ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-100/90 ( *1 )
I — Περιστατικά
1. Νομικό πλαίσιο
1.1. Η κοινοτική ρύθμιοη
Η οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17, στο εξής: οδηγία), συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με μία σειρά μεταγενέστερων οδηγιών, από τις οποίες η τελευταία είναι η οδηγία 89/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1989 ( ΕΕ L 92, σ. 15). Η οδηγία προβλέπει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/664/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988 ( ΕΕ L 382, σ. 41 ), την εφαρμογή ( στο πλαίσιο της κυκλοφορίας των ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών ) απαλλαγής από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που επιβάλλονται κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων που ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης και περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, καθόσον πρόκειται για εισαγωγές μη εμπορικού χαρακτήρα και η συνολική αξία των εμπορευμάτων δεν υπερβαίνει τα 390 ECU κατ' άτομο. Στο πλαίσιο της γενικής αυτής φορολογικής απαλλαγής επιτράπηκε πάντως στο Βασίλειο της Δανίας να αποκλείει από την απαλλαγή εμπορεύματα των οποίων η αξία ανά μονάδα προϊόντος υπερβαίνει τα 340 ECU από την 1η Ιανουαρίου 1990 (οδηγία 89/194/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1989 ).
Χάριν της εφαρμογής της οδηγίας, το άρθρο 3, παράγραφος 2, προβλέπει: « Θεωρούνται μη εμπορικού χαρακτήρος οι εισαγωγές οι οποίες: α) παρουσιάζουν ευκαιριακό χαρακτήρα, β) αφορούν αποκλειστικά εμπορεύματα που προορίζονται για την προσωπική ή οικογενειακή χρήση των ταξιδιωτών ή που προορίζονται για δώρα, με την επιφύλαξη ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν δύνανται να παρουσιάζουν από τη φύση τους ή την ποσότητά τους, οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον. »
Η τέταρτη οδηγία 78/1033/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, τροποποίησε το άρθρο 3 με την προσθήκη της παραγράφου 3, η οποία έχει ως εξής:
«3.
Νοούνται ως προσωπικές αποσκευές το σύνολο των αποσκευών που ο ταξιδιώτης δύναται να παρουσιάσει στην τελωνειακή υπηρεσία κατά την άφιξη του καθώς και εκείνες τις οποίες παρουσιάζει μεταγενέστερα στην ίδια υπηρεσία, υπό την επιφύλαξη ότι αποδεικνύει ότι είχαν καταγραφεί ως συνοδευόμενες αποσκευές, κατά την αναχώρηση του, από την εταιρία που εξετέλεσε τη μεταφορά του.
Δεν αποτελούν προσωπικές αποσκευές τα φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα. Ωστόσο, για κάθε μεταφορικό μέσο μετά κινη-τήρος, τυγχάνουν ατελείας τα καύσιμα που περιέχονται σε τέτοια φορητά δοχεία για ποσότητα που δεν υπερβαίνει τα 10 λίτρα, υπό τη επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων περί κατοχής και μεταφοράς καυσίμων. »
Το άρθρο 4 της οδηγίας 69/169 καθορίζει τα ποσοτικά όρια για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων.
Εντός των ποσοτικών ορίων που καθορίζονται με την προαναφερθείσα διάταξη και ενόψει των περιορισμών που αφορούν τους κάτω των 15 ετών ταξιδιώτες (που απολαύουν απαλλαγής 90 ECU ), η αξία των απαριθμούμενων εμπορευμάτων δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της φορολογικής απαλλαγής που αναφέρεται στα άρθρα 1 και 2.
1.2. Η εθνική ρύθμιση
Το άρθρο 4, Β, παράγραφος 3, της αποφάσεως 422 του Υπουργείου Φόρων και Ειδικών Φόρων Καταναλώσεως, της 25ης Σεπτεμβρίου 1985, σχετικά με την απαλλαγή από δασμούς και φόρους ως προς τις αποσκευές των ταξιδιωτών ( Lovtidende Α, 1985, σ. 1397), ορίζει:
« Η φορολογική απαλλαγή που ισχύει για τα καύσιμα εν γένει ( brændstof) που περιέχονται σε φορητά δοχεία περιορίζεται σε 10 λίτρα ανά όχημα με κινητήρα. »
Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις 412 της 13ης Ιουνίου 1989 και 688 της 6ης Νοεμβρίου 1989(Lovlidende Α, 1989, σ. 585 ), με τις οποίες επαναλήφθηκε όπως είχε η επίδικη διάταξη.
2. Ιστορικό νης διαφοράς
Με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1987, η Επιτροπή κάλεσε τη Δανική Κυβέρνηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να της γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της ως προς το αν συμβιβάζεται το φορολογικό σύστημα που έχει θεσπιστεί με την προαναφερθείσα απόφαση 422 προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε ιδίως με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 78/1033.
Με έγγραφο της 28ης Αυγούστου 1987, η Δανική Κυβέρνηση διατύπωσε αμυντικώς διάφορες παρατηρήσεις και αναφέρθηκε σε ορισμένα στοιχεία.
Στις 21 Ιουνίου 1989, η Επιτροπή διατύπωσε την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται στο άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Στη γνώμη αυτή διευκρίνισε ότι η Δανική Κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν συμμορφώθηκε προς την προαναφερθείσα οδηγία, και την κάλεσε να συμμορφωθεί προς την εν λόγω γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Στις 20 Οκτωβρίου 1989, η Δανική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή ένα έγγραφο σε απάντηση της αιτιολογημένης γνώμης, διευκρινίζοντας ότι οι δανικές αρχές δεν είχαν την πρόθεση να δώσουν συνέχεια σ' αυτή.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Απριλίου 1990.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Δανίας, εφαρμόζοντας, δυνάμει του άρθρου 1, σημείο 2, της τέταρτης οδηγίας 78/1033, με το οποίο προστέθηκε η παράγραφος 3 στο άρθρο 3 της κοινοτικής οδηγίας 69/169, περί των προσωπικών αποσκευών των ταξιδιωτών, ως προς όλους τους τύπους καυσίμων εν γένει και όχι μόνο ως προς τη βενζίνη το ποσοτικό όριο των δύο λίτρων που προβλέπει η εν λόγω οδηγία για την εισαγωγή με φορολογική απαλλαγή βενζίνης που περιέχεται σε φορητά δοχεία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας·
—
να καταδικάσει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.
Η Δανική Κυβέρνηση, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με την ερμηνεία που δίνει η Δανική Κυβέρνηση στη λέξη « brændstof », η οποία χρησιμοποιείται στη νέα παράγραφο 3 του άρθρου 3 της οδηγίας, κατά την οποία η διάταξη αυτή αφορά όλες τις εύφλεκτες ύλες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παροχή ενεργείας. Ο όρος αυτός χαρακτηρίζει αποκλειστικά τα « καύσιμα » ( τη βενζίνη ή τη γκαζολίνη ), δηλαδή τα καύσιμα για κινητήρες εσωτερικής καύσεως, όπως προκύπτει, αφενός μεν, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη θέσπιση της τέταρτης οδηγίας 78/1033, αφετέρου δε, από μία σύγκριση της διατυπώσεως της διατάξεως στις έξι αρχικές γλώσσες.
Κατά την Επιτροπή, ο σκοπός της προτάσεως που είχε ως συνέπεια την προσθήκη της νέας παραγράφου 3 στο άρθρο 3 συνίσταται στον περιορισμό της ποσότητας καυσίμων που μπορούν να μεταφέρουν οι ταξιδιώτες. Πράγματι, είχε διαπιστωθεί ότι ταξιδιώτες εξεδήλωναν την επιθυμία να μπορούν να μεταφέρουν καύσιμα σε φορητά δοχεία στα όρια της φορολογικής απαλλαγής, πράγμα που συνεπήγετο κινδύνους για την οδική ασφάλεια σε περίπτωση δυστυχήματος. Η έκφραση « εφεδρικό δοχείο » που χρησιμοποιήθηκε στην εν λόγω πρόταση οδηγίας καταδεικνύει σαφώς ότι επρόκειτο μόνο για τον περιορισμό της μεταφοράς των καυσίμων. Η εξάλειψη της εκφράσεως αυτής είχε ως σκοπό την άρση κάθε αμφιβολίας ως προς το ζήτημα αν τα « καύσιμα » που μεταφέρονται στο όχημα πρέπει απαραιτήτως να είναι του είδους που χρησιμοποιείται για το αυτοκίνητο όχημα στο οποίο βρίσκονται το ή τα δοχεία. Η μη επιβολή αυτής της ταυτίσεως σημαίνει, παραδείγματος χάρη, ότι ένα συγκεκριμένο όχημα που κινείται με βενζίνη μπορεί να μεταφέρει, κατά τη διέλευση εθνικών συνόρων, ένα δοχείο με γκαζολίνη που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί σε ένα πλοίο με κινητήρα ντίζελ.
Η Επιτροπή παραδέχεται ότι ο όρος « brændstof » που χρησιμοποιείται στο δανικό κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, καθώς και οι όροι « fuel », « Kraftstoff » και « brandstof », που χρησιμοποιούνται αντιστοίχως στο αγγλικό, το γερμανικό και το ολλανδικό κείμενο, αντιστοιχούν στην έννοια των καυσίμων εν γένει, ενώ οι όροι « carburant » και « carburante », που χρησιμοποιούνται αντιστοίχως στο γαλλικό και το ιταλικό κείμενο, καλύπτουν αποκλειστικά τα καύσιμα για κινητήρες εσωτερικής καύσεως.
Η Επιτροπή παρατηρεί συναφώς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κείμενα ορισμένης διατάξεως σε διάφορες γλώσσες πρέπει να ερμηνεύονται ενιαίως και ότι, επομένως, σε περίπτωση διαφορών μεταξύ των διαφόρων αυτών γλωσσών, η διάταξη για την οποία πρόκειται πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος. Όμως, όπως προκύπτει από τον επιδιωκόμενο με την πρόταση οδηγίας σκοπό,πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας αφορά μόνο τα καύσιμα για κινητήρες.
Η Επιτροπή τονίζει περαιτέρω ότι, αν η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, στηριχθεί σε μία καθαρά γλωσσολογική ανάλυση, θα προκύψει το παράλογο αποτέλεσμα η διάταξη στη δανική να καλύπτει καύσιμα εν γένει, όπως το κάρβουνο ή τη στερεά παραφίνη, επειδή, από γλωσσολογικής απόψεως, η λέξη « brændstof » καλύπτει επίσης και τις δύο αυτές ύλες.
Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα της απόψεως της Δανικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία τα καύσιμα εν γένει δεν πρέπει να θεωρούνται ως αποσκευές των ταξιδιωτών κατά την έννοια της οδηγίας. Εν προκειμένω, προβάλλει, αφενός μεν, ότι η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, όπως αυτός προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη, καθώς και από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 72/230/ΕΟΚ, με την οποία τροποποιήθηκε η οδηγία 69/169/ΕΟΚ (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 30), δηλαδή η προοδευτική εγκαθίδρυση μιας εσωτερικής αγοράς, αφετέρου δε, σε αντίθεση προς αυτά που υποστηρίζει η Δανική Κυβέρνηση, η πρόταση της τέταρτης οδηγίας δεν είχε ως αφετηρία μία στενή αντίληψη περί προσωπικών αποσκευών, υπό την έννοια ότι οι αποσκευές αυτές δεν περιλαμβάνουν τα καύσιμα εν γένει. Πράγματι, η πρόταση αυτή περιοριζόταν στη διαπίστωση, σε σχέση με το άρθρο 2, ότι:
« Διαπιστώθηκαν περιπτώσεις, κατόπιν αδικαιολόγητης ερμηνείας της έννοιας των “ προσωπικών αποσκευών” που περιέχεται στις κοινοτικές διατάξεις, στις οποίες οι ταξιδιώτες που επανέρχονταν σε κράτος μέλος μετά από ταξίδι στο εξωτερικό επιθυμούσαν να έχουν τη δυνατότητα να εισάγουν με φορολογική απαλλαγή κάθε είδους καύσιμα που μετέφεραν σε φορητά δοχεία.
Κατά συνέπεια, φάνηκε σκόπιμο, για να αποφευχθεί ενδεχομένως αποκλίνουσα ερμηνεία της έννοιας των “ προσωπικών αποσκευών ”, να αποφασιστεί προς τον σκοπό αυτό ένας κοινοτικός ορισμός. »
Το γεγονός ότι παρέχεται για τα καύσιμα εν γένει η φορολογική απαλλαγή που προβλέπεται από την οδηγία δεν αποκλείει τη δυνατότητα για τα κράτη μέλη να θεσπίζουν τα μέτρα που θεωρούν αναγκαία για να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των μεταφορών.
Κατά την Επιτροπή, οι δανικές αρχές ερμηνεύουν σταθερά το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο τα καύσιμα για κινητήρες. Μόνο κατόπιν της έντονης αυξήσεως των φόρων επί του μαζούτ οικιακής χρήσεως, που σημειώθηκε στη Δανία το 1986, οι εν λόγω αρχές μετέβαλαν γνώμη. Η μεταβολή αυτή οφείλεται σε φορολογικούς λόγους, ιδίως στο γεγονός ότι η τιμή του μαζούτ οικιακής χρήσεως ήταν χαμηλότερη στη Γερμανία.
Η οδηγία « αποσκευές ταξιδιωτών » δεν απο-σκοπείπρωτίστως στην προάσπιση του φορολογικού συμφέροντος των κρατών μελών που συνίσταται στην πραγματοποίηση των αγορών στο έδαφος τους. Αντιθέτως, πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή την προοδευτική εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς.
Η Δανική Κνβέρνηση υποστηρίζει κατά πρώτον ότι σε τέσσερις από τις έξι αρχικές γλώσσες στις οποίες είναι διατυπωμένο το άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας 78/1033, συμπεριλαμβανομένης και της δανικής, χρησιμοποιείται ο όρος «brændstof» εν ευρεία εννοία και ότι μόνο σε δύο γλώσσες χρησιμοποιείται ένας όρος που χαρακτηρίζει τα καύσιμα για κινητήρες εσωτερικής καύσεως.
Κατά τη Δανική Κυβέρνηση, αν ερμηνευθεί η οδηγία με βάση την évvota του όρου που χρησιμοποιείται στη δανική αποφεύγεται ένα δύσκολο πρόβλημα οριοθετήσεως, δεδομένου ότι η έννοια «motorbrændstof» ( καύσιμα για κινητήρες ») δεν είναι οπωσδήποτε μονοσήμαντη. Έτσι, είναι δυνατή η χρησιμοποίηση του μαζούτ οικιακής χρήσεως προκειμένου να λειτουργήσει ένας κινητήτας ντίζελ. Ο όρος «brændstof» χαρακτηρίζει κάθε εύφλεκτο υγρό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ενεργείας, παραδείγματος χάρη, για τη θέρμανση ή τη λειτουργία ενός κινητήρα εσωτερικής καύσεως. Αν υιοθετηθεί η ερμηνεία αυτή, όχι μόνο τα καύσιμα, αλλά και όλοι οι άλλοι τύποι καυσίμων εν γένει, όπως τα καύσιμα για οικιακή χρήση, εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας 78/1033.
Η Δανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ορθότητα του ισχυρισμού της Επιτροπής ότι προέβη σε διαφορετική ερμηνεία της οδηγίας, όταν, συνεπεία της αυξήσεως του φόρου επί του μαζούτ οικιακής χρήσεως, κατέστη οικονομικώς προσοδοφόρα η μετάβαση στη Γερμανία για την προμήθεια αυτού του προϊόντος. Η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως ήταν σταθερώς η ίδια και προκύπτει εξάλλου από τη χρησιμοποίηση ενός σαφούς όρου που περιλαμβάνει όλες τις εύφλεκτες ύλες. Μόνο μετά την αύξηση του φόρου έκρινε αναγκαίο ο Δανός Υπουργός Φόρων και Ειδικών Φόρων Καταναλώσεως να πληροφορήσει το κοινό με την ακόλουθη ανακοίνωση στον Τύπο:
« Η απόφαση που ισχύει σχετικά με τις φορολογικές απαλλαγές που μπορούν να τύχουν οι ταξιδιώτες περιέχει μία ρητή διάταξη που προβλέπει ότι η απαλλαγή σχετικά με τα καύσιμα εν γένει που περιέχονται σε φορητά δοχεία περιορίζεται σε 10 λίτρα ανά όχημα με κινητήρα. Η διάταξη αυτή ισχύει για κάθε είδους καύσιμα.
Επομένως, οι ταξιδιώτες δεν μπορούν να εισάγουν καύσιμα εν γένει με απαλλαγή πέραν του ορίου των 2800 δανικών κορωνών, το οποίο ισχύει εξάλλου για όλα τα εμπορεύματα που φέρουν μαζί τους οι ταξιδιώτες από την αλλοδαπή στις προσωπικές τους αποσκευές. »
Κατά τη Δανική Κυβέρνηση, οι καύσιμες ύλες, όποιες κι αν είναι αυτές ( βενζίνη, γκαζολίνη, μαζούτ οικιακής χρήσεως κλπ.), ουδέποτε θεωρήθηκαν ότι περιλαμβάνονταν στην έννοια των « προσωπικών αποσκευών », είτε πριν είτε μετά την τροποποίηση που επήλθε με την οδηγία 78/1033. Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή συμμερίζεται αυτή την ερμηνεία, επειδή στην αιτιολογική έκθεση για την τέταρτη οδηγία διαπίστωσε ότι: « προκειμένου να εξαλειφθεί κάθε διαφορά ως προς την ερμηνεία της έννοιας των “ προσωπικών αποσκευών ”, κρίθηκε σκόπιμο να δοθεί στην έννοια αυτή μία κοινοτική ερμηνεία» και θεώρησε ως « καταχρηστική » και « αποκλίνουσα » ερμηνεία το να περιληφθούν τα καύσιμα που περιέχονται σε φορητά δοχεία στην έννοια των « προσωπικών αποσκευών ». Πάντως, για να αποφευχθεί μία άσκοπη συζήτηση επί του ζητήματος αυτού, η Επιτροπή πρότεινε μία προσθήκη στο άρθρο 3, με τη μορφή του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3, στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι τα καύσιμα που περιέχονται σε φορητά δοχεία δεν αποτελούν μέρος των « προσωπικών αποσκευών ».
Η Δανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι αν η ερμηνεία που υποστηρίζει ήδη η Επιτροπή ήταν ορθή, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα είχαν λάβει το 1978 την παράλογη απόφαση να επιβάλουν έναν σημαντικό περιορισμό στη δυνατότητα εισαγωγής με απαλλαγή βενζίνης ή γκαζολίνης, οι οποίες παρουσιάζουν και οι δύο στενό σύνδεσμο με το ταξίδι θεωρούμενο ως δραστηριότητα, ενώ η εισαγωγή όλων των άλλων τύπων καυσίμων, που εξ ορισμού δεν έχουν καμία σχέση με το ταξίδι θεωρούμενο ως δραστηριότητα, δεν αποτελεί το αντικείμενο κανενός είδους περιορισμού. Όμως, το αντίθετο ακριβώς χρησίμευσε ως αφετηρία το 1978, δοθέντος ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιθυμούσαν να διευκρινίσουν ότι τα καύσιμα, κατά κυριολεξία του όρου, δεν μπορούν να εμπίπτουν στην έννοια των « προσωπικών αποσκευών». Εξάλλου, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή διατύπωσε, κατά το τέλος της συνεδριάσεως της εν ολομέλεια, της 18ης και 19ης Οκτωβρίου 1978, μία γνώμη σχετικά με το νέο άρθρο 3, όπου εκφράζει την έκπληξη της για το ότι ο ορισμός των « προσωπικών αποσκευών » περιέχει μία αρνητική εξαίρεση ως προς τα « φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα » την οποία επιθυμούσε η Επιτροπή, δηλώνοντας: « Τα εφεδρικά δοχεία δεν αποτελούν πράγματι προσωπικές αποσκευές. Αν θα πρέπει να τύχουν ειδικής ρυθμίσεως, το ζήτημα αυτό θα πρέπει προφανώς να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο ενός άλλου κειμένου. »
Η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζει τέλος ότι, περιλαμβάνοντας το άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, στην οδηγία « αποσκευές ταξιδιωτών», η οδηγία 78/1033 διευκρίνισε απλώς έναν κανόνα που ήδη ίσχυε και κατά τον οποίο τα καύσιμα δεν εμπίπτουν στην έννοια των « προσωπικών αποσκευών ». Η οδηγία επέφερε επίσης μία άμβλυνση, έτσι ώστε να είναι δυνατή η εισαγωγή με απαλλαγή, ως προς κάθε όχημα με κινητήρα, κατά μέγιστο όριο δέκα λίτρων καυσίμων για κινητήρα που περιέχονται σε φορητά δοχεία.
J. C Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
ΑΠΌΨΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 17ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-100/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Johannes Føns Buhl, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Δανίας, εκπροσωπούμενου απο τον Jørgen Molde, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Δανίας, 11 Β, boulevard Joseph-Il,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Δανίας, περιορίζοντας σε δέκα λίτρα την ποσότητα καυσίμων εν γένει που μπορούν να εισάγουν οι ταξιδιώτες στη Δανία, με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, σε φορητά δοχεία εντός αυτοκινήτου οχήματος, ακόμη και όταν τα εν λόγω καύσιμα είναι διαφορετικού τύπου από τα καύσιμα για κινητήρες, σε αντίθεση προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17 ), όπως τροποποιήθηκε από την τέταρτη οδηγία 78/1033/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 100), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, R. Joliet, F. Grévisse και Ρ. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, J. C Moitinho de Almeida, M. Díez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Απριλίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Δανίας, περιορίζοντας σε δέκα λίτρα την ποσότητα καυσίμων εν γένει που μπορούν να εισάγουν οι ταξιδιώτες στη Δανία, με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, σε φορητά δοχεία εντός αυτοκινήτου οχήματος, ακόμη κι όταν τα εν λόγω καύσιμα είναι διαφορετικού τύπου από τα καύσιμα για κινητήρες, σε αντίθεση προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17, στο εξής: οδηγία), όπως τροποποιήθηκε από την τέταρτη οδηγία 78/1033/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 100), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο προσαπτόμενος περιορισμός, που εισήχθη στο δανικό δίκαιο με την απόφαση 422, της 25ης Σεπτεμβρίου 1985, του Υπουργού Φόρων και Ειδικών Φόρων Καταναλώσεως ( Lovtidende Α, 1985, σ. 1397 ), όπως αντικαταστάθηκε από την υπουργική απόφαση 412, της 13ης Ιουνίου 1989( Lovtidende Α, 1989, σ. 1379 ) και τροποποιήθηκε τελευταία με την υπουργική απόφαση 688, της 6ης Νοεμβρίου 1989(Lovtidende Α, 1989, σ. 585 ), αντιβαίνει προς τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, επειδή ο περιορισμός που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, αφορά μόνο τα καύσιμα για κινητήρες εσωτερικής καύσεως.
3
Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2, παράγραφος 1, ισχύει απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που επιβάλλονται κατά την εισαγωγή ως προς τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται αντιστοίχως από τρίτες χώρες ή κράτη μέλη της Κοινότητας, όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
5
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε:
« Νοούνται ως προσωπικές αποσκευές το σύνολο των αποσκευών που ο ταξιδιώτης δύναται να παρουσιάσει στην τελωνειακή υπηρεσία κατά την άφιξη του καθώς και εκείνες τις οποίες παρουσιάζει μεταγενέστερα στην ίδια υπηρεσία, υπό την επιφύλαξη ότι αποδεικνύει ότι είχαν καταγραφεί ως συνοδευόμενες αποσκευές, κατά την αναχώρηση του, από την εταιρία που εξετέλεσε τη μεταφορά του.
Δεν αποτελούν προσωπικές αποσκευές τα φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα. Ωστόσο, για κάθε μεταφορικό μέσο μετά κινητήρος, τυγχάνουν ατέλειας τα καύσιμα που περιέχονται σε τέτοια φορητά δοχεία για ποσότητα που δεν υπερβαίνει τα 10 λίτρα, υπό τη επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων περί κατοχής και μεταφοράς καυσίμων. »
6
Η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο περιορισμός που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, αφορά τα καύσιμα εν γένει και όχι μόνο τα καύσιμα για κινητήρες. Προβάλλει συναφώς ένα επιχείρημα που αντλεί από το γεγονός ότι στο κείμενο της διατάξεως στις διάφορες γλώσσες, μεταξύ των οποίων η δανική, χρησιμοποιείται ένας όρος που χαρακτηρίζει τα καύσιμα εν γένει.
7
Διαπιστώνεται ότι ο χρησιμοποιούμενος στο κείμενο της προαναφερόμενης διατάξεως σε διάφορες γλώσσες όρος αφορά τα καύσιμα για κινητήρες, ενώ στο κείμενο της διατάξεως σε άλλες γλώσσες χρησιμοποιείται η πλέον γενική έννοια των καυσίμων. Έτσι, στο κείμενο της διατάξεως στη γερμανική, την αγγλική, τη δανική, την ελληνική, την ολλανδική, την πορτογαλική, την ισπανική και την ιταλική χρησιμοποιούνται αντιστοίχως οι όροι « Kraftstoff », « fuel », « brændstof », « καύσιμα », « brandstof», « combustível », « carburante », « carburante ».
8
Ενόψει αυτών των διαφορών, πρέπει, προκειμένου να ερμηνευθεί η εν λόγω διάταξη, να αναζητηθεί ο σκοπός της.
9
Κατά την Επιτροπή, η θέσπιση του εν λόγω περιορισμού υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι πολυάριθμοι αυτοκινητιστές ζητούσαν, με κίνδυνο να διακυβευθεί η οδική ασφάλεια, να τύχουν των απαλλαγών που εφαρμόζονται υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας σε σχέση με τα καύσιμα που περιέχονται σε φορητά δοχεία μεταφερόμενα εντός του οχήματός τους. Ενόψει ακριβώς αυτών των δεδομένων η Επιτροπή προέβλεψε, στην πρόταση της για τη θέσπιση της τέταρτης οδηγίας του Συμβουλίου, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 69/169 ( ΕΕ 1978, C 213, σ. 9), περιορισμό των ποσοτήτων καυσίμων που μπορούν να μεταφερθούν με απαλλαγή εντός εφεδρικών δοχείων. Η αντικατάσταση από το Συμβούλιο του όρου αυτού με τον όρο « φορητά δοχεία » δεν είχε ως σκοπό να επεκταθεί ο περιορισμός σε όλους τους τύπους μεταφερομένων καυσίμων εν γένει, αλλ' απλώς να καλυφθούν όλα τα καύσιμα για κινητήρες, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είναι άλλού τύπου από αυτόν που χρησιμοποιείται στο εν λόγω όχημα.
10
Πρέπει συναφώς να τονιστεί ότι, καίτοι ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως συνίσταται στην προστασία της οδικής ασφάλειας, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί ένας τύπος καυσίμου όπως το ντίζελ, το οποίο δεν είναι εύφλεκτο, θα αποτελούσε αντικείμενο του εν λόγω περιορισμού. Εξάλλου, όπως τόνισε και η Δανική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ούτε ένας τέτοιος σκοπός θα μπορούσε να αποτελέσει εξήγηση για το ότι η Επιτροπή προέτεινε διαφορετικούς περιορισμούς ως προς τις εισαγωγές από τρίτες χώρες και τις εισαγωγές που πραγματοποιούνται από κράτος μέλος, δηλαδή αντιστοίχως πέντε και δεκαπέντε λίτρων.
11
Ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου που να καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του ειδικού σκοπού της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να τονιστεί ότι τα μέτρα που προβλέπονται από την οδηγία αποτελούν, όπως προκύπτει από την τρίτη της αιτιολογική σκέψη, ένα νέο βήμα προς την κατεύθυνση του αμοιβαίου ανοίγματος των αγορών των κρατών μελών και τη δημιουργία συνθηκών αναλόγων προς τις συνθήκες μιας εσωτερικής αγοράς και ότι, επομένως, δεδομένου ότι έχει ως σκοπό την υλοποίηση μιας θεμελιώδους ελευθερίας, η οδηγία πρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να ερμηνευθεί κατά τρόπο όσο το δυνατόν ευνοϊκότερο υπέρ της ελευθερίας αυτής.
12
Κατά συνέπεια, το άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, αφορά μόνο τα καύσιμα για κινητήρες.
13
Η Δανική Κυβέρνηση προβάλλει, επικουρικώς, ότι, σε περίπτωση που προκριθεί μια τέτοια ερμηνεία, δεν θα μπορεί να εφαρμόζεται ως προς τα άλλα καύσιμα εν γένει καμία απαλλαγή βάσει της οδηγίας. Πράγματι, δεδομένου ότι το προαναφερθέν άρθρο αποκλείει τα φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα για κινητήρες από την έννοια των προσωπικών αποσκευών, τα άλλα καύσιμα εν γένει θα πρέπει, πολύ περισσότερο, να αποκλείονται, επειδή δεν παρουσιάζουν καμία σχέση με το ταξίδι.
14
Πρέπει συναφώς να τονιστεί ότι η έννοια των προσωπικών αποσκευών κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, είναι αντικειμενική, ευρύτερη από τη συνήθη έννοια αυτού του όρου. Αφορά τις αποσκευές που μπορεί ο ταξιδιώτης να παρουσιάσει στην τελωνειακή υπηρεσία κατά την άφιξη του, καθώς και αυτές που παρουσιάζει μεταγενέστερα στην ίδια αυτή υπηρεσία υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην προαναφερθείσα διάταξη. Είναι αληθές ότι, κατά το δεύτερο εδάφιο αυτής της παραγράφου, τα φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα για κινητήρες δεν αποτελούν προσωπικές αποσκευές. Πάντως, η διάταξη αυτή, η οποία περιορίζει την έννοια των προσωπικών αποσκευών, πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρώς.
15
Κατά συνέπεια, τα άλλα καύσιμα εν γένει εκτός από τα καύσιμα για κινητήρες, που μπορεί ο ταξιδιώτης να παρουσιάσει στην τελωνειακή υπηρεσία, εμπίπτουν στην έννοια των « προσωπικών αποσκευών » κατά την προαναφερθείσα διάταξη.
16
Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι, το Βασίλειο της Δανίας, περιορίζοντας σε δέκα λίτρα την ποσότητα καυσίμων εν γένει που μπορούν να εισάγουν οι ταξιδιώτες, με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και ειδικών φόρων καταναλώσεως, στη Δανία σε φορητά δοχεία εντός αυτοκινήτου οχήματος, ακόμη και όταν τα εν λόγω καύσιμα είναι διαφορετικού τύπου από τα καύσιμα για κινητήρες, σε αντίθεση προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, όπως τροποποιήθηκε από την τέταρτη οδηγία 78/1033/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 100 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο της Δανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Το Βασίλειο της Δανίας, περιορίζοντας σε δέκα λίτρα την ποσότητα καυσίμων εν γένει που μπορούν να εισάγουν οι ταξιδιώτες, με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και ειδικών φόρων καταναλώσεως, στη Δανία σε φορητά δοχεία εντός αυτοκινήτου οχήματος, ακόμη και όταν τα εν λόγω καύσιμα είναι διαφορετικού τύπου από τα καύσιμα για κινητήρες, σε αντίθεση προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, όπως τροποποιήθηκε από την τέταρτη οδηγία 78/1033/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 100 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.
Due
Slynn
Joliét
Grévisse
Kapteyn
Κακούρης
Moitinho de Almeida
Diez de Velasco
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy