ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-145/90 Ρ ( *1 )
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά και η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία
Από την απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Μαρτίου 1990, Mario Costacurta κατά Επιτροπής (Τ-34/89 και Τ-67/89, Συλλογή σ. II-93 ) προκύπτει ότι:
« 1.
Ο προσφεύγων, Mario Costacurta, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (...), είναι πατέρας της Nadia Costacurta, για την οποία υπέβαλε το Φθινόπωρο του 1986 αίτηση χορηγήσεως σχολικού επιδόματος για το πανεπιστημιακό έτος 1986/1987. Η καθής του χορήγησε, βάσει των δικαιολογητικών που προσκόμισε, επίδομα συντηρούμενου τέκνου και σχολικό επίδομα για την κόρη του Nadia η οποία παρακολουθούσε πανεπιστημιακά μαθήματα στο Παρίσι.
2.
Κατά το πανεπιστημιακό έτος 1986-1987, η Nadia Costacurta παρακολούθησε τα μαθήματα του πανεπιστημίου του Παρισιού-Ι ( Panthéon-Sorbonne ) για την απόκτηση πτυχίου DEA (diplôme d'études approfondies) στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, τα οποία μαθήματα έπρεπε, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η πανεπιστημιακή διοίκηση, να λήξουν στις 16 Μαΐου 1987 (... )
3.
Μετά το πέρας μιας αμειβόμενης ασκήσεως (stage) (προς 22000 BFR κατά μήνα), την οποία διήνυσε στις υπηρεσίες της Επιτροπής στις Βρυξέλλες από τις 16 Μαρτίου 1987 έως τις 31 Ιουλίου 1987, έγινε πρόταση στη Nadia Costacurta να αναλάβει υπηρεσία επικουρικού υπαλλήλου για χρονικό διάστημα έξι μηνών. Η ενδιαφερόμενη γνωστοποίησε στις 30 Ιουλίου στο τμήμα “ σταδιοδρομίες ” ότι μπορούσε να αναλάβει υπηρεσία την 1η Σεπτεμβρίου 1987, κατόπιν αυτού δε συντάχθηκε και υπογράφηκε από τα δύο μέρη η σύμβαση προσλήψεως της ως επικουρικής υπαλλήλου (... )
4.
Ο προσφεύγων ειδοποίησε το τμήμα προσωπικού της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο, με επιστολή της 10ης Σεπτεμβρίου 1987, ότι έπαυσε πλέον από την 1η Σεπτεμβρίου 1987 να συντηρεί την κόρη του Nadia, δεδομένου ότι προσελήφθη από την Επιτροπή για χρονικό διάστημα έξι μηνών ως επικουρική υπάλληλος.
5.
Ο προϊστάμενος του τμήματος προσωπικού στο Λουξεμβούργο ειδοποίησε με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 1987 τον προσφεύγοντα ότι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου και το σχολικό επίδομα για την κόρη του Nadia καταργήθηκαν από την 1η Ιουλίου 1987. Όπως αναγράφεται στο έγγραφο αυτό, καθώς επίσης και σε συμπληρωματικό έγγραφο της 16ης Νοεμβρίου 1987, η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η Nadia Costacurta άρχισε να ασκεί προσοδοφόρο επαγγελματική δραστηριότητα από την 1η Σεπτεμβρίου 1987 και ότι είχε διακόψει τις σπουδές της από τις 16 Μαΐου 1987, ημερομηνία λήξεως του πανεπιστημιακού έτους 1986-1987. Αναζητήθηκαν δε τα επιδόματα που καταβλήθηκαν στον προσφεύγοντα για την κόρη του Nadia για τον μετά την 1η Ιουλίου 1987 χρόνο.
6.
Με επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 1987, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γενική γραμματεία της Επιτροπής στις 3 Δεκεμβρίου 1987, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση ενώπιον του καθού η προσφυγή οργάνου βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως). Ο προσφεύγων εναντιώθηκε στην κατάργηση των επιδομάτων για τον προ της 1ης Σεπτεμβρίου 1987 χρόνο και ισχυρίστηκε [ επί πλέον ] ότι το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν επιτρέπει την αναζήτηση των επιδομάτων που καταβλήθηκαν για τον μετά την 1η Ιουλίου 1987 χρόνο, λόγω του ότι κατά τον χρόνο της καταβολής τους ο προσφεύγων αγνοούσε την ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας και ότι η κόρη του Nadia ήταν ακόμη τότε φοιτήτρια και συντηρούνταν από αυτόν.
7.
Ο προσφεύγων δεν έλαβε απάντηση επί της διοικητικής του ενστάσεως εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατόπιν αυτού δε άσκησε στις 20 Μαΐου 1988 [ την πρώτη του ] προσφυγή (... )
8.
Η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος έδωσε όμως αφορμή στις υπηρεσίες της καθής να ερευνήσουν εκ νέου τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, κατόπιν δε αυτής της έρευνας ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως ειδοποίησε τον Costacurta, με έγγραφο της 26ης Απριλίου 1988, με το οποίο τροποποιήθηκε η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως,
—
ότι ο προσφεύγων αποκαταστάθηκε μέχρι τις 31 Αυγούστου 1987 στα δικαιώματα του επί των επιδομάτων για το συντηρούμενο τέκνο του Nadia και
—
ότι από τις 31 Μαρτίου 1987, και όχι από την 1η Ιουλίου 1987, όπως αναγράφεται στην απόφαση που έδωσε λαβή στη διοικητική ένσταση, δεν είχε πλέον δικαίωμα να λαμβάνει το σχολικό επίδομα.
9.
Όσον αφορά το επίδομα συντηρούμενου τέκνου, η τροποποίηση που επήλθε στην απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1987 είχε ως αιτιολογία το γεγονός ότι η έννοια της « επαγγελματικής εκπαιδεύσεως » του άρθρου 2, παράγραφος 3, περίπτωση β, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ερμηνεύεται από την 1η Μαρτίου 1981 ως καλύπτουσα επαγγελματική εκπαίδευση η οποία δίνει λαβή στην καταβολή του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου αν οι αποδοχές που λαμβάνει ο ενδιαφερόμενος είναι κατώτερες του “ ελαχίστου ορίου διαβιώσεως ”. Η άσκηση που έκανε η Nadia Costacurta μπορεί να λογιστεί ως επαγγελματική εκπαίδευση, εφόσον δε οι αποδοχές που ελάμβανε ο προσφεύγων ήταν κατώτερες από το “ελάχιστο όριο διαβιώσεως”, εξακολουθούσε να έχει ακόμη δικαίωμα λήψεως επιδόματος συντηρούμενου τέκνου για την κόρη του μέχρι τις 31 Αυγούστου 1987.
10.
Όσον αφορά το σχολικό επίδομα, ο διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως παρατήρησε τα ακόλουθα: “(...) η Nadia Costacurta ήταν συντηρούμενο τέκνο σας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ατομικού της φακέλου ( φοιτητική ταυτότητα για το πανεπιστημιακό έτος 1986-1987 ), μπορεί να υποτεθεί ότι φοιτούσε κανονικά και κατά πλήρη απασχόληση στο πανεπιστήμιο του Παρισιού ως τις 16 Μαρτίου 1987. Κατά την ημερομηνία αυτή άρχισε την άσκηση της στην Επιτροπή στις Βρυξέλλες. Δεδομένου ότι αυτή η περίοδος ασκήσεως έληξε στις 31 Ιουλίου 1987, η δε ανάληψη υπηρεσίας της Costacurta στην Επιτροπή ως επικουρικής υπαλλήλου άρχισε την 1η Σεπτεμβρίου 1987, είναι προφανές ότι δεν φοίτησε σε ανώτατο ίδρυμα μετά τις 16 Μαρτίου 1987. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων περί χορηγήσεως του σχολικού επιδόματος ( που εφαρμόζονται από την 1η Μαρτίου 1975), είχατε επομένως δικαίωμα για το σχολικό επίδομα μέχρι τις 31 Μαρτίου 1987”.
11.
Με το ίδιο αυτό έγγραφο ο γενικός διευθυντής κατέστησε γνωστό ότι αποφάσισε να αναζητηθούν τα σχολικά επιδόματα που καταβλήθηκαν για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο (... )
12.
(...)
13.
Ο προσφεύγων υπέβαλε στις 31 Μαΐου 1988 κατά της αποφάσεως της 26ης Απριλίου 1988 νέα διοικητική ένσταση, η οποία απορρίφθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1988 με απόφαση της καθής. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε στη διοικητική του ένσταση ιδίως ότι η άσκηση στην Επιτροπή στις Βρυξέλλες είχε σχέση με τις σπουδές της κόρης του Nadia και ότι αυτή παρέμεινε κατόπιν αυτού φοιτήτρια κατά πλήρη απασχόληση κατά την περίοδο της ασκήσεως αυτής.
14.
Η καθής αντέταξε στην απορριπτική της απόφαση, μεταξύ άλλων, στα επιχειρήματα του προσφεύγοντος ότι “ το 1987η δεσποινίδα Costacurta είχε ήδη περατώσει τις ειδικές ανώτατες σπουδές της στο Δίκαιο της Κοινής Αγοράς ( δίπλωμα που απέκτησε τον Νοέμβριο του 1986). Στο πλαίσιο ακριβώς και μόνο αυτών των σπουδών της υποχρεώθηκε να κάνει μια άσκηση για να συμπληρώσει τη θεωρητική εκπαίδευση και τα πρακτικά φροντιστήρια. Πραγματοποίησε αυτή την άσκηση στο γραφείο Lefebvre το καλοκαίρι του 1986 ”.
15.
Όσον αφορά τη φύση των σπουδών της Nadia Costacurta από το χειμερινό εξάμηνο 1986-1987, η καθής παρατηρεί τα εξής: “ από την έναρξη του χειμερινού εξαμήνου 1986-1987 και ως τη στιγμή της ενάρξεως της ασκήσεως της στην ΕΟΚ η δεσποινίδα Costacurta παρακολούθησε μαθήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου για να προπαρασκευάσει το αντίστοιχο DEA. Ανεξάρτητα από το ζήτημα της χρησιμότητας μιας ασκήσεως στις υπηρεσίες της Επιτροπής εντός του πλαισίου των σπουδών αυτών, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι σπουδές για τις οποίες πρόκειται δεν προέβλεπαν για τη λήψη του διπλώματος οποιαδήποτε υποχρεωτική άσκηση κατά την περίοδο της φοιτήσεως ”.
16.
Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το σώμα των προϊσταμένων διοικήσεως εξέδωσε, κατά την 160ή συγκέντρωση της 15ης Ιανουαρίου 1987, το ακόλουθο πόρισμα (πόρισμα 166/87):
“ α)
(...)
β)
Οι προϊστάμενοι διοικήσεως θεωρούν ότι η προϋπόθεση της ‘ κανονικής ’ φοιτήσεως σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VII πληρούται όταν η φοίτηση στο ίδρυμα από τον μαθητή ή τον φοιτητή καλύπτει περίοδο τουλάχιστον τριών μηνών.
Το πόρισμα αυτό θα αρχίσει να εφαρμόζεται από την 1η Φεβρουαρίου 1987.”
(...)»
Υπ' αυτές ακριβώς τις συνθήκες, στις 20 Μαΐου 1988, ο Costacurta άσκησε προσφυγή ( υπόθεση Τ-34/89 ) με την οποία ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
1)
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη.
2)
να κρίνει ότι η καθής παραβίασε τα άρθρα 2 και 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· κατά συνέπεια,
3)
να ακυρώσει τα υπηρεσιακά σημειώματα της 30ής Οκτωβρίου και της 16ης Νοεμβρίου 1987 του προϊσταμένου του τμήματος προσωπικού της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο·
4)
να υποχρεώσει την καθής να καταβάλει στον προσφεύγοντα το επίδομα συντηρούμενου τέκνου και το σχολικό επίδομα για την κόρη του Nadia για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 1987, αυξημένα κατά τους νομίμους τόκους από την ημερομηνία της παρακρατήσεως τους μέχρις εξοφλήσεως·
5)
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Στις 6 Μαρτίου 1989, ο αναιρεσείων άσκησε δεύτερη προσφυγή με την οποία ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
1)
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη·
2)
να κρίνει ότι η προσφεύγουσα αγνόησε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παρέβη τα άρθρα 85 και 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και τα άρθρα 2 και 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· κατά συνέπεια,
3)
α)
να ακυρώσει το υπηρεσιακό σημείωμα της 26ης Απριλίου 1988 του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως,
β)
επικουρικώς, να ακυρώσει την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1988 της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος·
4)
να υποχρεώσει την καθής να καταβάλει στον προσφεύγοντα το σχολικό επίδομα για τη θυγατέρα του Nadia για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του 1987, αυξημένο κατά τους νομίμους τόκους από την ημερομηνία της παρακρατήσεως του μέχρις εξοφλήσεως·
5)
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Και στις δύο υποθέσεις, η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
1)
να απορρίψει τις προσφυγές·
2)
σε περίπτωση που το Πρωτοδικείο θα υποχρέωνε την καθής να καταβάλει στον προσφεύγοντα τα εν λόγω επιδόματα, να απορρίψει ως απαράδεκτο το αίτημα του προσφεύγοντος περί προσαυξήσεως του σχετικού ποσού κατά τους νομίμους τόκους·
3)
να κρίνει κατά νόμο ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας, ο Costacurta παραιτήθηκε των αιτημάτων του σχετικά με την καταβολή από την Επιτροπή του επιδόματος για συντηρούμενο τέκνο όσον αφορά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 1987.
Προς στήριξη της προσφυγής του, ο Costacurta είχε επικαλεστεί την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: ΚΥΚ), όσον αφορά τη χορήγηση σχολικού επιδόματος για τους μήνες Απρίλιο έως Αύγουστο 1987 και την παράβαση του άρθρου 85 του ΚΥΚ όσον αφορά την αναζήτηση των ποσών που είχαν καταβληθεί ως σχολικό επίδομα για τους ίδιους μήνες.
Στην προσβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο τονίζει ότι:
« 26.
Θα πρέπει σχετικά να υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως απαιτεί το τέκνο για το οποίο ζητείται το επίδομα να “φοιτά κανονικά και κατά πλήρη απασχόληση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα”. Το εν λόγω άρθρο 3 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο οικείος σπουδαστής είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί πράγματι το πρόγραμμα εκπαιδεύσεως που προβλέπεται από την κανονιστική ρύθμιση [οργανισμού] του εκπαιδευτικού ιδρύματος στο οποίο φοιτά.
27.
Αυτό σημαίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του σχολικού επιδόματος πληρούνται μόνον εφόσον η πραγματοποιηθείσα άσκηση θεωρείται από το πανεπιστήμιο αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος που προβλέπεται για την απόκτηση του διπλώματος περατώσεως των σπουδών. Αντιθέτως, η απλή συμφωνία ή η τυχόν υποστήριξη του εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν αρκούν για να δικαιολογηθεί η χορήγηση του επιδόματος.
28.
Η καθής αμφισβήτησε ότι η εν λόγω άσκηση αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα των σπουδών της Nadia Costacurta, από κανένα δε στοιχείο του φακέλου, ούτε από τις πληροφορίες που παρέσχε ο προσφεύγων κατά την προφορική διαδικασία, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση αυτή αναγνωρίστηκε πράγματι από το πανεπιστήμιο ως αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος σπουδών για την απόκτηση του DEA.
29.
Πρέπει επομένως να διαπιστωθεί ότι η εν λόγω άσκηση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με κανονική φοίτηση, φοίτηση την οποία διέκοψε η Nadia Costacurta στις 16 Μαρτίου 1987 όταν ανέλαβε υπηρεσία στην Επιτροπή ως ασκούμενη.
30.
Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση του επίδικου επιδόματος δεν πληρούνταν πλέον μετά την ημερομηνία αυτή, δεδομένου ότι η Nadia Costacurta δεν επανέλαβε τις σπουδές της μετά την άσκηση. Από αυτά προκύπτει επομένως σαφώς ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος κατά την περίοδο των σχολικών διακοπών του έτους 1987 δεν πληρούνταν πολύ περισσότερο [κατά μείζονα λόγο ].
31.
Όσον αφορά την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος η οποία στηρίζεται στο γεγονός ότι το επίδομα συντηρούμενου τέκνου του χορηγούνταν χωρίς συγχρόνως να του χορηγείται και το σχολικό επίδομα, αρκεί η διαπίστωση ότι η καθής έκρινε πράγματι ότι η άσκηση της κόρης του στην Επιτροπή αποτελούσε επαγγελματική εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ότι τα κριτήρια που θέτει το άρθρο αυτό, αφενός, και το άρθρο 3, αφετέρου, διαφέρουν.
32.
Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 3 του παραρτήματος VII, τον οποίο προβάλλει ο προσφεύγων, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. »
II — Η αίτηση αναιρέσεως
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Μαΐου 1990, ο Mario Costacurta άσκησε αναίρεση κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως του Πρωτοδικείου, που του κοινοποιήθηκε στις 14 Μαρτίου 1990, για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
Ο Costacurta ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την παρούσα αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή·
—
να την κρίνει κατ' ουσίαν βάσιμη·
—
ως εκ τούτου, να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 13ης Μαρτίου 1990·
—
κατά συνέπεια, να ακυρώσει το υπηρεσιακό σημείωμα της 26ης Απριλίου 1988 του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1988 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση του αναιρεσείοντος·
—
να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το σχολικό επίδομα για την κόρη του Nadia όσον αφορά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 1987, εντόκως από της παρακρατήσεως του μέχρις εξοφλήσεως·
—
να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα και των δύο δικών.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη·
—
να αποφανθεί κατά νόμο ως προς τα δικαστικά έξοδα.
III — Περίληψη των ισχυρισμών και των επιχειρημάτων των διαδίκων
Ο Costacurta τονίζει ότι, σύμφωνα με το πόρισμα 166/87, στοιχείο β, των προϊσταμένων διοικήσεως, η φοίτηση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα θεωρείται « κανονική», κατά την έννοια του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ όταν έχει διαρκέσει τουλάχιστον τρεις μήνες. Περαιτέρω, διευκρινίζει ότι η θυγατέρα του παρακολούθησε τα μαθήματα του Πανεπιστημίου Paris-I από τα μέσα Νοεμβρίου 1986 μέχρι τα μέσα Μαρτίου 1987, δηλαδή επί τέσσερις μήνες· κατά συνέπεια, κακώς το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η φοίτηση της Nadia Costacurta στο εν λόγω ίδρυμα δεν ήταν κανονική.
Η Επιτροπή απαντά ότι ο Costacurta δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δικαιούνταν σχολικού επιδόματος μέχρι τα τέλη Αυγούστου 1987 για τον λόγο και μόνο ότι η θυγατέρα του παρακολούθησε πράγματι πανεπιστημιακά μαθήματα κατά τους τέσσερις πρώτους μήνες του ακαδημαϊκού έτους 1986/1987. Καίτοι είναι αληθές ότι η φοίτηση σε πανεπιστήμιο η οποία διαρκεί περισσότερο από τρεις μήνες γεννά δικαίωμα για σχολικό επίδομα, το επίδομα αυτό παύει να καταβάλλεται αφ' ής στιγμής έχει διακοπεί η εν λόγω πανεπιστημιακή φοίτηση.
Στη συνέχεια, ο Costacurta υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η πρακτική άσκηση που πραγματοποίησε ηθυγατέρα του στις υπηρεσίες της Επιτροπής δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με παρακολούθηση μαθημάτων εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ισχυρίζεται ότι η πρακτική άσκηση έγινε με τη συγκατάθεση των αρμοδίων οργάνων του πανεπιστημίου Paris-I, ενώ η χορηγηθείσα εν προκειμένω άδεια υπάρχει στον σχετικό φάκελο των υπηρεσιών της Επιτροπής. Εξάλλου, η Επιτροπή ενθαρρύνει τις πρακτικές ασκήσεις σε εθνικές ή διεθνείς επιχειρήσεις ή διοικητικές υπηρεσίες, τόσο κάνοντας η ίδια δεκτούς τους πραγματοποιούντες πρακτική άσκηση όσο και στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Εξ αυτού προκύπτει, κατά τη γνώμη του Costacurta, ότι η πρακτική άσκηση που έκανε η θυγατέρα του στην Επιτροπή πρέπει να εξομοιωθεί με παρακολούθηση μαθημάτων εκπαιδευτικού ιδρύματος.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το επιχείρημα αυτό αφορά αποκλειστικά τα πραγματικά περιστατικά και ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομικής φύσεως διαπίστωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου κατά την οποία μόνο οι πρακτικές ασκήσεις που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα ενός προγράμματος σπουδών παρέχουν δικαίωμα για σχολικό επίδομα. Επομένως, στερείται ενδιαφέροντος το ζήτημα αν το πανεπιστήμιο Paris-I είχε πράγματι επιτρέψει στη Nadia Costacurta να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση στην Επιτροπή, διότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 27 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, μια τέτοια συγκατάθεση « δεν αρκεί για να δικαιολογηθεί η χορήγηση του σχολικού επιδόματος ».
Κατά τον Costacurta, το Πρωτοδικείο έσφαλε επίσης υιοθετώντας τη συλλογιστική της Επιτροπής κατά την οποία η πραγματοποιηθείσα από τη θυγατέρα του πρακτική άσκηση αποτελούσε « επαγγελματική εκπαίδευση » κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε ως προς το σημείο αυτό την απόφαση του. Ο εν λόγω αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, μετά το 1981, μια εκπαίδευση θεωρείται ως επαγγελματική, όσον αφορά τα άνω των 18 ετών τέκνα, μόνον όταν παρέχεται στο πλαίσιο συμβάσεως μαθητείας. Η πρακτική άσκηση στην Επιτροπή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως « μαθητεία ».
Επιπλέον, ο Costacurta διατείνεται ότι η Επιτροπή ζήτησε βεβαίωση σχετικά με την κάλυψη της Nadia Costacurta κατά τη διάρκεια της πρακτικής της ασκήσεως από το Κοινό Σύστημα Υγειονομικής Ασφαλίσεως των Κοινοτήτων ως μέλους της οικογενείας του. Μια τέτοια κάλυψη δεν θα ήταν αναγκαία σε περίπτωση επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, δεδομένου ότι τέτοια κάλυψη προβλέπεται από τη σχετική σύμβαση.
Η Επιτροπή φρονεί ότι το Πρωτοδικείο, υπενθυμίζοντας ότι τα κριτήρια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII, αφενός, και αυτά του άρθρου 3, αφετέρου, διαφέρουν, αιτιολόγησε πλήρως την απόφαση του επί του σημείου αυτού. Εξ αυτού προκύπτει ότι η πρακτική άσκηση δεν πρέπει να θεωρηθεί ως σχολική εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 3, του παραρτήματος VII. Πράγματι, το επιχείρημα του Costacurta περιορίζεται σε παρατηρήσεις με τις οποίες σκοπείται να αναγνωριστεί ότι η Nadia Costacurta συνέχισε, κατά τη διάρκεια της πρακτικής της ασκήσεως, μια « σχολική » και όχι μια « επαγγελματική » εκπαίδευση, πράγμα που παρείχε, κατ' αυτόν, δικαίωμα για σχολικό επίδομα.
Ο ισχυρισμός του Costacurta ότι, στο πλαίσιο της συμβάσεως μαθητείας παρέχεται μόνο επαγγελματική εκπαίδευση, δεν ευσταθεί. Κατά την Επιτροπή, από το πόρισμα 59/81 των προϊσταμένων διοικήσεως προκύπτει ότι η πρακτική άσκηση σε κοινοτικό όργανο εμπίπτει στην έννοια της « επαγγελματικής εκπαιδεύσεως » του άρθρου 2 του παραρτήματος VII και, επομένως, μπορεί να γεννά δικαίωμα για επίδομα συντηρούμενου τέκνου.
Όσον αφορά τη βεβαίωση περί καλύψεως από το Κοινό Σύστημα Υγεινομικής Ασφαλίσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι οι διατάξεις σχετικά με την πρακτική άσκηση προβλέπουν υποχρεωτική κάλυψη από τον κίνδυνο ασθενείας. Για να μην επιβαρυνθεί με εισφορά για την ασφαλιστική σύμβαση που προς τούτο καταρτίζει η Επιτροπή, ο ασκούμενος υποχρεούται να προσκομίσει βεβαίωση αποδεικνύουσα ότι καλύπτεται από άλλο σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως.
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 21ης Νοεμβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-145/90 Ρ,
Mario Costacurta, εκπροσωπούμενος από τον Nicolas Decker, δικηγόρο-avoué Λουξεμβούργου, τον οποίο διόρισε και αντίκλητο, 16, avenue Marie-Thérèse,
αναιρεσείων,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα), της 13ης Μαρτίου 1990, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-34/89 και Τ-67/89, στις οποίες ο Mario Costacurta άσκησε προσφυγή κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Joseph Griesmar, νομικό της σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής της Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg, ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολο της,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, R. Joliét, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: D. Louterman, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε· τους διαδίκους οι οποίοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαΐου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Μαΐου 1990, ο Mario Costacurta, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αναίρεση κατά της αποφάσεως της 13ης Μαρτίου 1990 με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή του με την οποία ζητούσε, αφενός, την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής της 30ής Οκτωβρίου 1987,16ης Νοεμβρίου 1987 και 26ης Απριλίου 1988, κατά το μέτρο που με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι δεν δικαιούνταν σχολικού επιδόματος όσον αφορά τη θυγατέρα του Nadia για την περίοδο από 1ης Απριλίου 1987 μέχρι 31ης Αυγούστου 1987 και, αφετέρου, την καταβολή του επιδόματος αυτού για την εν λόγω περίοδο.
2
Προς στήριξη της αιτήσεως του αναιρέσεως, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου, ο αναιρεσείων προβάλλει τρεις λόγους. Οι δύο πρώτοι αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής: ΚΥΚ) και ο τρίτος από την παράβαση τόσο του άρθρου 2 όσο και του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο παρέβη τις διατάξεις αυτές αποφαινόμενο ότι η θυγατέρα του δεν πληρούσε την προϋπόθεση της κανονικής και κατά πλήρη απασχόληση φοιτήσεως σε εκπαιδευτικό ίδρυμα.
3
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και επιχειρήματα, των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4
Πρώτ' απ' όλα, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, η Nadia Costacurta είχε εγγραφεί και παρακολουθούσε κατά το ακαδημαϊκό έτος 1986/1987, το οποίο έληξε στις 16 Μαΐου 1987, μαθήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στο Πανεπιστήμιο Paris-I για την απόκτηση diplôme d'études approfondies ( DEA ), πλην όμως, κατά την περίοδο από 1ης Απριλίου 1987 μέχρι 31ης Αυγούστου 1987, μετέβη στις Βρυξέλλες όπου και πραγματοποίησε αμειβόμενη πρακτική άσκηση στις υπηρεσίες της Επιτροπής.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως
5
Με τον πρώτο λόγο του, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της ερμηνείας που το Πρωτοδικείο έδωσε στην προϋπόθεση της « κανονικής » φοιτήσεως σε εκπαιδευτικό ίδρυμα που προβλέπει το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Στην απόφαση του, το Πρωτοδικείο υπέμνησε το περιεχόμενο του πορίσματος 166/87 των προϊσταμένων διοικήσεως, της 15ης Ιανουαρίου 1987, κατά το οποίο «η προϋπόθεση της “ κανονικής ” φοιτήσεως σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VII πληρούται όταν η φοίτηση στο ίδρυμα από τον μαθητή ή τον φοιτητή καλύπτει περίοδο τουλάχιστον τριών μηνών ». Συναφώς, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η θυγατέρα του αναιρεσείοντος είχε φοιτήσει αδιαλείπτως σε εκπαιδευτικό ίδρυμα επί τέσσερις μήνες. Κατά συνέπεια, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η φοίτηση της θυγατέρας του στο εκπαιδευτικό ίδρυμα δεν ήταν κανονική κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 3.
6
Ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Συγκεκριμένα, ερείδεται επί εσφαλμένης ερμηνείας τόσο της προϋποθέσεως της «κανονικής φοιτήσεως σε εκπαιδευτικό ίδρυμα » όσο και του προαναφερθέντος πορίσματος 166/87. Το πόρισμα αυτό αφορά μόνο τη γένεση του δικαιώματος για χορήγηση σχολικού επιδόματος και δεν συνεπάγεται ότι τέτοιο δικαίωμα πρέπει να αναγνωρίζεται για ολόκληρο το ακαδημαϊκό έτος όταν το συντηρούμενο τέκνο έχει φοιτήσει σε εκπαιδευτικό ίδρυμα μόνο για περίοδο τριών μηνών. Στη συνέχεια και σύμφωνα με τη φύση του επιδόματος αυτού, ως μηνιαίως καταβαλλομένου, το ζήτημα σχετικά με το αν πληρούνται οι σχετικές με την κτήση του δικαιώματος αυτού προϋποθέσεις πρέπει να εκτιμάται ανά μήνα. Εξ αυτού έπεται ότι το δικαίωμα για το μηνιαίο αυτό επίδομα χάνεται όταν ο φοιτητής σταματήσει να φοιτά κανονικά στο εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως
7
Με τον δεύτερο λόγο του ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξομοίωσε την πρακτική άσκηση που πραγματοποίησε η θυγατέρα του στην Επιτροπή μεταξύ 16ης Μαρτίου και 31ης Ιουλίου 1987 με « κανονική και κατά πλήρη απασχόληση φοίτηση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα », κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου του προαναφερθέντος άρθρου 3. Συναφώς, ισχυρίζεται, όπως είχε ήδη πράξει και ενώπιον του Πρωτοδικείου, ότι η πρακτική αυτή άσκηση πραγματοποιήθηκε με την έγκριση του πανεπιστημίου της και ότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μια πρακτική που και η ίδια η Επιτροπή ενθαρρύνει.
8
Ούτε ο λόγος αυτός μπορεί να γίνει δεκτός. Όπως αναγνώρισε το Πρωτοδικείο, η απλή συναίνεση ή η ενδεχόμενη υποστήριξη του εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν αρκεί ώστε μια πρακτική άσκηση που πραγματοποιείται εκτός του ιδρύματος αυτού να εξο-μοιούται με κανονική και κατά πλήρη απασχόληση φοίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VII. Πράγματι, τέτοια εξομοίωση δεν δικαιολογείται από πλευράς του σκοπού του άρθρου 3 παρά μόνον εάν η πρακτική άσκηση θεωρείται ως αναπόσπαστο μέρος του προγράμματος του εκπαιδευτικού ιδρύματος στο οποίο το τέκνο του υπαλλήλου υποχρεούται, δυνάμει της διατάξεως αυτής, να φοιτά κανονικώς και κατά πλήρη απασχόληση. Εξ αυτού έπεται ότι, το Πρωτοδικείο, αρνούμενο να εξομοιώσει την πρακτική άσκηση προς τη φοίτηση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα για τον λόγο ότι « από κανένα στοιχείο του φακέλου, ούτε από τις πληροφορίες που παρέσχε ο προσφεύγων κατά την προφορική διαδικασία (... ), δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση αυτή αναγνωρίστηκε πράγματι από το πανεπιστήμιο ως αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος σπουδών για την απόκτηση του DEA », ορθώς ερμήνευσε το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VII.
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως
9
Τέλος, με τον τρίτο λόγο του, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν αιτιολόγησε ορθώς την απόφαση του ενόψει των άρθρων 2 και 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι με τη σκέψη 31 της αποφάσεως το Πρωτοδικείο αρκέστηκε να επαναλάβει τη θέση της Επιτροπής κατά την οποία η πρακτική άσκηση της θυγατέρας του αποτελούσε επαγγελματική εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 2, περί του επιδόματος για συντηρούμενο τέκνο, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, ενώ, κατ' αυτόν, μια εκπαίδευση μπορεί να θεωρηθεί τέτοιας φύσεως μόνον αν παρέχεται στο πλαίσιο σχετικής συμβάσεως μαθητείας.
10
Ούτε αυτός ο λόγος μπορεί να γίνει δεκτός. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι τα κριτήρια που διέπουν, αντίστοιχα, την καταβολή του επιδόματος για συντηρούμενο τέκνο και του σχολικού επιδόματος είναι διαφορετικά, ότι το δικαίωμα για επίδομα συντηρουμένου τέκνου δεν συνεπάγεται αυτομάτως και δικαίωμα για σχολικό επίδομα και ότι η Επιτροπή μπορούσε να καταβάλει το ένα και να αρνηθεί το άλλο.
11
Κατά συνέπεια, ακόμα κι αν το Πρωτοδικείο κακώς δέχθηκε ότι η πρακτική άσκηση της θυγατέρας του αναιρεσείοντος στην Επιτροπή αποτελεί επαγγελματική εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του παραρτήματος VII, η διαπίστωση αυτή ουδεμία έχει επίπτωση όσον αφορά το δικαίωμα του αναιρε-σείοντος για το σχολικό επίδομα που προβλέπεται από το άρθρο 3 του ίδιου παραρτήματος.
12
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ουδείς από τους λόγους αναιρέσεως που προέβαλε ο αναιρεσείων δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 70 του ίδιου Κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα κοινοτικά όργανα φέρουν τα έξοδα τους. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 122 του ίδιου Κανονισμού, το άρθρο 70 έχει εφαρμογή μόνο επί των αναιρέσεων που ασκούν τα κοινοτικά όργανα. Δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας δίκης.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Due
Slynn
Joliét
Schockweiler
Grévisse
Kapteyn
Mancini
Κακούρης
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Νοεμβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy