ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-161/90 και C-162/90 ( *1 )
I — Περιστατικά και διαδικασία της κύριας δίκης
1. Νομικό πλαίσιο
1.
Η κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των λιπαρών ουσιών διέπεται από τον κανονισμό 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33).
2.
Ο κανονισμός αυτός, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2902/89 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1989 (ΕΕ L 280, σ. 2), καθιερώνει σύστημα παρεμβάσεως κατά το οποίο, κατά τους τέσσερις τελευταίους μήνες κάθε περιόδου εμπορίας, οι οργανισμοί παρεμβάσεως οφείλουν να αγοράζουν υποχρεωτικώς το εν λόγω προϊόν σε τιμές παρεμβάσεως· οι τιμές αυτές διαφέρουν σύμφωνα με πίνακα τιμών επιδοτήσεως και μειώσεων, που προβλέπονται ανάλογα με τις διάφορες ονομασίες και ποιότητες του ελαιολάδου.
3.
Το άρθρο 35 του προαναφερθέντος κανονισμού 136/66 ορίζει ότι, « με την επιφύλαξη της εναρμονίσεως των νομοθεσιών που αφορούν τα ελαιόλαδα που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή, τα κράτη μέλη αποδέχονται για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τις συναλλαγές με τρίτες χώρες, εξαιρέσει των εξαγωγών προς αυτές, τις ονομασίες και τους ορισμούς των ελαιολάδων που προβλέπονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού ». Το εν λόγω παράρτημα καθορίζει τις εξής τέσσερις κατηγορίες παρθένου ελαιολάδου:
«α)
Εξαιρετικόν: ελαιόλαδο αμέμπτου γεύσεως και του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζομένη σε ελαϊκό οξύ, δεν δύναται να είναι ανωτέρα του 1 γραμμαρίου ανά 100 γραμμάρια·
β)
Εκλεκτόν: ελαιόλαδο που πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για το εξαιρετικό έλαιο, εκτός της περιεκτικό-τητος σε ελεύθερα λιπαρά οξέα εκφραζόμενης σε ελαϊκό οξύ, η οποία δεν δύναται να είναι ανωτέρα του 1,5 γραμμαρίου ανά 100 γραμμάρια'
γ)
Κουράντε ( δύναται εξίσου να χρησιμοποιείται η έκφραση “ημι-φίνο”): ελαιόλαδο αμέμπτου γεύσεως και του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζόμενη σε ελαϊκό οξύ, δεν δύναται να είναι ανωτέρα των 3,3 γραμμαρίων ανά 100 γραμμάρια'
δ)
Μειονεκτικό (lampante): ελαιόλαδο μειονεκτικό, ελαττωματικής γεύσεως ή του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα οξέα, εκφραζομένη σε ελαϊκό οξύ, είναι ανωτέρα των 3,3 γραμμαρίων ανά 100 γραμμάρια. »
4.
Κατά τον χρόνο κατά τον οποίο εξελίχθηκαν τα εν προκειμένω περιστατικά, οι πίνακες προσαυξήσεως και μειώσεως που ίσχυαν για την τιμή παρεμβάσεως ήταν οι προβλεπόμενες στο παράρτημα του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3472/85 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, περί των λεπτομερειών αγοράς και αποθεματοποίησης ελαιολάδου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως ( ΕΕ L 333, σ. 5 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3236/87 ( ΕΕ L 308, σ. 12 )' το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3472/85 όριζε σχετικώς ότι « η προασρμογή της τιμής αγοράς διενεργείται εφαρμόζοντας στην τιμή παρέμβασης τις προσαυξήσεις και μειώσεις που αναφέρονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού. Οι προσαρμογές που προβλέπονται για τα παρθένα ελαιόλαδα πλην των μειονεκτικών δύνανται να χορηγούνται μόνο για τα έλαια για τα οποία έχει διαπιστωθεί ότι τα χαρακτηριστικά τους ανταποκρίνονται προς αυτά που ορίζονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1058/77 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1977 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 46), και στο παράρτημα του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ. Όσον αφορά το παρθένο ελαιόλαδο η εξέταση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών πραγματοποιείται σύμφωνα με κοινοτική διαδικασία. Εν αναμονή του ορισμού της διαδικασίας αυτής, τα κράτη μέλη πραγματοποιούν την προαναφερόμενη εξέταση σύμφωνα με εθνικές διαδικασίες ».
5.
Στην Ιταλία, οι « εθνικές διαδικασίες » για τις οποίες γίνεται λόγος στις προαναφερθείσες διατάξεις θεωρούνταν ότι ήταν οι προβλεπόμενες στον νόμο 1407, της 13ης Νοεμβρίου 1960, περί των προδιαγραφών που εφαρμόζονται στην κατάταξη και την πώληση ελαιολάδου [ GURI ( Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας) αριθ. 295 της 2.12.1960], και στο υπουργικό διάταγμα της 26ης Νοεμβρίου 1963, περί εγκρίσεως των « επισήμων μεθόδων αναγνωρίσεως των ελαίων και λιπαρών ουσιών που περιγράφονται στο παράρτημα αριθ. 1 (GURI αριθ. 320 της 10.12.1963). Το άρθρο 1 του παρατεθέντος νόμου 1407/60 ορίζει ότι ως βρώσιμο ελαιόλαδο θεωρείται το ελαιόλαδο το οποίο « κατά την οργανοληπτική εξέταση δεν παρουσιάζει δυσάρεστη οσμή, όπως είναι οι οσμές από τάγ-γισμα, σήψη, καπνό, δάκο, κ.λπ. ».
2. Η διαφορά της κύριας δίκης
6.
Οι ενάγουσες στις εθνικές διαδικασίες C Petruzzi και Α. Longo, οι οποίες είναι αμφότερες ελαιοπαραγωγοί στο Vernole ( Lecce ), διέθεσαν στον ASO (Σύνδεσμο Ελαιοπαραγωγών) και του παρέδωσαν στην κατοικία τους τις αντίστοιχες ποσότητες των 12,31 και 8,57 στατήρων παρθένου ελαιολάδου, εσοδείας 1987. Ενόψει των αναλύσεων που διενεργήθηκαν κατά την παράδοση στον οργανισμό παρεμβάσεως, το ελαιόλαδο κατετάγη ως « παρθένο ελαιόλαδο βάσει της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως ».
7.
Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε από ορισμένα εργαστήρια για λογαριασμό των κοινοτικών αρχών, οι αρχές αυτές διαπίστωσαν ότι το ελαιόλαδο που είχε παραδοθεί στον οργανισμό παρεμβάσεως έπρεπε να θεωρηθεί ως παρθένο ελαιόλαδο όχι όμως ως εξαιρετικό. Εξάλλου, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση των πλημμελειών που είχαν διαπιστωθεί, η Επιτροπή, με απόφαση της 30ής Απριλίου 1990, σχετικά με τις προκαταβολές του ΕΓΤΠΕ, «τμήμα Εγγυήσεων», για τον μήνα Μάρτιο 1990, απέκλεισε τις δαπάνες που κατέβαλε η Ιταλία στον τομέα της παρεμβάσεως για το ελαιόλαδο κατά την περίοδο από 1ης Οκτωβρίου 1988 έως 30 Σεπτεμβρίου 1989.
Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών και τις συνέπειες που είχε συναγάγει σχετικώς η Επιτροπή, ο ΑΙΜΑ (Ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως) ζήτησε από τους οργανισμούς αποθεματοποιήσεως να αποδώσουν τα ποσά που τους είχε καταβάλει για τις αγορές παρεμβάσεως. Με τη σειρά τους, οι οργανισμοί αποθεματοποιήσεως στράφηκαν κατά των παραγωγών οι οποίοι τους είχαν παραδώσει το ελαιόλαδο για το οποίο πρόκειται.
8.
Σ' αυτό το πλαίσιο, η C. Petruzzi (υπόθεση C-161/90) και η Α. Longo (υπόθεση C-162/90), με κλήση που κοινοποιήθηκε στις 20 και 21 Δεκεμβρίου 1989, ενήγαγαν ενώπιον του παρεπέμποντος δικαστηρίου τον ASO του Lecce, τον AIPO ( Σύνδεσμο Ιταλών Ελαιοπαραγωγών ) Ρώμης και τον ΑΙΜΑ προκειμένου το δικαστήριο να κρίνει το αβάσιμο και το παράνομο οποιουδήποτε αιτήματος επιστροφής των 4438895 ιταλικών λιρών (LIT) και 3072800 LIT που καταβλήθηκαν στις ενάγουσες της κυρίας δίκης ως τιμή παρεμβάσεως.
9.
Κρίνοντας ότι οι ασκηθείσες ενώπιόν του αγωγές έθεταν διάφορα ζητήματα κοινοτικού δικαίου, το δικάζον δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των εξής ερωτημάτων:
«Α)
1)
Πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3472/85 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εξέταση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του παρθένου βρώσιμου ελαιολάδου, διαφορετικού από το μειονεκτικό (lampante), πρέπει να γίνεται αποκλειστικά κατά τις εθνικές διαδικασίες μέχρις ότου θεσπιστεί κοινοτική διαδικασία;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, είναι δυνατόν τα αποτελέσματα και οι διαπιστώσεις των εξετάσεων και αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες κατά τον χρόνο παραδόσεως του ελαιολάδου στον οργανισμό παρεμβάσεως και κατά την αποθεματοποίηση στις αποθήκες του κέντρου παρεμβάσεως να καταρριφθούν από τα αποτελέσματα των εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με διαδικασίες και μεθόδους διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στις εθνικές διαδικασίες;
Β)
Επί του κύρους της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — και κάθε άλλης πράξεως του εν λόγω κοινοτικού οργάνου — από την οποία προκύπτει ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι δαπάνες για την αγορά και τη διαχείριση των παρτίδων ελαιολάδου για τις οποίες γίνεται λόγος στα έγγραφα του ΑΙΜΑ της 29ης Μαρτίου 1989, αριθ. πρωτ. 4387, και 3ης Αυγούστου 1989, αριθ. πρωτ. 1120 (συνημμένα στο υπόμνημα της ενάγουσας), διατάσσοντας, στην περίπτωση που χρειάζεται, την προσκόμιση της αποφάσεως της Επιτροπής, καθώς και οποιασδήποτε άλλης πράξεως του εν λόγω κοινοτικού οργάνου. »
Τα ερωτήματα που υπέβαλε η Pretura di Lecce ( Ιταλία ) πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μαΐου 1990.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις υποθέσεις C-161/90 και C-162/90 οι ενάγουσες της κυρίας δίκης, εκπροσωπούμενες από τον E. Cappelli, δικηγόρο Ρώμης, η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Ε. Μαμουνά, νομικό της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Μ. Τσοτσάνη, νομικό του Υπουργείου Γεωργίας, η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ο. Fiumara, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Campogrande, νομικό σύμβουλο.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων, να συνενώσει τις δύο υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και να αναθέσει την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών στο έκτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1. Επί των πρώτου και δευτέρου ερωτημάτων
10.
Κατά τις ενάγουσες της κύριας δίκης, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3472/85 δεν είναι ασαφές, υπό την έννοια ότι, για να εκτιμηθούν τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του βρωσίμου ελαιολάδου για τους σκοπούς παρεμβάσεως στην Ιταλία, πρέπει να χρησιμοποιείται η εθνική μέθοδος αναλύσεως εφόσον οι κοινοτικές μέθοδοι αναλύσεων δεν έχουν θεσπιστεί. Όμως, εν πάση περιπτώσει κατά την ημερομηνία διαβιβάσεως στο Δικαστήριο της δικογραφίας της υπό κρίση υποθέσεως, δεν υπήρχε κοινοτική μέθοδος αναλύσεως για την οργανοληπτική εξέταση.
Τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του βρωσίμου παρθένου ελαιολάδου πλην του μειονεκτικού, είναι τα αναφερόμενα στο παράρτημα του κανονισμού 136/66, που περιλαμβάνει τις ονομασίες και τους ορισμούς των ελαιολάδων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 35 του ίδιου αυτού κανονισμού. Πρόκειται για πολύ γενικούς ορισμούς οι οποίοι αποτελούν παραμέτρους εκτιμήσεως. Υπό αυστηρή άποψη, μ' αυτές τις παραμέτρους εκτιμήσεως και, κυρίως, με τη γεύση αναφοράς που περιγράφεται αφηρημένα, διασαφηνίζεται η διαδικασία ή η μέθοδος οργανοληπτικής εξετάσεως.
Επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι η οργανοληπτική εξέταση του βρωσίμου ελαιολάδου γίνεται λαμβάνοντας υπόψη το προϊόν, όπως καθορίζεται με τον κανονισμό 136/66 και διαπιστώνοντας ότι η γεύση του εξεταζόμενου προϊόντος δεν εμφανίζει τις δυσάρεστες οσμές που αναφέρονται στο άρθρο 1 του νόμου 1407/60. Δεδομένου ότι αυτή είναι η διαδικασία της οργανοληπτικής εξετάσεως που εφαρμόζεται για να εκτιμηθούν τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των βρωσίμων ελαιολάδων, απομένει μόνο να αναγνωριστεί η εγκυρότητα της διαδικασίας αυτής ώστε να αποκλειστεί η χρήση διαφορετικών μεθόδων αναλύσεως.
11.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, το οποίο υποβλήθηκε για την περίπτωση κατά την οποία στο ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, θα δοθεί καταφατική απάντηση, οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι η δικαιολογία του οφείλεται στο ότι το προϊόν για το οποίο πρόκειται υποβλήθηκε σε τρεις διαδοχικές σειρές αναλύσεων και εξετάσεων, που διενεργήθηκαν λίγο αργότερα από τρία διαφορετικά εργαστήρια με διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τη χρησιμοποιηθείσα μέθοδο. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ζητείται από το Δικαστήριο να διασαφηνίσει, αφενός, το περιεχόμενο της κοινοτικής διατάξεως προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτή αφορά αποκλειστικά τις εξετάσεις που διενεργούνται κατά την αγορά από τον οργανισμό παρεμβάσεως ή και τις μεταγενέστερες εξετάσεις που διενεργούνται κατά την αποθήκευση στις αποθήκες. Όμως, όσον αφορά την αναγκαιότητα μιας αποφάσεως με την οποία να καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως για να ξεκαθαριστεί ποιες εξετάσεις αυτή διέπει, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο κανονισμός 3472/85 δεν περιλαμβάνει ακριβείς διατάξεις ως προς το θέμα αυτό.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η λογική και η συνοχή ενός εγκύρου συστήματος ελέγχων και επαληθεύσεων συνηγορούν υπέρ της ενότητας των μεθόδων εξετάσεως και αναλύσεως, δηλαδή ότι οι μέθοδοι ή οι διαδικασίες εξετάσεως πρέπει να είναι πανομοιότυπες τόσο κατά τον χρόνο της αγοράς, όσο και κατά την αποθεματοποίηση. Στην πραγματικότητα, ένα σύστημα ελέγχου στο οποίο χρησιμοποιούνται διαφορετικές μέθοδοι εξετάσεως ανάλογα με τον επιχειρηματία ή τον χρόνο κατά τον οποίο διενεργείται η εξέταση δεν μπορεί παρά να προκαλεί αμηχανία. Η αμηχανία αυτή όσον αφορά τη χρησιμοποίηση διαφορετικών μεθόδων αναλύσεως αυξάνεται εν συνεχεία όταν, αφενός, ληφθεί υπόψη ότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για οργανοληπτική εξέταση της οποίας οι κίνδυνοι υποκειμενικής εκτιμήσεως είναι πολύ υψηλοί και, αφετέρου, αν θυμηθεί κανείς ότι η χρήση διαφορετικών μεθόδων σ' αυτό το είδος εξετάσεως συνεπάγεται διαφορετικά αποτελέσματα, όπως συνάγεται κατά τρόπο παραδειγματικό από τις περιστάσεις της εν προκειμένω υποθέσεως.
Επιβάλλεται, εξάλλου, να ληφθεί υπόψη ότι το ελαιόλαδο υφίσταται ποιοτική υποβάθμιση λόγω της αποθηκεύσεως σε αποθήκη και η εξέλιξη αυτή της ποιότητας είναι συνάρτηση, κυρίως, της διάρκειας αποθηκεύσεως. Αυτό σημαίνει ότι τα συμπεράσματα των αναλύσεων και εξετάσεων του ελαιολάδου που βρίσκεται αποθηκευμένο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ανατραπούν τα αποτελέσματα των αναλύσεων και εξετάσεων που διενεργήθηκαν κατά την παράδοση, καθόσον πρέπει ακόμη να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της ποιότητας λόγω του διαδραμόντος χρόνου.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατά το μέτρο που το άρθρο 10 του κανονισμού 3472/85 ορίζει ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής «μπορούν να συμμετέχουν» στις εργασίες των εργαστηρίων αναλύσεως και στις διορθώσεις στις αποθήκες, ενώ η ίδια αυτή διάταξη επιφυλάσσει στην κοινοτική αρμοδιότητα τους ελέγχους και τις επαληθεύσεις που διενεργούνται δυνάμει του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 729/70, περί της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), ο ρόλος των κοινοτικών υπαλλήλων περιορίζεται επομένως στις δραστηριότητες επαληθεύσεως' απ' αυτό έπεται ότι η ευθύνη των επαληθεύσεων ανήκει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το οποίο εξασφαλίζει την εκτέλεση τους από τη δική του διοίκηση και με εθνικά μέτρα.
Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η αναφορά που γίνεται στο άρθρο 10 του παρατεθέντος κανονισμού 729/70 καθιστά αληθοφανή την άποψη ότι θα ήταν βάσιμη η χρησιμοποίηση για τις εξετάσεις του αποθηκευμένου ελαιολάδου διαφορετικών μεθόδων από τις εθνικές με μόνο σκοπό τις επαληθεύσεις που διενήργησαν οι κοινοτικές αρχές δυνάμει του κανονισμού 729/70. Με αυτό το δεδομένο, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί έντονα ότι η υιοθέτηση μεθόδου οργανοληπτικής εξετάσεως διαφορετικής από την εθνική μέθοδο για τις διαπιστώσεις ως προς το αποθηκευμένο ελαιόλαδο για σκοπούς ελέγχου που αναφέρονται στον δημοσιονομικό κανονισμό του ΕΓΤΠΕ, στην περίπτωση κατά την οποία θα προέκυπτε διαφορά μεταξύ της ποιότητας και της ονομασίας του προϊόντος κατά την αγορά και του αποθηκευμένου προϊόντος, θα επέτρεπε απλώς να μη ληφθεί υπόψη η δαπάνη η οποία καλύφθηκε από δημόσιους πόρους, χωρίς απ' αυτό να προκύπτει άμεση ανατροπή των αποτελεσμάτων των αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την εθνική μέθοδο τόσο για το ελαιόλαδο κατά την αγορά, όσο και για το αποθηκευμένο ελαιόλαδο.
12.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν σε εθνικό επίπεδο κατέληξαν σ' ένα αποτέλεσμα το οποίο η Επιτροπή θεώρησε ως απαράδεκτο, καθόσον είναι πολύ διαφορετικό — για το σύνολο σχεδόν των αναλυθέντων δειγμάτων — από το αποτέλεσμα που ελήφθη με την περισσότερο εμπεριστατωμένη ανάλυση, και αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο γενικός και αδιαμφισβήτητος χαρακτήρας της διαφοράς που προέκυψε φαίνεται ικανός να παραμερίσει την ιδέα ότι η διαφορά αυτή οφείλεται στην εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων αναλύσεως ή στον αμφισβητούμενο και αβέβαιο χαρακτήρα ενός οποιουδήποτε στοιχείου, δεν φαίνεται να τίθεται εν προκειμένω ζήτημα ερμηνείας του κανονισμού 3472/85.
13.
Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, στην υπό εξέταση περίπτωση το πρόβλημα ανακύπτει από το γεγονός ότι, ελλείψει κοινοτικής διαδικασίας κατά τον κανονισμό 3472/85, στο συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν είχε προβλεφθεί νομοθετικώς διαδικασία οργανοληπτικού ελέγχου προκειμένου να καταταγεί το ελαιόλαδο στις διάφορες κατηγορίες. Αντίθετα, είχαν θεσμοθετηθεί άλλου είδους έλεγχοι (χημικοί, για παράδειγμα) βάσει του νόμου 1407 και του υπουργικού διατάγματος της 26ης Νοεμβρίου 1963. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι δεν υπήρχε ούτε κοινοτική ούτε εθνική διαδικασία οργανοληπτικού ελέγχου της ποιότητας του ελαιολάδου.
Το κενό όμως αυτό δεν παρείχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προβεί σε οργανοληπτικό έλεγχο χρησιμοποιώντας μέθοδο μη προβλεπόμενη ούτε από την εθνική ούτε από την κοινοτική νομοθεσία και βάσει αυτού να εκδώσει απόφαση η οποία να καταρρίπτει τα αποτελέσματα των αναλύσεων που έγιναν βάσει των εθνικών διαδικασιών, κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από καμιά διάταξη του εν λόγω κανονισμού ούτε άλλων σχετικών κανονισμών.
Κατά τη γνώμη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή μπορούσε να εφαρμόσει αναλογικώς το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 3472/85. Το άρθρο αυτό ορίζει, αφενός, ότι, όσον αφορά το παρθένο ελαιόλαδο, η προσφορά γίνεται αποδεκτή όταν τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος έχουν ελεγχθεί από οργανισμό εγκεκριμένο από το κράτος μέλος και, αφετέρου, στην περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος δεν έχει εγκρίνει έναν τέτοιο οργανισμό, η Επιτροπή μπορεί να καταργήσει τις προσαυξήσεις που εφαρμόζονται στο παρθένο ελαιόλαδο στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
Ως συμπέρασμα, η Ελληνική Κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι:
«α)
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη κοινοτικής ρύθμισης ορισμού διαδικασίας εξέτασης των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του παρθένου βρώσιμου ελαιολάδου, διαφορετικού από το μειονεκτικό ( lampante ) που οδηγείται στην παρέμβαση, η εξέταση αυτή πρέπει να γίνεται αποκλειστικά σύμφωνα με εθνικές διαδικασίες, και εν ελλείψει εθνικών διαδικασιών οργανοληπτικού ελέγχου, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόζει αναλογικά τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του κανονισμού 3472/85.
β)
Σε καμία περίπτωση τα αποτελέσματα και οι διαπιστώσεις των εξετάσεων και αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες κατά τον χρόνο παράδοσης του ελαιολάδου στον οργανισμό παρέμβασης και κατά την αποθεματοποίηση στις αποθήκες του κέντρου παρέμβασης δεν μπορούν να καταρριφθούν από τα αποτελέσματα των εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με διαδικασίες και μεθόδους διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στις εθνικές διαδικασίες. »
14.
Η Επινροπή τονίζει, κατ' αρχάς, το παράδοξο που εμφανίζει η διαδικασία της κύριας δίκης, μολονότι είναι τυπικώς άμεμπτη, από την άποψη των εμπλεκομένων συμφερόντων. Πράγματι, η Petruzzi προστατεύει συμφέροντα ανερχόμενα σε 4438895 LIT, ποσό σημαντικό για έναν μικροπαραγωγό γεωργό. Πάντως, η υπόθεση αντιμετωπίζεται κατά τρόπο ώστε από το αποτέλεσμα της να εξαρτώνται πολύ σημαντικότερα συμφέροντα, δηλαδή τα συμφέροντα του ASO, του AIPO, της sne Cupertino Francesco και Figli και γενικότερα του συνόλου των οργανισμών αποθεματοποιήσεως και των ιδιοκτητών εγκαταστάσεων αποθεματοποιήσεως του ελαιολάδου.
Εξάλλου, και ενώ θα μπορούσε να αναμενόταν ότι o ASO ( και προς τα ανάντη ο AIPO ) θα κινούσε τη δικαστική διαδικασία για την απόδοση των εμπλεκομένων ποσών, η ενάγουσα ανέλαβε την πρωτοβουλία — χωρίς καν να μεριμνήσει να αμφισβητήσει το αίτημα αποδόσεως των ποσών εξωδικαστικώς — σε μια στιγμή κατά την οποία δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι η απειλή κινήσεως της δικαστικής διαδικασίας για την απόδοση των ποσών θα ετίθετο σε εφαρμογή. 'Ετσι, η ενάγουσα απάλλαξε τον AIPO και τον ASO από την υποχρέωση να αναλάβουν ένα έργο πολιτικά δυσάρεστο, δηλαδή, αυτοί οι ίδιοι να στραφούν δικαστικώς κατά των ιταλικών αρχών προσβάλλοντας τη νομιμότητα της έρευνας. Επιπλέον, μολονότι μπορούσε ευχερώς να προστατεύσει τα συμφέροντά της επικαλούμενη το βάρος αποδείξεως, η Petruzzi παραμέλησε το μέσο αυτό και επέλεξε ένα μέσο σαφώς περισσότερο δυσχερές, ήτοι την αμφισβήτηση της νομιμότητας της έρευνας.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι κοινοτικοί κανονισμοί έχουν απευθείας εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη' σχετικώς, η κατάταξη του ελαιολάδου σύμφωνα με τις διάφορες ονομασίες (που προσδιορίζουν, μεταξύ άλλων, την τιμή που καταβάλλεται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως) διέπεται από τους κοινοτικούς κανονισμούς υπό δύο επόψεις: αφενός, τους κανόνες ως προς τις ονομασίες και τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά, αφετέρου, τις διατάξεις ως προς τις εξετάσεις που πρέπει να γίνουν για τον έλεγχο των εν λόγω χαρακτηριστικών. Όμως, μολονότι είναι αληθές ότι οι κανόνες ως προς τις ονομασίες και τα χαρακτηριστικά που συνδέονται μ' αυτές είναι πλήρεις, αντιθέτως οι διατάξεις ως προς τις εξετάσεις που πρέπει να γίνουν είναι ατελείς. Ασφαλώς, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3472/85 επιβάλλει όπως η εξέταση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών γίνεται σε κάθε περίπτωση, παραπέμπει όμως στις εθνικές διατάξεις όσον αφορά τις λεπτομέρειες της εξετάσεως εν αναμονή θεσπίσεως μιας κοινοτικής διαδικασίας. Άρα είναι αναμφισβήτητο, για τη λογική του συστήματος, ότι οι εξετάσεις που γίνονται σύμφωνα με τις εθνικές μεθόδους πρέπει να ελέγχουν την ύπαρξη ή όχι των χαρακτηριστικών που απαιτεί η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα κατάταξη των ελαιολάδων σύμφωνη με τη ρύθμιση αυτή.
Έτσι, για να μπορεί να καταταγεί στην κατηγορία του παρθένου ελαιολάδου ( εκλεκτού ), το προϊόν που παραδίδεται στον οργανισμό παρεμβάσεως πρέπει να έχει άμεμπτη γεύση κατά την οργανοληπτική εξέταση. Η διαπίστωση ότι το ελαιόλαδο είναι « απαλλαγμένο μειονεκτημάτων που οφείλονται σε γεύση ταγγή, γλυκιά, λεπτή γεύση υπερώριμης ελιάς », που γίνεται κατά τον χρόνο αγοράς από τον οργανισμό παρεμβάσεως, ή ότι η γεύση του ελαιολάδου είναι « καλή » ή « αρκετά καλή », όπως διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο, δεν αρκεί για να καταταγεί το προϊόν στην κατηγορία του παρθένου ελαιολάδου ( εκλεκτού ), έστω και αν βάσει της προϋφισταμένης ιταλικής νομοθεσίας η κατάταξη του είδους αυτού θα ήταν ενδεχομένως δυνατή. Πράγματι, η έλλειψη μειονεκτημάτων που οφείλονται σε ταγγή γεύση δεν σημαίνει ωστόσο ότι η γεύση είναι άμεμπτη και, βάσει του παραρτήματος του κανονισμού 136/66, η « καλή » γεύση συνεπάγεται την κατάταξη του προϊόντος ως « κοινού παρθένου ελαιολάδου ».
Εφόσον η γεύση του ελαιολάδου δεν ήταν « άμεμπτη » η « καλή », ο AIPO — σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη φράση της πρώτης περιπτώσεως, του κανονισμού 3472/87 — δεν μπορούσε να κατατάξει και να πληρώσει το προϊόν παρά μόνο ως μειονεκτικό ( lampante ) ελαιόλαδο.
Επομένως, επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι η οργανοληπτική εξέταση πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες, αλλά κατά τις διαδικασίες αυτές μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο τα χαρακτηριστικά και οι ονομασίες που αναφέρονται στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Στην Ιταλία, όμως, ο νόμος 1407 της 13ης Νοεμβρίου 1960 δεν περιλαμβάνει καμιά διάταξη που να διέπει τις λεπτομέρειες διενεργείας της οργανοληπτικής εξετάσεως. Το υπουργικό διάταγμα της 26ης Νοεμβρίου 1963 θεσπίζει τις επίσημες μεθόδους αναλύσεως για τα έλαια και τις λιπαρές ουσίες αλλά σιωπά όσον αφορά τις οργανοληπτικές εξετάσεις. Απ' αυτό προκύπτει ότι είναι εσφαλμένο να γίνεται λόγος, όπως πράττουν οι διάδικοι της κύριας δίκης, ότι στην Ιταλία εφαρμόζονται ο νόμος 1407 και το υπουργικό διάταγμα της 26ης Νοεμβρίου 1963 για τις λεπτομέρειες διενεργείας των οργανοληπτικών εξετάσεων. Απ' αυτό απορρέει επίσης ότι εναπόκειται προπάντων στους διαφόρους οργανισμούς αποθεματοποιήσεως να εξασφαλίζουν ότι οι οργανισμοί αναλύσεως που επιλέγουν χρησιμοποιούν την περισσότερο πρόσφορη μέθοδο οργανοληπτικής εξετάσεως λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς που επιδιώκονται με την εξέταση.
Ωστόσο, μολονότι εναπόκειται πρωτίστως στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να ελέγχουν αν οι χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ πράξεις συντελέσθηκαν όντως και αν συντελέσθηκαν νομίμως, όπως έκρινε το Δικαστήριο (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1989, υπόθεση 214/86), η Ιταλική Δημοκρατία είχε επομένως την υποχρέωση να επαληθεύσει τα αποτελέσματα των οργανοληπτικών εξετάσεων των διαφόρων εργαστηρίων προσφεύγοντας σε αξιόπιστη μέθοδο για την οποία η κεντρική εξουσία αναλαμβάνει την ευθύνη. Η υποθετική υποχρέωση που περιορίζει το κράτος μέλος στην επανάληψη των μεθόδων εξετάσεως τις οποίες επέλεξε εκ των προτέρων κάθε εργαστήριο κατά τον χρόνο αγοράς είναι ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις που υπέχει το κράτος αυτό από το κοινοτικό δίκαιο.
Η Επιτροπή θεωρεί, εξάλλου, ότι, βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού 729/70, δικαιούται να προβαίνει σε ελέγχους ως προς τη νομιμότητα της εκτελέσεως των μέτρων παρεμβάσεως, μεταξύ άλλων, με αναλύσεις που συμβιβάζονται προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, όπως υπέμνησε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1989. Εις απάντηση του δευτέρου ερωτήματος του παραπέμποντος δικαστηρίου, η Επιτροπή θεωρεί, επομένως, ότι τόσο το κράτος μέλος όσο και η Επιτροπή υποχρεούνται, στα πλαίσια του ελέγχου, να διενεργούν οργανοληπτικές εξετάσεις του ελαιολάδου σύμφωνα με μεθόδους που εξασφαλίζουν την αξιοπιστία των εξετάσεων, χωρίς να δεσμεύονται από τις μεθόδους που ελευθέρως επέλεξαν τα εργαστήρια, οριζόμενα από τους οργανισμούς αποθεματοποιήσεως με δική τους ευθύνη, τα οποία προέβησαν στις εν λόγω εξετάσεις κατά τον χρόνο αγοράς του προϊόντος από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
Η Επιτροπή καταλήγει ζητώντας από το Δικαστήριο να δώσει στις δύο πρώτες ερωτήσεις που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο την εξής απάντηση:
«α)
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3472/85 της Επιτροπής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οργανοληπτική εξέταση του παρθένου ελαιολάδου κατά τη στιγμή της αγοράς από τον οργανισμό παρεμβάσεως πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα να αποδεικνύονται — μέσω εθνικών διαδικασιών — τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται από τις κοινοτικές διατάξεις για τον καθορισμό της τιμής αγοράς σε συνάρτηση με τις ονομασίες που απαριθμούνται στις εν λόγω διατάξεις.
β)
Τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση και η Επιτροπή έχει την ευχέρεια να ελέγχουν τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του ελαιολάδου που έχει αγοραστεί ήδη από τον οργανισμό παρεμβάσεως σύμφωνα με μεθόδους εξετάσεως οι οποίες εξασφαλίζουν την αξιοπιστία των οργανοληπτικών αναλύσεων, χωρίς να δεσμεύονται από τις μεθόδους που ελευθέρως εφαρμόζουν τα εργαστήρια αναλύσεως κατά τον χρόνο της αγοράς. »
2. Επί του τρίτου ερωτήματος
15.
Κατά τις ενάγουσες της κύριας δίκης, αν η ερμηνεία του Δικαστηρίου επιβεβαιώσει, όπως προτείνουν, το απαράδεκτο της μεθόδου για την οργανοληπτική εξέταση, διαφορετικής από την ιταλική εθνική μέθοδο που ισχύει τώρα μεταβατικώς, αυτό δε τόσο για την εξέταση του προϊόντος κατά την αγορά όσο και για την εξέταση του αποθεματοποιημένου προϊόντος, το παράνομο της κοινοτικής πράξεως σχετικά με τη μη λήψη υπόψη της δαπάνης συνιστά άμεση συνέπεια της ερμηνείας αυτής.
Αντιθέτως, αν το Δικαστήριο κρίνει με την απόφαση του ότι κατά την εν λόγω οργανοληπτική εξέταση είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν διαφορετικές διαδικασίες από τις ιταλικές εθνικές διαδικασίες, με μόνο περιορισμένο σκοπό τον έλεγχο της δαπάνης βάσει του παρατεθέντος κανονισμού 729/70 και των σχετικών μεταγενέστερων πράξεων, η κοινοτική πράξη πρέπει να κριθεί νόμιμη μόνον ως προς τη σχέση μεταξύ της Κοινότητας και του κράτους μέλους αποδέκτη της πράξεως.
16.
Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν λαμβάνει ρητή θέση επί του ζητήματος του κύρους που έθεσε το εθνικό δικαστήριο.
17.
Κατά την Ελληνική Κνβέρνηοη, δεδομένου ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες οι οποίοι έχουν θεσπιστεί στους διάφορους τομείς των γεωργικών προϊόντων και ότι, κατά τη στιγμή παραδόσεως του ελαιολάδου στην παρέμβαση, δεν υπήρχαν κανόνες κοινοτικού δικαίου λόγω μη τηρήσεως των οποίων η Επιτροπή θα μπορούσε να αρνηθεί να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τις εν προκειμένω παρεμβάσεις, έπεται ότι είναι άκυρη η απόφαση με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να λάβει υπόψη το ποσό το οποίο είχε καταβληθεί στην ενάγουσα.
Ως συμπέρασμα, η Ελληνική Κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι:
« Είναι άκυρη η απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — και κάθε άλλη πράξη του εν λόγω κοινοτικού οργάνου — από την οποία προκύπτει ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι δαπάνες για την αγορά και τη διαχείριση των παρτίδων ελαιολάδου για τις οποίες γίνεται λόγος στα έγγραφα του ΑΙΜΑ της 29ης Μαρτίου 1989, αριθ. πρωτ. 4387, και 3ης Αυγούστου 1989, αριθ. πρωτ. 1120 (που επισυνάπτονται στον φάκελο της ενάγουσας), διατάσσοντας, στην περίπτωση που χρειάζεται, την προσκόμιση της αποφάσεως της Επιτροπής, καθώς και οποιασδήποτε άλλης πράξεως του εν λόγω κοινοτικού οργάνου, πλην του μέρους το οποίο δεν αναγνωρίζει ως κοινοτικές δαπάνες τις προσαυξήσεις που εφαρμόζονται στο παρθένο ελαιόλαδο. »
18.
Η Επιτροπή επικαλείται πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία το ΕΓΤΠΕ, τμήμα « Εγγυήσεων », επιβαρύνεται μόνο με δαπάνες συναφείς με πράξεις παρεμβάσεως οι οποίες έγιναν σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Κατόπιν επαληθεύσεως, σε συμφωνία με τον ΑΙΜΑ, ότι οι πράξεις παρεμβάσεως δεν είχαν γίνει προσηκόντως στο σύνολό τους, ήταν υποχρεωμένη να μη λάβει υπόψη τις σχετικές δαπάνες για τις εν λόγω πράξεις. Η απόφαση της 30ής Απριλίου 1990 ( έγγραφο αριθ. 8 ) ανταποκρίνεται επομένως στις αρχές που επεξεργάστηκε το Δικαστήριο όσον αφορά την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ, τμήμα « Εγγυήσεων », με δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Η πλημμελής εκτέλεση των πράξεων παρεμβάσεως δεν αποκλείει μόνο τις σχετικές δαπάνες από την κοινοτική χρηματοδότηση. Το κράτος μέλος υποχρεούται επίσης να συναγάγει τις συνέπειες της πλημμελούς εκτελέσεως έναντι των παραγωγών οι οποίοι ευνοήθηκαν παρανόμως λόγω αυτού του γεγονότος. Στην αντίθετη περίπτωση, θα υπήρχε παραβίαση της ίσης μεταχειρίσεως η οποία αποτελεί τη βάση της ορθής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς. Επομένως, ο ΑΙΜΑ υπείχε την υποχρέωση να επικαλεστεί την ευθύνη των οργανισμών αποθεματοποιήσεως, προκειμένου αυτοί να μετα-κυλήσουν στους παραγωγούς τις συνέπειες της πωλήσεως ελαιολάδου που δεν είχε τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά. Κατ' εφαρμογή των αρχών αυτών, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κατανείμει τις ευθύνες μεταξύ των κατ' ιδίαν παραγωγών, των οργανισμών αποθεματοποιήσεως και, ενδεχομένως, των εργαστηρίων αναλύσεως και των ιδιοκτητών των αποθηκών.
Η Επιτροπή καταλήγει προτείνοντας, όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, την εξής απάντηση:
« Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 1990, σχετικά με προκαταβολές με καταλογισμό επί των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το τμήμα “ Εγγυήσεων ” του ΕΓΤΠΕ. »
Μ. Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 10ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-161/90 και C-162/90,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις της Pretura di Lecce ( Ιταλία ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Carmela Petruzzi
και
Associazione Italiana Produttori Olivicoli ( AIPO ),
Associazione Salentina Olivicoltori ( ASO ),
Azienda di Stato per gli interventi nel Mercato Agricolo ( ΑΙΜΑ ),
και μεταξύ
Addolorata Longo
και
Associazione Italiana Produttori Olivicoli ( AIPO ),
Associazione Salentina Olivicoltori ( ASO ),
Azienda di Stato per gli interventi nel Mercato Agricolo ( ΑΙΜΑ ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3472/85 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, περί των λεπτομερειών αγοράς και αποθεματοποίησης ελαιολάδου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ L 333, σ. 5), και ως προς το κύρος της αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή μετά από έρευνα σχετικά με την ποιότητα του ελαιολάδου το οποίο είχε διατεθεί στον οργανισμό παρεμβάσεως και σύμφωνα με την οποία τα έξοδα για την αγορά και τη διαχείριση των παρτίδων ελαιολάδου που αναφέρονται στα έγγραφα της ΑΙΜΑ αριθ. 4387, της 29ης Μαρτίου 1989, και αριθ. 1120, της 3ης Αυγούστου 1989, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς παρεμβάσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, δικαστή, προεδρεύοντα, Μ. Diez de Velasco και Κ. Ν. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: V. Di Bucci, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
οι C. Petruzzi και Α. Longo, εκπροσωπούμενες από τον Emilio Cappelli, δικηγόρο Ρώμης,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato,
—
η Ελληνική Κυβέρνηση, επροσωπούμενη από την Ε.-Μ. Μαμούνα, νομικό στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Μ. Τσοτσάνη, νομικό του υπουργείου Γεωργίας,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Campogrande, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των C. Petruzzi και Α. Longo, εκπροσωπούμενες από τον Paolo de Caterini, δικηγόρο Ρώμης, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Eugenio de March, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 30ής Απριλίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διατάξεις της 28ης Μαρτίου 1990, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 25 Μαΐου 1990, η Pretura di Lecce ( Ιταλία ), βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3472/85 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, περί των λεπτομερειών αγοράς και αποθεματοποίησης ελαιολάδου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ L 333, σ. 5), καθώς και ως προς το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και κάθε άλλης πράξεως του κοινοτικού αυτού οργάνου από την οποία προκύπτει ότι οι δαπάνες για την αγορά και τη διαχείριση των παρτίδων ελαιολάδου για τις οποίες γίνεται λόγος στα έγγραφα του Azienda di Stato per gli interventi nel Mercato Agricolo ( Κρατικός Οργανισμός Παρεμβάσεως στις Γεωργικές Αγοράς, στο εξής: ΑΙΜΑ ) της 29ης Μαρτίου 1989, αριθ. 4387, και της 3ης Αυγούστου 1989, αριθ. 1120 (που επισυνάπτονται στο υπόμνημα της ενάγουσας), δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς παρεμβάσεως.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ της Carmela Petruzzi ( υπόθεση C-161/90 ) και της Addolorata Longo ( υπόθεση C-162/90 ) και των Associazione Italiana Produttori Olivicoli (Σύνδεσμος Ιταλών ελαιοπαραγωγών, στο εξής: AIPO), Associazione Salentina Olivicoltori (Σύνδεσμος Παραγωγών του Σαλέντε, στο εξής: ASO ) και ΑΙΜΑ, όπου ζητείται να κριθεί ως αβάσιμο και παράνομο κάθε αίτημα αποδόσεως των ποσών τα οποία είχαν εισπραχθεί ως τιμή παρεμβάσεως του ελαιολάδου κατ' εφαρμογή των άρθρων 4 επ. του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ).
3
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι o ASO παρέλαβε από την κατοικία των Petruzzi και Longo, οι οποίες είναι αμφότερες ελαιοπαραγωγοί στο Vernole ( Lecce ), αντιστοίχως 12,38 και 8,57 στατήρες παρθένου ελαιολάδου, το οποίο είχε παραχθεί κατά την ελαιοκομική περίοδο του 1987.
4
Κατόπιν ελέγχου που διενήργησαν ορισμένα εργαστήρια για λογαριασμό των κοινοτικών αρχών, οι αρχές αυτές διαπίστωσαν ότι το ελαιόλαδο που παραδόθηκε στον οργανισμό παρεμβάσεως δεν έπρεπε να χαρακτηριστεί ως παρθένο ( εκλεκτό ) ελαιόλαδο. Ενόψει της σοβαρότητας των πλημμελειών που διαπιστώθηκαν, η Επιτροπή, με την προαναφερθείσα απόφαση, δεν έλαβε υπόψη τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η Ιταλία στον τομέα της παρεμβάσεως για το ελαιόλαδο κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 1988 και 30ής Σεπτεμβρίου 1989.
5
Λαμβάνοντας υπόψη τα αναφερθέντα αποτελέσματα των αναλύσεων και τις εντεύθεν συνέπειες που συνήγαγε η Επιτροπή, ο ΑΙΜΑ ( Ιταλικός Οργανισμός Παρεμβάσεως ) ζήτησε από τους οργανισμούς αποθεματοποιήσεως να αποδώσουν τα ποσά που τους είχε καταβάλει για τις αγορές μέσω της παρεμβάσεως, ποσά τα οποία οι οργανισμοί αυτοί αξίωσαν από τους παραγωγούς οι οποίοι είχαν παραδώσει το ελαιόλαδο.
6
Στο πλαίσιο αυτό, οι C. Petruzzi και Α. Longo ενήγαγαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου τον ASO του Lecce, τον AIPO της Ρώμης και τον ΑΙΜΑ με αίτημα να κηρυχθεί αβάσιμο και παράνομο κάθε αίτημα αποδόσεως των ποσών των 3072800 και 4438895 λιρετών που καταβλήθηκαν στις ενάγουσες της κύριας δίκης ως τιμή παρεμβάσεως.
7
Θεωρώντας ότι οι αγωγές αυτές έθεταν αρκετά προβλήματα κοινοτικού δικαίου, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς επί των εξής ερωτημάτων:
« Α)
1)
Πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3472/85 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εξέταση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του παρθένου βρώσιμου ελαιολάδου, διαφορετικού από το μειονεκτικό ( lampante ), πρέπει να γίνεται αποκλειστικά κατά τις εθνικές διαδικασίες μέχρις ότου θεσπιστεί κοινοτική διαδικασία;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, είναι δυνατόν τα αποτελέσματα και οι διαπιστώσεις των εξετάσεων και αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες κατά τον χρόνο παραδόσεως του ελαιολάδου στον οργανισμό παρεμβάσεως και κατά την αποθεματοποίηση στις αποθήκες του κέντρου παρεμβάσεως να καταρριφθούν από τα αποτελέσματα των εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με διαδικασίες και μεθόδους διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στις εθνικές διαδικασίες;
Β)
Επί του κύρους της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — και κάθε άλλης πράξεως του εν λόγω κοινοτικού οργάνου — από την οποία προκύπτει ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι δαπάνες για την αγορά και τη διαχείριση των παρτίδων ελαιολάδου για τις οποίες γίνεται λόγος στα έγγραφα του ΑΙΜΑ της 29ης Μαρτίου 1989, αριθ. πρωτ. 4387, και 3ης Αυγούστου 1989, αριθ. πρωτ. 1120 (συνημμένα στο υπόμνημα της ενάγουσας), διατάσσοντας, στην περίπτωση που χρειάζεται, την προσκόμιση της αποφάσεως της Επιτροπής, καθώς και οποιασδήποτε άλλης πράξεως του εν λόγω κοινοτικού οργάνου.
8
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το κανονιστικό πλαίσιο και τα περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και τα επιχειρήματα και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
9
Επιβάλλεται πρωτίστως να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 35 του προαναφερθέντος κανονισμού 136/66,
« με την επιφύλαξη της εναρμονίσεως των νομοθεσιών που αφορούν τα ελαιόλαδα που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή, τα κράτη μέλη αποδέχονται για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες, εξαιρέσει των εξαγωγών προς αυτές, τις ονομασίες και τους ορισμούς των ελαιολάδων που προβλέπονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού ».
10
Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, το εν λόγω παράρτημα καθορίζει τις εξής τέσσερις κατηγορίες παρθένου ελαιολάδου:
« α)
Εξαιρετικόν: ελαιόλαδο αμέμπτου γεύσεως του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζομένη σε ελαϊκό οξύ, δεν δύναται να είναι ανωτέρα του 1 γραμμαρίου ανά 100 γραμμάρια·
β)
Εκλεκτόν: ελαιόλαδο που πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για το εξαιρετικό έλαιο, εκτός της περιεκτικότητος σε ελεύθερα λιπαρά οξέα εκφραζομένης σε ελαϊκό οξύ, η οποία δεν δύναται να είναι ανωτέρα του 1,5 γραμμαρίου ανά 100 γραμμάρια·
γ)
Κουράντε (δύναται εξίσου να χρησιμοποιείται η έκφραση «ημι-φίνο »): ελαιόλαδο αμέμπτου γεύσεως του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζομένη σε ελαϊκό οξύ, δεν δύναται να είναι ανωτέρα των 3,3 γραμμαρίων ανά 100 γραμμάρια·
δ)
Μειονεκτικό (lampante): ελαιόλαδο μειονεκτικό, ελαττωματικής γεύσεως ή του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα οξέα, εκφραζομένη σε ελαϊκό οξύ, είναι ανωτέρα των 3,3 γραμμαρίων ανά 100 γραμμάρια. »
11
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 3472/85 ορίζει:
« Όσον αφορά το παρθένο ελαιόλαδο η εξέταση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών πραγματοποιείται σύμφωνα με κοινοτική διαδικασία.
Εν αναμονή του ορισμού της διαδικασίας αυτής, τα κράτη μέλη πραγματοποιούν την προαναφερόμενη εξέταση σύμφωνα με εθνικές διαδικασίες ».
12
Από τον κανονιστικό χαρακτήρα των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι τα κριτήρια που περιλαμβάνονται σ' αυτές τις διατάξεις σχετικά με την ονομασία υπερτερούν έναντι κάθε συναφούς εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, ώστε οι εθνικές διαδικασίες για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οικείας διατάξεως δεν μπορεί να έχουν άλλο στόχο από εκείνο της εφαρμογής των εν λόγω κριτηρίων.
13
Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3472/85 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, έχει την έννοια ότι, εφόσον δεν θεσπίστηκε κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, η εξέταση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του παρθένου βρώσιμου ελαιολάδου διενεργείται σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες, των οποίων ο μόνος σκοπός είναι να διαπιστώνονται τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται από τις κοινοτικές διατάξεις για την κατάταξη σύμφωνα με τις ονομασίες που απαριθμούνται στις ίδιες αυτές διατάξεις.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
14
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ζήτημα αν διαφορετικές μέθοδοι από τις προβλεπόμενες σε εθνικό επίπεδο μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον εκ των υστέρων έλεγχο κατατάξεως του ελαιολάδου, όπως η κατάταξη έγινε αρχικά κατά την παράδοση στην παρέμβαση, συνεπάγεται την προηγούμενη εξέταση της νομιμότητας ενός τέτοιου εκ των υστέρων ελέγχου.
15
Επιβάλλεται να υπομνηστεί σχετικώς ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ):
« Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
—
εξαφαλίσουν την πραγματοποίηση και κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
—
προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες,
—
ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα μέτρα προς τον σκοπό αυτό και ιδίως για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών. »
Επίσης, το άρθρο 9, παράγραφος 1, υποχρεώνει κάθε κράτος μέλος
« (... ) να διευκολύνει τους ελέγχους τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να ενεργήσει στο πλαίσιο της διαχειρίσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των επιτοπίων ελέγχων ».
16
Από τις διατάξεις αυτές, σκοπός των οποίων είναι να παρέχουν στις ενδιαφερόμενες αρχές τις αναγκαίες εξουσίες ώστε να αποφεύγεται η επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ για δαπάνες συναφείς με συναλλαγές μέσω οργανισμών παρεμβάσεως που διενεργούνται κατά τρόπο μη συνάδοντα προς το κοινοτικό δίκαιο, προκύπτει ότι ο εκ των υστέρων έλεγχος της αρχικής κατατάξεως του ελαιολάδου εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής.
17
Επιβάλλεται σχετικώς να προστεθεί ότι η αποτελεσματικότητα των εκ των υστέρων ελέγχων της αρχικής κατατάξεως του ελαιολάδου συνεπάγεται την ευχέρεια για την Επιτροπή να εφαρμόζει οποιοδήποτε σύστημα αναλύσεως επιτρέπει να διασαφηνίζεται με κάθε βεβαιότητα αν για την κατάταξη του ελαιολάδου, κατά την παράδοσή του στην παρέμβαση, τηρήθηκαν τα κριτήρια ονομασίας που περιλαμβάνονται στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση η οποία έχει εφαρμογή.
18
Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία, προκειμένου να εξακριβώνει σύμφωνα με αυστηρούς όρους αξιοπιστίας την κανονικότητα των πράξεων παρεμβάσεως, να προβαίνει σε έλεγχο ο οποίος δεν συνίσταται σε απλή επανάληψη των αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά την παράδοση του ελαιολάδου στον οργανισμό παρεμβάσεως.
Επί του τρίτου ερωτήματος
19
Ενόψει της οικονομίας των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το τρίτο ερώτημα είναι άνευ αντικειμένου καθόσον από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι από τις δοθείσες απαντήσεις στο πλαίσιο των ερωτημάτων που εξετάστηκαν προηγουμένως καθίσταται ήδη σε θέση να επιλύσει τη διαφορά.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική Κυβέρνηση, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Επειδή η διαδικασία ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται ν' αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε η Pretura di Lecce με Διατάξεις της 28ης Μαρτίου 1990, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3472/85 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, έχει την έννοια ότι, εφόσον δεν θεσπίστηκε κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, η εξέταση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του παρθένου βρώσιμου ελαιολάδου διενεργείται σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες, των οποίων ο μόνος σκοπός είναι να διαπιστώνονται τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται από τις κοινοτικές διατάξεις για την κατάταξη σύμφωνα με τις ονομασίες που απαριθμούνται στις ίδιες αυτές διατάξεις.
2)
Το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία, προκειμένου να εξακριβώνει σύμφωνα με αυστηρούς όρους αξιοπιστίας την κανονικότητα των πράξεων παρεμβάσεως, να προβαίνει σε έλεγχο ο οποίος δεν συνίσταται σε απλή επανάληψη των αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά την παράδοση του ελαιολάδου στον οργανισμό παρεμβάσεως.
Mancini
Díez de Velasco
Κακούρης
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Οκτωβρίου 1990.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο προεδρεύων
G. F. Mancini
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy