ΈΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΙΣΗΓΗΤΉΣ ΔΙΚΑΣΤΉΣ
την υπόθεση C-185/90 Ρ ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
Από την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1990, Τ-43/89, Gill κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. II-173), προκύπτει ότι:
«(...)
2.
Γεννηθείς το 1924, ο προσφεύγων, μετά από οκτώ έτη υπηρεσίας ως στρατιωτικός πιλότος, άρχισε το 1948 τη σταδιοδρομία του στα ανθρακωρυχεία της Αγγλίας. Υπήρξε διαδοχικά εργάτης ορυχείου, πυροδότης, διευθυντής ορυχείου, επιθεωρητής ορυχείων, περιφερειακός επιθεωρητής ορυχείων και, τέλος, προϊστάμενος επιθεωρητής ορυχείων αποσπασμένος στο Υπουργείο, στο Λονδίνο. Μεταξύ 1948 και 1971 κατερχόταν στις στοές των ορυχείων πέντε έως επτά φορές την εβδομάδα. Παραλλήλως, από το 1949 έως το 1952 σπούδασε μηχανικός και το 1952 έλαβε δίπλωμα του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (BSc Honours in Engineering and Mining ). Μεταξύ 1971 και 1974 κατερχόταν στις στοές των ορυχείων πολλές φορές κάθε μήνα. Έως το 1961, περίπου, κάπνιζε.
3.
Το 1974, χάρη στη μεγάλη επαγγελματική του πείρα, ο προσφεύγων προσλήφθηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ως κύριος υπάλληλος διοικήσεως και τοποθετήθηκε στο τμήμα “προβλήματα ασφάλειας στον τομέα του άνθρακασιδήρου ” της διευθύνσεως “ασφάλεια και ιατρική της εργασίας”, στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικών Υποθέσεων στο Λουξεμβούργο. Ειδικότερα, προσλήφθηκε προκειμένου να ασκεί καθήκοντα συλλήψεως, μελέτης και ελέγχου σχετικά με:
—
την προώθηση της έρευνας στον τομέα της υγιεινής της εργασίας στα ορυχεία, τον συντονισμό της έρευνας αυτής και τη διάδοση των αποτελεσμάτων της·
—
την προετοιμασία ενός νέου προγράμματος στον τομέα της ασφάλειας στα ορυχεία, κατόπιν επαφών με τους ενδιαφερόμενους κύκλους της ΕΚΑΧ.
4.
Ο προσφεύγων εξεπλήρωσε καθ' όλα ικανοποιητικά τα έργα αυτά και τα καθήκοντά του διευρύνθηκαν σε άλλα έργα διαχειρίσεως. Μεταξύ 1974 και 1979 κλήθηκε να επιθεωρήσει διάφορα ορυχεία στις χώρες της Κοινότητας και να κατέλθει στις στοές των ορυχείων 20 έως 30 φορές. Κατόπιν ατυχήματος που επισυνέβη στις αρχές του 1979, δεν κατήλθε πλέον στις στοές των ορυχείων παρά μόνο μία ή δύο φορές μεταξύ 1979 και 1981.
5.
Η ακτινογραφική εξέταση του θώρακος που έγινε κατά τις ιατρικές εξετάσεις που προηγήθηκαν της αναλήψεως των καθηκόντων του απεκάλυψε μια χρόνια βρογχοπνευμονοπάθεια ( πνευμονική πάθηση ). Η Επιτροπή δεν ενημέρωσε σχετικώς τον προσφεύγοντα ούτε επικαλέστηκε τις διατάξεις του άρθρου 1, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ).
6.
Στις 11 Ιουνίου 1981, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση συντάξεως αναπηρίας επικαλούμενος επαγγελματική νόσο κατά την έννοια του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ. Το συνημμένο ιατρικό πιστοποιητικό διαπίστωνε ανικανότητα προς εργασία “οφειλόμενη σε εμφρακτική βρογχοπνευμονοπάθεια, πιθανότατα συνδεόμενη με την εισπνοή σκόνης ( εργασία στα ορυχεία ) ”. Η ύπαρξη μόνιμης και πλήρους αναπηρίας διαπιστώθηκε πολύ γρήγορα και ο προσφεύγων προέβαλε ότι εδικαιούτο συντάξεως υπολογιζόμενης κατ' εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο.
7.
Μετά από πολλές καθυστερήσεις και παρεξηγήσεις οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν οφείλονταν στον προσφεύγοντα, η επιτροπή αναπηρίας συνήλθε τελικά στις 27 Μαρτίου 1987. Εν τω μεταξύ, στις 21 Οκτωβρίου 1983 η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή της Επιτροπής έλαβε προσωρινή απόφαση με την οποία χορηγούσε στον προσφεύγοντα σύνταξη αναπηρίας υπολογιζόμενη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 78, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ. Η επιτροπή αναπηρίας υπέβαλε την έκθεση της στις 31 Μαρτίου 1987. Τα ουσιαστικά συμπεράσματά της είναι τα εξής:
“ Ο Walter Gill εξακολουθεί να πάσχει από μόνιμη αναπηρία η οποία θεωρείται ως πλήρης και τον καθιστά ανίκανο να ασκεί καθήκοντα που αντιστοιχούν σε θέση της σταδιοδρομίας του. Η αναπηρία αυτή δεν προκύπτει από ατύχημα το οποίο επισυνέβη κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του, από πράξη αυτοθυσίας που έχει συντελεστεί προς δημόσιο όφελος ή από το ότι εξέθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο προκειμένου να διασώσει ανθρώπινη ζωή.
Η αναπηρία δεν προκλήθηκε εκ προθέσεως από τον υπάλληλο. Ο Gill δεν προσβλήθηκε από νόσο η οποία περιλαμβάνεται στον πίνακα των επαγγελματικών νόσων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Πάντως, η επιτροπή αναπηρίας είναι της γνώμης ότι υπάρχει πιθανή σχέση αιτίας και αποτελέσματος και επαρκώς άμεση σχέση με ειδικό και χαρακτηριστικό κίνδυνο συναφή με τα καθήκοντα που ασκούσε μεταξύ 1948 και 1971. Αντίθετα, η σχέση αιτίας και αποτελέσματος φαίνεται στην επιτροπή ελάχιστα πιθανή για την περίοδο 1974 έως 1981 κατά την οποία ο Gill ήταν υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο. ”
8.
Στις 4 Νοεμβρίου 1987 ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού και Διοικήσεως απηύθυνε στον προσφεύγοντα το ακόλουθο έγγραφο:
“ Ελλείψει επαρκών πιθανοτήτων ως προς τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ των καθηκόντων σας ως υπαλλήλου της Κοινότητας και της αναπηρίας σας, από μια τέτοια έκθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτει Επαγγελματική νόσος κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 78 του ΚΥΚ.
Επομένως, μετά λύπης μου, σας πληροφορώ ότι η σύνταξη σας θα εξακολουθήσει να καθορίζεται σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 78. ”
9.
Ο προσφεύγων υπέβαλε αμέσως διοικητική ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 1988. »
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Gill άσκησε, στις 18 Αυγούστου 1988, προσφυγή με την οποία ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της 20ής Μαΐου 1988·
—
να κρίνει ότι ο προσφεύγων πάσχει από μόνιμη και πλήρη αναπηρία προκύπτουσα από επαγγελματική νόσο κατά την έννοια του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ'
—
να κρίνει ότι ο προσφεύγων δικαιούται συντάξεως αναπηρίας ίσης προς το 70 ο/ο του βασικού του μισθού από της ημέρας της συνταξιοδοτήσεώς του λόγω αναπηρίας, δηλαδή από 1ης Νοεμβρίου 1983·
—
να καταδικάσει την καθής σε όλα τα δικαστικά έξοδα και τις δαπάνες.
Η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη ή, τουλάχιστον, αβάσιμη·
—
να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
Προς στήριξη της προσφυγής που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο Gill προέβαλε ότι:
—
το άρθρο 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ δεν απαιτεί την ύπαρξη σχέσεως αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ της επαγγελματικής νόσου και των ασκηθέντων καθηκόντων στις Κοινότητες·
—
εν πάση περιπτώσει, η νόσος του επιδεινώθηκε από τις συνθήκες υπό τις οποίες ασκούσε τα καθήκοντά του στις Κοινότητες, ειδικότερα από τις διάφορες καθόδους στις στοές των ορυχείων
—
τα συμπτώματα της νόσου που εμφανίστηκαν στις ακτινογραφίες που ελήφθηκαν κατά την ανάληψη των καθηκόντων του δεν του γνωστοποιήθηκαν πράγμα που δεν του επέτρεψε να υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή και να αποφύγει έτσι την πλήρη αναπηρία'
—
οι όροι της εντολής που δόθηκε στην επιτροπή αναπηρίας ήταν αόριστοι και εσφαλμένοι'
—
η έκθεση της επιτροπής αυτής, καθόσον διαπιστώνει την έλλειψη αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ της νόσου και των ασκηθέντων καθηκόντων κατά τη μεταγενέστερη του 1974 περίοδο, είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
Το Πρωτοδικείο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι:
« 19.
Αν γίνει δεκτή η αρχή κατά την οποία — όπως έκρινε και το Δικαστήριο ( αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 1983, 257/81, Κ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 1, και της 20ής Μαΐου 1987, 242/85, Geist κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2181 ) — τα συστήματα που καθιερώνονται με τα άρθρα 73 και 78 του ΚΥΚ είναι διαφορετικά και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, πρέπει να εξεταστεί αν ο ορισμός της “επαγγελματικής νόσου” που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 του Κανονισμού Ασφαλίσεως μπορεί να γίνει δεκτός για την ερμηνεία του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ. Καταρχάς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι τα εν λόγω άρθρα αρχίζουν, αμφότερα, με τους ίδιους όρους ( “ Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται (...)”, “Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται (... ) ” ). Ενώ όμως η παράγραφος 1 του άρθρου 73 του ΚΥΚ αναθέτει στα κοινοτικά όργανα τη φροντίδα να καθορίσουν — βάσει ρυθμίσεως που θεσπίζεται με κοινή συμφωνία — τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, το πρώτο εδάφιο του άρθρου 78 του ΚΥΚ παραπέμπει στα άρθρα 13 έως 16 του παραρτήματος VIII ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες γεννάται δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας βάσει του άρθρου 78. Επομένως, δυνάμει της ρητής εξουσιοδοτήσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 73 του ΚΥΚ, το άρθρο 3 του Κανονισμού Ασφαλίσεως καθορίζει την “επαγγελματική νόσο”. Αντίθετα, επειδή το άρθρο 78 του ΚΥΚ δεν παρέχει παρόμοια εξουσιοδότηση στα κοινοτικά όργανα, η εφαρμογή των διατάξεων του δεν υπόκειται παρά μόνο στους όρους που προβλέπουν τα άρθρα 13 έως 16 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, που δεν περιλαμβάνουν ούτε ορισμό της “επαγγελματικής νόσου” ούτε αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 73 του ΚΥΚ ή της κανονιστικής ρυθμίσεως περί των λεπτομερειών εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Επομένως, θα ήταν αντίθετο προς την οικονομία των οικείων διατάξεων το να γίνεται αναφορά — για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ — σε ορισμό ο οποίος θεσπίστηκε με τον Κανονισμό Ασφαλίσεως βάσει ρητής εξουσιοδοτήσεως του ΚΥΚ, αυτό δε κατά μείζονα λόγο αν μια τέτοια αναφορά είχε ως συνέπεια τον περιορισμό των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων.
20.
Ομοίως, το επιχείρημα που αντλείται από τον κανονισμό 1408/71 του Συμβουλίου δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, εφόσον ο κανονισμός αυτός περιορίζεται στον συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν είναι δυνατό να γίνεται αναφορά σ' αυτόν για την ερμηνεία του ΚΥΚ, ο οποίος, ως αυτοτελής κανονισμός των Κοινοτήτων, πρέπει να ερμηνεύεται στο δικό του πλαίσιο και σύμφωνα με τους δικούς του σκοπούς.
21.
Υπενθυμίζοντας την ιστορική εξέλιξη των διατάξεων περί της συντάξεως αναπηρίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πραγματοποιηθείσα το 1972 τροποποίηση του άρθρου 78 του ΚΥΚ είχε ως σκοπό να αποφευχθεί η χορήγηση αδικαιολόγητων παροχών και ότι η ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση πρέπει να ερμηνευθεί ως αποκλείουσα του πεδίου εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου της γεγονότα που συνέβησαν αποκλειστικά πριν από την ένταξη του υπαλλήλου στην υπηρεσία (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1983, 342/82, Cohen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3829, σκέψεις 13 έως 17). Η παθολογική κατάσταση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου πρέπει να παρουσιάζει σχέση, αρκετά άμεση, με ειδικό και χαρακτηριστικό κίνδυνο συναφή με τα καθήκοντα που έχει ασκήσει στις Κοινότητες (προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1983, Κ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 20 ).
22.
Υπό το φως το σκέψεων αυτών πρέπει να εξεταστούν οι καθόλα ειδικές περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως. Ο προσφεύγων προσλήφθηκε από την Επιτροπή χάρη στην ευρύτατη επαγγελματική του πείρα. Η πρόσληψη του στην υπηρεσία των Κοινοτήτων αποτέλεσε τη συνέχεια — και μάλιστα το απόγειο — μιας ομοιόμορφης επαγγελματικής σταδιοδρομίας, η οποία είχε αρχίσει με χειρωνακτική εργασία στις στοές των ορυχείων, προτού ο προσφεύγων αναλάβει ευθύνες διαχειρίσεως, μετά δε εποπτείας και ελέγχου σε τοπικό,περιφερειακό, εθνικό και, τέλος, κοινοτικό επίπεδο. Η πείρα του στις στοές των ορυχείων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της σταδιοδρομίας αυτής, της οποίας αποτελούσε ουσιαστικό στοιχείο. Οι κίνδυνοι πνευμονικής νόσου λόγω της εισπνοής σκόνης στις στοές των ορυχείων ήταν πασίδηλοι και αποτελούσαν επίσης αναπόσπαστο μέρος της σταδιοδρομίας αυτής.
23.
Τέλος, η Επιτροπή προέβη στην πρόσληψη του προσφεύγοντος γνωρίζοντας πλήρως ότι αυτός μπορούσε να προσβληθεί από νόσο συνδεόμενη με την επαγγελματική του δραστηριότητα. Το ενδεχόμενο αυτό επιβεβαιώθηκε όταν η ακτινολογική εξέταση θώρακος στην οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων κατά τον χρόνο αναλήψεως των καθηκόντων του απεκάλυψε την ύπαρξη χρόνιας πνευμονικής νόσου. Η εξέταση αυτή διενεργήθηκε προς το συμφέρον του κοινοτικού οργάνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, και το αποτέλεσμά της δεν μπορούσε επομένως να καλύπτεται από το ιατρικό απόρρητο, όπως υποστήριξε κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της Επιτροπής. Πράγματι, το άρθρο 28, στοιχείο ε, του ΚΥΚ ορίζει ότι κανείς δεν δύναται να διοριστεί υπάλληλος αν δεν πληροί τους όρους υγείας που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του. Ο σκοπός της ιατρικής εξετάσεως είναι ακριβώς να παράσχει τη δυνατότητα στο κοινοτικό όργανο να μη προβεί στον διορισμό υποψηφίου ο οποίος είναι ανίκανος να ασκεί τα προβλεπόμενα καθήκοντα ή να τον προσλάβει τοποθετώντας τον σε καθήκοντα τα οποία συμβιβάζονται με την κατάσταση της υγείας του. Το κοινοτικό όργανο μπορεί τουλάχιστον να στηριχθεί στις διατάξεις του άρθρου 1 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως αποφασίζοντας την υπαγωγή του υποψηφίου στο ευεργέτημα των εγγυήσεων που προβλέπονται στον τομέα της αναπηρίας μόνο μετά τη λήξη περιόδου πέντε ετών για τα επακόλουθα ή τις συνέπειες της ασθένειας από την οποία ο υποψήφιος είναι προσβεβλημένος.
24.
Η Επιτροπή δεν επέλεξε καμιά από τις δυνατότητες που της προσφέρονταν. Αντίθετα, τοποθέτησε τον προσφεύγοντα σε καθήκοντα τα οποία συνεπάγονταν γι' αυτόν την ανάγκη να εξακολουθήσει να κατέρχεται στις στοές των ορυχείων, με όλους τους κινδύνους που προέκυπταν απ' αυτό για την εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του. Είναι αυτονόητο ότι μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο η Επιτροπή μπορούσε να επωφεληθεί στο μεγαλύτερο βαθμό από την πείρα και τις γνώσεις του προσφεύγοντος και, ως εκ τούτου, από την επαγγελματική του δραστηριότητα που ασκούσε με κίνδυνο να προσβληθεί από πνευμονική νόσο. Θα ήταν προφανώς αδικαιολόγητο το να μπορεί η Επιτροπή να αντλεί κατ' αυτόν τον τρόπο πλεονεκτήματα από την επαγγελματική πείρα που απέκτησε ο προσφεύγων πριν και μετά την ανάληψη των καθηκόντων του χωρίς αυτή να υφίσταται τα μειονεκτήματα. Πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί την οικονομική ευθύνη που προέκυπτε από τον κίνδυνο ότι η πνευμονική νόσος του προσφεύγοντος, διαπιστωθείσα ήδη, θα συνεπαγόταν αναπηρία η οποία θα τον καθιστούσε ανίκανο να ασκεί τα καθήκοντα του.
25.
Συνέπεται ότι το αίτημα του προσφεύγοντος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, όπως πρέπει, κατά το Πρωτοδικείο, να ερμηνευθεί.
26.
Ακόμη και αν γίνει δεκτή ως βάσιμη η άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή, κατά την οποία το άρθρο 78 του ΚΥΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του άρθρου 3 του Κανονισμού Ασφαλίσεως, οι σχέσεις αιτιότητας, συναφείας και συνεχείας που απαιτεί η παράγραφος 2 της τελευταίας αυτής διατάξεως έχουν αποδειχθεί σαφώς. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι κατά τον χρόνο αναλήψεως των καθηκόντων του ο προσφεύγων ήταν προσβεβλημένος από “ προϋπάρχουσα νόσο ”, ούτε ότι υπήρξε “ επιδείνωση ” της νόσου αυτής κατά την περίοδο της υπηρεσίας του στην Επιτροπή. Το γεγονός ότι η ύπαρξη της νόσου ήταν εξ αρχής γνωστή στην Επιτροπή και το γεγονός ότι η επιδείνωση της νόσου ήταν πλήρως προβλεπτή συνιστούν δέσμη συντρεχουσών ενδείξεων, που επαρκούν στο Πρωτοδικείο να δεχθεί ότι η εκδηλωθείσα επιδείνωση επήλθε “ κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων ”.
27.
Επειδή τα αναγκαία στοιχεία που δικαιολογούν το αίτημα του προσφεύγοντος συντρέχουν, παρέλκει η απάντηση στους άλλους ισχυρισμούς και επιχειρήματα. Η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί. Εναπόκειται στην Επιτροπή να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της παρούσας αποφάσεως. »
II — Αντικείμενο και αιτήματα της αιτήσεως αναιρέσεως
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιουνίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην οποία επιδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου στις 9 Απριλίου 1990, άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, για τον λόγο ότι ελήφθη κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση Τ-43/89, με όλες τις κατά νόμον σχετικές συνέπειες, ιδίως δε να απορρίψει την προσφυγή που άσκησε ο Gill στις 18 Αυγούστου 1988, δεδομένου ότι η διαφορά έχει κριθεί'
—
να αποφανθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα κατά νόμον.
Ο Gill ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει στο σύνολό της την αίτηση αναιρέσεως που κατέθεσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
—
να δεχθεί τα αιτήματα του Gill κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία·
—
να επικυρώσει απλώς και μόνο την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 6 Απριλίου 1990·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα και τις δαπάνες αμφοτέρων των διαδικασιών.
Με Διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1990, το Δικαστήριο δέχθηκε την παρέμβαση της Union Syndicale-Luxembourg προς υποστήριξη των αιτημάτων του Gill.
ΠΙ — Συνοπτική παρουσίαση των ισχυρισμών και των επιχειρημάτων των διαδίκων
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει τέσσερις λόγους που στηρίζονται αντίστοιχα στην παράβαση του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, στην παράβαση του άρθρου 13, του παραρτήματος 8, του ΚΥΚ, στην παραβίαση της γενικής αρχής της αιτιολογίας των αποφάσεων και στην παράβαση του άρθρου 73 του ΚΥΚ, καθώς και των άρθρων 3 και 19 της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικήςνόσου των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Κανονισμός Ασφαλίσεως ).
Α — Σχετικά με την παράβαση του άρθρον 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ
1.
Ο λόγος αυτός της Επιτροπής αποτελείται από δύο σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αφορά την παράβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου της νομικής έννοιας της επαγγελματικής νόσου, κατά την έννοια του άρθρου 3 του Κανονισμού Ασφαλίσεως, το δε δεύτερο είναι σχετικό με την παραγνώριση, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, της αιτιώδους συναφείας που πρέπει να υφίσταται μεταξύ της επαγγελματικής νόσου ή της επιδεινώσεως της και των καθηκόντων που ασκούνται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
α)
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι αρνήθηκε, στη σκέψη 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως, να λάβει υπόψη, για την εφαρμογή του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, τον ορισμό της εννοίας της επαγγελματικής νόσου που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 του Κανονισμού Ασφαλίσεως, ο οποίος εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 73 του ΚΥΚ.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται σχετικά ότι, ελλείψει αντιθέτων ενδείξεων του ΚΥΚ, η έννοια της επαγγελματικής νόσου δεν μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το αν πρόκειται για την εφαρμογή του άρθρου 73 ή του άρθρου 78 του εν λόγω ΚΥΚ.
Συγκεκριμένα, ακόμη και αν οι δύο αυτές διατάξεις επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς, καθόσον το άρθρο 73 διασφαλίζει την κάλυψη του υπαλλήλου έναντι των κινδύνων επαγγελματικής νόσου και ατυχήματος, ενώ το άρθρο 78 προβλέπει τη χορήγηση συντάξεως στον υπάλληλο που έχει υποστεί αναπηρία, δεν παύουν να είναι συμπληρωματικές, ώστε θα ήταν ανακριβές να υποστηριχθεί ότι ο ορισμός της επαγγελματικής νόσου για την εφαρμογή του άρθρου 73 είναι διαφορετικός από τον ορισμό της επαγγελματικής νόσου κατά την εφαρμογή του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.
Αντιθέτως, από την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 1981, 731/79, Β. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1981, σ. 107, σκέψη 10), προκύπτει ότι εγκύρως μπορεί να γίνει αναφορά, ακόμη και στο πλαίσιο του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, στον ορισμό της επαγγελματικής νόσου που προβλέπεται από το άρθρο 3 του Κανονισμού Ασφαλίσεως.
Επιπλέον, τόσο η οικονομία των εν λόγω διατάξεων όσο και η συνοχή του ΚΥΚ συνηγορούν υπέρ ενιαίου ορισμού της εννοίας της επαγγελματικής νόσου, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 3 του Κανονισμού Ασφαλίσεως.
Υπέρ της απόψεως αυτής, η Επιτροπή επικαλείται ακόμη τις προτάσεις των γενικών εισαγγελέων Sir Gordon Slynn στην υπόθεση Κ. κατά Συμβουλίου (257/81, Συλλογή 1983, σ. 1 ) και Lenz στην υπόθεση Rienzi κατά Επιτροπής ( 76/84, Συλλογή 1987, σ. 315 ).
β)
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του λόγου, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, κρίνοντας, στις σκέψεις 23 έως 25 της εκδοθείσας αποφάσεως, ότι το αίτημα του Gill ανταποκρινόταν στις προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για τον λόγο ότι, αφενός, η Επιτροπή είχε προσλάβει τον Gill έχοντας πλήρη γνώση του ότι αυτός μπορούσε να προσβληθεί από ασθένεια συνδεόμενη με την προηγούμενη επαγγελματική του δραστηριότητα, χωρίς το εν λόγω θεσμικό όργανο να έχει κάνει χρήση του άρθρου 1 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, και αφετέρου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να έχει την πρόθεση να οφεληθεί από την αποκτηθείσα επαγγελματική πείρα του Gill χωρίς να υποστεί και τα σχετικά μειονεκτήματα.
Ως προς το σημείο αυτό η Επιτροπή αναφέρει ότι η έννοια της επαγγελματικής νόσου, κατά το άρθρο 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, αφορά μόνο τη νόσο της οποίας η εμφάνιση ή η επιδείνωση προκλήθηκε κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
Κατά την Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή επικυρώνεται κατ' αρχάς με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
'Ετσι, από τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 1983, Κ. κατά Συμβουλίου, και της 21ης Ιανουαρίου 1987, Rienzi, προκύπτει ότι η νόσος πρέπει να εμφανίζει αιτιώδη δεσμό αρκετά άμεσο, με ειδικό και τυπικό κίνδυνο συνδεδεμένο με τα καθήκοντα που έχει ασκήσει ο ενδιαφερόμενος. Ομοίως, σύμφωνα με τις προτάσεις των γενικών εισαγγελέων Roemer στην υπόθεση Vellozzi κατά Επιτροπής (29/71, Rec. 1972, σ. 513), και Sir Gordon Slynn στην προαναφερθείσα υπόθεση Κ. κατά Συμβουλίου, 257/81, μπορεί να θεωρηθεί ως επαγγελματική μια νόσος μόνο αν εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια και λόγω της ασκήσεως των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων και αποδείχθηκε ότι η άσκηση των καθηκόντων αυτών ήταν η κύρια και προεξέχουσα αιτία της εμφανίσεως ή της επιδεινώσεως της ασθένειας. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, σύμφωνα με την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1983, 342/82, Cohen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3829), και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην εν λόγω υπόθεση, πρέπει να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, οι αιτίες αναπηρίας που παρήχθησαν αποκλειστικά πριν από την ανάληψη υπηρεσίας του οικείου υπαλλήλου.
Κατά την Επιτροπή, η άποψη αυτή είναι επίσης σύμφωνη προς την αρχή που διέπει κάθε ασφάλιση κατά κοινωνικού κινδύνου, σύμφωνα με την οποία ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εφαρμόζεται μόνο όταν το γενεσιουργό γεγονός επήλθε ισχύοντος του εν λόγω συστήματος.
Εξάλλου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ), καθιέρωσε την ίδια προσέγγιση, τίποτε δε στον ΚΥΚ δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι είχε την πρόθεση να αποκλίνει από μια τόσο θεμελιώδη αρχή.
Εν προκειμένω, ο Gill είχε εκτεθεί στους κινδύνους της νόσου κατά τον χρόνο της εργασίας του στα ορυχεία στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι δε ιατροί ήταν κατηγορηματικοί ώστε να συνάγεται ότι η δραστηριότητά του στην υπηρεσία των Κοινοτήτων δεν μπορούσε να προκαλέσει ή να επιδεινώσει την χρονιά βρογχοπνευμονοπάθειά του, εις τρόπον ώστε η χορήγηση παροχών λόγω επαγγελματικής νόσου να καλύπτεται μόνο από την βρετανική νομοθεσία. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να λάβει αποζημίωση στο εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορούσε να αποτελέσει επαρκή λόγο για τη χορήγηση συντάξεως δυνάμει του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.
2.
α)
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου, o Gill υποστηρίζει ότι δεν επιτρέπεται να γίνεται αναφορά, για την εφαρμογή του άρθρου 78 του ΚΥΚ, στον ορισμό της εννοίας της επαγγελματικής νόσου που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 του Κανονισμού Ασφαλίσεως.
Συγκεκριμένα, από τη νομολογία προκύπτει ότι αφενός ο Κανονισμός Ασφαλίσεως θεσπίστηκε εις εκτέλεση του άρθρου 73 του ΚΥΚ, δεν αφορά όμως το άρθρο 78 του εν λόγω ΚΥΚ (προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1983, Κ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 10), και ότι αφετέρου οι παροχές που προβλέπονται από τα δύο αυτά συστήματα είναι διαφορετικές και ανεξάρτητες (προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1981, Β. κατά Κοινοβουλίου ).
Εξάλλου, ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn διαπίστωσε, με τις προτάσεις του επ' ευκαιρία της τελευταίας αυτής υποθέσεως, ότι, « αντίθετα προς το άρθρο 73 που αναφέρει ρητώς τη “ ρύθμιση που θεσπίζεται με κοινή συμφωνία των οργάνων των Κοινοτήτων ”, το άρθρο 78 αναφέρει απλώς τα άρθρα 13 έως 16 του παραρτήματος VIII ». Ομοίως, η άποψη αυτή επικυρώνεται από το άρθρο 25 του Κανονισμού Ασφαλίσεως που προβλέπει ότι η αναγνώριση αναπηρίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 73 του ΚΥΚ, « δεν προδικάζει κατά κανένα τρόπο την εφαρμογή του άρθρου 78 ».
Ο Gill προσθέτει ότι, αν το άρθρο 73 του ΚΥΚ αποσκοπεί στο να διασφαλιστεί η κάλυψη έναντι κινδύνου που δημιουργήθηκε λόγω της ασκήσεως των καθηκόντων και στο να παρασχεθεί δικαίωμα αποζημιώσεως σε περίπτωση ζημίας που επήλθε στο πλαίσιο της εν λόγω ασκήσεως, το άρθρο 78 αφορά μόνο τον καθορισμό μιας καταστάσεως ανικανότητας προς εργασία και ενός συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η ύπαρξη επαγγελματικής νόσου θα έχει στην περίπτωση αυτή σημασία μόνο προκειμένου να διασφαλισθεί υψηλότερος συντελεστής της συντάξεως, η οποία, εν πάση περιπτώσει, είναι κατ' αρχήν κεκτημένη. Η επαγγελματική νόσος, η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο του άρθρου 73, πρέπει να θεωρηθεί ως απλή παράμετρος εφαρμογής του άρθρου 78 (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση 242/85, Geist κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2181 ).
β)
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του λόγου, ο Gill αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία η εφαρμογή του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ εξαρτάται από την απόδειξη της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ασθενείας και των ασκηθέντων καθηκόντων.
Ο Gill συνεχίζει ότι, ακόμη και αν πρέπει να γίνει δεκτή η υποστηριζόμενη από την Επιτροπή άποψη, ο σκοπός του άρθρου 78 του ΚΥΚ έγκειται στην αποφυγή αδικαιολογήτων παροχών και, επομένως, στο να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου της εν λόγω διατάξεως μόνο τα γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν αποκλειστικώς πριν από την ανάληψη υπηρεσίας του υπαλλήλου (προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972, Vellozzi κατά Επιτροπής).
Εξάλλου, όπως και η γενική εισαγγελέας Rozès το διαπίστωσε επ' ευκαιρία της υποθέσεως Seiler κατά Συμβουλίου ( 189/82, Συλλογή 1984, σ. 229), έχει ενδιαφέρον το να προσδιοριστεί αν αποδεικνύεται επαρκώς το ότι η νόσος ή η επιδείνωση της απορρέουν από την άσκηση των καθηκόντων του συγκεκριμένου προσώπου.
Επιπλέον, από τις προαναφερθείσες προτάσεις που αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Seiler προκύπτει ότι η έννοια της επιδεινώσεως προϋπάρχουσας νόσου προϋποθέτει μόνο ότι η εν λόγω ασθένεια έχει εμφανισθεί και διαγνωσθεί κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του ενδιαφερομένου. Επιπλέον, η ιατρική εξέταση που προηγείται της προσλήψεως δενθα είχε νόημα παρά μόνο αν η διάγνωση μιας σοβαρής νόσου έχει ως συνέπεια ότι ο ενδιαφερόμενος δεν προσλαμβάνεται ή ότι, τουλάχιστον, του ανατίθενται καθήκοντα που συμβιβάζονται με την εν λόγω ασθένεια.
Τέλος, σύμφωνα με τη νομολογία, η επιτροπή αναπηρίας δεν είναι αρμόδια για να αποφανθεί επί των νομικών συνεπειών μιας διαπιστωθείσας αναπηρίας, δεδομένου ότι αυτή η αρμοδιότητα ανήκει μόνο στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου (προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1987, Rienzi κατά Επιτροπής).
Κατά τη γνώμη του Gill, το Πρωτοδικείο εν προκειμένω ορθώς εξετίμησε τα πραγματικά περιστατικά συνάγοντας ότι ο ενδιαφερόμενος ανταποκρινόταν στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ. Συγκεκριμένα, το γενεσιουργό γεγονός της επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του Gill οφειλόταν αναμφισβήτητα στις καθόδους στο βάθος των ορυχείων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της ασκήσεως των καθηκόντων στις Κοινότητες, εις τρόπον ώστε αποδεικνύονται ταυτόχρονα η επαγγελματική προέλευση της νόσου και η ύπαρξη του επαρκούς αιτιώδους συνδέσμου.
3.
α)
Η Union Syndicale-Luxembourg (στο εξής: Union Syndicale ) αναφέρεται στα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο Gill όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου.
β)
Η Union Syndicale έχει τη γνώμη ότι το δεύτερο σκέλος του λόγου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, καθόσον, στις σκέψεις 22 και επ. της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αναιρέσεως.
Β — Σχετικά με την παράβαση του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ
1.
Με τον λόγο αυτό, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ αποφαινόμενο ότι ο Gill ανταποκρινόταν στις προϋποθέσεις του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, παρά το γεγονός ότι οι εμπειρογνώμονες ιατροί είχαν, από κοινού, συνάγει ότι υφίστατο σχέση αιτίας και αποτελέσματος, αληθοφανής και επαρκώς άμεση μεταξύ της ασθενείας του ενδιαφερομένου και των καθηκόντων που ασκήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου της φαινόταν ελάχιστα πιθανή για την περίοδο κατά την οποία ο Gill ήταν υπάλληλος των Κοινοτήτων.
Προς στήριξη του λόγου της, η Επιτροπή εκθέτει ότι δυνάμει του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII, συμπληρωμένου με τα άρθρα 7 έως 9 του παραρτήματος II του ΚΥΚ, η δήλωση αναπηρίας που προβλέπεται από το άρθρο 78 εναπόκειται μόνο στην επιτροπή αναπηρίας, εις τρόπον ώστε, λαμβάνοντας υπόψη τις ιατρικές διαπιστώσεις που, εν προκειμένω, διέψευδαν την ύπαρξη οποιουδήποτε αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ασθενείας του Gill και των καθηκόντων του στις Κοινότητες, η αίτηση παροχών δυνάμει του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ δεν μπορούσε παρά να απορριφθεί.
Η Επιτροπή συνεχίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία (απόφαση της 21ης Μαΐου 1981, Morbelli κατά Επιτροπής, 156/80, Συλλογή 1981, σ. 1357), ο σκοπός του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII και των άρθρων 7 έως 9 του παραρτήματος II του ΚΥΚ έγκειται στην ανάθεση σε εμπειρογνώμονες ιατρούς της οριστικής εκτιμήσεως όλων των συναφών ιατρικών ζητημάτων στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 73 του ΚΥΚ. Από αυτό προκύπτει ότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στα σχετικά με τη σύσταση και την κανονική λειτουργία της ιατρικής επιτροπής ζητήματα και δεν μπορεί να επεκταθεί στις καθαυτές ιατρικές εκτιμήσεις που πρέπει να θεωρηθούν ως οριστικές εφόσον επήλθαν υπό κανονικές συνθήκες ( βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1984, Suss κατά Επιτροπής, 265/83, Συλλογή 1984, σ. 4029, και της 19ης Ιανουαρίου 1988, Biedermann κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 2/87, Συλλογή 1988, σ. 143). Κατά την Επιτροπή, οι αυτές εκτιμήσεις ισχύουν για την επιτροπή αναπηρίας που παρεμβαίνει στο πλαίσιο του άρθρου 78 του ΚΥΚ.
Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο παρέβη το δίκαιο καθόσον, χωρίς να αμφισβητήσει την σύσταση ή την λειτουργία της επιτροπής αναπηρίας, απέστη εν τούτοις των ιατρικών εκτιμήσεων της εν λόγω επιτροπής.
2.
Ο Gill αναφέρει ότι καμία παράβαση του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ δεν διαπράχθηκε, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή αναπηρίας αναγνώρισε ότι ο ενδιαφερόμενος είχε προσβληθεί από μόνιμη νόσο θεωρούμενη ως ολική. Αντιθέτως, στην Επιτροπή — και όχι στην επιτροπή αναπηρίας — εναπόκειτο να αποφανθεί, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, επί της επαγγελματικής προελεύσεως της αναπηρίας αυτής. Ως προς αυτό, το Πρωτοδικείο ορθώς έκανε χρήση της εξουσίας του ελέγχου, ακυρώνοντας την απόφαση της Επιτροπής περί μη εφαρμογής επί του Gill του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ και συνάγοντας με τον τρόπο αυτό όλες τις νομικές συνέπειες όχι μόνο από τις διαπιστώσεις ιατρικού χαρακτήρα που καταχωρήθηκαν στο φάκελο αλλά ακόμη και από άλλα πραγματικά και νομικά στοιχεία της υποθέσεως.
3.
Η Union syndicale συμμερίζεται τα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο Gill επ' ευκαιρία του δευτέρου λόγου.
Γ — Σχετικά με την παραβίαση της γενικής αρχής της αιτιολογίας των αποφάσεων
1.
Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν αιτιολόγησε ορθώς την απόφαση του στηρίζοντάς την σε εκτιμήσεις που διαψεύδονται από τα γεγονότα της υποθέσεως.
Έτσι, αντίθετα προς την εκτίμηση του Πρωτοδικείου στην σκέψη 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι διαπιστώσεις που έγιναν από τον ιατρόσύμβουλο του θεσμικού οργάνου κατά την ιατρική επίσκεψη προσλήψεως καλύπτονται από το ιατρικό απόρρητο ( βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 13ης Απριλίου 1978, Mollet κατά Επιτροπής, 75/77, Rec. 1978, σ. 897, και της 7ης Οκτωβρίου 1987, Strack κατά Επιτροπής, 140/86, Συλλογή 1987, σ. 3939). Από αυτό προκύπτει ότι κατά τον χρόνο της προσλήψεως του Gill, η ΑΔΑ είχε στην κατοχή της μόνο μια γνωμοδότηση φυσικών ικανοτήτων, χωρίς ρήτρα επιφυλάξεων, του ενδιαφερομένου και αγνοούσε τις καθεαυτές ιατρικές εκτιμήσεις που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια της επισκέψεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο προέβη σε αλλοίωση των γεγονότων, καθιστώσα ελαττωματική την αιτιολογία της αποφάσεως, κρίνοντας ότι η Επιτροπή από την αρχή γνώριζε την ύπαρξη της νόσου του Gill αυτό δε αποτελούσε μέρος μιας δέσμης συνακόλουθων εικασιών που αρκούν για να διαπιστωθεί ότι η επιδείνωση της ασθένειας είχε προκληθεί από την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του ενδιαφερομένου στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
Εν συνεχεία, θα ήταν σφάλμα να θεωρηθεί, όπως το έπραξε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ΑΔΑ μπορούσε, εν προκειμένω, να στηριχθεί στο άρθρο 1 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ για να αποφασίσει να μη εφαρμοσθούν ως προς τον Gill οι εγγυήσεις που προβλέπονται στον τομέα της αναπηρίας παρά μόνο κατά τον τερματισμό μιας περιόδου πέντε ετών, όσον αφορά τις συνέπειες νόσου από την οποία έχει προσβληθεί. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, θα ήταν λίαν αμφισβητήσιμο το να στερηθεί ένας υπάλληλος, πρώην εργάτης ορυχείου σε στοές ορυχείων, κατά τον τρόπο αυτό, για διάρκεια πέντε ετών από όλες τις εγγυήσεις που παρέχει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως σε θέματα αναπηρίας για τον λόγο και μόνο ότι οι κίνδυνοι πνευμονικής νόσου λόγω της εισπνοής σκόνης στα ορυχεία ήταν « πασίδηλη » ( σκέψη 22 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ).
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, κατά τον χρόνο της ενάρξεως των καθηκόντων του στις Κοινότητες, δεν είχε ουδόλως αποδειχθεί ότι ο Gill υπέφερε από πνευμονική νόσο, η οποία είχε προκληθεί προοδευτικά από το 1974. Επομένως, ήταν απαράδεκτο, από ιατρική άποψη, να δηλώνεται ότι είναι ανίκανος ή ικανός με επιφυλάξεις ένας υποψήφιος που ήταν υγιής κατά την πρόσληψη. Από την ακτινολογική εξέταση στην οποία υποβλήθηκε το 1973 ο Gill, ένας άνθρωπος 49 ετών και πρώην καπνιστής, δεν προέκυψε ότι έπασχε κατά το χρονικό εκείνο σημείο. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ευσταθεί, όπως το έκρινε το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 23 και 26 της αποφάσεως του, το ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι κατά την έναρξη των καθηκόντων του ο Gill είχε προσβληθεί από προϋπάρχουσα ασθένεια και ότι η ακτινολογική εξέταση θώρακος που είχε πραγματοποιηθεί με την ευκαιρία αυτή απεκάλυψε την ύπαρξη χρονιάς πνευμονικής νόσου.
2.
Ο Gill υπογραμμίζει ότι η προηγουμένη της προσλήψεως ιατρική εξέταση διοργανώνεται, με πρωτοβουλία του θεσμικού οργάνου, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις φυσικής ικανότητας που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του. Σε περίπτωση αρνητικής ιατρικής γνωματεύσεως, το θεσμικό όργανο έχει αναμφισβήτητα το δικαίωμα να αρνηθεί να προσλάβει τον υποψήφιο, με αιτιολογημένη απόφαση, λόγω φυσικής ανικανότητας.
Εν προκειμένω, παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία της δικογραφίας αποδεικνύουν ότι, προτού να αναλάβει υπηρεσία στην Κοινότητα, ο Gill είχε προσβληθεί από προϋπάρχουσα χρόνια και εν εξελίξει ασθένεια, η περίπτωση του αποτέλεσε το αντικείμενο θετικής ιατρικής γνωματεύσεως. Από αυτό πρέπει να συναχθεί ότι η προηγούμενη ιατρική εξέταση δεν έγινε με σοβαρότητα, εις τρόπον ώστε η επιδείνωση της νόσου δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή πρέπει να υποστεί τις συνέπειες της προσλήψεως του Gill.
3.
Η Union syndicale υποστηρίζει ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή εγνώριζε την ύπαρξη της ασθενείας του Gill και έπρεπε, επομένως, να αντιμετωπίσει τις συνέπειες.
Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, ένας ιατρικός σύμβουλος της Επιτροπής, ενεργώντας επ' ονόματι και για λογαριασμό του θεσμικού αυτού οργάνου, εξέδωσε τη γνωμάτευση περί ικανότητας του Gill. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή προφανώς αποφάσισε, έχοντας γνώση του ότι η ασθένεια του Gill ήταν τόσο αμελητέα ώστε δεν μπορούσε να καταστήσει τον ενδιαφερόμενο ανίκανο προς άσκηση των καθηκόντων που αυτή του πρότεινε.
Ως προς τη θετική γνωμάτευση περί ικανότητας, της οποίας ο Gill αποτέλεσε το αντικείμενο, η Union syndicale διαπιστώνει ότι είτε ο ιατρός που εξέδωσε τη γνωμάτευση αυτή υπέπεσε σε βαρύ επαγγελματικό σφάλμα, στην περίπτωση δε αυτή η Επιτροπή πρέπει να αναλάβει την ευθύνη, είτε το ίδιο το εν λόγω θεσμικό όργανο ενήργησε εσφαλμένα, παραλείποντας να δώσει στον ιατρό τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τις ειδικές συνθήκες εργασίας τις οποίες θα υφίστατο ο υπάλληλος, και ιδίως την ανάγκη πραγματοποιήσεως τακτικών επισκέψεων στις στοές των ορυχείων. Επομένως, η Επιτροπή δεν έχει κάποιο έρεισμα ώστε να οχυρωθεί πίσω από το ιατρικό απόρρητο.
Δ — Σχενικά με την παράβαση νου άρθρου 73 νου ΚΥΚ και των άρθρων 3 και 19 νου Κανονισμού Ασφαλίσεως
1.
Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η Επινροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο αγνόησε τα άρθρα 73 του ΚΥΚ καθώς και τα άρθρα 3 και 19 του Κανονισμού Ασφαλίσεως, αποφασίζοντας, με τη σκέψη 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επιδείνωση της νόσου του Gill προκλήθηκε κατά την άσκηση ή με την ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η αναγνώριση επαγγελματικής νόσου, κατά την έννοια των ανωτέρω αναφερθεισών διατάξεων, προϋποθέτει ότι η άσκηση των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων συνιστά την ουσιώδη ή προέχουσα αιτία της εμφανίσεως ή της επιδεινώσεως της νόσου.
Εφόσον είναι βέβαιον ότι η χρονία βρογχοπνευμονοπάθεια δεν περιλαμβάνεται στον ευρωπαϊκό πίνακα των επαγγελματικών νόσων, έπρεπε ο αιτών αποζημίωση να αποδείξει την ύπαρξη αιτιώδους συναφειας μεταξύ της ασθενείας ή της επιδεινώσεως της και της ασκηθείσας εργασίας στην Επιτροπή ώστε η νόσος να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επαγγελματική. Πλην όμως, η απόδειξη αυτή δεν προσκομίστηκε εν προκειμένω, η δε απλή γνώση εκ μέρους της Επιτροπής της νόσου του υπαλλήλου κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, αν υποτεθεί ως αποδειχθείσα, καθώς και η δυνατότητα προβλέψεως της επιδεινώσεώς της, δεν μπορούν να επαρκέσουν, αντίθετα προς όσα αποφάσισε το Πρωτοδικείο.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς τις συστάσεις της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 1962 σχετικά με τη θέσπιση ευρωπαϊκού πίνακα των επαγγελματικών νόσων (JO 1962, 80, σ. 2188) και της 20ής Ιουλίου 1966, σχετικά με τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως των θυμάτων επαγγελματικών νόσων (JO 1966, 147, σ. 2696).
2.
Ο Gill παρατηρεί ότι από το γράμμα του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Ασφαλίσεως προκύπτει ότι κάθε επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας που δεν περιλαμβάνεται στον ευρωπαϊκό πίνακα πρέπει να θεωρηθεί ως επαγγελματική νόσος οσάκις αποδεικνύεται επαρκώς ότι προκλήθηκε κατά την άσκηση ή με την ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
Τα αναπτυχθέντα από τον Gill επιχειρήματα, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, αποδεικνύουν επαρκώς από νομικής απόψεως ότι η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας που απαιτείται από τη διάταξη αυτή έχει εν προκειμένω αποδειχθεί. Κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου η Επιτροπή αναγνώρισε δύο φορές την επιδείνωση της νόσου του Gill από το 1974.
3.
Η Union syndicale αρχίζει αναφέροντας ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η νόσος του Gill ή η επιδείνωση της οφειλόταν στην εργασία που αυτός εξετέλεσε στην Επιτροπή. Συγκεκριμένα, είτε η νόσος δεν υπήρχε κατά τον χρόνο της προσλήψεως του Gill, ώστε η ασθένεια δεν μπορούσε να οφείλεται παρά μόνο στην άσκηση των καθηκόντων στις Κοινότητες, είτε δεν είχε διαγνωσθεί κατά την ιατρική εξέταση διορισμού, στη περίπτωση δε αυτή η Επιτροπή ευθυνόταν. Κατά τη γνώμη της Union syndicale, το Πρωτοδικείο μπορούσε μόνο να στηριχθεί στην εικασία ότι η Επιτροπή είχε τηρήσει την υποχρέωση της να μη προσλαμβάνει παρά μόνο πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις φυσικής ικανότητας, ώστε έπρεπε κατ' ανάγκη να κρίνει ότι η αναπηρία του Gill ήταν η αναγκαία συνέπεια της ασκήσεως των καθηκόντων στις Κοινότητες.
Η Union syndicale προσθέτει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η προηγουμένη επαγγελματική δραστηριότητα του Gill συνέβαλε στο να αποκτήσει πολύ μεγάλη επαγγελματική πείρα, απαραίτητη για την άσκηση των καθηκόντων του στις Κοινότητες και από την οποία η Επιτροπή ωφελήθηκε. Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, ότι η προηγουμένη επαγγελματική δραστηριότητα του Gill αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου. Αυτά αποτελούν εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στο πλαίσιο αναιρέσεως.
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( δεύτερο τμήμα )
της 4ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-185/90 P,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Joseph Griesmar, νομικό σύμβουλο, και Sean van Raepenbusch, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εθνικό υπάλληλο αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία, Centre Wagner, Kirchberg,
αναιρεσείουσα,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα), της 6ης Απριλίου 1990, στην υπόθεση Τ-43/89, Walter Gill κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι ο
Walter Gill, κάτοικος Long Barn, Stoke-by-Clare, Sudbury, Suffolk ( Ηνωμένο Βασίλειο ), εκπροσωπούμενος από τον Α. May, δικηγόρο Λουξεμβούργου, τον οποίο διόρισε και αντίκλητο στο Λουξεμβούργο, 31, Grand-rue, που αιτείται την ολική απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως,
υποστηριζόμενος από την
Union Syndicale-Luxembourg, εκπροσωπουμένη από τον J.-N. Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της Fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Τ. F. O'Higgins, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. Α. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J.-G. Giraud
λαμβάνοντας υπόψη την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής και το υπόμνημα αντικρούσεως του Gill,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα και τους διαδίκους σύμφωνα προς το άρθρο 120 του Κανονισμού Διαδικασίας και
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιουνίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού EOΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμού ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως της 6ης Απριλίου 1990, με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 1988 περί μη εφαρμογής υπέρ του Gill του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ICYK ) και περί καθορισμού της συντάξεως του αναπηρίας βάσει του άρθρου 78, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη ήταν λιγότερο ευνοϊκή για τον υπάλληλο' με την εν λόγω απόφαση το Πρωτοδικείο καταδίκασε, εξάλλου, την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει τέσσερις λόγους που στηρίζονται, αντιστοίχως, στην παράβαση του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, στην παράβαση του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, στην παραβίαση της γενικής αρχής της αιτιολογήσεως των αποφάσεων και στην παράβαση του άρθρου 73 του ΚΥΚ, καθώς και των άρθρων 3 και 19 της κανονιστικής ρυθμίσεως που αφορά την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( κανονισμός ασφαλίσεως ).
3
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4
Με τον πρώτο λόγο της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε, στην προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένως την έννοια της « επαγγελματικής νόσου » του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.
5
Προς στήριξη του λόγου αυτού, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι αρνήθηκε να λάβει υπόψη, για την εφαρμογή του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, τον ορισμό της εννοίας της « επαγγελματικής νόσου » που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 του κανονισμού ασφαλίσεως, εκδοθέντος σε εφαρμογή του άρθρου 73 του ΚΥΚ. Κατά την Επιτροπή, η έννοια αυτή δεν μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το αν πρόκειται για την εφαρμογή του άρθρου 73 ή του άρθρου 78 του ΚΥΚ. Εξάλλου, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι αγνόησε την αρχή κατά την οποία πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επαγγελματικής ασθενείας, κατά την έννοια του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, ή της επιδεινώσεως της, και των καθηκόντων που ασκούνται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
6
Προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του βασίμου του λόγου αυτού, πρέπει να υπομνηστεί, εκ προοιμίου, ότι το άρθρο 78, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ αναγνωρίζει σε κάθε υπάλληλο, ο οποίος έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρουμένη ως ολική και ως εκ της οποίας αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντα που αντιστοιχούν σε εργασία της σταδιοδρομίας του, δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας η οποία, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, ισούται με τη σύνταξη αρχαιότητας την οποία θα εδικαι-ούτο ο υπάλληλος σε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως του στην ηλικία των 65 ετών. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού προβλέπει ότι το ποσοστό της εν λόγω συντάξεως αναπηρίας καθορίζεται στο 70 ο/ο του βασικού μισθού του υπαλλήλου, εφόσον η αναπηρία του τελευταίου οφείλεται, μεταξύ άλλων, σε επαγγελματική ασθένεια.
7
Πρέπει να αναφερθεί ότι η έννοια της « επαγγελματικής νόσου », η οποία δεν ορίζεται στο άρθρο 78 του ΚΥΚ, υπάρχει και στο άρθρο 73 του ΚΥΚ, το οποίο προβλέπει την κάλυψη κάθε υπαλλήλου, από την ημέρα αναλήψεως της υπηρεσίας στις Κοινότητες, κατά των κινδύνων, ιδίως, επαγγελματικής νόσου.
8
Το άρθρο 3 του κανονισμού ασφαλίσεως, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 73 του ΚΥΚ, ορίζει ως εξής την έννοια της « επαγγελματικής νόσου »:
«1.
Ως επαγγελματικές νόσοι θεωρούνται οι νόσοι που περιέχονται στον “ ευρωπαϊκό πίνακα των επαγγελματικών νόσων ” που έχει προσαρτηθεί στη σύσταση της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 1962 ( ΕΕ 1962, 80, σ. 2188 ) και στα ενδεχόμενα συμπληρώματά του, εφόσον, κατά την επαγγελματική του δραστηριότητα στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ο υπάλληλος διατρέχει τον κίνδυνο να προσβληθεί από αυτές τις νόσους.
2.
Ως επαγγελματική νόσος θεωρείται επίσης κάθε νόσος ή επιδείνωση προϋπάρχουσας νόσου που δεν περιέχεται στον πίνακα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, όταν αποδεικνύεται επαρκώς ότι προκαλείται από την άσκηση ή με αφορμή την άσκηση των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων. »
9
Δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι η χρονία βρογχοπνευμοπάθεια, από την οποία πάσχει ο Gill, δεν περιλαμβάνεται στον ευρωπαϊκό πίνακα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ασφαλίσεως.
10
Με την προσβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο δεν αναφέρθηκε, για την εφαρμογή του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, στον ορισμό της εννοίας της « επαγγελματικής νόσου » του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ασφαλίσεως, κρίνοντας ότι ο ορισμός αυτός είχε αξία μόνο για τις ανάγκες της εφαρμογής του άρθρου 73 του ΚΥΚ.
11
Το Πρωτοδικείο έκρινε σχετικά ότι τα συστήματα που θεσπίζονται από τα άρθρα 73 και 78 του ΚΥΚ ήταν διαφορετικά και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Συγκεκριμένα, κατά το Πρωτοδικείο, το άρθρο 78, αντίθετα προς το άρθρο 73, δεν εξουσιοδοτεί τα θεσμικά όργανα να καθορίζουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών που προβλέπει, η δε εφαρμογή των διατάξεων του υπόκειται, επομένως, μόνο στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 13 έως 16 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, τα οποία δεν περιέχουν ούτε ορισμό της επαγγελματικής νόσου ούτε αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 73 του ΚΥΚ ή στη ρύθμιση που καθορίζει τους τρόπους εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Κατόπιν αυτού, θα ήταν αντίθετο προς την οικονομία των οικείων διατάξεων να ερμηνευθεί το άρθρο 78 του ΚΥΚ υπό το φως του άρθρου 3 του κανονισμού ασφαλίσεως, που θεσπίστηκε με κοινή συμφωνία των θεσμικών οργάνων δυνάμει της ρητής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 73, παράγραφος 1, του ΚΥΚ· κατά το Πρωτοδικείο, αυτό συμβαίνει κατά μείζονα λόγο αν η ερμηνεία αυτή πρέπει να έχει ως συνέπεια τον περιορισμό των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων.
12
Το Πρωτοδικείο συνήγαγε από αυτό ότι, για να μπορούσε να τύχει της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο του ΚΥΚ, ο υπάλληλος δεν ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει ότι η νόσος ή η επιδείνωση της προκλήθηκαν κατά την άσκηση ή ένεκα της ασκήσεως των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ασφαλίσεως.
13
Πάντως, η ερμηνεία αυτή του Πρωτοδικείου δεν είναι σύμφωνη ούτε προς το γράμμα του ΚΥΚ και του κανονισμού ασφαλίσεως ούτε προς την οικονομία των συναφών διατάξεων τους.
14
Πράγματι, αντίθετα προς ό,τι το Πρωτοδικείο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφαση, δεν υφίσταται κανένας ισχυρός λόγος για να θεωρηθεί ότι η έννοια της « επαγγελματικής νόσου » πρέπει να έχει διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το αν πρόκειται για συνταξιοδοτικά δικαιώματα αναπηρίας οφειλομένης σε επαγγελματική νόσο κατά την έννοια του άρθρου 78 του ΚΥΚ ή για την κάλυψη έναντι των κινδύνων επαγγελματικής νόσου κατά την έννοια του άρθρου 73 του ΚΥΚ, εφόσον και οι δύο παροχές αποσκοπούν στην αντιστάθμιση των οικονομικών συνεπειών μιας και της αυτής αιτίας αναπηρίας που συνδέεται με τις επαγγελματικές δραστηριότητες που ασκήθηκαν πραγματικά και κανονικά στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
15
Ο ορισμός της επαγγελματικής νόσου, τον οποίο δίδει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ασφαλίσεως, φαίνεται, εξάλλου, σύμφωνος προς τη συνήθη έννοια των λέξεων κατά την οποία μόνο μια νόσος, ή η επιδείνωση της, που οφείλεται κατά την άσκηση των καθηκόντων εντός της υπηρεσίας των Κοινοτήτων, μπορεί να θεωρηθεί ως έχουσα επαγγελματικό χαρακτήρα σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση.
16
Από αυτό προκύπτει ότι, ελλείψει αντίθετης ένδειξης του ΚΥΚ, η έννοια της « επαγγελματικής νόσου » δεν μπορεί να έχει, εντός του κειμένου αυτού, διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το αν πρόκειται για την εφαρμογή του άρθρου 73 ή του άρθρου 78, ακόμη και αν οι εν λόγω διατάξεις αφορούν η κάθε μία ένα σύστημα που έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
17
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης εσφαλμένως ότι, για να αποδείξει την ύπαρξη επαγγελματικής νόσου κατά την έννοια του 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, ο υπάλληλος δεν ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της νόσου ή της επιδεινώσεως της και της ασκήσεως των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
18
Με την προσβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο, επομένως, αγνόησε τη νομική έννοια της « επαγγελματικής νόσου » κατά την έννοια του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ και, εξ αυτού του λόγου, παρέβη το κοινοτικό δίκαιο.
19
Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από τη σκέψη ότι, κατά την πρόσληψη του Gill, η Επιτροπή είχε, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της προηγηθείσας ιατρικής εξετάσεως του υπαλλήλου, πλήρη γνώση της νόσου από την οποία αυτός έπασχε και η οποία μπορούσε να οφείλεται στην προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα του ενδιαφερομένου, κατά τη διάρκεια της οποίας αυτός είχε αποκτήσει την πείρα που ώθησε την Επιτροπή να τον προσλάβει.
20
Πράγματι, το πραγματικό αυτό περιστατικό δεν μπορεί να επηρεάσει το περιεχόμενο της νομικής εννοίας της « επαγγελματικής νόσου ». Ακόμη και αν έπρεπε να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο ότι η Επιτροπή γνώριζε τη νόσο του Gill, το μόνο συμπέρασμα που, νομίμως, επιτρεπόταν να συναχθεί από αυτό είναι το ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) είχε αποδεχθεί εν γνώσει της τον κίνδυνο της πρόωρης διακοπής της εργατικής σχέσεως απασχολήσεως με τον οικείο υπάλληλο και της υποχρεώσεως να του καταβάλει σύνταξη πριν συμπληρώσει τον κανονικό χρόνο συνταξιοδοτήσεως. Αντιθέτως, στο Πρωτοδικείο δεν επιτρεπόταν να συναγάγει από το προαναφερθέν περιστατικό ότι μια νόσος από την οποία ο υπάλληλος είχε προσβληθεί κατά τη διάρκεια επαγγελματικών δραστηριοτήτων πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στις Κοινότητες μπορούσε να θεωρηθεί ως έχουσα επαγγελματικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.
21
Απ' όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος της Επιτροπής είναι βάσιμος.
22
Με τον δεύτερο λόγο της, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, με το να αποφανθεί ότι, ακόμη και αν, για τις ανάγκες της εφαρμογής του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, έπρεπε να αποδειχθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της νόσου του Gill, ή της επιδεινώσεως αυτής, και της ασκήσεως των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, η εν λόγω σχέση αιτίου και αιτιατού θα ήταν επαρκώς αποδεδειγμένη εν προκειμένω, παρά το αντίθετο πόρισμα της επιτροπής αναπηρίας.
23
Κατ' αρχάς, πρέπει να αναφερθεί σχετικά ότι, δυνάμει του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως συμπληρώνεται με τα άρθρα 7 έως 9 του παραρτήματος II του ΚΥΚ, η αναγνώριση της αναπηρίας που προβλέπεται από το άρθρο 78 του ΚΥΚ υπάγεται στην αρμοδιότητα της επιτροπής αναπηρίας.
24
Πρέπει εν συνεχεία να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία ( βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 21ης Μαΐου 1981, 156/80, Morbelli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 1357), ο σκοπός των προαναφερθεισών διατάξεων έγκειται στην ανάθεση σε ιατρούς εμπειρογνώμονες της οριστικής εκτιμήσεως όλων των ιατρικών ζητημάτων. Το Δικαστήριο συνήγαγε από αυτό (βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1984, 265/83, Suss κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 4029, και της 19ης Ιανουαρίου 1988, 2/87, Biedermann κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1988, σ. 143 ), ότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στις ιατρικές κατά κυριολεξία εκτιμήσεις, οι οποίες πρέπει να θεωρούνται ως οριστικές εφόσον διαμορφώθηκαν υπό κανονικές συνθήκες. Η νομολογία αυτή, σχετικά με το άρθρο 73 του ΚΥΚ, ισχύει, για την ταυτότητα των λόγων, επίσης για τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας που παρεμβαίνει στο πλαίσιο της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 78 του ΚΥΚ.
25
Τα σχετικά με την προέλευση μιας νόσου ζητήματα είναι, κατ' ουσίαν, ιατρικής φύσεως. Από αυτό προκύπτει ότι ούτε στην ΑΔΑ ούτε στο Πρωτοδικείο επιτρέπεται να υποκαθιστούν εν προκειμένω τη δική τους γνώμη στα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας.
26
Επομένως, το Πρωτοδικείο, κρίνοντας, αντίθετα προς τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας, η οποία είχε αρνηθεί την ύπαρξη οποιουδήποτε αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της νόσου του Gill και των καθηκόντων του στις Κοινότητες, ότι η νόσος του ενδιαφερομένου είχε προκληθεί κατά την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, παρέβη το κοινοτικό δίκαιο.
27
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της Επιτροπής είναι επίσης βάσιμος.
28
Από όλες τις προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ότι κανένας από τους λόγους που δικαιολόγησαν την ακύρωση εκ μέρους του Πρωτοδικείου της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 1988 δεν ήταν βάσιμος. Συνεπώς, η απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1990 πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι άλλοι λόγοι τους οποίους προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1990 στην υπόθεση Τ-43/89, Gill κατά Επιτροπής.
2)
Αναπέμπει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
O'Higgins
Mancini
Schoclcweiler
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Τ. F. O'Higgins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy