ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C- 113/90 ( *1 )
I — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Το νομοθετικό πλαίσιο της διαφοράς
Με βάση τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί οργανώσεως κοινής αγοράς στον τομέα βοείου κρέατος, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 25 Μαΐου 1987, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1431/87 περί πωλήσεως σε προκαθορισμένη κατ' αποκοπή τιμή, ενόψει της μεταποιήσεως τους εντός της Κοινότητας, ορισμένων βοείων κρεάτων που προέρχονται από αποθέματα οργανισμών παρεμβάσεως (ΕΕ L 136, σ. 26). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προέβλεψε ότι, κατά την περίοδο από 27 Μαΐου 1987 μέχρι 3 Ιουλίου 1987, 1 500 περίπου τόνοι μη αποστεομένου κρέατος που βρίσκονταν στην κατοχή του βελγικού οργανισμού παρεμβάσεως και είχαν αγορασθεί πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1986 μπορούσαν να διατεθούν προς πώληση προκειμένου να μεταποιηθούν εντός της Κοινότητας.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 142).
Η όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
« εκτιμώντας ότι η υποβολή αιτήσεως αγοράς ή μιας προσφοράς διευκολύνεται από την προσφερόμενη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση της καταστάσεως των προϊόντων· ότι ενδείκνυται λοιπόν να προβλεφθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι παραιτούνται από κάθε διαμαρτυρία όσον αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που ενδεχομένως θα κατακυρωθεί σ' αυτούς ».
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι, για να θεωρηθεί μια αίτηση ως εγκύρως υποβληθείσα, πρέπει να περιέχει:
«δ)
μία δήλωση σύμφωνα με την οποία ο αιτών παραιτείται από κάθε διαμαρτυρία που αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που ενδεχομένως θα του αποδοθεί [ κατακυρωθεί ] ».
Το άρθρο αυτό προσθέτει ότι η αίτηση πρέπει να συμπληρώνεται από ασφάλεια ( της οποίας το ύψος ανέρχεται σε 50 ECU ανά τόνο) παρεχομένη υπέρ του οργανισμού παρεμβάσεως.
Τέλος, το άρθρο 13 του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:
« Οι οργανισμοί παρεμβάσεως λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να λαμβάνουν γνώση της καταστάσεως των προς πώληση προϊόντων προ της υποβολής της αιτήσεως ή της προσφοράς τους. »
Η οδηγία 83/90/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1983, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων ( ΕΕ L 59, σ. 10 ), εναρμονίζει τις σχετικές υγειονομικές επιταγές των κρατών μελών. Στο άρθρο της 3, παράγραφος 1, στοιχείο Α, ορίζει ότι:
« Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε να αποστέλλονται από το έδαφός του προς το έδαφος άλλου κράτους μέλους μόνο νωπά κρέατα τα οποία ανταποκρίνονται στους ακόλουθους όρους:
(...)
γ)
(... ) να έχουν υποστεί επεξεργασία υπό ικανοποιητικούς όρους υγιεινής·
δ)
(... ) να έχουν υποβληθεί σε υγειονομική επιθεώρηση μετά τη σφαγή από επίσημο κτηνίατρο και να μην παρουσιάζουν καμία αλλοίωση, εκτός από τραύματα που προκαλούνται λίγο πριν από την σφαγή, ελαττώματα διάπλασης ή τοπικές αλλοιώσεις, εφόσον έχει διαπιστωθεί, εν ανάγκη με τις κατάλληλες εργαστηριακές εξετάσεις, ότι δεν καθιστούν το σφάγιο και τα αντίστοιχα παραπροϊόντα ακατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση ή επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία ·
(...)
στ)
(... ) να συνοδεύονται κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους προς τη χώρα προορισμού από πιστοποιητικό καταλληλότητας'
ζ)
(... ) να εναποθηκεύονται, ύστερα από την επιθεώρηση που διενεργείται μετά τη σφαγή υπό ικανοποιητικούς όρους υγιεινής σε εγκαταστάσεις εγκεκριμένες (... )
η)
(... ) να μεταφέρονται προς τη χώρα προορισμού υπό ικανοποιητικούς όρους υγιεινής ».
Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας, σε περίπτωση που υπάρχει σοβαρή υπόνοια παρατυπιών, η χώρα προορισμού μπορεί, κατά τρόπο μη δημιουργούντα διακρίσεις, να διεξαγάγει ελέγχους προκειμένου να εξακριβώσει την τήρηση των απαιτήσεων της οδηγίας. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, αν κατά τη διάρκεια ελέγχου διαπιστωθεί ότι τα κρέατα δεν πληρούν τις εν λόγω απαιτήσεις, η αρμοδία αρχή της χώρας προορισμού μπορεί στην περίπτωση αυτή να αφήσει στον αποστολέα, στον παραλήπτη ή στον εντολοδόχο τους την επιλογή μεταξύ της επιστροφής των αποσταλέντων κρεάτων ή της χρησιμοποιήσεως τους για άλλες χρήσεις, εφόσον κρίνονται κατάλληλα γι' αυτές ή, σε αντίθετη περίπτωση, της καταστροφής τους.
Το άρθρο 11 της ανωτέρω οδηγίας προσθέτει ότι κάθε κράτος μέλος παρέχει στους αποστολείς των οποίων τα κρέατα δεν μπορούν να τεθούν σε κυκλοφορία το δικαίωμα να ζητήσουν τη γνώμη ενός πραγματογνώμονα. Ο πραγματογνώμονας αυτός πρέπει να έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους διαφόρου της χώρας αποστολής ή της χώρας προορισμού.
2. Το ιστορικό της διαφοράς
Σύμφωνα με τον κανονισμό 2173/79, ο Βελγικός Οργανισμός Οικονομίας και Γεωργίας ( Belgische Dienst voor Bedrijfsleven en Landbouw, στο εξής: ΒΟΟΓ) δημοσίευσε, στις 21 Ιανουαρίου 1987, την ανακοίνωση 93 928 όσον αφορά τους όρους σχετικά με την πώληση σε προκαθορισμένη κατ' αποκοπήν τιμή αποθεμα-τοποιημένου βοείου κρέατος για μεταποίηση εντός της Κοινότητας.
Η εταιρία Gebroeders Schulte AG, με έδρα το Dissen Γερμανίας, ανταποκρίθηκε στην προσφορά αυτή στις 26 Μαΐου 1987 και αγόρασε 200 τόνους εμπροσθιων ποδιών ταύρων αντί 63 897 βελγικών φράγκων ( BFR ) τον τόνο, προκειμένου να τα μεταποιήσει σε προπαρασκευασμένα προϊόντα κρέατος του καθεστώτος Β ( σύμβαση υπ' αριθ. 2402 ).
Την ίδια ημέρα, η Η. & Ε. Reinert KG, της οποίας η έδρα είναι στο Versmold, επίσης στη Γερμανία, υπέβαλε αίτηση αγοράς 60 τόνων αντί 59 164 BFR ( σύμβαση υπ' αριθ. 2404) και 40 τόνων αντί 63 897 BFR ( σύμβαση υπ' αριθ. 2405 ) του ιδίου εμπορεύματος, δοθέντος ότι η πρώτη ποσότητα προοριζόταν για μεταποίηση σε κονσέρβες του καθεστώτος Α και το υπόλοιπο σε προϊόντα κρέατος του καθεστώτος Β.
Στις 3 Ιουνίου 1987 ο ΒΟΟΓ παρέλαβε αυτές τις αιτήσεις αγοράς αφού είχε προηγουμένως λάβει τις εγγυητικές επιστολές υπ' αριθ. 522 950, 431 080 και 522 948 της Commerzbank.
Στις 11 Ιουνίου 1987 ο ΒΟΟΓ επιβεβαίωσε τις εν λόγω πωλήσεις στην κατ' αποκοπήν τιμή και γνωστοποίησε στις εταιρίες Schulte και Reinert ότι το εμπόρευμα έπρεπε να παραληφθεί το αργότερο στις 6 Ιουλίου 1987.
Οι δυο αυτές επιχειρήσεις επιβεβαίωσαν, μέσω του εντολοδόχου τους, της επιχειρήσεως Gausepohl GmbH, που και αυτή είναι εγκατεστημένη στο Dissen Γερμανίας, με τηλετύπημα της 15ης Ιουνίου 1987, τις παραγγελίες σχετικά με τις συμβάσεις υπ' αριθ. 2 402, 2 404 και 2 405.
Τα εν λόγω προϊόντα είχαν εναποτεθεί μεταξύ της 25ης Ιουνίου 1987 και της 17ης Ιουλίου 1987 στις ψυκτικές εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως Vanden Avenne, της οποίας η έδρα είναι στο Wielsbeke-Ooigem Βελγίου. Ο κτηνίατρος του Ινστιτούτου Κτηνιατρικού Ελέγχου (Instituut voor Veterinaire Keuring) εξέτασε τα προϊόντα αυτά στους ψυκτικούς θαλάμους που είχαν αποθηκευθεί και τα έκρινε κατάλληλα προς βρώση· κατόπιν τούτου, χορήγησε τα αντίστοιχα υγειονομικά πιστοποιητικά εξαγωγής.
Κατά το διάστημα μεταξύ των δύο προαναφερθεισών ημερομηνιών, η επιχείρηση Gausepohl παρέλαβε το προϊόν από τη Vanden Avenne για λογαριασμό των εναγουσών της κύριας δίκης και το μετέφερε στη Γερμανία προκειμένου να το αποθηκεύσει στους ψυκτικούς της θαλάμους.
Η επιχείρηση Gausepohl, εντολοδόχος των επιχειρήσεων Schulte και Reinert, γνωστοποίησε, με τηλετυπήματα της 21ης και 22ας Ιουλίου 1987, στον ΒΟΟΓ ότι είχε διαπιστωθεί, ύστερα από την απόψυξη, ότι ορισμένα τεμάχια κρέατος παρουσίαζαν ίχνη μούχλας και ότι, ως εκ τούτου, το κρέας δεν φαινόταν κατάλληλο για τη χρήση που προοριζόταν.
Στις 15 Οκτωβρίου 1987 συντάχθηκε έκθεση πραγματογνωμοσύνης από εγκεκριμένο από την ΕΟΚ κτηνίατρο. Σύμφωνα με αυτή την έκθεση το κρέας ήταν ακατάλληλο προς βρώση.
Κατόπιν της εξετάσεως αυτής, ένα μέρος του κρέατος κατεστράφη στις 19 Οκτωβρίου 1987.
Ο ΒΟΟΓ απέρριψε τη διαμαρτυρία της επιχείρησης Gausepohl, επικαλούμενος το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79, κατά το οποίο ο αιτών παραιτείται από κάθε διαμαρτυρία αναφορικά με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του παραδοθέντος σ' αυτόν προϊόντος μετά την έξοδό του από τις ψυκτικές εγκαταστάσεις όπου το προϊόν είχε αποθηκευθεί.
Τότε, η επιχείρηση Gausepohl απευθύνθηκε στον Γερμανό Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Γεωργίας του ομόσπονδου κράτους της Ρηνανίας-Βόρειας Βεστφαλίας, ο οποίος εξέδωσε, στις 26 Δεκεμβρίου 1987, απόφαση απαγορεύουσα την εισαγωγή παρτίδων προερχομένων από την αποθήκη ψυκτικών θαλάμων KF 8 της εταιρίας Vanden Avenne.
Στις 17 Μαΐου 1988 οι Gebroeders Schulte AG και Η. & Ε. Reinert KG ενήγαγαν ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων τον ΒΟΟΓ, το Βελγικό Δημόσιο, το Ινστιτούτο Κτηνιατρικού Ελέγχου και την εταιρία Vanden Avenne ζητώντας:
1)
την αναστροφή της εκ μέρους του ΒΟΟΓ πωλήσεως 300 τόνων βοείου κρέατος προερχομένου από τα βελγικά αποθέματα παρεμβάσεως προς την επιχείρηση Schulte όσον αφορά 200 τόνους ( σύμβαση υπ' αριθ. 2402) και προς την επιχείρηση Reinert όσον αφορά 100 τόνους (συμβάσεις υπ' αριθ. 2404 και 2405)·
2)
να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως ή τουλάχιστον εις ολόκληρον υπεύθυνοι ή ο ένας σε περίπτωση που δεν καταβάλει ο έτερος, στην καταβολή προς την Gebroeders Schulte AG της αξίας σε βελγικά φράγκα στην ισχύουσα κατά την ημέρα καταβολής τιμή της ρυθμιζομενης αγοράς του ποσού των 732 331,78 γερμανικών μάρκων ( DM ) υπό την επιφύλαξη των μεταβολών που επρόκειτο να επέλθουν κατά τη διάρκεια της δίκης, πλέον των τόκων υπερημερίας και των νομίμων τόκων
3)
να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως ή τουλάχιστον εις ολόκληρον υπεύθυνοι ή ο ένας σε περίπτωση που δεν καταβάλει ο έτερος την προκαταβολή προς την Η & Ε Reinert KG της αξίας σε βελγικά φράγκα κατά την ημέρα καταβολής στην τιμή της αγοράς του ποσού των 121 270,40 DM υπό την επιφύλαξη της προσαυξήσεως που θα γίνει κατά τη διάρκεια της δίκης πλέον των τόκων υπερημερίας και των νομίμων τόκων.
Οι ενάγουσες εταιρίες υπέβαλαν επίσης σχετική καταγγελία στην Επιτροπή.
3. Ta προδικαστικά ερωτήματα
Το εικοστό τρίτο τμήμα του Rechtbank van eerste aanleg te Brussel υπέβαλε, με απόφαση της 9ης Απριλίου 1990, στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79, της 4ης Οκτωβρίου 1979, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δήλωση στην οποία προβαίνει ο αιτών τον εμποδίζει να επικαλεστεί κεκρυμμένα ελαττώματα ή τη μη συμφωνία προς ορισμένες προδιαγραφές των προϊόντων που του έχουν δοθεί, όταν τα προϊόντα αυτά πωλούνται σε κατάσταση υπερκαταψύξεως και εμφανίζουν ίχνη μούχλας μόνο μετά την απόψυξη στον τόπο προορισμού, με αποτέλεσμα να μη μπορούν πλέον να μεταποιηθούν, ή μήπως η “ δήλωση ” αυτή αφορά μάλλον τα εξωτερικώς αντιληπτά εμπορικά χαρακτηριστικά του προϊόντος;
2)
Μήπως η επέκταση του περιεχομένου της “ δηλώσεως ” αυτής και σε υγειονομικής φύσεως χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι δυνατόν να καθίστανται κατά τρόπο άμεσο αντιληπτά επιτόπου και καθιστούν το προϊόν ακατάλληλο για μεταποίηση είναι ασυμβίβαστη:
α)
με το αντικείμενο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1431/87 το οποίο αφορά την πώληση “ ενόψει της μεταποιήσεως τους ” ;
β)
με το αντικείμενο της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ η οποία αναθέτει στο κράτος μέλος αποστολής την ευθύνη της διενεργείας των υγειονομικών ελέγχων των προϊόντων με βάση το κρέας που προορίζονται για εξαγωγή ; »
4. Η ενώπιον νου Δικασνηρίον διαδικασία
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Απριλίου 1990.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν:
—
στις 25 Ιουλίου 1990, οι Gebroeders Schulte AG και Η & Ε Reinert KG, ενάγουσες της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενες από τους F. Herbert και J. Everaert, δικηγόρους Βρυξελλών,
—
στις 19 Ιουλίου 1990, ο Βελγικός Οργανισμός Οικονομίας και Γεωργίας, εναγόμενος της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από την Monique Fruy και τον Bart De Moor, δικηγόρους Βρυξελλών,
—
στις 25 Ιουλίου 1990, το Βελγικό Δημόσιο και το Ινστιτούτο Κτηνιατρικού Ελέγχου, εναγόμενα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενα από τον Piet Siffert, δικηγόρο Louvain,
—
στις 9 Αυγούστου 1990, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, του Treasury Solicitor' s Department,
—
στις 19 Ιουλίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Patrick Hetsch και Thomas van Rijn, μέλη της Νομικής της Υπηρεσίας.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και ανέθεσε την υπόθεση στο πρώτο του τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
5.
Οι εταιρίες Gebroeders Schulte AG και Η. & Ε. Reinert KG, ενάγουσες της κύριας δίκης, και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί απάντηση υπό την έννοια ότι η δήλωση περί της οποίας γίνεται μνεία στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79 αφορά αποκλειστικά τα εξωτερικώς ευδιάκριτα εμπορικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και όχι τα τυχόν κεκρυμμένα του ελαττώματα.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, οι Schulte και Reinert φρονούν ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της οικονομίας του κανονισμού 2173/79, του σκοπού του εν λόγω κανονισμού στο σύστημα των μηχανισμών παρεμβάσεως και της σχέσεως με την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων με βάση το κρέας στο εσωτερικό της Κοινότητας, όπως αυτή διασφαλίζεται από τις οδηγίες σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους.
Σύμφωνα με τις Schulte και Reinert, δύο είναι οι δυνατές εκδοχές όσον αφορά την ερμηνεία των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 2, παράγραφος 2 και 13 του κανονισμού αυτού:
α)
Ο προηγούμενος από τον υποψήφιο αγοραστή έλεγχος αφορά πράγματα κατά γένος ορισμένα τα οποία δεν έχουν εισέτι εξατομικευθεί, δηλαδή ολόκληρη την παρτίδα των προσφερομένων προϊόντων, ενώ η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παραίτηση αφορά προϊόντα που έχουν εξατομικευθεί λόγω του ότι έχουν παραδοθεί στον αιτούντα. Αυτή η εκδοχή φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από το γράμμα τόσο της όγδοης αιτιολογικής σκέψης όσο και των άρθρων 2 και 13·
β)
τόσο ο προηγούμενος έλεγχος όσο και η παραίτηση αφορούν τα προϊόντα που έχουν κατακυρωθεί στον αιτούντα και τα οποία έχουν, όπως είναι επόμενο, εξατομικευθεί.
Κατά τη γνώμη των Schulte και Reinert, αν ληφθεί ως βάση ο σκοπός της προηγουμένης διαπιστώσεως, όπως εκφράζεται στην όγδοη αιτιολογική σκέψη, δηλαδή να διευκολύνεται η υποβολή αιτήσεως αγοράς και, εντεύθεν, να καθίσταται δυνατή η ταχεία και αποτελεσματική διενέργεια των πωλήσεων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, πρέπει κατ' ανάγκη να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η σχέση μεταξύ της διαπιστώσεως και της παραιτήσεως είναι όχι μόνο λογικής αλλά και νομικής φύσεως: με άλλα λόγια, η εκ μέρους του αιτούντος παραίτηση από οποιαδήποτε διαμαρτυρία αφορά αποκλειστικά αυτό που ο αιτών μπορούσε να διαπιστώσει.
Κατά συνέπεια, όσον αφορά την προεκτεθείσα εκδοχή α), ο αιτών παραιτείται νομικώς από οποιαδήποτε διαμαρτυρία σχετική με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά των κατά γένος ορισμένων πραγμάτων που του προσφέρονται μόνο κατά το μέτρο που μπορεί να διαπιστώσει αυτή την ιδιότητα και αυτά τα χαρακτηριστικά. Όσον αφορά τις διαφορές ως προς την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά που δεν είναι ευδιάκριτα, ή τις διαφορές ως προς την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά που δεν ήταν κοινές στα κατά γένος ορισμένα πράγματα που προσφέρθηκαν, ο αιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έχων παραιτηθεί από τα δικαιώματα του.
Όσον αφορά την προμνημονευθείσα εκδοχή β ), διαπιστώνεται ότι ο αιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έχων παραιτηθεί από οποιαδήποτε διαμαρτυρία παρά μόνον όσον αφορά τις διαφορές ως προς την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά που ήταν σε θέση να διαπιστώσει.
Κατά τις Schulte και Reinert, οποιαδήποτε ευρύτερη ερμηνεία θα είχε κατ' ανάγκη ως αποτέλεσμα είτε ότι οι αιτούντες θα επιβράδυναν την ταχεία διενέργεια των πωλήσεων από την παρέμβαση απαιτώντας πλέον εμπεριστατωμένους ελέγχους είτε ότι οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως θα έπαυαν, υπό τις συνθήκες αυτές, να αγοράζουν από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
Οι Schulte και Reinert προσθέτουν ότι η εξάλειψη των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο προϊόντων με βάση το κρέας στηρίζεται στην κατάργηση των πολλαπλών κτηνιατρικών και υγειονομικών ελέγχων που διενεργούνται στα σύνορα μεταξύ των κρατών μελών: η οδηγία 64/433, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 83/90, προβλέπει εν προκειμένω την μετάθεση των ελέγχων αυτών προς το κράτος μέλος αποστολής. Σχετικώς, εκτός από την ευθύνη, υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, του κράτους μέλους αποστολής, η σύμφωνα με το ιδιωτικό δίκαιο ευθύνη των αρμοδίων υπηρεσιών και των πωλητών κρεάτων που δεν είναι σύμφωνα προς τους υγειονομικούς κανόνες αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα που συντελεί στο να δεχθεί το κράτος μέλος προορισμού, μεταποιήσεως και τελικής καταναλώσεως να μην επανεισαγάγει τους μεθοριακούς ελέγχους που έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του εμπορίου.
Αντιθέτως, είναι προφανές, σύμφωνα με τις Schulte και Reinert, ότι ο αποκλεισμός οποιασδήποτε προσφυγής ιδιωτικού δικαίου, προστιθέμενος στον ανεπαρκή υγειονομικό έλεγχο στο κράτος μέλος αποστολής, ωθεί εκ νέου στην επανεισαγωγή προστατευτικών μεθοριακών ελέγχων.
Όσον αφορά το πρώτο μέρος του δευτέρου ερωτήματος, οι Schulte και Reinert ισχυρίζονται ότι είναι αναμφισβήτητο ότι το παρα-δοθέν προϊόν, εν προκειμένω υπερκατεψυγ-μένα τεταρτημόρια κρέατος, δεν ανταποκρινόταν στο πωληθέν προϊόν όπως αυτό περιγράφεται στο πλαίσιο του κανονισμού 1431/87, δηλαδή το προοριζόμενο για μεταποίηση εντός της Κοινότητας κρέας (βλ. ειδικότερα το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ).
Η απαίτηση παροχής ασφαλείας με την οποία να εξασφαλίζεται η μεταποίηση αποτελεί, κατά τη γνώμη των Schulte και Reinert, απόδειξη του ότι η υποχρέωση μεταποιήσεως του κρέατος αποτελεί ουσιώδες στοιχείο των συμβάσεων. Η ασφάλεια αυτή πρέπει να συστήνεται πριν από την παράδοση και δεν επιστρέφεται παρά μόνο αφού προηγουμένως αποδειχθεί ότι τα προϊόντα με βάση το κρέας πράγματι μεταποιήθηκαν εντός προθεσμίας πέντε μηνών. Έτσι, οι Schulte και Reinert, με τηλετύπημα της 26ης Αυγούστου 1987, ζήτησαν, λόγω της οφειλομένης στη διαφορά τους με τον βελγικό οργανισμό καθυστερήσεως, να εκπέσει η ασφάλεια που είχαν παράσχει.
Οι Schulte και Reinert φρονούν ότι από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι το κρέας που δεν μπορεί να μεταποιηθεί δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των οικείων κανονισμών.
Αν η ρήτρα περί απαλλαγής ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει και την αδυναμία μεταποιήσεως του κρέατος, η σύμβαση στερείται οποιασδήποτε πρακτικής αποτελεσματικότητας. Ενόψει, αφενός, του γράμματος, του πνεύματος και του περιεχομένου της και, αφετέρου, της πρακτικής της αποτελεσματικότητας, η ρήτρα περί απαλλαγής δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά μόνο υπό την έννοια ότι ισχύει μόνο αν συντρέχει η θεμελιώδης προϋπόθεση που προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία και αναγράφεται συγκεκριμένα στις εν λόγω συμβάσεις, δηλαδή η καταλληλότητα για μεταποίηση.
Κατά τις Schulte και Reinert, η Επιτροπή έχει επιβεβαιώσει την άποψη αυτή σε ένα « ερμηνευτικό σημείωμα» που συνέταξε τον Φεβρουάριο του 1988 σχετικά με τη ρήτρα περί απαλλαγής που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79, σημείωμα που έχει ως εξής:
«1.
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2173/79, η αίτηση αγοράς πρέπει, για να γίνει δεκτή, “ να περιλαμβάνει δήλωση σύμφωνα με την οποία ο αιτών παραιτείται από κάθε διαμαρτυρία που αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που ενδεχομένως θα του αποδοθεί [ κατακυρωθεί ] ”.
2.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη της παραιτήσεως αυτής προκειμένου να μην εμποδίζονται οι δραστηριότητες παρεμβάσεως, υπογραμμίζουν τη σπουδαιότητα μιας αποτελεσματικής κτηνιατρικής επιθεωρήσεως όταν τα προϊόντα παρεμβάσεως ζυγίζονται προκειμένου να μεταβιβασθούν στον αγοραστή. Ωστόσο, αν, κατά την άφιξη τους, τα προϊόντα κηρυχθούν από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες ως εν όλω ή εν μέρει ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση, η παραίτηση δεν απαλλάσσει αυτοδικαίως τον πωλητή οργανισμό παρεμβάσεως από την ευθύνη του όσον αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του πωληθέντος προϊόντος. »
Εξ αυτού οι Schulte και Reinert καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η επέκταση του πεδίου της ρήτρας περί απαλλαγής και επί υγειονομικής φύσεως χαρακτηριστικών, που δεν μπορούν να διακρίνονται αμέσως και επιτόπου και καθιστούν τα προϊόντα ακατάλληλα για μεταποίηση, είναι αντίθετη προς τον σκοπό του κανονισμού 1431/87, δοθέντος ότι ο κανονισμός αυτός έχει σχέση με την πώληση « προς μεταποίηση ».
Όσον αφορά, τέλος, το δεύτερο μέρος του δευτέρου ερωτήματος, οι Schulte και Reinert παρατηρούν ότι η εναρμόνιση των υγειονομικών ελέγχων κρέατος μέσω της οδηγίας 64/433 αποσκοπεί στην άρση των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο κρέατος που οφείλονται στους πολλαπλούς ελέγχους στα σύνορα. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται δια της μεταθέσεως των υγειονομικών ελέγχων προς το κράτος μέλος αποστολής. Πράγματι, ο έλεγχος στο κράτος μέλος αποστολής σκοπεί στο να καθίσταται περιττός νέος έλεγχος στο κράτος μέλος περιορισμού και στην κατ' αυτόν τον τρόπο βελτίωση των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών ( βλ. την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1983, 2/82 έως 4/82, Delhaize Frères, Συλλογή 1983, σ. 2973, σκέψεις 11 και 12).
Οι Schulte και Reinert προσθέτουν ότι μόνο αν ο υγειονομικός έλεγχος εντός του κράτους αποστολής παρέχει επαρκείς εγγυήσεις τα άλλα κράτη μέλη μπορούν να δεχθούν την κατάργηση των ελέγχων στο δικό τους έδαφος. Η δυνατότητα που έχουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως στο κράτος μέλος αποστολής να απαλλάσσονται από οποιαδήποτε ευθύνη όσον αφορά τις παραδόσεις κρέατος που δεν είναι απολύτως σύμφωνες προς τις υγειονομικής φύσεως προδιαγραφές αίρει όλες τις εγγυήσεις που παρέχει ο υγειονομικός έλεγχος και υποχρεώνει τα άλλα κράτη μέλη να διατηρήσουν τους δικούς τους ελέγχους, πράγμα το οποίο, σε τελευταία ανάλυση, θίγει την κοινή αγορά.
Επομένως, κατά τις Schulte και Reinert, η ρήτρα περί απαλλαγής δεν μπορεί να αφορά παραδόσεις κρεάτων ακαταλλήλων προς βρώση, διότι άλλως θα στερούνταν οποιασδήποτε πρακτικής αποτελεσματικότητας.
Για όλους αυτούς τους λόγους, οι Schulte και Reinert προτείνουν στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«1)
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79, της 4ης Οκτωβρίου 1979, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν έχει ως αποτέλεσμα ότι η γενομένη από τον αιτούντα δήλωση τον εμποδίζει να επικαλεστεί κεκρυμμένα ελαττώματα ή την ακαταλληλότητα των παραδοθέντων εμπορευμάτων όταν τα εμπορεύματα αυτά πωλούνται υπερκατεψυγμένα και εμφανίζουν ίχνη μούχλας μόνο μετά την απόψυξη στον τόπο προορισμού και, κατά συνέπεια, δεν προσφέρονται για μεταποίηση. Η “ δήλωση ” αυτή αφορά αποκλειστικά τα εξωτερικώς διαγνώσιμα εμπορικά χαρακτηριστικά του προϊόντος.
2)
Η επέκταση της “ δηλώσεως ” αυτής και σε υγειονομικής φύσεως χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να διακρίνονται αμέσως επιτόπου και καθιστούν το προϊόν ακατάλληλο για μεταποίηση είναι αντίθετη:
α)
προς τον σκοπό του κανονισμού 1431/87 σύμφωνα με το γράμμα, το πνεύμα και την οικονομία του και κατά το μέτρο που αφορά την πώληση “ ενόψει μεταποιήσεως ”·
β)
προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ, η οποία αναθέτει στο κράτος μέλος αποστολής την ευθύνη της διενεργείας των υγειονομικών ελέγχων των προϊόντων με βάση το κρέας που προορίζονται για εξαγωγή ».
Η Επιτροπή υπενθυμίζει καταρχάς ότι, ενόψει των διαπιστωθέντων όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης γεγονότων και ληφθείσας ιδίως υπόψη της παραλείψεως του Βελγικού Δημοσίου, το οποίο δεν έλεγξε τις συνθήκες αποθεματοποιήσεως των κρεάτων που είχαν εναποθηκευθεί στην παρέμβαση ούτε πραγματοποίησε τους συστηματικούς ελέγχους που απαιτούνται κατά την είσοδο των προϊόντων για αποθεματοποίηση, κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως και κατά την έξοδο των προϊόντων από τους ειδικούς χώρους, έλαβε την απόφαση να αποστείλει στο Βέλγιο, στις 7 Φεβρουαρίου 1990, έγγραφο οχλήσεως σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή παρατηρεί ότι και τα δύο προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή το περιεχόμενο της δηλώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79: αφορά η δήλωση αυτή αποκλειστικά τα εξωτερικώς διαγνώσιμα εμπορικά χαρακτηριστικά του προϊόντος ή και τα κεκρυμμένα του ελαττώματα;
Η Επιτροπή φρονεί ότι η εν λόγω δήλωση αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που είναι αντικειμενικώς και πράγματι δυνατό να διακρίνονται διά γυμνού οφθαλμού και όχι τα κεκρυμμένα ελαττώματα. Προς στήριξη της θέσεως αυτής, η Επιτροπή προβάλλει ορισμένα επιχειρήματα.
Καταρχάς ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με την κατά γράμμα ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αφορά « την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά» του προϊόντος, η δήλωση αυτή αποσκοπεί στην παραίτηση από κάθε διαμαρτυρία του αγοραστή όσον αφορά το προϊόν που θα του κατακυρωθεί τελικώς, κατά το μέτρο που το επίμαχο ζήτημα είναι το αν το προϊόν πράγματι υπάγεται στην αναφερόμενη κατηγορία και ανταποκρίνεται ακριβώς προς αυτό που ο αγοραστής είχε υπόψη κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως. Η δήλωση εμποδίζει π.χ. οποιαδήποτε διαμαρτυρία σε περίπτωση που το προϊόν δεν ανήκει σε ορισμένο είδος ή η συσκευασία του είναι ανεπαρκής ή δεν υφίσταται καν.
Για να αποφευχθεί εν προκειμένω ενδεχόμενη απογοήτευση του αγοραστή, το άρθρο 13 του κανονισμού 2173/79 προβλέπει ότι, πριν από την υποβολή της αιτήσεως του, ο αγοραστής πρέπει να μπορεί να λαμβάνει γνώση της καταστάσεως των προς πώληση προϊόντων. Το δικαίωμα αυτό, διευκρινίζει η Επιτροπή, δυσχερώς ασκείται στην πράξη διότι ο αγοραστής δεν γνωρίζει από ποιον αποθηκευτικό χώρο προέρχεται το κρέας που του κατακυρώνεται ( βλ. άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1431/87).
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, από άλλο μέρος της οδηγίας 64/433 προκύπτει ότι το κράτος μέλος αποστολής έχει την υποχρέωση να μεριμνά ώστε τα κρέατα που προέρχονται από ζώα που έχουν σφαγεί στο έδαφος του, έχουν διατηρηθεί σε αποθηκευτικούς χώρους και μεταφερθεί να πληρούν τις υγειονομικής φύσεως επιταγές της Κοινότητας και, επομένως, να μην έχουν μολυνθεί από βακτηρίδια. Για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να διαθέτει σύστημα υγειονομικού ελέγχου σύμφωνο προς τις κοινοτικές προδιαγραφές. 'Ετσι, κάθε αγοραστής κρέατος μπορεί να είναι βέβαιος ότι το εν λόγω προϊόν πληροί όλες τις υγειονομικής φύσεως προδιαγραφές (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1983, Delhaize Frères ).
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο αγοραστής, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη τυχόν αλλοιωμένων μερών, πρέπει να αρχίσει την απόψυξη ολόκληρου του τεμαχίου διότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος αποκαλύψεως ενδεχομένων ελαττωμάτων. Όμως αυτό είναι αδύνατο εφόσον, τότε, είναι αναγκαία και νέα ψύξη, πράγμα που μπορεί να συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Επομένως, ο κανονισμός 2173/79 αποκλείεται να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εν λόγω δήλωση αφορά και κεκρυμμένα ελαττώματα διότι, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ίδιου κανονισμού, ο αγοραστής πρέπει να βεβαιώνεται πριν από την υποβολή της αιτήσεως του για την κατάσταση του εμπορεύματος.
Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως ο αγοραστής δεν γνωρίζει ούτε ποιες παρτίδες θα του κατακυρωθούν τελικώς ούτε από ποιον αποθηκευτικό χώρο θα προέρχονται. Το γεγονός αυτό καθιστά από μόνο του εντελώς αδύνατη την ενδεχόμενη απόψυξη για τη διαπίστωση αλλοιωμένων μερών του κρέατος, πράγμα που, όπως είναι επόμενο, εμποδίζει απολύτως τον αγοραστή να ελέγξει τυχόν αλλοίωση των κρεάτων που του κατακυρώνονται.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
« Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 216/69, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μνημονευόμενη στη διάταξη αυτή δήλωση αφορά μόνο την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που είναι αντικειμενικώς και πράγματι δυνατόν να αποκαλυφθούν διά γυμνού οφθαλμού και όχι τα τυχόν κεκρυμμένα του ελαττώματα. »
6.
Το Βελγικό Δημόσιο, το Ινστιτούτο Κτηνιατρικού Ελέγχου και ο Βελγικός Οργανισμός Οικονομίας και Γεωργίας καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνουν στο Δικαστήριο να απαντήσει καταφατικώς στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος και αρνητικώς στο δεύτερο σκέλος του καθώς και στο δεύτερο ερώτημα.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, το Βελγικό Δημόσιο, το Ινστιτούτο Κτηνιατρικού Ελέγχου και ο ΒΟΟΓ, εναγόμενοι της κύριας δίκης, ισχυρίζονται ότι το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79 αποκλείει σαφώς, ρητώς και κατά τρόπο απόλυτο οποιαδήποτε δυνατότητα διαμαρτυρίας σχετικά με την ποιότητα του προϊόντος.
Κάθε έμπορος που επιδεικνύει τη συνήθη πρόνοια και επιμέλεια δεν θα παραλείψει να κάνει χρήση της δυνατότητας που του παρέχεται για να βεβαιωθεί, πριν υποβάλει την αίτηση, ότι το εμπόρευμα που θα αγοράσει θα είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία το προορίζει.
Κατά συνέπεια, ο κανόνας κοινοτικού δικαίου που θεσπίζεται με το άρθρο αυτό είναι, κατά τη γνώμη των εναγομένων της κύριας δίκης, σαφής, αυστηράς εφαρμογής και ανεπίδεκτος ερμηνείας. Ουδαμού αναφέρει ότι τα ελαττώματα και η ακαταλληλότητα του εμπορεύματος αποκλείονται από την παραίτηση από οποιαδήποτε διαμαρτυρία εφόσον ο αγοραστής έχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 2173/79, κάθε δυνατότητα να εξετάσει και να ελέγξει το εμπόρευμα « πριν » από την υποβολή της αιτήσεως του.
Οι αγοραστές είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν μόνοι τους ή/και μέσω των εμπειρογνωμόνων τους την ποιότητα του εμπορεύματος που αγόρασαν « πριν » από την υποβολή της αιτήσεώς τους' δεν έκριναν ότι έπρεπε να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι προσπάθησαν έστω να ελέγξουν το διατεθέν προς πώληση εμπόρευμα και, ακόμα σοβαρότερο, δεν αποδεικνύουν — ούτε καν ισχυρίζονται — ότι ο προηγούμενος έλεγχος που θα μπορούσαν νομίμως να διενεργήσουν θα μπορούσε κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο να εμποδιστεί από κάποια βελγική αρχή.
Εξάλλου, μόνον ο αγοραστής γνωρίζει τις ποιοτικές προδιαγραφές που επιβάλλει η χρήση για την οποία προορίζεται το προϊόν και εφόσον δεν λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να ελέγξει αν το προϊόν είναι σύμφωνο προς αυτές πρέπει ο ίδιος να υποστεί τις συνέπειες της δικής του αμελείας.
Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης προσθέτουν ότι η εξήγηση που έχουν παράσχει οι υπηρεσίες της Επιτροπής στο προαναφερθέν « ερμηνευτικό σημείωμα » του Φεβρουαρίου 1988 δεν μπορεί, όπως είναι επόμενο, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, να αντιταχθεί εκ των υστέρων στον πωλητή διότι κάτι τέτοιο συνιστά παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως, αρχών που διέπουν τις νομικές πράξεις των κοινοτικών οργάνων. Το Δικαστήριο δεν δέχεται την εκ των υστέρων ερμηνεία, από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, κανονισμού διότι η ερμηνεία αυτή νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό και θίγει την ισότητα μεταχειρίσεως που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αγοραστών της Κοινότητας (βλ. τις αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex, Jurispr. 1980, σ. 1299 και της 27ης Ιανουαρίου 1988, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 169).
Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης παρατηρούν ότι σε πολλούς κοινοτικούς κανονισμούς που προβλέπουν μεταποίηση τροφίμων υπάρχουν διατάξεις όμοιες προς αυτές των άρθρων 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, και 13 του κανονισμού 2173/79.
Κατά τη γνώμη των εναγομένων της κύριας δίκης, η υποχρεωτική παραίτηση από οποιαδήποτε διαμαρτυρία σχετικά με την ποιότητα επιβάλλεται για τον πρόσθετο λόγο ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως των κρατών μελών δεν είναι επαγγελματίες πωλητές, ενώ οι αιτούντες είναι ειδικευμένοι επαγγελματίες αγοραστές. Κατόπιν τούτου, είναι δυνατό να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι όταν ένας αγοραστης έχει διενεργήσει τους ελέγχους και τις εξετάσεις που έκρινε αναγκαίους πριν υποβάλει την αίτηση του, ο ίδιος αναλαμβάνει πλέον και τους σχετικούς κινδύνους. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο αγοραστής αμελεί να διενεργήσει οποιαδήποτε εξέταση ή έλεγχο. Εν προκειμένω, αν ο αγοραστής είχε εξετάσει τα έχοντα ως βάση το κρέας προϊόντα πριν υποβάλει την αίτηση του και είχε λάβει κάποιο δείγμα για να το αποψύξει και να το εξετάσει, θα είχε ανακαλύψει τα προβαλλόμενα ελαττώματα, αφού μάλιστα τα προϊόντα αυτά ενεφάνιζαν τέτοια ελαττώματα κατά τον χρόνο που βρίσκονταν στις αποθήκες της εταιρίας Vanden Avenne. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να τεθεί εν προκειμένω ζήτημα κεκρυμμένων ελαττωμάτων.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι, επειδή ακριβώς η μνημονευόμενη στον κανονισμό 1431/87 μεταποίηση ποικίλλει ανάλογα με τις προθέσεις του αγοραστή και επειδή δεν είναι δυνατό να επιβληθεί ενιαίος κανόνας ποιότητας γι' αυτά τα προϊόντα με βάση το κρέας, ο κανονισμός 2173/79 παρέχει στον αγοραστή κάθε δυνατότητα για να ελέγξει, πριν από την υποβολή της αιτήσεως του, αν τα προϊόντα αυτά πληρούν τα κριτήρια που επιβάλλει η χρήση για την οποία προορίζονται.
Εξ αυτού έπεται ότι η διαδικασία που περιγράφεται κατά τρόπο μη επιδεχόμενο παρερμηνεία στον κανονισμό 2173/79, συμπεριλαμβανομένης της ανεπιφύλακτης παραιτήσεως από οποιαδήποτε διαμαρτυρία σχετικά με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων, είναι ορθή και δικαιολογημένη και δεν αντιβαίνει στον σκοπό του κανονισμού 1431/87 κατά το μέτρο που ο κανονισμός αυτός ρυθμίζει την πώληση « προς μεταποίηση ».
Η παραίτηση από οποιαδήποτε διαμαρτυρία σχετική με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος αντισταθμίζεται από την υποχρέωση να παρέχεται στον αγοραστή η δυνατότητα να ελέγχει τα προϊόντα όσον αφορά τυχόν ελαττώματα ή χαρακτηριστικά τους, δυνατότητα που προβλέπεται από διαφόρους κανονισμούς σχετικούς με τη μεταποίηση τροφίμων.
Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79 απαιτεί δήλωση παραιτήσεως από οποιαδήποτε διαμαρτυρία σχετική με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που ενδεχομένως θα κατακυρωθεί, δεν εμποδίζει βεβαίως να είναι το κράτος μέλος αποστολής υπεύθυνο για τη διενέργεια των τυχόν υποχρεωτικών υγειονομικών ελέγχων όπως αυτοί προβλέπονται, μεταξύ άλλων, από την οδηγία 64/433.
Μια τέτοια υποχρέωση των κρατών μελών ουδεμία σχέση έχει με τον έλεγχο του προϊόντος που διενεργείται από τον αγοραστή ανάλογα με τις σχετικές με τη μεταποίηση προθέσεις του.
Όταν το κράτος μέλος αποστολής διενεργεί πράγματι τους ελέγχους αυτούς, τίποτε δεν το εμποδίζει να απαιτεί επίσης, επ' ονόματι των προβαλλομένων από την Κοινότητα συμφερόντων, δήλωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79.
Για όλους αυτούς τους λόγους οι εναγόμενοι της κύριας δίκης προτείνουν στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«Πρώτο προδικαστικό ερώτημα
Ενόψει της ρητής δηλώσεως στην οποία προβαίνει ο αγοραστής κατά την υποβολή αιτήσεως σύμφωνα με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2173/79 και τις δυνατότητες που ο ίδιος αυτός κανονισμός τού παρέχει όσον αφορά τον έλεγχο και την εξέταση όλων των ελαττωμάτων και χαρακτηριστικών των οικείων προϊόντων και δεδομένου ότι είναι σημαντικό η κοινή αγορά να λειτουργεί χωρίς εμπόδια, δεν δικαιούται ο αγοραστής, σε περίπτωση που έχει αμελήσει να ελέγξει και να εξετάσει τα προϊόντα στις αποθήκες με τις ψυκτικές εγκαταστάσεις πριν από την υποβολή της αιτήσεως του, να επικαλεστεί στη συνέχεια οποιοδήποτε ελάττωμα ή οποιοδήποτε χαρακτηριστικό των παραδοθέντων εμπορευμάτων.
Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
Ενόψει των διαφόρων χρήσεων (ως προς τις οποίες αντιστοιχούν διαφορετικά κριτήρια ποιότητας ) για τις οποίες ο αγοραστής προορίζει τα κρέατα που πωλούνται σύμφωνα με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2173/79 και λόγω του ότι είναι εν προκειμένω αδύνατο να επιβληθεί για τα κρέατα αυτά γενικός κανόνας ποιότητας, ο αγοραστής έχει στη διάθεση του κάθε δυνατότητα προκειμένου να ελέγξει επιτόπου, πριν υποβάλει την αίτηση του, όλα τα ελαττώματα και τα χαρακτηριστικά των κρεάτων και, προς το συμφέρον επίσης της εύρυθμης λειτουργίας της κοινής αγοράς, ο εν λόγω αγοραστής προβαίνει, κατά την υποβολή αιτήσεως, στη ρητή δήλωση που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2173/79.
α)
Δεδομένου ότι η δήλωση αυτή αποτελεί τη μοναδική λύση του προβλήματος που δημιουργείται από τις διάφορες μεταποιήσεις για τις οποίες είναι δυνατό να προορίζονται τα κρέατα, μεταποιήσεις που είναι γνωστές μόνο στον αγοραστή, δεν μπορεί να υφίσταται ασυμβίβαστο μεταξύ της δηλώσεως στην οποία προβαίνει ο αγοραστής σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2173/79 και του σκοπού του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1431/87 ο οποίος έχει σχέση με την πώληση “ προς μεταποίηση ”.
β)
Οι γενικές υποχρεώσεις που υπέχει ένα κράτος μέλος όσον αφορά τους υγειονομικούς ελέγχους (και οι οποίες εν προκειμένω έχουν εκπληρωθεί δεόντως ) δεν έχουν σχέση με τον έλεγχο που ο αγοραστής των προϊόντων μπορεί να κάνει ανάλογα με το είδος της μεταποίησης για την οποία προορίζει το σχετικό προϊόν.
Δεδομένου ότι, καθόσον αφορά ενδεχόμενα ελαττώματα ή χαρακτηριστικά, ο αγοραστής δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτά δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν αμέσως και επιτόπου όταν έχει παραιτηθεί των ελέγχων που θα μπορούσε να διενεργήσει επιτόπου, δεν μπορεί να υφίσταται ασυμβίβαστο μεταξύ της δηλώσεως στην οποία προβαίνει ο αγοραστής σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79 και του σκοπού της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ. »
Η Κυβέρνηση τον Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, ότι υφίσταται σχέση μεταξύ της δυνατότητας ελέγχου που παρέχει το άρθρο 13 του κανονισμού 2173/79 και της υποχρεώσεως παραιτήσεως από μελλοντικές διαμαρτυρίες σχετικά με τα αγοραζόμενα βόεια κρέατα. Η ύπαρξη τέτοιας σχέσεως, και μάλιστα το γεγονός ότι η σχέση αυτή ήταν ηθελημένη από τον κοινοτικό νομοθέτη κατά τον χρόνο της εκδόσεως του κανονισμού αυτού, αποδεικνύονται από την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
Η δήλωση του αγοραστή περί παραιτήσεως αποτελεί το αντάλλαγμα για τη δυνατότητα που του παρέχεται να λάβει γνώση — πριν από την υποβολή της αιτήσεως αγοράς — της καταστάσεως του βοείου κρέατος που προτίθεται να αγοράσει.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο της δηλώσεως προκύπτει σαφώς από τη μη επιδεχόμενη παρερμηνεία διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού αυτού, κατά το οποίο ο αγοραστής παραιτείται από οποιαδήποτε διαμαρτυρία σχετικά « με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά » του βοείου κρέατος που του πωλείται. Η σαφής και άμεση έννοια της φράσεως αυτής είναι τέτοια ώστε να απαγορεύεται στον αγοραστή οποιαδήποτε διαμαρτυρία σχετικά με το βόειο κρέας, ασχέτως της καταστάσεως στην οποία αυτό βρίσκεται ή των ελαττωμάτων που παρουσίαζε κατά τον χρόνο που του πωλήθηκε. Οι λέξεις « η ποιότητα και τα χαρακτηριστικά » έχουν περιεχόμενο που αρκεί για να καλύψει κάθε ιδιαιτερότητα ή μορφή που παρουσιάζει το βόειο κρέας και, ιδίως, κάθε είδος επιδεινώσεως, σε οποιαδήποτε έκταση, της ποιότητάς του.
Είναι δυσχερές να ερμηνευθούν οι λέξεις αυτές ως καλύπτουσες μόνον όσα θα μπορούσαν να διακριθούν από τον αγοραστή κατά τη μακροσκοπική εξέταση του βοείου κρέατος και απο-κλείοντες τα κεκρυμμένα ελαττώματα που δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθούν από απλή μακροσκοπική εξέταση. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν βλέπει κανένα λόγο που να δικαιολογεί ένα τέτοιο περιορισμό της κατά γράμμα έννοιας, ειδικότερα εφόσον ο αγοραστής έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού, να εξετάζει το βόειο κρέας όχι μόνο μακροσκοπικώς αλλά και προβαίνοντας σε εξετάσεις δειγμάτων, αφού πρώτα τα αποψύξει, δυνάμενος έτσι να ανακαλύψει οποιοδήποτε τυχόν κεκρυμμένο ελάττωμα.
Κατά τη γνώμη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, και η εμπορική πραγματικότητα σχετικά με τις συναλλαγές που αφορούν την πώληση βοείων κρεάτων παρεμβάσεως από οργανισμό παρεμβάσεως σε έμπορο συνηγορεί υπέρ του επιχειρήματος ότι η δήλωση παραιτήσεως πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως και όχι στενώς.
Πράγματι, καίτοι ένας εθνικός οργανισμός παρεμβάσεως έχει συμμορφωθεί πλήρως προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που διέπουν την αποθεματοποίηση των υπερκατεψυγ-μένων βοείων κρεάτων, είναι δυνατό, ειδικώς όταν τα εν λόγω κρέατα έχουν αποθεματοποι-ηθεί επί μακρύ χρονικό διάστημα, να έχουν υποστεί αλλοιώσεις λόγω οξειδωσεως. Οι έμποροι γνωρίζουν ότι, ληφθέντος υπόψη ότι τα αποθεματοποιημένα στην παρέμβαση βόεια κρέατα δεν αποτελούν ομοιογενή προϊόντα, είναι δυνατό να έχει αλλοιωθεί μέρος μόνο, και όχι το σύνολο, της παρτίδας που τους έχει πωληθεί.
Επίσης, οι έμποροι εκτιμούν ότι — λόγω της ηλικίας του υπερκατεψυγμένου κρέατος — η ζητούμενη από τον οργανισμό παρεμβάσεως τιμή είναι μέχρι και 50 % χαμηλότερη της τιμής του νωπού βοείου κρέατος. Όσοι ασχολούνται με το εμπόριο αυτό γνωρίζουν ότι αυτή η ουσιώδης σε σχέση με την τιμή του νωπού κρέατος έκπτωση αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο σχετικά με την ύπαρξη κάποιας αλλοιώσεως του υπερκατεψυγμένου προϊόντος. Κατά συνέπεια, οι έμποροι μπορούν να εκμηδενίζουν τον κίνδυνο κεκρυμμένης αλλοιώσεως ελέγχοντας, πριν από την αγορά, τα βόεια κρέατα.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της ευρείας ερμηνείας της δηλώσεως περί παραιτήσεως και της υποχρεώσεως μεταποιήσεως του αγορασθέντος κρέατος. Ο κίνδυνος αδυναμίας μεταποιήσεως σύμφωνα με τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του κρέατος λόγω κεκρυμμένου ελαττώματος — με τη συνακόλουθη απώλεια της ασφάλειας — αποτελεί απλώς στοιχείο του συνήθους στον τομέα αυτό εμπορικού κινδύνου και δεν μπορεί από μόνο του να μεταβάλει την έννοια, που είναι εξάλλου σαφής, της δηλώσεως περί παραιτήσεως. Στο πλαίσιο της εμπορικής πραγματικότητας ( λαμβανομένης ιδίως υπόψη της χαμηλής τιμής του βοείου κρέατος παρεμβάσεως) ο κίνδυνος αυτός περιέχεται στους κινδύνους που οι έμποροι αναλαμβάνουν εν πλήρη επιγνώσει. Εξάλλου, οι έμποροι μπορούν πάντοτε να επικαλούνται τη δυνατότητα που τους παρέχει το άρθρο 13 του κανονισμού 2173/79, να λαμβάνουν γνώση της καταστάσεως των βοείων κρεάτων και, κατ' αυτό τον τρόπο, να μειώνουν ουσιωδώς το ενδεχόμενο τέτοιου κινδύνου.
Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση υφίσταται μεταξύ της εκπληρώσεως από ένα κράτος μέλος των υποχρεώσεων που του επιβάλλει η οδηγία 64/433 και των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79. Τα δύο αυτά κείμενα της κοινοτικής νομοθεσίας είναι απολύτως άσχετα μεταξύ τους.
Εξάλλου, κατά τη γνώμη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, το γεγονός ότι στο πωληθέν από την παρέμβαση βόειο κρέας διαπιστώθηκε μεταγενεστέρως αλλοίωση δεν σημαίνει ότι το εν λόγω βόειο κρέας εισήλθε ή αποθεματοποιήθηκε στην παρέμβαση μη όντας απολύτως σύμφωνο προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, και τούτο διότι το υπερκατεψυγμένο βόειο κρέας είναι δυνατό να αλλοιωθεί ( ιδίως αν το εν λόγω κρέας έχει αποθεματοποιηθεί επί μακρύ χρονικό διάστημα) έστω και αν έχουν τηρηθεί απολύτως οι διατάξεις της οδηγίας.
Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν είναι ορθό να κολαστεί ο οργανισμός παρεμβάσεως κράτους μέλους με την εφαρμογή στενής ερμηνείας της δηλώσεως παραιτήσεως (που να περιορίζεται στα ελαττώματα που μπορούν να διαπιστωθούν μακροσκοπικώς) όταν το ελάττωμα έχει προκύψει έστω και παρά την πλήρη τήρηση της οδηγίας. Εξάλλου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί ότι το πιστοποιητικό που χορηγείται από επίσημο κτηνίατρο σκοπεί απλώς στο να δειχθεί ότι το κρέας το οποίο αφορά αποκτήθηκε και αποθηκεύθηκε σύμφωνα με τους όρους που καθορίζει η οδηγία και αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο το κρέας αυτό « αναγνωρίζεται ως κατάλληλο προς βρώση ». Το πιστοποιητικό δεν αποκλείει, έστω και αν έχουν τηρηθεί οι όροι της οδηγίας, τη δυνατότητα να έχει αλλοιωθεί το κρέας.
Για τους λόγους αυτούς, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
« Πρώτο ερώτημα
Η δήλωση περί παραιτήσεως που επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79 πρέπει — λόγω της συνήθους και φυσιολογικής της εννοίας και του σκοπού της — να ερμηνευθεί ως καλύπτουσα και τα κεκρυμμένα ελαττώματα τα οποία εμφανίζει το υπερκατεψυγμένο κρέας και τα οποία δεν μπορούν να διαπιστωθούν από απλή μακροσκοπική εξέταση.
Δεύτερο ερώτημα
Μια τέτοια ερμηνεία δεν έρχεται σε σύγκρουση ούτε με τον σκοπό του κανονισμού 1431/87, κατά το μέτρο που ο εν λόγω κανονισμός αναφέρεται στην πώληση « προς μεταποίηση », ούτε με τον σκοπό της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου κατά το μέτρο που η εν λόγω οδηγία καθιστά το κράτος μέλος αποστολής υπεύθυνο για τους υγειονομικούς ελέγχους επί των κρεάτων που προορίζονται για εξαγωγή. »
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 2ας Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-113/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Rechtbank van eerste aanleg te Brussel προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Gebroeders Schulte AG,
H. & E. Reinert KG
και
Belgische Dienst voor Bedrijfsleven en Landbouw,
Βελγικού Δημοσίου,
Instituut voor Veterinaire Keuring,
NV Vanden Avenne-Ooigem,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 216/69 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 142 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους G. C Rodríguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
οι Gebroeders Schulte AG και Η & Ε Reinert KG, εκπροσωπούμενες από τους F. Herbert και J. Everaert, δικηγόρους Βρυξελλών,
—
ο Βελγικός Οργανισμός Οικονομίας και Γεωργίας, εκπροσωπούμενος από την Monique Fruy και τον Bart De Moor, δικηγόρους Βρυξελλών,
—
το Βελγικό Δημόσιο και το Ινστιτούτο Κτηνιατρικού Ελέγχου, εκπροσωπούμενα από τον Piet Siffert, δικηγόρο Louvain,
—
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, του Treasury Solicitor's Department,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Patrick Hetsch και Thomas van Rijn, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν οι Gebroeders Schulte AG και Η. & Ε. Reinert KG, ο Βελγικός Οργανισμός Οικονομίας και Γεωργίας, το Βελγικό Δημόσιο και το Ινστιτούτο Κτηνιατρικού Ελέγχου, η Βρετανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Chr. Vajda, barrister, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Τ. van Rijn και J. Gaster, μέλη της ΓΔ VI, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Απριλίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 9ης Απριλίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Απριλίου 1990, το Rechtbank van eerste aanleg te Brussel υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 216/69 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 142 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ αφενός των εταιριών Gebroeders Schulte και Η. & Ε. Reinert, εναγουσών της κύριας δίκης ( στο εξής: Schulte και Reinert ) και αφετέρου του Belgische Dienst voor Bedrijfsleven en Landbouw (βελγικός Οργανισμός Οικονομίας και Γεωργίας, στο εξής: ΒΟΟΓ), του Βελγικού Δημοσίου, του Instituut voor Veterinaire Keuring ( Ινστιτούτο Κτηνιατρικού Ελέγχου ) και της εταιρίας Vanden Avenne, εναγομένων της κύριας δίκης.
3
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 1431/87 της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 1987, περί πωλήσεως σε προκαθορισμένη κατ' αποκοπή τιμή, εν όψει της μεταποιήσεως τους εντός της Κοινότητας, ορισμένων βοείων κρεάτων που προέρχονται από αποθέματα οργανισμών παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 786/87, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2182/77 ( ΕΕ L 136, σ. 26 ), προέβλεψε στο άρθρο του 1, παράγραφος 1, ότι επρόκειτο να τεθούν προς πώληση, κατά την περίοδο από 27 Μαΐου 1987 μέχρι 3 Ιουλίου 1987, 1500 περίπου τόνοι μη αποστεωμένου κρέατος που ευρίσκονταν στην κατοχή του ΒΟΟΓ και είχαν αγοραστεί πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1986.
4
Βάσει του κανονισμού 2173/79, ο ΒΟΟΓ δημοσίευσε, στις 21 Ιανουαρίου 1987, ανακοίνωση σχετικά με τους όρους πωλήσεως του προαναφερθέντος κρέατος.
5
Η Schulte και η Reinert ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτή αγοράζοντας διάφορες ποσότητες κρέατος. Κατά την περίοδο μεταξύ 25 Ιουνίου 1987 και 17 Ιουλίου 1987 προέβησαν, μέσω του εντολοδόχου τους, στην παραλαβή του προϊόντος από τις ψυκτικές εγκαταστάσεις της εταιρίας Vanden Avenne και το μετέφεραν στη Γερμανία.
6
Με τηλετυπήματα της 21ης και 22ας Ιουλίου 1987, ο εντολοδόχος των Schulte και Reinert γνωστοποίησε στον ΒΟΟΓ ότι είχε διαπιστώσει, ύστερα από την απόψυξη, ότι ορισμένα τεμάχια κρέατος ενεφάνιζαν ίχνη μούχλας. Στις 15 Οκτωβρίου 1987 συντάχθηκε από εγκεκριμένο από την ΕΟΚ κτηνίατρο έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατά την οποία το κρέας ήταν ακατάλληλο προς βρώση. Στις 19 Οκτωβρίου 1987, καταστράφηκε ένα μέρος του κρέατος.
7
Εντούτοις, ο ΒΟΟΓ απέρριψε τη διαμαρτυρία του εντολοδόχου των Schulte και Reinert επικαλούμενος το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79 κατά το οποίο μια αίτηση αγοράς για να θεωρηθεί ως εγκύρως υποβληθείσα πρέπει με αυτήν ο αιτών να δηλώνει ότι παραιτείται από οποιαδήποτε διαμαρτυρία όσον αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που ενδεχομένως θα του κατακυρωθεί.
8
Το εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου ήχθη η σχετική διαφορά αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί, μέσω προδικαστικής αποφάσεως, επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Πρέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79, της 4ης Οκτωβρίου 1979, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δήλωση στην οποία προβαίνει ο αιτών τον εμποδίζει να επικαλεστεί κεκρυμμένα ελαττώματα ή τη μη συμφωνία προς ορισμένες προδιαγραφές των προϊόντων που του έχουν δοθεί όταν τα προϊόντα αυτά πωλούνται σε κατάσταση υπερκαταψύξεως και εμφανίζουν ίχνη μούχλας μόνο μετά την απόψυξη στον τόπο προορισμού, με αποτέλεσμα να μη μπορούν πλέον να μεταποιηθούν, ή μήπως η “ δήλωση ” αυτή αφορά μάλλον τα εξωτερικώς αντιληπτά εμπορικά χαρακτηριστικά του προϊόντος;
2)
Μήπως η επέκταση του περιεχομένου της “ δηλώσεως ” αυτής και σε υγειονομικής φύσεως χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι δυνατόν να καθίστανται κατά τρόπο άμεσο αντιληπτά επιτόπου και καθιστούν το προϊόν ακατάλληλο για μεταποίηση είναι ασυμβίβαστη:
α)
με το αντικείμενο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1431/87 το οποίο αφορά την πώληση “ ενόψει της μεταποιήσεως τους ”;
β)
με το αντικείμενο της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ η οποία αναθέτει στο κράτος μέλος αποστολής την ευθύνη της διενεργείας των υγειονομικών ελέγχων των προϊόντων με βάση το κρέας που προορίζονται για εξαγωγή; »
9
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
10
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2173/79, κάθε αίτηση αγοράς πρέπει, προκειμένου να θεωρηθεί ως εγκύρως υποβληθείσα, να περιέχει:
«(...).
δ)
μία δήλωση σύμφωνα με την οποία ο αιτών παραιτείται από κάθε διαμαρτυρία που αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που ενδεχομένως θα του αποδοθεί [ κατακυρωθεί ] ».
11
Σύμφωνα με το άρθρο 13 του ίδιου κανονισμού,
« Οι οργανισμοί παρεμβάσεως λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να λαμβάνουν γνώση της καταστάσεως των προς πώληση προϊόντων προ της υποβολής της αιτήσεως ή της προσφοράς τους. »
12
Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού η παραίτηση από οποιαδήποτε μεταγενέστερη της αγοράς διαμαρτυρία δικαιολογείται από το γεγονός ότι είναι δυνατόν να ελέγχεται προηγουμένως η κατάσταση των προϊόντων που τίθενται προς πώληση, δυνατότητα που έχει θεσπιστεί προς όφελος του δυνητικού αγοραστή.
13
Πράγματι, η όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2173/79 έχει ως εξής:
« εκτιμώντας ότι η υποβολή αιτήσεως αγοράς ή μιας προσφοράς διευκολύνεται από την προσφερόμενη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση της καταστάσεως των προϊόντων ότι ενδείκνυται λοιπόν να προβλεφθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι παραιτούνται από κάθε διαμαρτυρία όσον αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που ενδεχομένως θα κατακυρωθεί σ' αυτούς ».
14
Συνεπώς, η δήλωση περί παραιτήσεως από οποιαδήποτε διαμαρτυρία αφορά μόνο την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που είναι επιδεκτικά προηγουμένου εκ μέρους του ενδιαφερομένου ελέγχου και, ως εκ τούτου, η εν λόγω δήλωση δεν καλύπτει ενδεχόμενα κεκρυμμένα ελαττώματα τα οποία, ως εκ της φύσεως τους, δεν είναι επιδεκτικά οποιουδήποτε εκ μέρους του προηγουμένου ελέγχου.
15
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 2182/77 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1977, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της πωλήσεως κατεψυγμένων βοείων κρεάτων, τα οποία προέρχονται από αποθέματα παρεμβάσεως και προορίζονται για μεταποίηση εντός της Κοινότητας και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1687/76 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 98), κατά το οποίο « κατατίθεται στην αρμοδία αρχή του κράτους μέλους στο οποίο θα λάβει χώρα η μεταποίηση μια εγγύηση [ασφάλεια] για την εξασφάλιση της μεταποιήσεως των προϊόντων ». Πράγματι, δεν θα ήταν σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας να χάνει ο αγοραστής την ασφάλεια σε περίπτωση που η μεταποίηση καταστεί αδύνατη λόγω κεκρυμμένων ελαττωμάτων μη επιδεκτικών προηγούμενου εκ μέρους του ελέγχου.
16
Πρέπει να προστεθεί ότι η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη συνεπής με το σύστημα και τον σκοπό του κανονισμού 1431/87 ο οποίος και διέπει την επίμαχη στην κύρια δίκη πώληση.
17
Πράγματι, αφενός, ο σκοπός του κανονισμού αυτού, που αποβλέπει στη διασφάλιση της μεταποιήσεως κρέατος που διατίθεται σε πώληση θα διακυβευόταν εφόσον κεκρυμμένα ελαττώματα θα καθιστούσαν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, τα εν λόγω κρέατα ακατάλληλα προς βρώση.
18
Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού 1431/87, οι αιτήσεις αγοράς δεν περιλαμβάνουν την ένδειξη του ή των χώρων όπου έχουν αποθηκευτεί τα προϊόντα που ζητούνται. Εξ αυτού έπεται ότι ο αγοραστής δεν μπορεί να προβλέψει από ποιον αποθηκευτικό χώρο θα προέρχεται το προϊόν που ενδεχομένως θα του κατακυρωθεί και, επομένως, δεν είναι σε θέση να προβεί στον κατάλληλο προηγούμενο έλεγχο, π.χ. διά δειγματοληψίας.
19
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η δήλωση περί παραιτήσεως από οποιαδήποτε διαμαρτυρία που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 2173/79 δεν καλύπτει τα τυχόν κεκρυμμένα ελαττώματα τα οποία, ως εκ της φύσεως τους, είναι απολύτως αδύνατο να ελεγχθούν προηγουμένως από τον ενδιαφερόμενο και καθιστούν το προϊόν ακατάλληλο προς βρώση.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
20
Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του δευτέρου ερωτήματος.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Rechtbank van eerste aanleg te Brussel, με Διάταξη της 9ης Απριλίου 1990, αποφαίνεται:
Η δήλωση περί παραιτήσεως από οποιαδήποτε διαμαρτυρία που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 216/69 δεν καλύπτει τα τυχόν κεκρυμμένα ελαττώματα τα οποία, ως εκ της φύσεως τους, είναι απολύτως αδύνατο να ελεγχθούν προηγουμένως από τον ενδιαφερόμενο και καθιστούν το προϊόν ακατάλληλο προς βρώση.
Rodríguez Iglesias
Slynn
Joliét
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του πρώτου τμήματος
G. C Rodríguez Iglesias
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy