ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-107/90 Ρ ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
Από την απόφαση του Πρωτοδικείου, της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Τ-38/89, Ingfried Hochbaum κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-43 ) προκύπτει ότι:
« 1.
Κατόπιν της δημοσιεύσεως, το 1984, της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/902/84, ο Hochbaum, υπάλληλος της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού ( ΓΔ IV ) της Επιτροπής, υπέβαλε την υποψηφιότητα του (... ) για τη θέση του προϊσταμένου του τμήματος “ κρατικά μονοπώλια και δημόσιες επιχειρήσεις ”. Επειδή η Επιτροπή διόρισε άλλον υποψήφιο, τον Waterschoot, ο Hochbaum άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή κατ' αυτής της πράξεως διορισμού.
2.
Με απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, το Δικαστήριο ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη διορισμού και, συνεπώς, την απόφαση με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος, με την αιτιολογία, ιδίως, ότι η συμβουλευτική επιτροπή διορισμών για τους βαθμούς Α 2 και Α 3 (στο εξής: η επιτροπή Noël, από το όνομα του τότε προέδρου της ), δεν είχε γνωμοδοτήσει με βάση πλήρεις φακέλους υποψηφίων (44/85, 77/85, 294/85 και 295/85, Hochbaum και Rawes, Συλλογή 1987, σ. 3259 ).
3.
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή επανέλαβε τη διαδικασία προσλήψεως (... ) και ζήτησε εκ νέου τη γνώμη της επιτροπής Noël για το σύνολο των υποψηφιοτήτων που υποβλήθηκαν το 1984 βάσει της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/902/84. Ύστερα, συμμεριζόμενη τη γνώμη της εν λόγω επιτροπής, η οποία προέτεινε νέα δημοσίευση ανακοινώσεως κενής θέσεως “ κατά τρόπον ώστε να καταστεί δυνατή η ολοκλήρωση της διαδικασίας διορισμού στα πλαίσια των απαιτουμένων από το Δικαστήριο συνθηκών πλήρους διαφάνειας ”, η Επιτροπή αποφάσισε να ακυρώσει την προαναφερθείσα ανακοίνωση κενής θέσεως και να κινήσει νέα διαδικασία για την πλήρωση κενής θέσεως, δημοσιεύοντας, στις 7 Αυγούστου 1987, την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/83/87 (...) Ο Hochbaum και δέκα άλλοι υποψήφιοι υπέβαλαν την υποψηφιότητα τους στο πλαίσιο της νέας ανακοινώσεως κενής θέσεως και, στις 15 Οκτωβρίου 1987, η Επιτροπή διόρισε, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της επιτροπής Noël, τον Waterschoot προϊστάμενο τμήματος.
4.
Στο μεταξύ ο Hochbaum είχε υποβάλει, στις 18 Σεπτεμβρίου 1987, ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων ( στο εξής: ΚΥΚ ) κατά των αποφάσεων — οι οποίες αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο — με τις οποίες η Επιτροπή ακύρωσε την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84 κατόπιν της προαναφερομένης αποφάσεως του Δικαστηρίου και δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/83/87 σχετικά με την επίμάχη θέση. Έξι μήνες αργότερα, με απόφαση της 17ης Μαρτίου 1988 που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 15 Απριλίου, η διοίκηση απέρριψε αυτή την ένσταση. »
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές άσκησε στις 6 Ιουλίου 1988 ο Hochbaum προσφυγή με την οποία ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
—
να κηρύξει άκυρη και άνευ αποτελέσματος:
α)
την απόφαση της Επιτροπής με την οποία ακυρώθηκε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84
β)
εφόσον κριθεί αναγκαίο, τη σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος για τη θέση του προϊσταμένου του τμήματος « δημόσιες επιχειρήσεις και κρατικά μονοπώλια » η οποία κηρύχθηκε κενή με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84·
γ)
την έκδοση από την Επιτροπή και την επακολουθήσασα δημοσίευση στις 31 Ιουλίου 1987 της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/83/87, που αφορούσε τη θέση βαθμού Α 3 του προϊσταμένου τμήματος « δημόσιες επιχειρήσεις και κρατικά μονοπώλια, εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 » στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού ( ΓΔ IV ), καθώς και όλες τις πράξεις που εξέδωσε στη συνέχεια η Επιτροπή κατά την παράνομη αυτή διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου του « νέου » ( τρίτου ) διορισμού του Waterschoot·
δ)
εφόσον κριθεί αναγκαίο, τη ρητή απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που άσκησε ο προσφεύγων στις 16 Νοεμβρίου 1987 και η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γενική Γραμματεία με τον αριθμό 3194/87·
—
να υποχρεώσει την καθής στην καταβολή ενός φράγκου ως προκαταβολή για τη ζημία η οποία θα εκτιμηθεί αργότερα·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία ο προσφεύγων υποβλήθηκε λόγω της δίκης.
Η καθής ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη ή τουλάχιστον αβάσιμη·
—
να αποφανθεί για τα δικαστικά έξοδα κατά νόμο.
Ο Hochbaum προέβαλε, προς στήριξη της προσφυγής που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου, τρεις λόγους οι οποίοι αφορούν παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης, παράβαση του άρθρου 25 του ΚΥΚ και κατάχρηση εξουσίας.
Το Πρωτοδικείο έκρινε ως εξής με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση:
«( ... )
21.
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η Επιτροπή φέρεται ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας δημοσιεύοντας την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/83/87 προκειμένου να δώσει μια επίφαση νομιμότητας στην απόφαση περί διορισμού του Waterschoot. Κατά τον προσφεύγοντα, η απόφαση αυτή είχε ληφθεί στην πραγματικότητα πριν από τη δημοσίευση της προαναφερθείσας ανακοινώσεως, ενώ η τυπική απόφαση περί διορισμού εκδόθηκε αργότερα και χωρίς καμία πραγματική συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων.
22.
Όπως έχει ήδη δεχθεί το Δικαστήριο (βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση Βλάχου ), κατάχρηση εξουσίας μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται μόνον εάν αποδεικνύεται ότι η ΑΔΑ, εκδίδοντας την επίδικη πράξη, επιδίωκε σκοπό διάφορο εκείνου τον οποίο επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση. Επομένως, εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να ελέγξει αν ο προσφεύγων απέδειξε, στην παρούσα υπόθεση, ότι η ΑΔΑ επιδίωξε σκοπό διάφορο από το συμφέρον της υπηρεσίας λαμβάνοντας τις επίμαχες αποφάσεις.
23.
Συναφώς, ο προσφεύγων ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι η Επιτροπή ακύρωσε την αρχικώς κινηθείσα διαδικασία και δημοσίευσε νέα ανακοίνωση κενής θέσεως με σκοπό να μπορέσει να λάβει υπόψη την πείρα που απέκτησε ο Waterschoot ύστερα από την ακύρωση του παράνομου διορισμού του ως προϊσταμένου τμήματος. Προς στήριξη της απόψεως του διατείνεται ειδικότερα ότι, κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της πρώτης ανακοινώσεως κενής θέσεως, ο Waterschoot δεν συγκέντρωνε τα απαιτούμενα προσόντα για να υποβάλει εγκύρως την υποψηφιότητά του.
24.
Πρέπει να υπομνηστεί ότι η ΑΔΑ διαθέτει διακριτική ευχέρεια σε θέματα προαγωγών και ότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν η ΑΔΑ έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο (βλέπε ιδίως την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, 104/88, Brus, Συλλογή 1989, σ. 1873, σκέψη 17). Όμως στην υπό κρίση υπόθεση δεν προκύπτει από κανένα αντικειμενικό στοιχείο της δικογραφίας ότι ο Waterschoot δεν συγκέντρωσε τις προϋποθέσεις προς υποβολή της υποψηφιότητάς του για την επίδικη θέση προτού ασκήσει τις αρμοδιότητες του προϊσταμένου του τμήματος “ κρατικά μονοπώλια και δημόσιες επιχειρήσεις”.
25.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, ακόμα και αν η Επιτροπή έλαβε υπόψη την πείρα που απέκτησε ο Waterschoot ύστερα από τον πρώτο διορισμό του, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό το κοινοτικό όργανο επιδίωξε σκοπό διάφορο από το συμφέρον της υπηρεσίας, ενεργώντας έτσι κατά κατάχρηση εξουσίας.
26.
Επομένως, δεν υφίστανται τα απαιτούμενα στοιχεία προς απόδειξη του ότι η καθής ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
( ... )»
II — Αντικείμενο και αιτήματα των διαδίκων
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 1990, ο Ingfried Hochbaum άσκησε αναίρεση κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 15 Φεβρουαρίου 1990, προβάλλοντας ότι η απόφαση αυτή ελήφθη κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
Με Διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 1990 το Δικαστήριο επέτρεψε την παρέμβαση της Union syndicale των Βρυξελλών υπέρ του Hochbaum.
Ο Hochbaum ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθ' όλες τις διατάξεις της·
—
και, αποδεχόμενο τα αιτήματα όπως υποβλήθηκαν από τον προσφεύγοντα πρωτοδίκως, να ακυρώσει:
α)
την απόφαση της Επιτροπής με την οποία ακυρώθηκε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84·
β)
εφόσον κριθεί αναγκαίο, τη σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος για τη θέση του προϊσταμένου του τμήματος « δημόσιες επιχειρήσεις και κρατικά μονοπώλια » η οποία κηρύχθηκε κενή με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84·
γ)
την έκδοση από την Επιτροπή και την επακολουθήσασα δημοσίευση στις 31 Ιουλίου 1987 της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/83/87, που αφορούσε τη θέση βαθμού Α 3 του προϊσταμένου τμήματος « δημόσιες επιχειρήσεις και κρατικά μονοπώλια, εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 » στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (ΓΔ IV), καθώς και όλες τις πράξεις που εξέδωσε στη συνέχεια η Επιτροπή κατά την παράνομη αυτή διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου του « νέου » ( τρίτου ) διορισμού του Waterschoot·
δ)
εφόσον κριθεί αναγκαίο, τη ρητή απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που άσκησε ο προσφεύγων στις 16 Νοεμβρίου 1987 και η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γενική Γραμματεία με τον αριθμό 3194/87·
—
να υποχρεώσει την καθής στην καταβολή ενός φράγκου ως προκαταβολή για τη ζημία η οποία θα εκτιμηθεί αργότερα·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία ο προσφεύγων υποβλήθηκε λόγω της δίκης.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
—
να κρίνει για τα δικαστικά έξοδα κατά νόμο.
III — Περίληψη των λόγων και επιχειρημάτων των διαδίκων
Ως πρώτο λόγο αναιρέσεως ο Hochbaum προβάλλει παράβαση του άρθρου 45 του ΚΥΚ, η παράγραφος 1 του οποίου ορίζει τα εξής:
« Η προαγωγή γίνεται με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Η προαγωγή γίνεται αποκλειστικά κατ' εκλογήν μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει έναν ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στον βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς. »
Ως πρώτο σκέλος του λόγου αυτού αναιρέσεως, ο Hochbaum υποστηρίζει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου παρανόησε τα όρια του ελέγχου του δικαστή επί της ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας που παρέχει στην ΑΔΑ το άρθρο 45. Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1990, C-343/87, Culin ( Συλλογή 1990, σ. Ι-225 ) προκύπτει ότι, ναι μεν η ΑΔΑ διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη συγκριτική εξέταση των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων για προαγωγή, οφείλει όμως να το ασκεί μέσα στο πλαίσιο που αυτή η ίδια καθόρισε με την ανακοίνωση κενής θέσεως. Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, παρέπεται ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να εξετάσει το ζήτημα αν ο υποψήφιος που έγινε δεκτός από την ΑΔΑ είχε όλα τα προσόντα που απαιτούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84.
Η παρεμβαίνουσα Union syndicale υπενθυμίζει επίσης την προαναφερθείσα απόφαση Culin της 7ης Φεβρουαρίου 1990 και θεωρεί ότι από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να εξακριβώσει αν όλοι οι υποψήφιοι που ελήφθησαν υπόψη από τη συμβουλευτική επιτροπή διορισμών ανταποκρίνονταν στα απαιτούμενα προσόντα. Μη ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτόν, το Πρωτοδικείο παρέβη τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία.
Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ακολουθεί την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία ο έλεγχος του δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα μήπως η ΑΔΑ έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο πεπλανημένο. Η Επιτροπή αναρωτιέται αν ο Hochbaum θεωρεί ότι η επιλογή του υποψηφίου που πρέπει να γίνει δεκτός συνδέεται και καθορίζεται καθ' όλα τα στοιχεία της από την ανακοίνωση κενής θέσεως. Το πράγμα δεν έχει όμως έτσι διότι οι προϋποθέσεις που διέπουν τη διαδικασία προαγωγής αφήνουν ακόμη χώρο σε κυριαρχική εκτίμηση της ΑΔΑ τόσο στο επίπεδο της εξετάσεως των απαιτουμένων προσόντων καθενός υποψηφίου όσο και στο επίπεδο της τελικής επιλογής του προσώπου που θα προαχθεί.
Ο Hochbaum ισχυρίζεται περαιτέρω ( και πάντοτε προς στήριξη του πρώτου λόγου αναιρέσεως) ότι η σκέψη 24 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν αποτελεί κατάλληλη απάντηση στα επιχειρήματα που εξέθεσε στα αιτήματα του ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου, δηλαδή ότι κατά τη στιγμή της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/902/84, ο Waterschoot δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα και ότι η απόφαση ακυρώσεως αυτής της ανακοινώσεως και δημοσιεύσεως νέας ανακοινώσεως ελήφθη επομένως για να μπορέσει η ΑΔΑ να συνεκτιμήσει την πείρα που απέκτησε ο Waterschoot κατόπιν του παράνομου διορισμού του στη θέση του προϊσταμένου τμήματος. Κατά τον Hochbaum, κακώς απέστη το Πρωτοδικείο της εξακριβώσεως του βασίμου συγκεκριμένων ισχυρισμών για τα προσόντα του Waterschoot.
Η Union syndicale συμμερίζεται την άποψη κατά την οποία η αιτιολογία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν απαντά κατά τον νόμιμο και πρέποντα τρόπο στους λόγους που προέβαλε ο Hochbaum. Επισημαίνει σχετικά ότι στα υπομνήματα που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου ο Hochbaum κατέδειξε ότι ο Waterschoot δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που απαιτούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως. Εξάλλου η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η ΑΔΑ δεν στηρίχθηκε, ως αποφασιστικό κριτήριο για την επιλογή, στα προσόντα που απαιτούσε η ανακοίνωση.
Κατά την Επιτροπή, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αμφισβητεί την πραγματική εκτίμηση του Πρωτοδικείου σχετικά με τους λόγους οι οποίοι στήριξαν την απόφαση της ΑΔΑ να ακυρώσει την κινηθείσα διαδικασία και να δημοσιεύσει νέα ανακοίνωση κενής θέσεως. Αυτή η καθαρά πραγματική εκτίμηση δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να υποβληθεί σε έλεγχο.
Δεχόμενη ότι η διάκριση πραγματικού και νομικού είναι δυσχερής και ότι, κατά το γαλλικό διοικητικό δίκαιο, ο δικαστής της αναιρέσεως είναι αρμόδιος για να ελέγξει την αντικειμενική ύπαρξη και ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζεται η απόφαση του Πρωτοδικείου καθώς και τον νομικό τους χαρακτηρισμό, η Επιτροπή θεωρεί ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποδυθεί σε έρευνα της πραγματικής προθέσεως της ΑΔΑ, η οποία, ως ζήτημα καθαρής πραγματικής εκτιμήσεως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του αναιρετικού δικαστή.
Εξάλλου, η Επιτροπή εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του επί του θέματος αυτού ( ιδίως με τη σκέψη 24 in fine ). Η απόφαση αναγνωρίζει σιωπηρά ότι ο Waterschoot είχε τα απαιτούμενα από την ανακοίνωση κενής θέσεως προσόντα, απορρίπτοντας έτσι το επιχείρημα του Hochbaum κατά το οποίο οι γνώσεις των προβλημάτων σχετικά με τα κρατικά μονοπώλια δεν μπορούσαν να αποκτηθούν παρά μόνον από πρόσωπα που έχουν ήδη αναλάβει ευθύνες στον τομέα αυτόν.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει ο Hochbaum για να στηρίξει την αναίρεση του αναφέρεται στην παραβίαση της αρχής της καταχρήσεως εξουσίας. Η κατάχρηση έγκειται, κατά τη γνώμη του, όχι στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία, αλλά στον σκοπό της ασκήσεως της. Έπρεπε επομένως το Πρωτοδικείο να ελέγξει αν η ΑΔΑ άσκησε την εξουσία της εκτιμήσεως με τον σκοπό διορισμού του πιο κατάλληλου προσώπου να εκπληρώσει τα καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος. Προς τον σκοπό αυτόν έπρεπε το Πρωτοδικείο να εξακριβώσει αν η λήψη υπόψη μιας επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε χάρη σε παράνομο διορισμό μπορούσε να αποτελέσει κατάχρηση εξουσίας. Απέχοντας από την εξέταση αυτή, το Πρωτοδικείο δεν καθόρισε ποιος ήταν ο πραγματικός στόχος της ΑΔΑ όταν εγκατέλειψε τη διαδικασία της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/902/84.
Η Union syndicale διαπιστώνει ότι από αντικειμενικά στοιχεία προκύπτει ότι η ΑΔΑ δεν άσκησε την εξουσία της εκτιμήσεως προς τον σκοπό διορισμού του πιο κατάλληλου υποψηφίου για τη θέση προϊσταμένου τμήματος. Επικαλείται σχετικά τη γενική εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην έκθεση κρίσεως του Hochbaum για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1987 έως 30ής Ιουνίου 1989 και ένα υπηρεσιακό σημείωμα της 4ης Ιουλίου 1990, υπογεγραμμένο από τον Ehlermann, γενικό διευθυντή της ΓΔ IV, με το οποίο συμβουλεύει τον Waterschoot να πάρει τη γνώμη του Hochbaum επί ενός προβλήματος σχετικά με το κρατικό μονοπώλιο.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ενόψει του άρθρου 51 διότι καλεί εκ νέου το Δικαστήριο να ελέγξει μια πραγματική εκτίμηση του Πρωτοδικείου, το οποίο έκρινε, με τη σκέψη 26 της αποφάσεως του, ότι ο Hochbaum δεν προσκόμισε την αναγκαία απόδειξη για τη θεμελίωση καταχρήσεως εξουσίας.
Επί της ουσίας η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η διαδικασία που ακολούθησε η ΑΔΑ είχε ως σκοπό να δώσει επίφαση νομιμότητας στην απόφαση διορισμού του Waterschoot. Πράγματι, η εκ νέου κίνηση της διαδικασίας έθεσε τόσο τον Waterschoot όσο και τον Hochbaum σε συναγωνισμό με άλλους σοβαρούς υποψηφίους. Αν ο στόχος της ΑΔΑ ήταν πράγματι ο επαναδιορισμός του Waterschoot, η συνέχιση της παλαιάς διαδικασίας, αποκαθαρμένης από το ελάττωμά της, θα αρκούσε. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το Πρωτοδικείο ρητώς τόνισε ότι, ακόμη και αν η Επιτροπή έλαβε υπόψη της την πείρα που απέκτησε ο Waterschoot μετά τον πρώτο διορισμό του, « αυτό δεν σημαίνει ότι το κοινοτικό αυτό όργανο επιδίωξε σκοπό διάφορο από το συμφέρον της υπηρεσίας », σκέψη που απαντά ακριβώς στα επιχειρήματα που προέβαλε ο Hochbaum για να αποδείξει την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας.
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πρώτο τμήμα )
της 17ης Ιανουαρίου 1992 ( *1 )
Στην υπόθεση C-107/90 Ρ,
Ingfried Hochbaum, εκπροσωπούμενος από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της SARL fiduciaire Myson, 6-8, rue Origer,
αναιρεσείων,
υποστηριζόμενος από την Union syndicale — Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από τη Véronique Leclerq, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της SARL fiduciaire Myson, 6-8, rue Origer,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1990 στην υπόθεση Τ-38/89, μεταξύ Ingfried Hochbaum και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
με αναιρεσίβλητη την:
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Sean van Raepenbusch, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg, η οποία ζητεί την ολική απόρριψη της αναιρέσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: D. Louterman, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη την αίτηση αναιρέσεως και τα απαντητικά υπομνήματα,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Οκτωβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 1990, ο Ingfried Hochbaum, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως της 14ης Φεβρουαρίου 1990 με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή του που ζητούσε την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες ακυρώθηκε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84 που αφορά τη θέση του προϊσταμένου του τμήματος « κρατικά μονοπώλια και δημόσιας επιχειρήσεις » και εκδόθηκε αντίστοιχα η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/83/87.
2
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως του, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου, ο αναιρεσείων προβάλλει δύο λόγους, οι οποίοι αναφέρονται αμφότεροι στον τρίτο λόγο που είχε επικαλεστεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περί καταχρήσεως εξουσίας. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής: ΚΥΚ ) και με τον δεύτερο παρανόηση του ελέγχου που πρέπει να ασκείται σε περίπτωση καταχρήσεως εξουσίας.
3
Κατά τον Hochbaum, κακώς απέρριψε το Πρωτοδικείο τα επιχειρήματα του με τα οποία υποστήριζε ότι η Επιτροπή είχε περατώσει τη διαδικασία προσλήψεως COM/902/84 και είχε κινήσει νέα διαδικασία προσλήψεως προκειμένου να δώσει επίφαση νομιμότητας στην απόφαση, που ήταν ήδη βεβαία, περί διορισμού ενός των υποψηφίων, του Waterschoot. Για να υποστηρίξει την άποψη του, είχε προβάλει ο αναιρε-σείων ότι, κατά την πρώτη διαδικασία, η οποία κατέληξε στον διορισμό του Waterschoot στην επίδικη θέση, ο τελευταίος δεν είχε τα τυπικά προσόντα που απαιτούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84. Ο διορισμός αυτός ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1987, 44/85, 77/85, 294/84 και 295/85, Hochbaum και Rawes ( Συλλογή 1987, σ. 3259 ) λόγω πλημμελείας της διαδικασίας, αλλά, κατά τον αναιρεσείοντα, η πείρα που απέκτησε στη θέση αυτή επέτρεψε στον Waterschoot να πληρώσει το κενό που είχε στα τυπικά του προσόντα και αυτό ακριβώς το γεγονός αποτέλεσε την αιτιολογία της αποφάσεως με την οποία κινήθηκε η διαδικασία COM/83/87, η οποία κατέληξε και πάλι στον διορισμό του Waterschoot.
4
Με Διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 1990, το Δικαστήριο επέτρεψε στην Union syndicale — Βρυξέλλες να παρέμβει υπέρ του αναιρεσείοντος.
5
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η διαδικασία και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
6
Κατά το άρθρο 45 του ΚΥΚ « η προαγωγή γίνεται αποκλειστικά κατ' εκλογήν μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει έναν ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στον βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς ».
7
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου του λόγου ο αναιρεσείων αιτιάται το Πρωτοδικείο ότι περιόρισε τον έλεγχο του της εφαρμογής αυτής της διατάξεως στην έρευνα προδήλου πλάνης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει στο θέμα αυτό.
8
Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία, η ΑΔΑ διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως σε θέματα προαγωγών, ο δε έλεγχος του δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα μήπως έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως πεπλανημένο ( βλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1987, 52/86, Banner, Συλλογή 1987, σ. 979, σκέψη 9 ). Η σκέψη του Πρωτοδικείου ήταν, επομένως, σύμφωνη με την έκταση του ελέγχου του επί του θέματος αυτού.
9
Είναι αληθές ότι ο δικαστικός έλεγχος πρέπει, εξάλλου, να διαπιστώνει ότι η ΑΔΑ άσκησε τη διακριτική της εξουσία μέσα στο πλαίσιο που αυτή η ίδια καθόρισε με την ανακοίνωση κενής θέσεως (βλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990, C-343/87, Culin, Συλλογή 1990, σ. Ι-225, σκέψη 19) πρέπει πάντως να επισημανθεί εν προκειμένω η διαπίστωση του Πρωτοδικείου, στη σκέψη 24 της αποφάσεως του, ότι « δεν προκύπτει από κανένα αντικειμενικό στοιχείο της δικογραφίας ότι ο Waterschoot δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις προς υποβολή της υποψηφιότητας του για την επίδικη θέση προτού ασκήσει τις αρμοδιότητες του προϊσταμένου του τμήματος “ κρατικά μονοπώλια και δημόσιες επιχειρήσεις”». Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αμφισβητήσει τη σκέψη αυτή εφόσον πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων.
10
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου του λόγου αναιρέσεως, ο Hochbaum ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν απαντά κατά τον προσήκοντα τρόπο στα επιχειρήματα που εξέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου και τα οποία αφορούσαν τα τυπικά προσόντα του Waterschoot.
11
Αρκεί εν προκειμένω να υπομνηστεί η προαναφερθείσα σκέψη του Πρωτοδικείου. Η σκέψη αυτή, έστω και συνοπτική, απαντά στα επιχειρήματα που προέβαλε ο Hochbaum.
12
Επομένως, ο λόγος περί παραβάσεως του άρθρου 45 του ΚΥΚ πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
13
Ο Hochbaum ισχυρίζεται με τον δεύτερο λόγο του αναιρέσεως ότι το Πρωτοδικείο παρανόησε την ίδια τη φύση του λόγου περί καταχρήσεως εξουσίας εφόσον δεν διερεύνησε τον πραγματικό σκοπό των επίμαχων αποφάσεων της ΑΔΑ.
14
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατάχρηση εξουσίας μπορεί να λογιστεί ότι υφίσταται μόνον όταν αποδεικνύεται νομικώς επαρκώς ότι η ΑΔΑ, εκδίδοντας την επίδικη πράξη, επιδίωξε σκοπό διαφορετικό από εκείνον που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση ( βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1988, 135/87, Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1988, σ. 2901, σκέψη 27 ).
15
Το Πρωτοδικείο κατέληξε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του ότι το γεγονός ότι η ΑΔΑ έλαβε υπόψη της την πείρα που απέκτησε ο Waterschoot μετά τον πρώτο διορισμό του δεν αρκούσε για να αποδειχθεί ότι η ΑΔΑ ενήργησε με σκοπό διαφορετικό από το συμφέρον της υπηρεσίας, διαπράττοντας έτσι κατάχρηση εξουσίας.
16
Από την προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε την έννοια της καταχρήσεως εξουσίας κατά τρόπο πεπλανημένο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ και τις αντίστοιχες διατάξεις των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, τα πραγματικά ζητήματα διαφεύγουν τον έλεγχο που ασκεί το Δικαστήριο κατά την αναιρετική διαδικασία. Από τα προηγούμενα παρέπεται ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Hochbaum πρέπει να απορριφθεί.
17
Εφόσον δεν έγινε δεκτός κανένας από τους λόγους που προέβαλε ο Hochbaum, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του κανονισμού αυτού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν. Κατά το άρθρο όμως 122 του κανονισμού, το άρθρο 70 δεν εφαρμόζεται επί των αναιρέσεων που ασκούν οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό των κοινοτικών οργάνων. Εφόσον ο Hochbaum ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας δίκης. Πάντως, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να φέρει ο παρεμβαίνων τα δικά του δικαστικά έξοδα. Εφόσον η Union syndicale — Βρυξέλλες παρενέβη υπέρ του Hochbaum για το γενικό συμφέρον των μελών της, πρέπει να κριθεί ότι θα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αναίρεση.
2)
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα πλην των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
3)
Η Union syndicale φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Slynn
Joliet
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Ιανουαρίου 1992.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Gordon Slynn
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy