ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-183/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Στις 26 Δεκεμβρίου 1985, οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης (στο εξής: Van Dalfsen κ.λπ. ), κάτοικοι Κάτω Χωρών, ενήγαγαν τους αναιρεσίβλητους της κύριας δίκης (στο εξής: Van Loon κ.λπ. ), κατοίκους Βελγίου, ενώπιον του vrederechter van het kanton Herentals ( Βέλγιο ).
Οι Van Dalfsen κ.λπ. ζήτησαν την ακύρωση της συμβάσεως μισθώσεως που είχε συναφθεί μεταξύ των μερών και την καταδίκη της Van Loon κ.λπ. σε πληρωμή 5560086 βελγικών φράγκων ( BFR ) και 200000 ολλανδικών φιορινιών ( HFL ). Επικουρικώς, ζήτησαν την επιβεβαίωση της λύσεως της εν λόγω συμβάσεως, καθώς και την αποδέσμευση της ασφάλειας που είχαν συστήσει και την απόδοση των παγίων επενδύσεων που είχαν πραγματοποιήσει.
Η Van Dalfsen κ.λπ. ζήτησε, με ανταγωγή της, την καταβολή των καθυστερουμένων μισθωμάτων.
2.
Με απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1986, το vrederechter απέρριψε το κύριο αίτημα της Van Dalfsen κ.λπ. Ως προς το επικουρικό της αίτημα, επιβεβαίωσε τη λύση της συμβάσεως, απέρριψε το αίτημα αποδόσεως της ασφάλειας και διέταξε πραγματογνωμοσύνη αναφορικά με το αίτημα αποδόσεως των παγίων επενδύσεων. Αποφαινόμενο επί της ανταγωγής της Van Loon κ.λπ. το vrederechter καταδίκασε τη Van Dalfsen κ.λπ. να καταβάλει στη Van Loon κ.λπ. το ποσό των 2,7 εκατομμυρίων BFR, εντόκως. Η απόφαση κηρύχθηκε « προσωρινώς εκτελεστή υπό την επιφύλαξη της ασκήσεως οποιουδήποτε ένδικου μέσου και χωρίς εγγυοδοσία ».
3.
Στις 17 Δεκεμβρίου 1986 η Van Dalfsen κ. λπ. άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του rechtbank van eerste aanleg te Turnhout ( Βέλγιο ).
4.
Εξάλλου, η Van Loon κ.λπ. ζήτησε από τον πρόεδρο του arrondissementsrechtbank te Zwolle ( Κάτω Χώρες), κατά το άρθρο 31 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( ΕΕ 1982, L 388, σ. 7, στο εξής: Σύμβαση), την εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της αποφάσεως του vrederechter te Herentals.
Με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1987, ο πρόεδρος του arrondissementsrechtbank χορήγησε την εν λόγω έγκριση.
5.
Στις 2 Απριλίου 1987, οι Van Dalfsen κ.λπ. άσκησαν, βάσει του άρθρου 36 της Συμβάσεως, προσφυγή ενώπιον του arrondissementsrechtbank te Zwolle.
Το εν λόγω δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην προσφυγή που άσκησαν κατά της αποφάσεως του προέδρου, οι Van Dalfsen κ.λπ. δεν αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της περιαφής της εν λόγω αποφάσεως με τον εκτελεστήριο τύπο. Αντιθέτως, ζήτησαν από το arrondissementsrechtbank να αναστείλει την απόφαση του επί της προσφυγής, δυνάμει του άρθρου 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως. Προς στήριξη του αιτήματος αυτού οι Van Dalfsen κ.λπ. προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως του vrederechter te Herentals και συνέστησαν τραπεζική εγγύηση ως ασφάλεια του ποσού που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, βάσει της αποφάσεως αυτής, στους Van Loon κ.λπ. Επικαλέστηκαν, επίσης, το γεγονός ότι το vrederechter έκρινε βάσιμο το επικουρικό τους αίτημα περί επιστροφής των παγίων επενδύσεων και διέταξε πραγματογνωμοσύνη για τον προσδιορισμό του σχετικού ποσού. Κατέθεσαν σχετικώς προσωρινή έκθεση πραγματογνωμοσύνης που καθόριζε σε 477954 BFR το ποσό της αποζημιώσεως που όφειλαν να καταβάλουν οι Van Loon κ.λπ. έναντι των παγίων επενδύσεων.
Με απόφαση της 13ης Απριλίου 1988 το arrondissementsrechtbank απέρριψε το αίτημα αναστολής της διαδικασίας, έκρινε την προσφυγή αβάσιμη και επέτρεψε την εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της αποφάσεως του βελγικού vrederechter, εξαρτώντας αυτεπαγγέλτως την εκτέλεση αυτή, κατά το άρθρο 38, τελευταίο εδάφιο, της Συμβάσεως, από τη σύσταση εκ μέρους των Van Loon κ.λπ. τραπεζικής ασφάλειας ύιμους 478000 BFR (ή το αντίστοιχο προς αυτό ποσό σε ολλανδικό νόμισμα ), μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί του επικουρικού αιτήματος Van Dalfsen κ.λπ.
6.
Οι Van Dalfsen κ.λπ. άσκησαν αναίρεση, κατά το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, κατά της αποφάσεως αυτής του arrondissementsrechtbank.
Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως που προέβαλαν οι Van Dalfsen κ.λπ. ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε πεπλανημένη εκτίμηση της εκτάσεως της δικαιοδοσίας που παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 38 της Συμβάσεως, στο «δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή ». Πράγματι, κατά τους Van Dalfsen κ.λπ., το επιλαμβανόμενο βάσει της διατάξεως αυτής δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις που το αλλοδαπό δικαστήριο έλαβε ήδη υπόψη του προς έκδοση της αποφάσεως του, ιδίως δε να εκτιμήσει τις πιθανότητες να γίνει δεκτή η τακτική προσφυγή που ασκήθηκε ή θα ασκηθεί στην αλλοδαπή.
7.
Το Hoge Raad der Nederlanden θέτει, καταρχάς, το ερώτημα αν η απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση μπορεί να θεωρηθεί ως « απόφαση που εκδόθηκε επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, η αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλαν οι Van Dalfsen κ.λπ. πρέπει να κριθεί απαράδεκτη. Αντιθέτως, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται να εξεταστεί το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως, στο πλαίσιο δε αυτό ανακύπτει το ζήτημα της εκτάσεως της δικαιοδοσίας που το άρθρο 38 της Συμβάσεως παρέχει στο « δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή ».
8.
Κρίνοντας ότι στο πλαίσιο της εν λόγω διαφοράς ανέκυπταν ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Hoge Raad der Nederlanden, με Διάταξη της 1ης Ιουνίου 1990, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Αποφάσεις του “ δικαστηρίου στο οποίο ( ... ) ασκείται η προσφυγή ” ως προς το αν θα κάνει, ενδεχομένως και κατά τρόπο συγκεκριμένο, χρήση της δικαιοδοσίας που του παρέχει το άρθρο 38 της Συμβάσεως μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στην έννοια “της αποφάσεως επί της προσφυγής” κατά της οποίας, βάσει της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 37 της Συμβάσεως, μπορεί να ασκηθεί στις Κάτω Χώρες αναίρεση;
2)
Μπορεί η απάντηση στο πρώτο ερώτημα να είναι διαφορετική ανάλογα με το αν οι αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 38 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος, περιέχονται ή όχι στην (οριστική ) απόφαση επί της προσφυγής;
3)
Μπορεί “ το δικαστήριο στο οποίο ( ... ) ασκείται η προσφυγή ” να κάνει χρήση της δικαιοδοσίας που του παρέχει το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών
α)
ακόμα και όταν ο διάδικος που έχει ασκήσει την προσφυγή δεν προβάλλει, προς στήριξη του αιτήματός του περί αναστολής ή περί εξαρτήσεως της εκτελέσεως από τη σύσταση εγγυήσεως, κανένα άλλο ισχυρισμό πέραν εκείνων που ο αλλοδαπός δικαστής έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της αποφάσεως του,
β)
μόνον όταν η προσφυγή στηρίζεται μερικώς ή αποκλειστικώς επί ισχυρισμών που δεν προβλήθηκαν κατά την ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου διαδικασία, ή
γ)
μόνον όταν η προσφυγή στηρίζεται μερικώς ή αποκλειστικώς επί ισχυρισμών οι οποίοι δεν μπόρεσαν να προβληθούν κατά την ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου διαδικασία επειδή ο προσφεύγων διάδικος δεν είχε ακόμα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζονται οι ισχυρισμοί αυτοί; »
9.
Η Διάταξη του Hoge Raad der Nederlanden πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Ιουνίου 1990.
10.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στις 30 Αυγούστου 1990 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Β. J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, στις 21 Σεπτεμβρίου 1990 η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Christof Böhmer, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, και στις 25 Σεπτεμβρίου 1990 η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων.
11.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
12.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο, με απόφαση της 24ης Απριλίου 1991, αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
α )
Σχετικά με τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, η Γερμανική Κνβέρνηση τονίζει, καταρχάς, ότι στην αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν οι Van Dalfsen κ.λπ. προβάλλουν κατά της αποφάσεως του arrondissementsrechtbank ότι, αφενός μεν, έκρινε αβάσιμη την προσφυγή που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που επέτρεψε την εκτέλεση, αφετέρου δε, ότι δεν ανέστειλε τη διαδικασία, αλλά εξήρτησε την έγκριση της εκτελέσεως από τη σύσταση ασφάλειας.
Κατά την Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το πρώτο μέρος της εν λόγω αποφάσεως εκδόθηκε « επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, και, επομένως, μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναιρέσεως, βάσει του άρθρου αυτού. Αντιθέτως, ως προς το δεύτερο μέρος της αποφάσεως, η Σύμβαση σιωπά ως προς τις δυνατότητες αμφισβητήσεως της αποφάσεως που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 της Συμβάσεως. Βεβαίως, στην απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1984, 258/83, Schuhfabrik Brennero ( Συλλογή 1984, σ. 3971 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας της Συμβάσεως και των κυρίων σκοπών της που αποβλέπουν στην απλοποίηση των διαδικασιών στο κράτος της εκτελέσεως, το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί διασταλτικώς κατά τρόπο που να επιτρέπει την άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως διαφορετικής από εκείνης που εκδόθηκε επί της προσφυγής, αναιρέσεως κατά προπαρασκευαστικής ή παρεμπίπτουσας απόφασης που διατάσσει τη διεξαγωγή αποδείξεων (σκέψη 15). Κατά συνέπεια, προσφυγή που ασκείται κατά αποφάσεως η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναιρέσεως.
Ωστόσο, δεν έχει ακόμα επιλυθεί το ζήτημα αν μπορεί να ασκηθεί αναίρεση κατά αποφάσεως που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 της Συμβάσεως, στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση αυτή εκδόθηκε ταυτόχρονα με την απόφαση επί της προσφυγής.
Θα μπορούσαν σχετικά να εξεταστούν τρεις δυνατότητες. Είτε ότι το ένδικο αυτό μέσο αποκλείεται εν πάση περιπτώσει, είτε ότι αναίρεση κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 της Συμβάσεως μπορεί να ασκηθεί μόνο εφόσον η αναίρεση αφορά επίσης την απόφαση περί εγκρίσεως ή απορρίψεως της εκτελέσεως, είτε ότι η απόφαση που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 38 της Συμβάσεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής στο σύνολό της, εφόσον εκδόθηκε ταυτόχρονα με την απόφαση επί της προσφυγής.
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση το γεγονός ότι η έκθεση Jenard (JO 1979, C 59, σ. 1 ) αναφέρει σχετικά με το άρθρο 37 της συμβάσεως ότι « ο καθού η εκτέλεση μπορεί επίσης να ζητήσει εφαρμογή της ευεργετικής διατάξεως του άρθρου 38, εάν άσκησε προσφυγή στο κράτος καταγωγής κατά της αποφάσεως που έχει περιβληθεί με τον εκτελεστήριο τύπο », θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα υπέρ της τρίτης από τις εναλλακτικές λύσεις που αναφέρθηκαν. Ωστόσο, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η παρατήρηση αυτή δεν αναφέρεται στις δυνατότητες να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Όπως όμως συνάγεται τόσο από τον κύριο σκοπό της Συμβάσεως που συνίσταται στη διασφάλιση μιας ταχείας απλής και ενιαίας διαδικασίας στο κράτος εντός του οποίου ζητείται η εκτέλεση, όσο και από το σκεπτικό της προαναφερθείσας απόφασης της 27ης Νοεμβρίου 1984, Schuhfabrik Brennero, δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, παρέχεται μόνο κατά της αποφάσεως με την οποία γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται η προσφυγή που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 36 της Συμβάσεως κατά της αποφάσεως περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου. Συνεπώς, η απόφαση που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 38 της Συμβάσεως δεν μπορεί να θεωρείται ως « απόφαση επί της προσφυγής», κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο.
Κατά την Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας η απάντηση αυτή στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα αρκεί να δικαιολογήσει την απόρριψη, ως απαράδεκτης, της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε στο πλαίσιο της κύριας δίκης και, κατά συνέπεια, παρέλκει να εξεταστεί το ζήτημα αν το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι « το δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή », όπως αυτό ορίζεται στην εν λόγω διάταξη, μπορεί επίσης να είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως, το οποίο μπορεί να εκδώσει απόφαση είτε επί αρχικής προσφυγής που ασκήθηκε κατά το άρθρο 38 της Συμβάσεως είτε, σε περίπτωση κατά την οποία το επιληφθέν της προσφυγής δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 36, παράγραφος 1, έχει ήδη αποφανθεί επί προσφυγής που ασκήθηκε κατά το άρθρο 38, επί νέας προσφυγής που ασκήθηκε κατά το άρθρο 38 και βάσει νέων πραγματικών στοιχείων.
β)
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως αυτής, καθίσταται άνευ ενδιαφέροντος η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω κυβέρνηση τονίζει σχετικώς ότι τα επιχειρήματα που πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαστήριο προκειμένου να εκδώσει απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως απορρέουν από τους σκοπούς της συγκεκριμένης αυτής διατάξεως.
Σκοπός λοιπόν της Συμβάσεως είναι, αφενός μεν, να διασφαλίσει, μέσω ενός ελαχίστου ορίου διατυπώσεων, μία απλή, ταχεία και ενιαία διαδικασία εκτελέσεως σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη. Αφετέρου δε, να αποκλείσει το ενδεχόμενο, όπως έχει ήδη τονίσει το Δικαστήριο στην απόφαση του της 22ας Νοεμβρίου 1977, 43/77, Industrial Diamond Supplies (Rec. 1977, σ. 2175), αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεων σε άλλα συμβαλλόμενα κράτη όσο υπάρχει ακόμα το ενδεχόμενο ακυρώσεως ή τροποποιήσεως τους στο κράτος στο οποίο εκδόθηκαν. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι, κατά τη Σύμβαση, το δικαστήριο της αναγνωρίσεως ή της εκτελέσεως δεν υπέχει υποχρέωση αναστολής της διαδικασίας, αλλά απλώς έχει τη δυνατότητα αυτή, ώστε να μπορεί να επιφυλάσσεται να εκδώσει την απόφαση του κάθε φορά που ανακύπτει εύλογη αμφιβολία ως προς την τελική τύχη της αποφάσεως στο κράτος στο οποίο αυτή εκδόθηκε ( σκέψεις 32 και 33 ).
Κατά συνέπεια, το αναφερόμενο στο άρθρο 37, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως δικαστήριο οφείλει να λάβει απόφαση δυνάμει του άρθρου 38, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω Συμβάσεως, ανάλογα με την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει και λαμβάνοντας επομένως υπόψη τόσο τις πιθανότητες να γίνει δεκτή η αρχική προσφυγή στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως όσο και τις πιθανότητες να γίνει δεκτή η προσφυγή στο κράτος εκτελέσεως. Επομένως, το εν λόγω δικαστήριο οφείλει να εξετάσει όλες τις παραδεκτές ενστάσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της προσφυγής, όπως οι προϋποθέσεις που προβλέπει η Σύμβαση και οι οποίες καθορίζουν τον εκτελεστό χαρακτήρα της αποφάσεως, καθώς και τους λόγους που προβάλλονται κατά της αποδοχής της αιτήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι, ενόψει της απαγορεύσεως αναθεωρήσεως επί της ουσίας της αλλοδαπής αποφάσεως, οι λόγοι αυτοί στηρίζονται επί πραγματικών περιστατικών μεταγενέστερων της ημερομηνίας εκδόσεως της αλλοδαπής αποφάσεως. Τέλος, όταν η αλλοδαπή απόφαση είναι εκτελεστή προσωρινώς, η δυνατότητα του δικαστηρίου να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως ή να εξαρτήσει την εκτέλεση από τη σύσταση ασφαλείας, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο τροποποιήσεως της αποφάσεως στο κράτος εκδόσεως της, αποδεικνύει ότι το επιληφθέν της προσφυγής δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη ενστάσεις που προβλήθηκαν κατά της αιτήσεως που υποβλήθηκε στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως.
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της προσφυγής, είναι δυνατόν να προβληθούν πραγματικά στοιχεία, χωρίς να μπορούν να τεθούν σχετικώς όρια. Η δυνατότητα αυτή υπάρχει ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία στο κράτος εντός του οποίου ζητείται η εκτέλεση στηρίζεται επί αποφάσεως που είναι απλώς προσωρινώς εκτελεστή. Στην περίπτωση αυτή, το επιλαμβανόμενο της προσφυγής δικαστήριο, από το οποίο ζητείται να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως ή να διατάξει τη σύσταση ασφάλειας εκ μέρους του μισθωτή, μπορεί να στηρίξει την απόφαση του επί λόγων τους οποίους το αλλοδαπό δικαστήριο έχει ήδη λάβει υπόψη προς στήριξη της αποφάσεως του και οι οποίοι πρόκειται να εξεταστούν εκ νέου στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως, στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της προσφυγής. Κατά μείζονα λόγο, το δικαστήριο αυτό έχει τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του πραγματικά στοιχεία τα οποία δεν μπόρεσαν ακόμα να προβληθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως.
γ)
Συνοψίζοντας, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προτείνει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα του Hoge Raad der Nederlanden:
« 1)
Οι αποφάσεις που εκδίδει το δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή, κατά την έννοια του άρθρου 38 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δεν πρέπει να θεωρούνται ως “ αποφάσεις επί της προσφυγής ”· συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να προσβληθούν με αίτηση αναιρέσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
2)
Η εκδιδόμενη κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 της Συμβάσεως των Βρυξελλών απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί, ακόμα και στην περίπτωση που εκδόθηκε ταυτόχρονα με την απόφαση επί της προσφυγής.
3)
Το “ δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή ” μπορεί, στην περίπτωση αποφάσεως απλώς προσωρινώς εκτελεστής, να χρησιμοποιήσει τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, και τούτο ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο που άσκησε την προσφυγή στηρίζει το αίτημά του με το οποίο ζητεί την αναστολή της διαδικασίας επί της αποφάσεως, ή το αίτημα του με το οποίο ζητεί να εξαρτηθεί η χορήγηση αδείας αναγκαστικής εκτελέσεως από τη σύσταση ασφαλείας, επί επιχειρημάτων που δεν διαφέρουν καθόλου από εκείνα επί των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου. Η χρησιμοποίηση πραγματικών στοιχείων δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. »
2.
α)
Όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, η Ολλανδική Κυβέρνηση τονίζει, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην υπόθεση της κύριας δίκης η προσφυγή δεν στηριζόταν σε αμφισβήτηση του βάσιμου της αδείας εκτελέσεως, αλλά είχε απλώς ως αντικείμενο αίτηση αναστολής της διαδικασίας κατά το άρθρο 38 της Συμβάσεως, επειδή εν τω μεταξύ είχε ασκηθεί τακτική προσφυγή κατά της αλλοδαπής αποφάσεως.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι στην απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1984, Schuhfabrik Brennero, προαναφερθείσα, σκέψη 15, το Δικαστήριο ερμήνευσε συσταλτικώς τον όρο « απόφαση επί της προσφυγής », του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, πρώτη φράση, της Συμβάσεως, καθώς και από την έκθεση Jenard τη σχετική με τη διάταξη αυτή, σκοπός των συντακτών της Συμβάσεως ήταν να διακρίνουν μεταξύ της προβλεπομένης στο άρθρο 36 προσφυγής και της αιτήσεως αναστολής της διαδικασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 38 της Συμβάσεως. Πράγματι, αίτηση αναστολής της διαδικασίας δεν μπορεί να υποβληθεί παρά μόνο ως παρεπόμενο αίτημα προσφυγής που άσκησε ο ίδιος διάδικος. Αντιθέτως, μια τέτοια αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελούσα αυτοτελή προσφυγή, η οποία θα έπρεπε αναγκαστικώς να στρέφεται κατά της αποφάσεως με την οποία χορηγήθηκε η άδεια εκτελέσεως. Συνεπώς, διάδικος που δεν άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως που επέτρεψε την εκτέλεση δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση αναστολής της διαδικασίας.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται, κατά το άρθρο 38 της Συμβάσεως, γενικό δικαίωμα υποβολής αιτήσεως, ενώπιον του δικαστηρίου της εκτελέσεως, και με μοναδικό αιτιολογικό ότι ασκήθηκε προσφυγή κατά της αλλοδαπής αποφάσεως, αναστολής της διαδικασίας της σχετικής με την περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου. Κατά την άποψη της εν λόγω κυβερνήσεως, το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται από τους σκοπούς της Συμβάσεως που είναι η χωρίς περιορισμούς αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων και η απλούστευση των διαδικασιών στο κράτος στο οποίο ζητείται η εκτέλεση.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν ασκήθηκε προσφυγή, κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συμβάσεως, κατά της αποφάσεως περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου και, επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.
β)
Η Ολλανδική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Τονίζει σχετικώς ότι, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία, στην υπόθεση της κύριας δίκης, θα ήταν παραδεκτή η άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που εκδόθηκε επί προσφυγής στηριζόμενης, π. χ., επί ενός των λόγων που αναφέρονται στα άρθρα 27 και 28 της Συμβάσεως, ωστόσο οι εκδιδόμενες δυνάμει του άρθρου 38 της εν λόγω Συμβάσεως αποφάσεις δεν συνιστούν αποφάσεις επί της προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο. Πράγματι, πρόκειται για παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή, στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 38, για παρεπόμενα μέτρα που αποσκοπούν στην προσωρινή ρύθμιση της μεταγενέστερης εξελίξεως της διαδικασίας. Λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης σημασίας των εν λόγω αποφάσεων και του σκοπού της Συμβάσεως που είναι η απλούστευση των διαδικασιών στο κράτος εντός του οποίου ζητείται η εκτέλεση, οι λαμβανόμενες βάσει του άρθρου 38 αποφάσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναιρέσεως.
γ)
Αναφορικά με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα η Ολλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι ούτε το άρθρο 38 της Συμβάσεως ούτε η έκθεση Jenard επιβάλλουν περιορισμούς ως προς τα στοιχεία που μπορεί να λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο όταν αποφαίνεται δυνάμει της εν λόγω διατάξεως. Κατά την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως το δικαστήριο της εκτελέσεως δεν υπόκειται, κατά συνέπεια, στους περιορισμούς στους οποίους αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα και μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, να λάβει υπόψη του ακόμα και λόγους οι οποίοι προβλήθηκαν ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η απαγόρευση της ουσιαστικής αναθεωρήσεως της αλλοδαπής αποφάσεως δεν είχει καμία σημασία σχετικώς, δεδομένου ότι η απαγόρευση αυτή αφορά απλώς το αν πρέπει ή μη να δοθεί άδεια εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνο η υπό το στοιχείο α εναλλακτική περίπτωση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος μπορεί να γίνει δεκτή.
3.
Η Επιτροπή τονίζει στην αρχή των παρατηρήσεων της ότι τα άρθρα 38 και 39 της Συμβάσεως συνιστούν εξαίρεση από την αρχή της εκτελέσεως σε συμβαλλόμενο κράτος αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. 'Οπως συνάγεται από την έκθεση Jenard σκοπός των διατάξεων αυτών είναι να αποκαταστήσουν την ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του δανειστή και του οφειλέτη στην περίπτωση κατά την οποία εκτελεστή απόφαση στο κράτος εκδόσεως της δεν έχει ακόμα περιβληθεί την ισχύ του δεδικασμένου.
α)
Όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή τονίζει ότι το δικαστήριο του κράτους στο οποίο ζητείται η εκτέλεση, το οποίο επιλαμβάνεται προσφυγής, έχει στη διάθεση του, δυνάμει του άρθρου 38 της Συμβάσεως, τέσσερις δυνατότητες, δηλαδή: είτε να εγκρίνει απλώς και ρητώς την εκτέλεση (στο εξής: πρώτη απόφαση), είτε να εξαρτήσει την εκτέλεση από την προϋπόθεση συστάσεως ασφαλείας εκ μέρους του δανειστή (στο εξής: δεύτερη απόφαση), είτε να αναστείλει τη διαδικασία ( στο εξής: τρίτη απόφαση), είτε τέλος να τάξει προθεσμία στον οφειλέτη να ασκήσει τακτικό ένδικο μέσο (στο εξής: τέταρτη απόφαση).
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα του Hoge Raad προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 38 και 39 της Συμβάσεως, ποικίλει όμως ανάλογα με την απόφαση για την οποία πρόκειται.
Ειδικότερα, η πρώτη απόφαση πρέπει να θεωρείται ως « απόφαση επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως. Αντιθέτως, αυτό δεν ισχύει ως προς την τέταρτη απόφαση. Ως προς τη δεύτερη απόφαση, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί στην απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1984, Schuhfabrik Brennero, προαναφερθείσα, σκέψη 13, ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται προσφυγή κατά της αποφάσεως με την οποία επετράπη η εκτέλεση κατ' εφαρμογή της Συμβάσεως δεν μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση από την παροχή εγγυήσεως, παρά μόνο όταν αποφασίζει επί της προσφυγής. Τέλος, η τρίτη απόφαση δεν συνιστά απόφαση επί της προσφυγής. Πράγματι, η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους εκτελέσεως δεν είχει ολοκληρωθεί, καθόσον το δικαστήριο αυτό οφείλει κατόπιν να αποφασίσει αν η προσφυγή είναι βάσιμη ή όχι. Μέχρι τότε το δικαστήριο αυτό μπορεί, δυνάμει του άρθρου 39 της Συμβάσεως, να λαμβάνει μόνο ασφαλιστικά μέτρα. Αντιθέτως, η άρνηση του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία ισοδυναμεί με χορήγηση της εγκρίσεως εκτελέσεως και, επομένως, ισοδυναμεί με απόφαση της πρώτης κατηγορίας.
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα προσφυγής που του παρέχει το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, στην περίπτωση της πρώτης και της δεύτερης από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, όχι όμως και στην περίπτωση της τρίτης και της τέταρτης από τις αποφάσεις αυτές. Επίσης, για τον διάδικο που ζητεί την εκτέλεση, η δυνατότητα μιας τέτοιας προσφυγής του παρέχεται κατά της δευτέρας αποφάσεως, αποκλειομένης της τρίτης κατηγορίας.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η απόφαση για την οποία πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία και, επομένως, χωρεί κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως.
β)
Ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ουσία και όχι ο τύπος της αποφάσεως προκειμένου να καθοριστεί αν πρόκειται για « απόφαση επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως. Πρέπει, πράγματι, να προσδιοριστεί αν το δικαστήριο έχει όντως αποφασίσει επί της προσφυγής, χωρίς να αποδίδεται σημασία στον τίτλο ή στο διαδικαστικό καθεστώς της συγκεκριμένης αποφάσεως.
Συνεπώς, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα δεν επηρεάζεται από το αν η συγκεκριμένη απόφαση έχει ή όχι τη μορφή οριστικής αποφάσεως.
γ)
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Hoge Raad der Nederlanden περιόρισε το τρίτο του προδικαστικό ερώτημα, το αναφερόμενο στην εξουσία εκτιμήσεως του δικαστηρίου του κράτους εκτελέσεως, σε σχέση με το άρθρο 38 της Συμβάσεως, στο πρώτο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως, η οποία αναφέρεται στην αίτηση αναστολής της διαδικασίας.
Κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί να συναχθεί από το σκεπτικό της προαναφερθείσας απόφασης της 22ας Νοεμβρίου 1977, Industrial Diamond Supplies, η οποία αφορούσε κυρίως το περιεχόμενο του όρου « τακτικό ένδικο μέσο », κατά την έννοια της Συμβάσεως, ότι το δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή έχει ευρεία δυνατότητα να αναστέλλει τη διαδικασία, ώστε να μπορεί να εκτιμά τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως προσφυγής που ασκήθηκε ή πρόκειται να ασκηθεί στην αλλοδαπή. Η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι το δικαστήριο αυτό πρέπει να ασκεί φειδωλώς την εξουσία αναστολής της σχετικής με την προσφυγή διαδικασίας.
Πράγματι, η Σύμβαση στηρίζεται στην αρχή ότι οι αποφάσεις που είναι εκτελεστές στο κράτος στο οποίο εκδίδονται πρέπει να είναι επίσης εκτελεστές στο κράτος στο οποίο ζητείται η εκτέλεση τους. Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάζει τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως προσφυγής που ασκήθηκε στην αλλοδαπή θα προέβαινε, αμέσως ή εμμέσως, σε ουσιαστική αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως, η οποία απαγορεύεται από τη Σύμβαση.
Εξάλλου, σκοπός του συστήματος που προβλέπεται στα άρθρα 38 και 39 της Συμβάσεως είναι η « αποζημίωση » του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση για τον μονομερή χαρακτήρα της διαδικασίας περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου των άρθρων 31 επ. της Συμβάσεως. Εάν το δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή είχε τη δυνατότητα να αναστέλλει τη διαδικασία ενόψει της προβολής λόγων που είχαν ήδη προβληθεί στο δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, θα μπορούσε να διαταραχθεί η δικονομική ισορροπία εις βάρος του διαδίκου που έλαβε την έγκριση της εκτελέσεως.
Η Επιτροπή καταλήγει ότι το δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή δεν μπορεί να διατάσσει αναστολή της διαδικασίας όταν η σχετική αίτηση στηρίζεται επί λόγων τους οποίους έχει ήδη λάβει υπόψη του το αλλοδαπό δικαστήριο κατά την έκδοση της αποφάσεώς του. Αντιθέτως, προκειμένου να διαταχθεί η αναστολή της διαδικασίας, πρέπει ο διάδικος που αντιτίθεται στην εκτέλεση να προβάλει λόγους και ισχυρισμούς που δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου διότι αγνοούσε τα περιστατικά επί των οποίων στηρίζονται. Πράγματι, μόνο η λύση αυτή θα μπορούσε να αποτρέψει την περιττή περιπλοκή της εκτελέσεως μιας αποφάσεως που έχει κηρυχθεί εκτελεστή στην αλλοδαπή, πράγμα που θα περιόριζε την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 31 της Συμβάσεως.
Η Επιτροπή επικαλείται επίσης το σημείο 4 του διατακτικού της αποφάσεως της 4ης Φεβρουαρίου 1988, 145/86, Hoffmann κατά Krieg (Συλλογή 1988, σ. 645), κατά το οποίο « το άρθρο 36 της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι ο διάδικος ο οποίος δεν άσκησε κατά της περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου την προσφυγή που προβλέπει η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να προβάλει, στο στάδιο της εκτελέσεως της αποφάσεως, νόμιμη αιτία που θα μπορούσε να είχε προβάλει στο πλαίσιο της προσφυγής κατά της περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου και ότι ο κανόνας αυτός πρέπει να εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια του κράτους αναγνωρίσεως », και υποστηρίζει ότι, κατ' αναλογία, διάδικος ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συμβάσεως, άσκησε προσφυγή κατά αποφάσεως περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου δεν μπορεί να προβάλει νόμιμη αιτία που είχε τη δυνατότητα να επικαλεστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως της αποφάσεως της οποίας ζητείται η εκτέλεση. Πράγματι, η απρόσκοπτη αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων προϋποθέτει ότι ο εν λόγω διάδικος θα πρέπει να θεωρείται ότι απώλεσε το δικαίωμα να προβάλει μια τέτοια νόμιμη αιτία κατά το στάδιο της εκτελέσεως. Κατά συνέπεια, ο διάδικος που άσκησε την προσφυγή δεν μπορεί να προβάλει, προς στήριξη του αιτήματός του για αναστολή της διαδικασίας, παρά μόνο νέα περιστατικά ή περιστατικά τα οποία δεν εγνώριζε για συγγνωστούς λόγους.
δ)
Καταλήγοντας, η Επιτροπή προτείνει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα του Hoge Raad der Nederlanden:
« 1)
Το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών έχει την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου του κράτους της εκτελέσεως με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναστολής της διαδικασίας επί της προσφυγής, η οποία υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αλλά η οποία εξαρτά, δυνάμει του άρθρου 38, τρίτο εδάφιο, την περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου από την προϋπόθεση ότι ο διάδικος ο οποίος ζητεί την εκτέλεση θα συστήσει ασφάλεια, πρέπει να θεωρείται ως “ απόφαση επί της προσφυγής”, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί το προβλεπόμενο στη διάταξη αυτή ένδικο μέσο — στις Κάτω Χώρες η αίτηση αναιρέσεως — ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω απόφαση έχει τη μορφή οριστικής αποφάσεως.
2)
Το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών έχει την έννοια ότι το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως ενώπιον του οποίου ασκείται η προσφυγή δεν μπορεί να αποφασίσει την αναστολή της διαδικασίας επί της προσφυγής κατόπιν αιτήσεως του διαδίκου που άσκησε την προσφυγή παρά μόνο εάν η απόφαση αυτή στηριχθεί επί ισχυρισμών τους οποίους ο εν λόγω διάδικος δεν μπόρεσε να προβάλει στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, στο κράτος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση. »
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 4ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-183/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden προς το Δικαστήριο, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, περί της ερμηνείας από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( ΕΕ 1982, L 388, σ. 7 ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Berend Jan van Dalfscn,
Jantina Timmerman,
Harm van Daifsen,
Jentje Harmke,
Gerard van Daifsen
και
Bernard van Loon,
Theodora Berendsen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 37 και 38 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Τ. F. O'Higgins, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, και Ρ. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Christof Böhmer, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης,
—
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, Γενικό Γραμματέα στο Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Β. J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 1ης Ιουνίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουνίου 1990, το Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( EE 1982, L 388, σ. 20, στο εξής: Σύμβαση ), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 37, εδάφιο 2, και 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου μεταξύ, αφενός, των Β. J. Van Dalfsen, J. Timmerman, H. Van Dalfsen, J. Harmke, και G. Van Dalfsen (στο εξής: Van Dalfsen κ.λπ.), κατοίκων Κάτω Χωρών, και, αφετέρου, των Β. Van Loon και Τ. Berendsen ( στο εξής: Van Loon κ.λπ. ), κατοίκων Βελγίου.
3
Όπως προκύπτει από τον φάκελο που διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο, το vrederechter van het kanton Herentals ( Βέλγιο ) με απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1986 απέρριψε το κύριο αίτημα, που είχε ως αντικείμενο την ακύρωση συμβάσεως μισθώσεως που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, το οποίο προέβαλαν οι Van Dalfsen κ.λπ. κατά των Van Loon κ.λπ. και αναγνώρισε το καταρχήν βάσιμο του επικουρικού αιτήματος των Van Dalfsen κ.λπ., με το οποίο ζητούσαν από τους Van Loon κ.λπ. την απόδοση του κόστους των παγίων επενδύσεων που πραγματοποίησαν στο μισθωμένο ακίνητο, διατάσσοντας παράλληλα πραγματογνωμοσύνη για τον καθορισμό του ακριβούς ποσού. Αποφαινόμενο επί της ανταγωγής των Van Loon κ. λπ., το vrederechter υποχρέωσε τους Van Dalfsen κ.λπ. να καταβάλουν στους Van Loon κ.λπ. το ποσό των 2700000 βελγικών φράγκων ( BFR ), εντόκως, για τα καθυστερούμενα μισθώματα. Η απόφαση αυτή κηρύχθηκε « προσωρινώς εκτελεστή, υπό την επιφύλαξη της ασκήσεως οποιουδήποτε ενδίκου μέσου και χωρίς εγγυοδοσία ».
4
Στις 17 Δεκεμβρίου 1986 οι Van Dalfsen κ.λπ. άσκησαν έφεση ως προς το καταψηφι-στικό μέρος της αποφάσεως ενώπιον του rechtbank van eerste aanleg te Turnhout ( Βέλγιο ).
5
Οι Van Loon κ.λπ., εξάλλου, ζήτησαν από τον πρόεδρο του arrondissementsrechtbank te Zwolle ( Κάτω Χώρες) να επιτρέψει, κατά το άρθρο 31 της Συμβάσεως, την εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της αποφάσεως του βελγικού vrederechter. Με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1987 ο πρόεδρος του arrondissementsrechtbank επέτρεψε την εκτέλεση.
6
Κατά της αποφάσεως αυτής οι Van Dalfsen κ.λπ. άσκησαν, στις 2 Απριλίου 1987, βάσει του άρθρου 36 της Συμβάσεως, προσφυγή ενώπιον του arrondissementsrechtbank te Zwolle. Στο πλαίσιο αυτής της προσφυγής οι Van Dalfsen κ.λπ. περιορίστηκαν να ζητήσουν από το arrondissementsrechtbank να αναστείλει τη διαδικασία, κατά το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως, επικαλούμενοι το γεγονός ότι είχαν ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το vrederechter te Herentals και συστήσει τραπεζική εγγύηση προς διασφάλιση του ποσού που η απόφαση αυτή τους υποχρέωσε να καταβάλουν στους Van Loon κ.λπ.· υπογράμμισαν, επίσης, ότι το επικουρικό τους αίτημα είχε γίνει καταρχήν δεκτό και είχε εκτιμηθεί, στο πλαίσιο προσωρινής πραγματογνωμοσύνης, στο ποσό των 477954 BFR.
7
Με απόφαση της 13ης Απριλίου 1988 το arrondissementsrechtbank te Zwolle απέρριψε το αίτημα αναστολής της διαδικασίας με το σκεπτικό ότι οι Van Dalfsen κ.λπ. δεν προέβαλαν, προς στήριξη του αιτήματος αυτού, κανένα άλλο λόγο εκτός από αυτούς που το αλλοδαπό δικαστήριο είχε ήδη εξετάσει στο πλαίσιο εκδόσεως της αποφάσεως του· με την ίδια απόφαση το arrondissementsrechtbank έκρινε την προσφυγή αβάσιμη και, κατά συνέπεια, επέτρεψε την εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της αποφάσεως του βελγικού vrederechter, θέτοντας ωστόσο αυτεπαγγέλτως ως όρο για την εκτέλεση, κατά το άρθρο 38, τελευταίο εδάφιο, της Συμβάσεως, την εκ μέρους των Van Loon κ.λπ. σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως ύψους 478000 BFR μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί του επικουρικού αιτήματος των Van Dalfsen κ.λπ.
8
Οι Van Dalfsen κ.λπ. άσκησαν αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, κατά το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden. O μοναδικός λόγος αναιρέσεως που προέβαλαν συνίστατο στην κατά της αποφάσεως του arrondissementsrechtbank αιτίαση ότι στηρίχθηκε σε πεπλανημένη εκτίμηση του εύρους της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 38 της Συμβάσεως στο « δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή », κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Πράγματι, κατά τους Van Dalfsen κ.λπ., δικαστήριο αποφαινόμενο βάσει της εν λόγω διατάξεως πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις που το αλλοδαπό δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει στο πλαίσιο εκδόσεως της αποφάσεως του και να εκτιμά, ιδίως, τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως του τακτικού ενδίκου μέσου το οποίο ασκήθηκε ή πρέπει να ασκηθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος.
9
Το Hoge Raad der Nederlanden έθεσε προηγουμένως το ερώτημα αν η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να θεωρηθεί ως « απόφαση επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως η αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλαν οι Van Dalfsen κ.λπ. θα έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη. Αντιθέτως, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως θα έπρεπε να εξεταστεί το βάσιμο της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, στο πλαίσιο της οποίας θα έπρεπε να εξεταστεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 38 της Συμβάσεως στο « δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή ».
10
Κρίνοντας ότι κατά την εξέταση της διαφοράς ανέκυπταν ξητήματα ερμηνείας της Συμβάσεως, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε, με Διάταξη της 1ης Ιουνίου 1990, κατ' εφαρμογή του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι να αποφανθεί το Δικαστήριο, προδικαστικώς, επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Αποφάσεις του “ δικαστηρίου στο οποίο (... ) ασκείται η προσφυγή ” ως προς το αν θα κάνει, ενδεχομένως και κατά τρόπο συγκεκριμένο, χρήση της δικαιοδοσίας που του παρέχει το άρθρο 38 της Συμβάσεως μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στην έννοια “ της αποφάσεως επί της προσφυγής ” κατά της οποίας, βάσει της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 37 της Συμβάσεως, μπορεί να ασκηθεί στις Κάτω Χώρες αναίρεση ;
2)
Μπορεί η απάντηση στο πρώτο ερώτημα να είναι διαφορετική ανάλογα με το αν οι αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 38 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος, περιέχονται ή όχι στην ( οριστική ) απόφαση επί της προσφυγής;
3)
Μπορεί “ το δικαστήριο στο οποίο (... ) ασκείται η προσφυγή ” να κάνει χρήση της δικαιοδοσίας που του παρέχει το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών
α)
ακόμα και όταν ο διάδικος που έχει ασκήσει την προσφυγή δεν προβάλλει, προς στήριξη του αιτήματός του περί αναστολής ή περί εξαρτήσεως της εκτελέσεως από τη σύσταση εγγυήσεως, κανένα άλλο ισχυρισμό πέραν εκείνων που ο αλλοδαπός δικαστής έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της αποφάσεως του,
β)
μόνον όταν η προσφυγή στηρίζεται μερικώς ή αποκλειστικώς επί ισχυρισμών που δεν προβλήθηκαν κατά την ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου διαδικασία, ή
γ)
μόνον όταν η προσφυγή στηρίζεται μερικώς ή αποκλειστικώς επί ισχυρισμών οι οποίοι δεν μπόρεσαν να προβληθούν κατά την ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου διαδικασία επειδή ο προσφεύγων διάδικος δεν είχε ακόμα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζονται οι ισχυρισμοί αυτοί; »
11
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12
Πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι τα άρθρα 37, δεύτερο εδάφιο, και 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσως περιλαμβάνονται στον τίτλο III, τμήμα 2, της εν λόγω Συμβάσεως, που αφορά την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων οι οποίες είναι εκτελεστές στο συμβαλλόμενο κράτος στο οποίο εκδόθηκαν.
13
Δυνάμει του άρθρου 31 της Συμβάσεως, οι αποφάσεις αυτές εκτελούνται σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, αφού περιβληθούν εκεί τον εκτελεστήριο τύπο, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο, κατά το άρθρο 32 της Συμβάσεως, και σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπουν τα άρθρα 33 έως 35 και 42 έως 45 της Συμβάσεως. Επιβάλλεται ειδικότερα να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 34 της Συμβάσεως, ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν έχει, στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων, ότι η αίτηση μπορεί να απορριφθεί μόνο για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 28 της συμβάσεως και ότι αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως.
14
Όταν επιτραπεί η εκτέλεση, ο διάδικος κατά του οποίου ζητήθηκε η εκτέλεση μπορεί, κατά το άρθρο 36 της Συμβάσεως, να ασκήσει προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον ενός από τα δικαστήρια που μνημονεύονται στο άρθρο 37, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως. Στο άρθρο 39 της Συμβάσεως προβλέπεται ότι κατά τη διάρκεια αυτής της προθεσμίας προσφυγής και έως ότου εκδοθεί απόφαση για την προσφυγή αυτή μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση.
15
Εάν κατά της αλλοδαπής αποφάσεως, της οποίας ζητείται η εκτέλεση, ασκηθεί, στο κράτος προελεύσεως, τακτικό ένδικο μέσο ή αν η προθεσμία για την άσκησή του δεν έχει ακόμα εκπνεύσει, στο άρθρο 38 της Συμβάσεως προβλέπεται ότι το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως στο οποίο ασκήθηκε η προσφυγή μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που άσκησε την προσφυγή δυνάμει του άρθρου 36, να αναστείλει την εκδίκαση της. Κατά το άρθρο 38, τελευταίο εδάφιο, της Συμβάσεως, το δικαστήριο αυτό μπορεί επίσης να εξαρτήσει την εκτέλεση από την παροχή εγγυήσεως εκ μέρους του διαδίκου υπέρ του οποίου επιτράπηκε η εκτέλεση.
16
Δυνάμει του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, κατά της αποφάσεως επί της προσφυγής μπορεί να ασκηθεί μόνο αναίρεση ή ανάλογο ένδικο μέσο.
Επί του πρώτου και δεύτερου ερωτήματος
17
Με τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσία, αν το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι απόφαση εκδιδόμενη κατά το άρθρο 38 της Συμβάσεως, με την οποία το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε η προσφυγή κατά της αδείας εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος αρνήθηκε να αναστείλει τη διαδικασία και διέταξε την εκ μέρους του διαδίκου υπέρ του οποίου επιτράπηκε η εκτέλεση παροχή εγγυήσεως, συνιστά « απόφαση επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως και, επομένως, μπορεί να ασκηθεί κατ' αυτής αναίρεση ή ανάλογο ένδικο μέσο. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, επίσης, αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό διαφέρει ανάλογα με το αν η απόφαση που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 38 της Συμβάσεως συνιστά « απόφαση επί της προσφυγής», κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως περιεχόμενη ή μη στην ίδια απόφαση.
18
Επιβάλλεται σχετικώς να διαπιστωθεί ότι η Σύμβαση δεν δίνει τον ορισμό του όρου « απόφαση επί της προσφυγής », όπως αυτός χρησιμοποιείται στο άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο.
19
Διαπιστώνεται επίσης ότι το Δικαστήριο έχει ταχθεί υπέρ της συσταλτικής ερμηνείας του όρου « απόφαση επί της προσφυγής », που χρησιμοποιείται στο άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, αποφανθέν, στην απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1984, 258/83, Brennero κατά Wendel ( Συλλογή 1984, σ. 3971, σκέψη 15 ), ότι, σύμφωνα με την όλη οικονομία της Συμβάσεως και υπό το φως ενός από τους κύριους στόχους της, που συνίσταται στην απλούστευση των διαδικασιών στο κράτος εντός του οποίου ζητείται η εκτέλεση, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί διασταλτικά ώστε να επιτρέπει την άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως διαφορετικής από αυτή που εκδίδεται επί της προσφυγής, όπως για παράδειγμα κατά προπαρασκευαστικής ή παρεμπίπτουσας αποφάσεως διατάσσουσας αποδείξεις.
20
Η έκθεση εμπειρογνωμόνων, που συντάχθηκε με την ευκαιρία της καταρτίσεως της Συμβάσεως ( ΒΡ 1979, C 59, σ. 1 ), υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη συσταλτικής ερμηνείας του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως. Πράγματι, στην έκθεση αναφέρεται ότι « οι πολλαπλές δυνατότητες ασκήσεως προσφυγής επιτρέπουν στον ηττηθέντα διάδικο να χρησιμοποιήσει τις δυνατότητες αυτές με αποκλειστικό σκοπό την κωλυσιεργία, παρεμποδίζοντας τη χωρίς περιορισμούς αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων την οποία επιδιώκει η Σύμβαση ».
21
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι σκοπός της Συμβάσεως είναι να διευκολύνει τη χωρίς περιορισμούς αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων μέσω μιας απλής και ταχείας διαδικασίας στο συμβαλλόμενο κράτος εντός του οποίου ζητείται η εκτέλεση αλλοδαπής αποφάσεως, η έκφραση «απόφαση επί της προσφυγής», του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στις αποφάσεις που αποφαίνονται επί του βάσιμου της προσφυγής που ασκήθηκε κατ' αποφάσεως επιτρέπουσας την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, εξαιρουμένων των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του άρθρου 38 της Συμβάσεως.
22
Πρέπει να προστεθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση με την οποία αναστέλλεται η διαδικασία ή διατάσσεται η σύσταση εγγυήσεως περιέχεται στην ίδια δικαστική απόφαση με την απόφαση που αποφαίνεται επί του βάσιμου της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της αδείας εκτελέσεως, οι στηριζόμενες αντιστοίχως στα άρθρα 36 και 38 της Συμβάσεως διαδικασίες έχουν αντικείμενο διαφορετικό.
23
Πράγματι, η προβλεπόμενη στο άρθρο 36 διαδικασία προσφυγής αναφέρεται στο νομικό ζήτημα αν, ενόψει των λόγων που εξαντλητικώς απαριθμούνται στα άρθρα 27 και 28 της Συμβάσεως, η άδεια εκτελέσεως χορηγήθηκε νομίμως, ενώ η απόφαση περί αναστολής της διαδικασίας ή συστάσεως εγγυήσεως, δυνάμει του άρθρου 38, συνιστά παρεπόμενο μέτρο ρυθμίσεως της εντεύθεν εξελίξεως της διαδικασίας, το οποίο προϋποθέτει τη στάθμιση των συμφερόντων δανειστή και οφειλέτη.
24
Συνεπώς, απόφαση εκδιδόμενη κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 της Συμβάσεως δεν μπορεί να εξομοιωθεί με απόφαση δεχόμενη ή απορρίπτουσα την προσφυγή κατά της περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου, παρά το γεγονός ότι, τυπικώς, αποτελεί τμήμα της ιδίας δικαστικής αποφάσεως που περιέχει επίσης τη σχετική με την προσφυγή απόφαση.
25
Κατά συνέπεια, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία απόφαση στηριζόμενη στο άρθρο 38 της Συμβάσεως περιλαμβάνεται στην ίδια δικαστική απόφαση με την απόφαση που αποφαίνεται επί του βασίμου της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της αδείας εκτελέσεως, μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « απόφαση επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ασκηθεί κατ' αυτής αναίρεση.
26
Στο πρώτο και δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει, επομένως, να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει του άρθρου 38 της Συμβάσεως, με την οποία το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε η προσφυγή κατά της αδείας εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος αρνήθηκε να αναστείλει τη διαδικασία και διέταξε τη σύσταση εγγυήσεως από τον διάδικο υπέρ του οποίου επιτράπηκε η εκτέλεση, δεν συνιστά « απόφαση επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως και, επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί κατ' αυτής αναίρεση ή ανάλογο ένδικο μέσο. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν διαφέρει όταν η εκδιδόμενη δυνάμει του άρθρου 38 της Συμβάσεως απόφαση και η « απόφαση επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, εδάφιο 2, της Συμβάσεως, περιέχονται στην ίδια δικαστική απόφαση.
Επί του τρίτου ερωτήματος
27
Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται στο αν το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε προσφυγή κατά της αδείας εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος μπορεί να λάβει υπόψη του, στο πλαίσιο εκδόσεως της αποφάσεως του επί του αιτήματος αναστολής της διαδικασίας δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, εκείνους μόνο τους λόγους τους οποίους ο διάδικος που άσκησε την προσφυγή δεν μπορούσε να επικαλεστεί ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως ή εάν το εν λόγω δικαστήριο μπορεί επίσης να λάβει υπόψη του, στο πλαίσιο μιας τέτοιας αποφάσεως, ισχυρισμούς οι οποίοι έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου, καθώς και ισχυρισμούς τους οποίους το εν λόγω δικαστήριο αγνοούσε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του, επειδή ο διάδικος που άσκησε την προσφυγή παρέλειψε να τους προβάλει ενώπιόν του.
28
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται να τονιστεί, πρώτον, ότι το άρθρο 31, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως θεσπίζει την αρχή ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται σε συμβαλλόμενο κράτος και είναι εκτελεστές εντός αυτού μπορούν επίσης να εκτελεστούν σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, ακόμα και αν δεν έχουν αποκτήσει την ισχύ του δεδικασμένου.
29
Εξαίρεση από την αρχή αυτή συνιστά η δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως, που μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή κατά της αδείας εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Όπως συνάγεται από την έκθεση εμπειρογνωμόνων που συντάχθηκε με την ευκαιρία καταρτίσεως της Συμβάσεως, η εξαίρεση αυτή παρέχει τη δυνατότητα προστασίας του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση από τις ζημίες που θα μπορούσε να συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεων που δεν έχουν ακόμα περιβληθεί την ισχύ του δεδικασμένου και θα μπορούσαν να τροποποιηθούν και, επομένως, αντισταθμίζει τον μονομερή χαρακτήρα της διαδικασίας περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου που προβλέπεται στα άρθρα 31 επ. της Συμβάσεως.
30
Συνεπώς, το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως πρέπει, ως διάταξη εισάγουσα εξαίρεση, να ερμηνευθεί συσταλτικώς, διότι άλλως θα μπορούσε να θιγεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 31 της Συμβάσεως και να δυσχερανθεί η επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει και ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων, μέσω της δυνατότητας εκτελέσεως των εντός συμβαλλομένου κράτους αποφάσεων και σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος.
31
Επιβάλλεται, επίσης, να τονιστεί ότι το άρθρο 34, τρίτο εδάφιο, της Συμβάσεως καθιερώνει τη θεμελιώδη αρχή κατά την οποία αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση στο κράτος εκτελέσεως αποφάσεως η οποία έχει εκδοθεί στο κράτος προελεύσεως.
32
Εάν όμως το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε η προσφυγή μπορούσε να λάβει υπόψη του, προκειμένου να εκδώσει την απόφαση του επί αιτήματος αναστολής της διαδικασίας κατά το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως, ισχυρισμούς οι οποίοι έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου, θα συνέτρεχε ο πραγματικός κίνδυνος άμεσης ή έμμεσης επί της ουσίας αναθεωρήσεως, εκ μέρους του εν λόγω δικαστηρίου, της αλλοδαπής αποφάσεως, η οποία ρητώς απαγορεύεται από τη Σύμβαση. Το ίδιο θα συνέβαινε εάν επιτρεπόταν στο εν λόγω δικαστήριο να εκτιμά τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως τακτικού ενδίκου μέσου που ασκήθηκε ή πρόκειται να ασκηθεί στο κράτος προελεύσεως.
33
Συνεπώς, το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε η προσφυγή μπορεί να λαμβάνει υπόψη του, στο πλαίσιο αποφάσεως επί του αιτήματος αναστολής εκτελέσεως, ισχυρισμούς οι οποίοι έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου.
34
Όσον αφορά το ζήτημα αν το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε η προσφυγή μπορεί να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο αποφάσεως επί αιτήματος αναστολής εκτελέσεως δυνάμει του άρθρου 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως, ισχυρισμούς τους οποίους το αλλοδαπό δικαστήριο αγνοούσε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του, επειδή ο διάδικος ο οποίος άσκησε την προσφυγή παρέλειψε να τους προβάλει ενώπιόν του, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, στην απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, 145/86, Hoffmann κατά Krieg ( Συλλογή 1988, σ. 645 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε, σχετικά με το άρθρο 36 της Συμβάσεως, ότι η εκ μέρους διαδίκου παράλειψη ασκήσεως προσφυγής συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητας προβολής, εκ μέρους του εν λόγω διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, ισχυρισμού επί του οποίου θα μπορούσε να στηρίξει την εν λόγω προσφυγή.
35
Επιβάλλεται να τονιστεί ότι η ίδια αυτή αρχή εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο και ως προς το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως. Πράγματι, το σύστημα της Συμβάσεως και, ειδικότερα, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων, η οποία συνιστά τον ουσιώδη σκοπό της, δεν επιτρέπει σε διάδικο ο οποίος παρέλειψε να προβάλει ισχυρισμούς ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου να τους προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο καλείται να αποφανθεί, δυνάμει του άρθρου 38, πρώτο εδάφιο, επί αιτήματος αναστολής της διαδικασίας εκδικάσεως προσφυγής που ασκήθηκε κατά της αδείας εκτελέσεως.
36
Επομένως, ούτε το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ασκείται η προσφυγή μπορεί να λαμβάνει υπόψη του, στο πλαίσιο αποφάσεως επί αιτήματος αναστολής της διαδικασίας δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, ισχυρισμούς τους οποίους το αλλοδαπό δικαστήριο αγνοούσε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του, επειδή ο διάδικος ο οποίος άσκησε την προσφυγή παρέλειψε να τους προβάλει ενώπιόν του.
37
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι ότι το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε προσφυγή κατά της αδείας εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος μπορεί να λαμβάνει υπόψη του, στο πλαίσιο εκδόσεως αποφάσεως του επί αιτήματος αναστολής της διαδικασίας βάσει της εν λόγω διατάξεως, εκείνους μόνο τους ισχυρισμούς τους οποίους ο διάδικος ο οποίος άσκησε την προσφυγή δεν μπόρεσε να προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
38
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική και Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden, με Διάταξη της 1ης Ιουνίου 1990, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι απόφαση εκδιδόμενη βάσει του άρθρου 38 της Συμβάσεως, με την οποία το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε η προσφυγή κατά της αδείας εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος αρνήθηκε να αναστείλει τη διαδικασία και διέταξε τη σύσταση εγγυήσεως από τον διάδικο υπέρ του οποίου επιτράπηκε η εκτέλεση, δεν συνιστά « απόφαση επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως και, επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί κατ' αυτής αναίρεση ή ανάλογο ένδικο μέσο. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν διαφέρει όταν η εκδιδόμενη βάσει του άρθρου 38 της Συμβάσεως απόφαση και η « απόφαση επί της προσφυγής », κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, περιέχονται στην ίδια δικαστική απόφαση.
2)
Το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε προσφυγή κατά της αδείας εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος μπορεί να λαμβάνει υπόψη του, στο πλαίσιο αποφάσεως του επί αιτήματος αναστολής της δια-οικασιας βάσει της εν λόγω διατάξεως, εκείνους μόνο τους ισχυρισμούς τους οποίους ο οιαοικος ο οποίος άσκησε την προσφυγή δεν μπόρεσε να προβάλει ενώπιον του οικαστηριου του κράτους προελεύσεως.
Mancini
O'Higgins
Κακούρης
Schockweiler
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος
G. F. Mancini
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy