra, Συλλογή 1982, σ. 137, και της 12ης Ιουλίου 1989, 141/88, Jordan, Συλλογή 1989, σ. 2387), η εν λόγω παράγραφος 1 αποκλείει παντάπασι τον νέο υπολογισμό των παροχών, οσάκις οι προσαρμογές τους είναι απλώς συνέπεια της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως. Η διάταξη αυτή διαπνέεται από το ίδιο μέλημα της απλουστεύσεως του έργου της διοικήσεως, από το οποίο εμπνέονται και οι διατάξεις περί μετατροπής των νομισμάτων του άρθρου 107 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138 ), και της αποφάσεως 99, της 13ης Μαρτίου 1975, της Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων. Πέρα από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71, ο κανονισμός αυτός προβλέπει υποχρέωση νέου υπολογισμού των παροχών μόνο στις περιπτώσεις του άρθρου 50.
Η Cassamali παρατηρεί ακόμη ότι το βάσιμο της άποψης της επιβεβαιώνεται από τις αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 1984 ( 104/83, Cinciuolo, Συλλογή 1984, σ. 1285 ), και της 21ης Μαρτίου 1990 (C-85/89, Ravida, Συλλογή 1990, σ. I-1063).
Τέλος, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης τονίζει ότι η αύξηση που συναρτάται με την τιμαριθμική αναπροσαρμογή έχει ως μοναδικό σκοπό τη διατήρηση της πραγματικής αξίας της χορηγούμενης παροχής· ουδόλως αυξάνει δηλαδή την αρχική αξία της συντάξεως, αλλ' αντισταθμίζει απλώς τη διάβρωση της πραγματικής της αξίας, και τούτο άλλωστε μόνον εν μέρει. Το άρθρο 51, παράγραφος 1, εμπνέεται από τις αρχές αυτές, ορμώμενο από την προϋπόθεση ότι νέος υπολογισμός των συντάξεων, κατά το άρθρο 46, δεν επιτρέπεται σε περιπτώσεις σαν την υπό κρίση στην κύρια δίκη. Το άρθρο 51, παράγραφος 1, εξ άλλου, λαμβάνει υπόψη το συμφέρον της εξασφάλισης της σταθερότητας των καταβαλλομένων παροχών, στην περίπτωση που δεν μεσολαβούν αντικειμενικοί λόγοι (παραδείγματος χάριν, μεταβολή της κανονιστικής ρυθμίσεως, κτήση νέων δικαιωμάτων) που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν νέο υπολογισμό των ίδιων αυτών παροχών.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Cassamali φρονεί ότι η διαδικασία την οποία εφαρμόζει ο βελγικός φορέας συνεπάγεται, στην πράξη, νέο υπολογισμό της παροχής επιζώντος, πράγμα ασυμβίβαστο προς το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της κοινοτικής ρυθμίσεως και του κοινοτικού δικαίου.
2.
To Office national des pensions, καθού της κύριας δίκης, υπενθυμίζει αρχικά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (συγκεκριμένα την απόφαση της 5ης Μαΐου 1983, 238/81, Van der Bunt Craig, Συλλογή 1983, σ. 1385 ), κατά την οποία, προκειμένου περί παροχών γήρατος και λόγω θανάτου, πρέπει να συγκρίνεται το εσωτερικό εθνικό σύστημα και το κοινοτικό σύστημα και να χορηγείται στον εργαζόμενο ή στον επιζώντα του η παροχή του συστήματος που του είναι ευνοϊκότερο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της Cassamali, η σύγκριση αυτή πρέπει να γίνει ως εξής:
α)
Υπολογισμός της συντάξεως της οφειλομένης βάσει του εσωτερικού βελγικού συστήματος, κατ' αποκλειστική εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, στην οποία περιλαμβάνονται και οι κανόνες που απαγορεύουν την εξωτερική σώρευση. Βάσει του συστήματος αυτού, η καταβλητέα σύνταξη ανέρχεται σε 60409 BFR.
β)
Υπολογισμός της συντάξεως της οφειλομένης βάσει του κοινοτικού συστήματος. Ο υπολογισμός αυτός πρέπει να γίνει σε 8 στάδια:
1)
Υπολογισμός της αυτοτελούς συντάξεως της οφειλομένης δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71, λαμβανομένου υπόψιν ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του ίδιου κανονισμού καθιστά ανενεργούς τους εθνικούς κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως παροχών της ίδιας φύσεως. Εν προκειμένω, η αυτοτελής αυτή σύνταξη είναι ίση προς την εθνική σύνταξη του εσωτερικού βελγικού συστήματος, ήτοι 98127 BFR.
2)
Υπολογισμός του θεωρητικού ποσού της συντάξεως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α. Εν προκειμένω, το θεωρητικό αυτό ποσό της συντάξεως ισούται προς την αυτοτελή σύνταξη, ήτοι 98127 BFR.
3)
Υπολογισμός της αναλογικής συντάξεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο β. Εν προκειμένω, η σύνταξη αυτή ισούται επίσης προς την αυτοτελή σύνταξη.
4)
Βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρέπει να συγκριθούν τα ποσά της αυτοτελούς συντάξεως και της αναλογικής συντάξεως και να ληφθεί υπόψη το μεγαλύτερο. Όταν τα ποσά αυτά είναι ίσα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αυτοτελής σύνταξη (υπόθεση της 13ης Μαρτίου 1986, 296/84, Sinatra, Συλλογή 1986, σ. 1047 ).
5)
Διόρθωση της αυτοτελούς συντάξεως, εφόσον, κατά το άρθρο 46, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, το άθροισμα των παροχών των οποίων δικαιούται ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να υπερβαίνει το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά της συντάξεως. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 323/86, Collini, Συλλογή 1987, σ. 5489 ), το ποσό που πρέπει, αν συντρέχει λόγος, να διορθωθεί, για να εξασφαλιστεί η τήρηση του κοινοτικού αυτού απαγορεύοντος τη σώρευση κανόνα, είναι το ποσό της αυτοτελούς παροχής. Εν προκειμένω, η διόρθωση αυτή πρέπει να γίνει ως εξής:
—
ιταλική σύνταξη επιζώντος: 4995 BFR'
—
άθροισμα της βελγικής και της ιταλικής συντάξεως επιζώντος:
98127 + 4995 = 103122 BFR·
—
υπέρβαση του μεγαλυτέρου θεωρητικού ποσού της συντάξεως:
103122-98127 = 4995 BFR·
—
διορθωμένη αυτοτελής βελγική σύνταξη:
98127-4995 = 93132 BFR.
6)
Υπολογισμός της οροφής σωρεύσεως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 52 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967. Η οροφή αυτή είναι ίση προς: 132187 BFR.
7)
Πολλαπλασιασμός της ιταλικής συντάξεως γήρατος επί συντελεστή μειώσεως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του προαναφερθέντος κανονισμού 574/72, της 21ης Μαρτίου 1972. Προκύπτει έτσι το εξής γινόμενο:
.
8)
Καθορισμός της καταβλητέας συντάξεως επιζώντος. Αυτή προσδιορίζεται ως εξής:
ανώτατο όριο σωρεύσεως
132 187 BFR
—
βελγικές συντάξεις λόγω συμπληρώσεως
συνταξίμου χρόνου
συνταξίμου χρόνου
— 43 718 BFR
—
ιταλική σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου
χρόνου μειωμένη
χρόνου μειωμένη
— 33 360 BFR
καταβλητέα βελγική σύνταξη επιζώντος
55 109 BFR
γ)
Σύγκριση του εσωτερικού συστήματος με· το κοινοτικό. Εφόσον η σύνταξη η οφειλόμενη βάσει του κοινοτικού συστήματος (55109 BFR) είναι λιγότερο ευνοϊκή από την χορηγούμενη αποκλειστικά βάσει του βελγικού συστήματος ( 60409 BFR ), χορηγήθηκε στην Cassamali από 1ης Οκτωβρίου 1976 η δεύτερη.
Το Office national des pensions εξηγεί, στη συνέχεια, ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί, σε περίπτωση υπερβάσεως της οροφής της σωρεύσεως της βελγικής συντάξεως επιζώντος με μία ή πλείονες συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, βελγικές ή αλλοδαπές, εκείνη που μειώνεται είναι η σύνταξη επιζώντος, ενώ η σύνταξη ή οι συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, βελγικές ή αλλοδαπές, δεν υφίστανται καμμία μείωση. Έτσι, κάθε μήνα, καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο η διαφορά μεταξύ του ανωτάτου ορίου επιτρεπομένης σωρεύσεως και του αθροίσματος των συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, βελγικών ή αλλοδαπών. Έτσι, το Office national des pensions δεν προέβη σε νέο υπολογισμό της συντάξεως επιζώντος: απλώς, καταβάλλει κάθε μήνα τη διαφορά μεταξύ του αναπροσαρμοσμένου ορίου και του αθροίσματος των αναπροσαρμοσμένων συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου.
Κατά το Office national des pensions, οι ανατιμήσεις αυτές εφαρμόζονται ακριβώς δυνάμει του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές διευκρινίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να χωρεί νέος υπολογισμός των παροχών, σκοπός τους δε είναι η ελάφρυνση του έργου το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλει η διοίκηση για να επανεξετάζει την κατάσταση του κοινωνικώς ασφαλισμένου για κάθε μεταβολή των παροχών τις οποίες λαμβάνει. Ο νέος υπολογισμός, τον οποίο ρητά αναφέρουν οι διατάξεις αυτές, είναι ο προβλεπόμενος από το άρθρο 46 του κανονισμού, ήτοι ο συγκριτικός υπολογισμός του εθνικού εσωτερικού συστήματος αφενός και του κοινοτικού συστήματος συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού αφετέρου, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την προαναφερθείσα απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982, Sinatra.
Στην περίπτωση της Cassamali, ο συγκριτικός αυτός υπολογισμός έγινε εξ υπαρχής και βάσει αυτού διαπιστώθηκε ότι η παροχή του εσωτερικού βελγικού συστήματος είναι ευνοϊκότερη από εκείνην του κοινοτικού συστήματος. Οι επακολουθήσασες μηνιαίες διακυμάνσεις της βελγικής συντάξεως επιζώντος δεν ήσαν αποτέλεσμα νέου συγκριτικού υπολογισμού, αλλά, αποκλειστικώς και μόνον, της επανεκτιμήσεως του ανωτάτου ορίου και/ή των συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όσο οι διακυμάνσεις του ανωτάτου ορίου σωρεύσεως και των συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου προκύπτουν αποκλειστικά από τη γενική εξέλιξη της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως, το Office national des pensions λαμβάνει υπόψη τα αντίστοιχα αναπροσαρμοσμένα ποσά, χωρίς να συντρέχει λόγος να προβεί σε νέο συγκριτικό υπολογισμό του εσωτερικού βελγικού και του κοινοτικού συστήματος.
Τέλος, το Office national des pensions προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στο εθνικό δικαστήριο ότι το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 « έχει την έννοια ότι, όταν, δυνάμει εθνικών κανόνων περί απγορεύσεως της σωρεύσεως, το ποσό που προκύπτει από την εκκαθάριση συντάξεως, την οποία ένα κράτος μέλος χορηγεί σε εργαζόμενο, δεν πρέπει — σωρευόμενο με το ποσό παροχής διαφορετικής φύσεως χορηγούμενης από άλλο κράτος μέλος — να υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, η σύνταξη δεν πρέπει να υποβάλλεται εκ νέου στους υπολογισμούς του άρθρου 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου και του άρθρου 7 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 574/72 του Συμβουλίου, σε περίπτωση μεταγενεστέρων μεταβολών είτε του ανωτάτου ορίου είτε της ετέρας των παροχών επερχομένων λόγω της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη ».
Έτσι, ενώ προτείνει μια ταυτόσημη σχεδόν διατύπωση με εκείνη της προαναφερθείσας αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 1990, Ravida, το Office national des pensions προτείνει στο Δικαστήριο, προς άρσιν οποιασδήποτε αμφιβολίας, να διευκρινίσει ότι ο προβλεπόμενος από το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 νέος υπολογισμός είναι, σύμφωνα με το ίδιο το γράμμα του άρθρου αυτού, ο υπολογισμός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 46 του κανονισμού (βλ. διατακτικό της προαναφερθείσας αποφάσεως της 1ης Μαρτίου 1984, Cinciulo ), καθώς και να αναφερθεί στο γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 7 του κανονισμού 574/72 μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της παροχής του κοινοτικού συστήματος.
3.
Η Επινροπή νων Ευρωπαϊκών Κοινονήνων υποστηρίζει ότι η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα έχει ήδη δοθεί με την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, Ravida.
Αφού παραθέτει τις σχετικές αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η κατάσταση που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης είναι ανάλογη με την εκτιθέμενη στην απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, Ravida, και ότι, επομένως, οι σκέψεις τις οποίες κάνει το Δικαστήριο στην απόφαση εκείνη, σχετικά με το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71, ισχύουν και για την παρούσα υπόθεση. Επομένως, κατά την Επιτροπή, το Office national des pensions δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διαφορετική φύση των συντάξεων επιζώντος και λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, για να αποκλείσει την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 51 στην περίπτωση που η επανεκτίμηση του ύψους μιας συντάξεως οφείλεται στη γενική εξέλιξη της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν υπάρχει άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου επιτρέπουσα τον νέο υπολογισμό των συντάξεων σε περίπτώση αυξήσεως του ποσού συντάξεως οφειλομένης στην αύξηση του κόστους διαβιώσεως. Ειδικότερα, η κανονιστική ρύθμιση του παραρτήματος VI του κανονισμού 1408/71, η αφορώσα το δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως στο Βέλγιο, δεν περιέχει τέτοια διάταξη.
Τέλος, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα:
«Το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (...) έχει την έννοια ότι, όταν, δυνάμει εθνικών αντισωρευτικών κανόνων, το ποσό που προκύπτει από την εκκαθάριση συντάξεως, την οποία ένα κράτος μέλος χορηγεί σε εργαζόμενο, δεν πρέπει — σωρευόμενο με το ποσό παροχής διαφορετικής φύσεως χορηγούμενης από άλλο κράτος μέλος — να υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, η σύνταξη δεν πρέπει να υποβάλλεται σε νέο υπολογισμό,προκειμένου να μην υπάρξει υπέρβαση του ορίου αυτού, σε περίπτωση μεταγενεστέρων μεταβολών της ετέρας των παροχών επερχομένων λόγω της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
Δεν υπάρχει καμμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου επιτρέπουσα τον νέο υπολογισμό των συντάξεων σε περίπτωση αυξήσεως του ύψους συντάξεως οφειλομένης στην αύξηση του κόστους διαβιώσεως. »
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τρίτο τμήμα )
της 20ής Μαρτίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-93/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal du travail de Bruxelles προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Erminia Cassamali
και
Office national des pensions,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Cassamali, εκπροσωπούμενη από τον Franco Agostini, δικηγόρο Ρώμης,
—
το Office national des pensions, εκπροσωπούμενο από τον Roger Masyn, administrateur général,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Μαρία Πατάκια, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Cassamali, του Office national des pensions, εκπροσωπουμένου από τον Georges Holvoet, secrétaire d' administration, και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 19ης Μαρτίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Μαρτίου 1990, το tribunal du travail de Bruxelles υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Cassamali και του Office national des pensions (στο εξής: ΟΝΡ) που είναι ο αρμόδιος βελγικός φορέας για την καταβολή παροχών γήρατος.
3
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Cassamali άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα στην Ιταλία και στο Βέλγιο.
4
Από την επαγγελματική της απασχόληση απέκτησε δικαιώματα συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου στην Ιταλία και δύο συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, τη μία από την απασχόληση της ως μισθωτού, την άλλη από ανεξάρτητη επαγγελματική της δραστηριότητα στο Βέλγιο. Βάσει των συνταξιοδοτικών αυτών δικαιωμάτων της, συνταξιοδοτήθηκε στα δύο αυτά κράτη από 1ης Οκτωβρίου 1976. Κατά την ημερομηνία αυτή, το συνολικό ύψος των τριών συντάξεων ανερχόταν σε 78868 BFR ( βελγικά φράγκα ).
5
Εξ άλλου, από την ίδια ημερομηνία, η Cassamali, της οποίας ο σύζυγος είχε, πριν από τον θάνατο του, ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα στο Βέλγιο, έλαβε και σύνταξη επιζώντος βάσει της βελγικής νομοθεσίας. Το ποσό αυτής θα έπρεπε να ανέρχεται σε 98127 BFR.
6
Ωστόσο, για τον υπολογισμό αυτής της συντάξεως επιζώντος, ο αρμόδιος βελγικός φορέας, η Caisse nationale des pensions de retraite et de survie, τον οποίον διαδέχθηκε το ΟΝΡ το 1987, έλαβε υπόψη τον κανόνα του άρθρου 52 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, που απαγορεύει τη σώρευση. Δυνάμει του κανόνος αυτού, η σύνταξη επιζώντος, σωρευόμενη με μία ή πλείονες συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου ή με οποιοδήποτε άλλο αναλόγου φύσεως οφέλημα χορηγούμενο δυνάμει της βελγικής ή αλλοδαπής νομοθεσίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο.
7
Στην περίπτωση της Cassamali, το ανώτατο αυτό όριο ήταν, την 1η Οκτωβρίου 1976, 139277 BFR, ενώ το άθροισμα των συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου — βελγικής και ιταλικής — και της βελγικής συντάξεως επιζώντος, των οποίων εδικαιούτο, ήταν 176995 BFR, υπερβαίνοντας έτσι το ανώτατο όριο κατά 37718 BFR. Επομένως, η σύνταξη επιζώντος, που τελικά εκκαθαρίστηκε από τον βελγικό φορέα για την 1η Οκτωβρίου 1976, περικόπηκε κατά το τελευταίο αυτό ποσό,περιορισθείσα έτσι από 98127 BFR σε 60409 BFR.
8
Κατά τις μεταγενέστερες καταβολές, ο βελγικός φορέας εξακολούθησε να υπολογίζει το ύψος της συντάξεως επιζώντος κατά τρόπον ώστε το άθροισμα των καταβαλλομένων στην Cassamali συντάξεων να μην υπερβαίνει το όριο που έθετε η εθνική ρύθμιση. Δεδομένης δε της σημαντικής αυξήσεως την οποία σημείωνε η ιταλική της σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου κατ' εφαρμογήν των ιταλικών διατάξεων περί τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των συντάξεων, προέκυψε μείωση του πραγματικού ύψους της καταβαλλομένης στην ενδιαφερόμενη συντάξεως επιζώντος.
9
H Cassamali προσέφυγε τότε στο tribunal du travail de Bruxelles, ισχυριζόμενη ότι αυτή η μέθοδος υπολογισμού ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 51, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971.
10
Υπ' αυτές τις συνθήκες, το tribunal du travail de Bruxelles αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία έως ότου αποφανθεί προδικαστικώς το Δικαστήριο επί των εξής ερωτημάτων:
«—
Επιτρέπει το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 τον νέο υπολογισμό βελγικής συντάξεως λόγω αυξήσεως ιταλικής συντάξεως οφειλομένης αποκλειστικώς στην αύξηση του κόστους διαβιώσεως;
—
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, υπάρχει άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου που να επιτρέπει τον νέο αυτόν υπολογισμό; »
11
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω, παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12
Εν όψει των στοιχείων της δικογραφίας της κύριας δίκης, τα δύο προδικαστικά ερωτήματα — τα οποία ενδείκνυται να συνεξεταστούν — πρέπει να γίνουν αντιληπτά υπό την εξής έννοια: όταν, δυνάμει εθνικών κανόνων που απαγορεύουν τη σώρευση, κατά την εκκαθάριση συντάξεως χορηγούμενης σε εργαζόμενο από κράτος μέλος, το ύψος της καθορίστηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, αθροιζόμενο με το ποσό άλλης — οποιασδήποτε φύσεως — παροχής χορηγούμενης από άλλο κράτος μέλος, να μην υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, επιτρέπει το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 — ή κάποια άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου —, σε περίπτωση μεταγενεστέρων διακυμάνσεων της ετέρας των παροχών επερχομένων λόγω της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως, να μεταβάλλεται το ύψος της συντάξεως αυτής προκειμένου να αποφεύγεται η υπέρβαση του ορίου;
13
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, για να υπολογίσει το ύψος των παροχών γήρατος των οφειλομένων σε εργαζόμενο ο οποίος έχει υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή πλειόνων κρατών μελών, ο αρμόδιος φορέας εκατέρου των κρατών αυτών υποχρεούται να συγκρίνει το ποσό που οφείλεται αποκλειστικώς δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, η οποία περιλαμβάνει και τις οικείες απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις, με το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71. Η καθεμιά από τις παροχές εκκαθαρίζεται σύμφωνα με εκείνο από τα συστήματα που είναι το ευνοϊκότερο για τον εργαζόμενο.
14
Όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, υπόθεση C-85/89, Ravida (Συλλογή 1990, σ. I-1063), κάθε μεταγενέστερη μεταβολή της μιας από τις παροχές συνεπάγεται κατ' αρχήν ότι πρέπει, για καθεμιά από τις παροχές, να γίνεται νέα σύγκριση μεταξύ του εθνικού και του κοινοτικού συστήματος, για να προσδιορίζεται ποιο είναι το ευνοϊκότερο για τον εργαζόμενο ύστερα από την επελθούσα μεταβολή.
15
Με την ίδια απόφαση, ωστόσο, το Δικαστήριο υπέμνησε ότι, χάριν μειώσεως του φόρτου τον οποίο αντιπροσωπεύει για τη Διοίκηση η επανεξέταση της καταστάσεως του εργαζομένου κάθε φορά που μεταβάλλονται οι παροχές τις οποίες λαμβάνει, το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 αποκλείει τον νέο υπολογισμό των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 46, οπότε και τη νέα σύγκριση μεταξύ εθνικού και κοινοτικού συστήματος, όταν η μεταβολή μιας από τις παροχές οφείλεται σε γεγονότα ξένα προς την ατομική κατάσταση του εργαζομένου και είναι συνέπεια της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
16
Νέος υπολογισμός των παροχών γήρατος, δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71, χωρεί μόνο σε περίπτωση που η μεταβολή του ύψους της παροχής οφείλεται σε αλλαγή του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού αυτής, ιδίως λόγω μεταβολής της προσωπικής καταστάσεως του εργαζομένου.
17
Κατά συνέπεια, όπως προκύπτει επίσης από την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, Ravida, και αν ακόμη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης, στη σύνταξη επιζώντος την οποία χορηγεί ένα κράτος μέλος σε εργαζόμενο επιβλήθηκε, κατά την αρχική της εκκαθάριση, ανώτατο όριο, βάσει των κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως τους οποίους περιέχει η νομοθεσία του κράτους αυτού, για να ληφθεί ιδίως υπόψη η σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου την οποία ενδεχομένως χορηγεί στον ίδιο εργαζόμενο άλλο κράτος μέλος, το άρθρο 51, παράγραφος 1, κωλύει τον νέο υπολογισμό της συντάξεως επιζώντος κατόπιν αναπροσαρμογών της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, όταν οι αναπροσαρμογές αυτές αποτελούν συνέπεια της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
18
Με τις παρατηρήσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου, το ΟΝΡ διατείνεται περαιτέρω ότι ο απαγορευόμενος κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, νέος υπολογισμός είναι μόνον ο υπολογισμός που προβλέπεται στο άρθρο 46 και αποσκοπεί στη σύγκριση μεταξύ της παροχής της χορηγούμενης από το εθνικό σύστημα και της χορηγούμενης από το κοινοτικό σύστημα. Κατά το ΟΝΡ, οι νέοι υπολογισμοί του ύψους της συντάξεως επιζώντος στους οποίους προέβη έτσι ώστε, παρά τις αυξήσεις της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου την οποία χορηγούσε το έτερο κράτος μέλος, να τηρείται το ανώτατο όριο το καθοριζόμενο κατά τον εθνικό απαγορεύοντα τη σώρευση κανόνα, δεν συνιστούν τον νέο συγκριτικό υπολογισμό, τον οποίον απαγορεύει το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
19
Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί.
20
Στην υπό κρίση περίπτωση, οι αυξήσεις που επέρχονται λόγω γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως του κράτους που υποχρεούται προς χορήγηση της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου πρέπει, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 51, παράγραφος 1, να εφαρμόζονται απευθείας στη σύνταξη αυτή. Είτε εκκαθαρίστηκε κατ' αποκλειστική εφαρμογή των διατάξεων του εθνικού συστήματος, είτε κατά το σύστημα του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, η σύνταξη επιζώντος ουδόλως πρέπει να επηρεάζεται από τις αυξήσεις αυτές· συγκεκριμένα δεν πρέπει να μεταβάλλεται ούτε για να τηρείται διαρκώς ο εθνικός κανόνας που καθορίζει ανώτατο όριο σωρεύσεως. Πράγματι, μια τέτοια μεταβολή θα μπορούσε να επέλθει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι έχει βεβαιωθεί προηγουμένως ότι η σύνταξη επιζώντος, μετά τη μεταβολή της αυτή, θα παραμείνει τουλάχιστον εξ ίσου ευνοϊκή αν εξακολουθήσει να εφαρμόζεται το σύστημα, εθνικό ή κοινοτικό, κατά το οποίο εκκαθαρίστηκε αρχικά, όσο και αν εφαρμοζόταν το έτερο σύστημα' αυτό θα προϋπέθετε νέα σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών συστημάτων, πράγμα όμως ακριβώς που αντιβαίνει στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
21
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει καμμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου επιτρέπουσα νέο υπολογισμό των παροχών στις περιπτώσεις που αυτός απαγορεύεται με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
22
Έτσι, εκτός των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 51, στις οποίες επέρχεται μεταβολή του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών, οι μόνες μεταβολές τις οποίες ενδέχεται να υποστεί μια παροχή γήρατος είναι οι οφειλόμενες στις διακυμάνσεις — είτε ποσοστιαίες είτε σε απόλυτες τιμές — που προκύπτουν από τους εθνικούς κανόνες περί τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, τους οποίους εφαρμόζει το κράτος που υποχρεούται προς χορήγηση της παροχής αυτής. Αντιθέτως, η εν λόγω παροχή γήρατος δεν μπορεί να επηρεαστεί, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, από τη μεταβολή οποιασδήποτε άλλης παροχής, η οποία επέρχεται για έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου 51.
23
Υπ' αυτές τις συνθήκες, στα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν, δυνάμει εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, κατά την εκκαθάριση συντάξεως καταβλητέας σε εργαζόμενο από ένα κράτος μέλος, το ποσό αυτής καθορίστηκε σε ύψος τέτοιο ώστε, αθροιζόμενο με το ποσό ετέρας παροχής οποιασδήποτε φύσεως καταβαλλομένης από άλλο κράτος μέλος, να μην υπερβαίνει ορισμένο όριο, ούτε το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971, ούτε καμμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου επιτρέπει να μεταβληθεί το ποσό αυτής της συντάξεως έτσι ώστε, σε περίπτωση μεταγενεστέρας διακυμάνσεως της ετέρας των παροχών οφειλομένης στη γενική εξέλιξη της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως, να αποφευχθεί η υπέρβαση του ορίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
24
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 19ης Μαρτίου 1990 το tribunal du travail de Bruxelles, αποφαίνεται:
Όταν, δυνάμει εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, κατά την εκκαθάριση συντάξεως καταβλητέας σε εργαζόμενο από ένα κράτος μέλος, το ποσό αυτής καθορίστηκε σε ύψος τέτοιο ώστε, αθροιζόμενο με το ποσό ετέρας παροχής οποιασδήποτε φύσεως καταβαλλομένης από άλλο κράτος μέλος, να μην υπερβαίνει ορισμένο όριο, ούτε το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, ούτε καμμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου επιτρέπει να μεταβληθεί το ποσό αυτής της συντάξεως έτσι ώστε, σε περίπτωση μεταγενέστερος διακυμάνσεως της ετέρας των παροχών οφειλομένης στη γενική εξέλιξη της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως, να αποφευχθεί η υπέρβαση του ορίου.
Moitinho de Almeida
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Μαρτίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
J.C. Moitinho de Almeida
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy