ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-186/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1. Νομικό πλαίοιο
1.
Κατά το άρθρο 77 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6),
«1.
O όρος “ παροχές ”, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, καθορίζει τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπονται για τους δικαιούχους συντάξεως γήρατος, αναπηρίας, εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, καθώς και τις προσαυξήσεις ή τα συμπληρώματα των συντάξεων αυτών λόγω τέκνων των δικαιούχων αυτών, με εξαίρεση των συμπληρωμάτων που χορηγούνται βάσει συστημάτων ασφαλίσεως για εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες.
2.
Οι παροχές χορηγούνται, οποιοδήποτε κι αν είναι το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί σ δικαιούχος συντάξεως ή τα τέκνα, κατά τους ακόλουθους κανόνες:
α)
στον δικαιούχο συντάξεως που οφείλεται δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνον κράτους μέλους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τη σύνταξη·
β)
στον δικαιούχο συντάξεων που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας περισσοτέρων κρατών μελών:
i)
σύμφωνα με την νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος αυτός, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γεννήθηκε κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους αυτού, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79, παράγραφος 1, περίπτωση α ),
ή
ii)
στις υπόλοιπες περιπτώσεις, σύμφωνα με εκείνη από τις νομοθεσίες των κρατών μελών αυτών στην οποία υπήχθη ο ενδιαφερόμενος επί περισσότερο χρόνο, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γεννήθηκε δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79, παράγραφος 1, περίπτωση α)' αν δεν γεννάται δικαίωμα δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, οι προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος εξετάζονται σε σχέση με τις νομοθεσίες των υπολοίπων ενδιαφερομένων κρατών μελών, κατά φθίνουσα σειρά της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία των κρατών μελών αυτών. »
2.
Κατά το παραπέμπον δικαστήριο, οι εθνικές διατάξεις που ενδέχεται να ασκούν επιρροή στην επίλυση των ζητημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο είναι οι εξής:
α)
Τα άρθρα 20 και 21 του νόμου 903 της 21ης Ιουλίου 1965, που αφορούν τις « προσαυξήσεις της συντάξεως », ορίζουν ότι « οι συντάξεις, αναπροσαρμοσμένες και συμπληρωμένες, ώστε να καλύπτουν το ελάχιστο ύψος των παροχών υποχρεωτικής ασφαλίσεως» λόγω αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων των εργαζομένων με σχέση εξηρτημένης εργασίας, «αυξάνονται» κατά ορισμένο ποσό για κάθε τέκνο, αλλά και για τη συντηρούμενη από τον συνταξιούχο σύζυγο, υπό την προϋπόθεση ότι οι πόροι αυτής της τελευταίας δεν υπερβαίνουν το ποσό που ορίζεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 21 του ίδιου νόμου.
β)
Το άρθρο 46 του νόμου 153 της 30ής Απριλίου 1969 ορίζει, στο πρώτο εδάφιο, ότι, «από 1ης Ιανουαρίου 1970, τα μερίδια προσαυξήσεως των συντάξεων που καταβάλλονται από το σύστημα υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως των εργαζομένων με σχέση εξηρτημένης εργασίας, τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21 του νόμου 903 της 21ης Ιουλίου 1965, καταβάλλονται επί δώδεκα μήνες κατ' έτος όπως και τα οικογενειακά επιδόματα που καταβάλλονται στους εργαζομένους της βιομηχανίας, μπορούν δε να χορηγούνται στον συνταξιούχο και με χωριστές καταβολές ».
γ)
Το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, του decreto-legge 30 της 2ας Μαρτίου 1974 (που κατέστη, με τροποποιήσεις, ο νόμος 114 της 16ης Απριλίου 1974) υπό τον υπότιτλο « συνταξιοδοτικές προσαυξήσεις », ορίζει τα εξής: « Από 1ης Ιανουαρίου 1974, στους δικαιούχους συντάξεων της υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων των εργαζομένων με σχέση εξηρτημένης εργασίας (... ) καταβάλλονται για τα περιγραφόμενα στο άρθρο 21 του νόμου 903 της 21ης Ιουλίου 1965 (... ) πρόσωπα, αντί των μεριδίων προσαυξήσεως, τα οικογενειακά επιδόματα που ορίζονται στο ενιαίο κείμενο που κυρώθηκε με το D. P. R. [ προεδρικό διάταγμα ] 797 της 30ής Μαΐου 1955 και τις επακολουθήσασες τροποποιήσεις του ».
Κατά το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, « τα καταβαλλόμενα βάσει του προηγουμένου εδαφίου οικογενειακά επιδόματα βαρύνουν την Cassa unica per gli assegni familiari [Ενιαίο Ταμείο Οικογενειακών Επιδομάτων ] ».
Το παραπέμπον δικαστήριο τονίζει, ως εκ τούτου, ότι τα επιδόματα αυτά δεν μπορούν να θεωρούνται πλέον ως μερίδια προσαυξήσεως της συντάξεως, αλλά ότι έχουν πλέον τη νομική μορφή διάφορης κοινωνικοασφαλιστικής παροχής, η οποία, καίτοι προϋποθέτει το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, διαθέτει διαχειριστική, οικονομική και νομική αυτοτέλεια. Η παροχή αυτή χορηγείται, και χωριστά από τη σύνταξη, από ειδικώς προς τούτο συσταθέντα οργανισμό, ο οποίος, διοικείται από το Istituto' nazionale della previdenza sociale.
δ)
Το παραπέμπον δικαστήριο προσθέτει, τέλος, χάριν πληρότητας, ότι το άρθρο 2 του νόμου 153 της 13ης Μαΐου 1988 (που είχε αρχικά τη μορφή του decreto-legge 69 της 13ης Μαρτίου 1988 ), εισήγαγε μια νέα παροχή, αποκαλούμενη « επίδομα οικογενειακής εστίας », η οποία υποκαθιστά, ως προς τους εργαζομένους με σχέση εξηρτημένης εργασίας και τους δικαιούχους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών απορρεουσών από εξηρτημένη εργασία, τα καταβαλλόμενα στο παρελθόν οικογενειακά επιδόματα. Η νέα αυτή παροχή πάντως δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.
2. Η διαφορά της κύριας οίκης
Ο G. Durighello είχε αποκτήσει στην Ιταλία δικαίωμα συντάξεως γήρατος, χάρη στον συνυπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών που είχε καταβάλει διαδοχικά σε τρία κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Ιταλία, Γαλλία και Γερμανία), όπου είχε απασχοληθεί ως μισθωτός, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71. Το Istituto nazionale della previdenza sociale (o αρμόδιος ιταλικός φορέας, στο εξής: INPS) αρνήθηκε να του καταβάλει τα προβλεπόμενα από τον ιταλικό νόμο οικογενειακά επιδόματα λόγω συντηρουμένου συζύγου, με την αιτιολογία ότι η κοινοτική νομοθεσία — μοναδική πηγή δικαίου από την οποία αυτός αρυόταν το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα — δεν προβλέπει την καταβολή τέτοιων επιδομάτων. Δεν προκύπτει ότι ο Durighello έλαβε, από τους αρμόδιους φορείς των άλλων κρατών, στις νομοθεσίες των οποίων είχε υπαχθεί, παροχές υπέρ του συντηρουμένου συζύγου του, ανάλογες προς την προβλεπόμενη από τον ιταλικό νόμο.
Ο Pretore, καθώς και το Tribunale di Udine, το οποίο επελήφθη κατ' έφεσιν, υιοθέτησαν την άποψη του INPS, απορρίπτοντας, κατά συνέπεια, την προσφυγή του Durighello, ο οποίος ζητούσε να υποχρεωθεί το INPS να του καταβάλει τα εν λόγω επιδόματα.
Αφού έκρινε ότι ο Durighello ετύγχανε « συνταξιοδοτήσεως εκ συμβάσεως σύμφωνα με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 1408/71 », δυνάμει της οποίας ελάμβανε, « από τις χώρες όπου έχει καταβάλει εισφορές, τα επιμεριστικώς αναλογούντα μερίδια συντάξεως», το κατ' έφεσιν κρίνον δικαστήριο παρατήρησε ότι « ως μόνο νομοθετικό κείμενο διέπον την υπό κρίση διαφορά » έπρεπε να θεωρηθεί « ο προαναφερθείς κανονισμός, ο οποίος, ενώ προβλέπει επιδόματα για τα συντηρούμενα τέκνα, ουδέν προβλέπει ως προς την σύζυγο ». Από την άλλη πλευρά, δεν χωρούσε επίκληση της διαφορετικής διατάξεως του ιταλικού νόμου, δεδομένου ότι « η ευρωπαϊκή κανονιστική ρύθμιση (...) κατισχύει έναντι οποιουδήποτε εθνικού κανόνα ».
Ο Durighello άσκησε στη συνέχεια αναίρεση ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου, για να επιτύχει την εξαφάνιση της προαναφερθείσας αποφάσεως, επικαλούμενος παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή από το κατ' έφεσιν κρίνον δικαστήριο των διατάξεων περί οικογενειακών επιδομάτων, τόσο της ιταλικής νομοθεσίας, όσο και του κανονισμού 1408/71.
Υποστήριξε σχετικώς ότι η λειτουργία του προαναφερθέντος κοινοτικού κανονισμού δεν είναι « να υπαγορεύσει εξ υπαρχής τη ρύθμιση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων», αλλά να προβεί στον αναγκαίο συντονισμό μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών και του κοινοτικού συστήματος. Ο κανονισμός αυτός, επομένως, δεν μπορεί να συνιστά — όπως εσφαλμένως δέχθηκε το Tribunale di Udine — τη μοναδική πηγή δικαίου που διέπει την υπό κρίση διαφορά, αλλά τελεί « σε σχέση (... ) συμπληρω-ματικότητας προς τον ιταλικό νόμο», του οποίου η εφαρμογή στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν μπορεί να αποκλεισθεί για το μόνο λόγο ότι η κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει ρητά τα οικογενειακά επιδόματα λόγω συντηρουμένου συζύγου.
Κατά τον Durighello, δεν χωρεί επίκληση ούτε « της αρχής ότι οι κοινοτικοί κανονισμοί κατισχύουν των εσωτερικών νόμων », διότι η αρχή αυτή ισχύει, σύμφωνα με τη νομολογία της Corte costituzionale [ Συνταγματικού Δικαστηρίου] (απόφαση αριθ. 170 της 8ης Ιουνίου 1984), μόνο σε περιπτώσεις «ανυπέρβλητης αντιθέσεως» μεταξύ των δύο ρυθμίσεων και υπό την προϋπόθεση ότι η μεταβιβασθείσα στην Κοινότητα εξουσία αποτυπώθηκε σε « μια ρύθμιση τελεία και αμέσως εφαρμόσιμη από τον εσωτερικό δικαστή ».
Το INPS αντέταξε τον ακόλουθο συλλογισμό.
Η μοναδική νομική βάση, από την οποία ο Durighello αρύεται το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, δεν είναι το ιταλικό, αλλά το κοινοτικό δίκαιο. Σ' αυτό επομένως πρέπει να αναχθεί κανείς για να κρίνει αν υφίσταται η όχι αξίωση επί οικογενειακών επιδομάτων για τη συντηρούμενη σύζυγο.
Το άρθρο 77 του κανονισμού 1408/71, το οποίο προβλέπει οικογενειακά επιδόματα για τα συντηρούμενα τέκνα, δεν προβλέπει ανάλογη παροχή υπέρ του συζύγου.
Η ιταλική έννομη τάξη, αντιθέτως, ναι μεν προβλέπει τέτοια παροχή, μόνον όμως υπέρ των « δικαιούχων συντάξεως εξ υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων των εργαζομένων με σχέση εξηρτημένης εργασίας », υπέρ εκείνων δηλαδή που — αντίθετα απ' ό,τι ο Durighello — απολαύουν «αυτοτελούς συντάξεως κτηθείσας βάσει περιόδων ασφαλίσεως διανυθεισών υπό την ιταλική νομοθεσία ».
Δεδομένου ότι επί του εριζομένου ζητήματος έχουν εκδοθεί δύο διισταμένες αποφάσεις του τμήματος εκδικάσεως εργατικών διαφορών του παραπέμποντος δικαστηρίου, η εκδίκαση της αναιρέσεως ανατέθηκε σε σχηματισμό αποτελούμενο από πλείονα τμήματα του εν λόγω δικαστηρίου συνεδριάζοντα από κοινού.
Συγκεκριμένα, με μια πρώτη απόφαση (απόφαση αριθ. 1172 της 4ης Φεβρουαρίου 1988), το τμήμα εργατικών διαφορών του παραπέμποντος δικαστηρίου είχε ακολουθήσει την επιχειρηματολογία του INPS, κρίνοντας ότι μόνον η κοινοτική ρύθμιση, βάσει της οποίας ο αναιρεσείων είχε αποκτήσει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, ήταν εφαρμοστέα και ότι αυτή δεν προέβλεπε την αμφισβητούμενη παροχή. Διευκρίνισε, εξ άλλου, με την απόφαση αυτή, ότι, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, οικογενειακά επιδόματα για τον σύζυγο παρέχονται μόνο στους «δικαιούχους ιταλικής συντάξεως», ως τοιαύτη δε νοείται η κτηθείσα αποκλειστικώς βάσει εισφορών που καταβλήθηκαν στην Ιταλία.
Με'μια άλλη απόφαση (απόφαση αριθ. 4241 της 21ης Ιουνίου 1988 ), το ίδιο τμήμα εργατικών διαφορών κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα, ξεκινώντας από την παραδοχή ότι το κοινοτικό καθεστώς οικογενειακών επιδομάτων δεν αποκλείει να εκδίδονται, στην ιταλική έννομη τάξη και στο πλαίσιο της ίδιας ύλης, ευνοϊκότερες διατάξεις προβλέπουσες «τη χορήγηση προσθέτων παροχών» στον εργαζόμενο ή τον συνταξιούχο, χωρίς όμως να κωλύουν την « πλήρη εφαρμογή » της κοινοτικής ρυθμίσεως. Κατόπιν δε συστηματικής εξετάσεως της ιταλικής νομοθεσίας περί « προσαυξήσεως των συνταξιοδοτικών μεριδίων» και «αντικαταστάσεως» των εν λόγω μεριδίων με τα οικογενειακά επιδόματα λόγω συντηρουμένων προσώπων, το τμήμα εργατικών διαφορών αποφάνθηκε ότι επιδόματος λόγω συζύγου δικαιούνται, στο ακέραιο και χωρίς διάκριση, «οι δικαιούχοι, χωρίς άλλο προσδιορισμό, υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, στους οποίους πρέπει (... ) να συμπεριληφθούν όλοι εκείνοι που, για οποιοδήποτε λόγο, δικαιούνται της ελαχίστης συντάξεως », την οποία χορηγεί το INPS, άρα και οι δικαιούχοι συντάξεως υπολογιζόμενης σύμφωνα με τους κανόνες του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71.
Κατά την άποψη των από κοινού συνεδριαζόντων τμημάτων του παραπέμποντος δικαστηρίου, η αναίρεση θέτει το πρόβλημα της σχέσεως μεταξύ κοινοτικής και εθνικής ρυθμίσεως, οσάκις αμφότερες ρυθμίζουν — εν όλω ή εν μέρει — την ίδια ύλη ( ήτοι εν προκειμένω, τα οικογενειακά επιδόματα υπέρ συνταξιούχων ). Θέτει επίσης το συναφές πρόβλημα — το οποίο οι προαναφερθείσες αποφάσεις επέλυσαν κατά διαφορετικούς τρόπους — αν, σε μια παρόμοια περίπτωση, εφαρμόζεται αποκλειστικά η κοινοτική ρύθμιση, δυνάμει της αρχής της- υπεροχής του κοινοτικού δικαίου επί της εθνικής νομοθεσίας, ή αν μπορούν να εφαρμοσθούν ταυτόχρονα και οι διατάξεις εθνικού νόμου που απονέμουν δικαίωμα επί κοινωνικοασφαλιστικής παροχής, της αυτής φύσεως με μια παροχή που λαμβάνεται μεν υπόψη από κοινοτικό κανονισμό, αλλά δεν προβλέπεται ούτε ρυθμίζεται ρητώς απ' αυτόν.
Το Corte suprema di cassazione, έχοντας αμφιβολίες σχετικά με την έννοια και τα όρια της εφαρμογής της κοινοτικής ρυθμίσεως, σε συνάρτηση και προς τις σχετικές διατάξεις του ιταλικού νόμου, αποφάσισε, με διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 1990, να αναστείλει τη διαδικασία, για να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Στην περιγραφόμενη ανωτέρω κατάσταση, εμποδίζουν οι κανόνες του Τίτλου III, Κεφάλαιο 8, και ειδικότερα τα άρθρα 77 έως 79, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου (με τις επακολουθήσασες τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του) την εφαρμογή — υπέρ προσώπου κατοικούντος στην Ιταλία και δικαιούχου συντάξεως γήρατος υπολογιζόμενης και καταβαλλομένης σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου III, Κεφάλαιο 3, του εν λόγω κανονισμού ( ήτοι δυνάμει του “ συνυπολογισμού ” των περιόδων εργασίας και ασφαλιστικής εισφοράς που διανύθηκαν στην Ιταλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία) — των ρυθμίσεων του ιταλικού νόμου που προέβλεπαν (από 1ης Ιανουαρίου 1974 και μέχρι την έναρξη της ισχύος του προαναφερθέντος decreto-legge 69 του 1988) δικαίωμα του συνταξιούχου να εισπράττει οικογενειακά επιδόματα και για τον συντηρούμενο σύζυγο;»
3. Η ενώπιον νου Δικαστηρίου έγγραφη διαδικασία
Η διάταξη του Corte suprema di cassazione πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιουνίου 1990.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 12 Σεπτεμβρίου 1990 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Πατάκια και τον Guido Berardis, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, και στις 17 Σεπτεμβρίου 1990, το Istituto nazionale della previdenza sociale, εκπροσωπούμενο από τους δικηγόρους Giuseppe Li Marzi, Giacomo Giordano και Giuseppe Fabiani.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Το INPS διατείνεται, κατ' αρχάς, ότι το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς στην παρούσα υπόθεση, διότι η αιτουμένη ερμηνεία της κοινοτικής διατάξεως δεν ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη εξυπηρετούσα την επίλυση της διαφοράς από το εθνικό δικαστήριο (βλ. σχετικώς διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1990, στην υπόθεση C-286/88, Falciola, Συλλογή 1990, σ. Ι-191 ).
Κατά την άποψη του, συγκεκριμένα, οι κοινοτικές διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα αφορούν τις οικογενειακές παροχές για τα συννηρού/ιενα ¿τέκνα του συνταξιούχου, ενώ ο ευεργετούμενος από την επίδικη στην κύρια δίκη παροχή είναι σύζυγος του συνταξιούχου· αυτή όμως η κατηγορία προσώπων δεν διαλαμβάνεται στις οικείες διατάξεις, το δε Δικαστήριο δεν μπορεί να την περιλάβει σ' αυτές, χωρίς να δημιουργήσει δικαιώματα τα οποία το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει.
Το INPS διατείνεται, στη συνέχεια, ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά το αν συμβιβάζονται οι κανόνες του εσωτερικού με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ενώ το Δικαστήριο μπορεί να παρεμβαίνει μόνο στην ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων και όχι στην εφαρμογή τους, η οποία παραμένει της αποκλειστικής αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων. Έτσι, παραδείγματος χάριν, με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, στην υπόθεση 6/64, Costa κατά ENEL (Race. 1964, σ. 1141 ), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι « δεν πρέπει να αποφανθεί επί του κύρους ενός ιταλικού νόμου υπό το πρίσμα της Συνθήκης, αλλά μόνο να ερμηνεύσει τα συγκεκριμένα άρθρα εν όψει των νομικών στοιχείων που εξέθεσε » το εθνικό δικαστήριο.
Κατά την άποψη του INPS, η αίτηση πρέπει, κατά συνέπεια, να κριθεί απαράδεκτη.
Το INPS διατείνεται, τέλος, ότι, για την περίπτωση που δεν ήθελε γίνει δεκτή η προεκτε-θείσα άποψη του σχετικά με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και το παραδεκτό της παρούσας υποθέσεως, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η ακόλουθη ερμηνεία των άρθρων 77 και 79 του κανονισμού 1408/71.
Κατ' αυτό, από την αλληλουχία στην οποία εντάσσεται το άρθρο 77 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο τις παροχές για συντηρούμενα τέκνα και ότι δεν είναι δυνατόν να επεκταθούν αυτές και στον συντηρούμενο σύζυγο.
Το ίδιο ισχύει, κατά το INPS, και ως προς το άρθρο 79, το οποίο περιέχει « κοινές διατάξεις » περί παροχών για συντηρούμενα τέκνα δικαιούχων συντάξεων και για ορφανά. Συγκεκριμένα, οι παραπομπές τις οποίες το άρθρο αυτό περιέχει στα άρθρα 45,46, παράγραφος 2, και 72 του ίδιου κανονισμού αποσκοπούν στην υπέρβαση των ορίων τα οποία θέτει η εθνική νομοθεσία στην κτήση του δικαιώματος επί οικογενειακών επιδομάτων λόγω τέκνων αντιθέτως, η περίπτωση του συζύγου εκφεύγει παντελώς της κοινοτικής ρυθμίσεως.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αναγνωριστεί κανένα δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων του αναιρεσείοντος για τη σύζυγο του βάσει των προαναφερομένων κοινοτικών διατάξεων. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει, κατά το INPS, τον προδήλως αλυσιτελή χαρακτήρα της παρεμβολής του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση.
Γι' αυτό το INPS φρονεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση, εφόσον σαφώς προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει καμμία σχέση με την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της κύριας δίκης ( βλ. σχετικώς απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, στην υπόθεση 126/80, Salonia, Συλλογή 1981, σ. 1563).
Το INPS τονίζει ότι, προς επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, έχει σημασία να επιλυθεί το ζήτημα αν η περίπτωση αυτού που λαμβάνει — βάσει του κανονισμού 1408/71 — από φορείς διαφόρων κρατών μελών επιμερι-στικώς αναλογούσα σύνταξη, προκύπτουσα από τον συνυπολογισμό των εισφορών που έχει καταβάλει σε διάφορες χώρες, μπορεί να εξομοιωθεί, προκειμένου να του αναγνωριστούν στην Ιταλία οικογενειακά επιδόματα για τον συντηρούμενο σύζυγο, με την περίπτωση του « δικαιούχου συντάξεων της υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων των εργαζομένων με σχέση εξηρτημένης εργασίας » κατά το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, του νόμου 114 της 16ης Απριλίου 1974.
Κατά το INPS, πάντως, το ζήτημα αυτό αφορά την εφαρμογή κανόνα του ιταλικού δικαίου και ανήκει, επομένως, στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων.
Το INPS καταλήγει, επομένως, στα εξής αιτήματα:
« 1)
επί του ζητήματος αυτού, το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς, ελλείψει αντικειμενικής ανάγκης και χρησιμότητας για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης·
2)
επικουρικώς, η αίτηση του παραπέ-μποντος δικαστηρίου πρέπει να κριθεί απαράδεκτη, διότι αφορά όχι την ερμηνεία κοινοτικών κανόνων, αλλά τη συμβατότητα τους ή μη προς κανόνες του εσωτερικού δικαίου· μια τέτοια έρευνα θα ήγε σε κρίση περί της εφαρμογής του κανόνα, εκφεύγουσα των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου·
3)
ακόμη επικουρικότερα, να αναγνωρισθεί ότι οι διατάξεις του τίτλου III, κεφάλαιο 8 (άρθρα 77 έως 79), του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του ιταλικού νόμου (που ρυθμίζουν το δικαίωμα του συνταξιούχου να εισπράττει οικογενειακά επιδόματα για τον συντηρούμενο σύζυγο ) υπέρ προσώπου κατοικούντος στην Ιταλία και δικαιούχου συντάξεως γήρατος υπολογιζόμενης και καταβαλλομένης βάσει των διατάξεων του τίτλου III, κεφάλαιο 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71, και τούτο για τους ακολούθους καθοριστικούς λόγους:
α)
τα άρθρα 77 έως 79 του τίτλου III, κεφάλαιο 8, έχουν ένα αυστηρώς οριοθετημένο περιεχόμενο, που δεν μπορεί να διευρυνθεί ως προς τις προβλεπόμενες απ' αυτά παροχές (οικογενειακές παροχές για συντηρούμενα τέκνα και για ορφανά, συνιστάμενες σε οικογενειακά επιδόματα, προσαυξήσεις και συμπληρώματα)·
β)
προϋπόθεση των παροχών αυτών είναι η νομική κατάσταση του προσώπου ( ιδιότητα του συνταξιούχου ), η οποία προβλέπεται και διέπεται από τον ίδιο κανονισμό, στον τίτλο III, κεφάλαιο 3·
γ)
το σύνολο των πιο πάνω κανόνων αποτελεί τελεία ρύθμιση, τόσο ως προς το αντικείμενο όσο και ως προς τα πρόσωπα, που δεν επιτρέπει την εφαρμογή ενός εθνικού κανόνα, του οποίου άλλωστε δεν υπάρχει ανάλογος στα άλλα κράτη μέλη·
δ)
η παροχή της οποίας επιζητείται η αναγνώριση κατ' εφαρμογήν του εθνικού ιταλικού κανόνα (οικογενειακά επιδόματα λόγω συντηρουμένου συζύγου ) είναι — όπως ορθώς επισήμανε το παραπέμπον δικαστήριο στη σελ. 11 της διατάξεως του — παροχή διαφορετική και αυτοτελής σε σχέση προς τη “ σύνταξη ”, κατ' αντίθεση προς τα “ μερίδια προσαυξήσεως ”, τα οποία προέβλεπε προηγουμένως το ιταλικό δίκαιο και τα οποία, αντίθετα απ' ό,τι τα οικογενειακά επιδόματα, αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα της συντάξεως. »
Κατά την Επιτροπή, η θέση του INPS — που εκκινεί από την αντίληψη ότι η κοινοτική ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως δημιούργησε ένα αυτοτελές σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατ' αντιδιαστολή προς τα εθνικά συστήματα και κατισχύον αυτών στις ρυθμιζόμενες απ' αυτήν περιπτώσεις — είναι αποκρουστέα.
Κατά την Επιτροπή, συγκεκριμένα, η άποψη αυτή άγει στη συνέπεια ότι — στην περίπτωση, παραδείγματος χάριν, ενός Ιταλού εργαζομένου ο οποίος εργαζόταν ανέκαθεν στην Ιταλία καταβάλλοντας εκεί εισφορές — πρέπει να εφαρμοστεί αποκλειστικά η ιταλική νομοθεσία, και ειδικότερα η συνταξιοδοτική' ενώ, αν το ίδιο αυτό πρόσωπο είχε επίσης εργαστεί και καταβάλει εισφορές σε άλλα κράτη μέλη, εφαρμοστέα θα ήταν η κοινοτική ρύθμιση, η μόνη από την οποία θα αντλούσε το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή, ο Durighello δεν θα εδικαιούτο επιδομάτων λόγω συντηρουμένου συζύγου, άπαξ αυτό δεν προβλέπεται στην κοινοτική ρύθμιση.
Αντιθέτως, κατά την άποψη της Επιτροπής, από την ανάγνωση και μόνο του άρθρου 77 του κανονισμού 1408/71 φαίνεται ότι σκοπός της διατάξεως αυτής δεν είναι να θεσπίσει κάποια ειδική ρύθμιση σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα, σε αντιδιαστολή προς τις εθνικές ρυθμίσεις, για να αναγνωρίσει, υπέρ των συνταξιούχων διακινουμένων εργαζομένων, μόνο τα επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα, αποκλείοντας τα επιδόματα για συντηρούμενο σύζυγο, ακόμη και για τα κράτη μέλη που προβλέπουν τέτοια επιδόματα, όταν η σύνταξη καταβάλλεται βάσει της νομοθεσίας αυτών. Κατά την άποψη της, το άρθρο 77 έχει απλώς ως σκοπό να ορίσει τις διαδικασίες χορηγήσεως των παροχών για τα συντηρούμενα τέκνα του συνταξιούχου στις διάφορες περιπτώσεις που προβλέπει.
Η Επιτροπή φρονεί ότι το αστήρικτο της απόψεως του INPS προκύπτει και από τη γενικότερη εκτίμηση για τον χαρακτήρα της κοινοτικής ρυθμίσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Συγκεκριμένα, όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο με σειρά αποφάσεων (μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, στην υπόθεση 733/79, Laterza, σκέψη 8, Race. 1980, σ. 1915),
«(...) οι κανονισμοί περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων δεν οργάνωσαν κάποιο κοινό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά “άφησαν να συνυπάρχουν χωριστά συστήματα, από τα οποία γεννώνται αυτοτελείς απαιτήσεις έναντι αυτοτελών φορέων, κατά των οποίων ο δικαιούχος των παροχών έχει άμεσες αξιώσεις, είτε δυνάμει του εσωτερικού αποκλειστικώς δικαίου, είτε δυνάμει του εσωτερικού δικαίου συμπληρουμένου, εν ανάγκη, από το κοινοτικό ”».
Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν γίνεται διαφορετικά, αν ληφθεί υπόψη η νομική βάση των εν λόγω κανονισμών, ήτοι το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο « (... ) προβλέπει τον συντονισμό και όχι την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών. Επομένως, το άρθρο 51 επιτρέπει να εξακολουθούν να υφίστανται διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, μεταξύ των δικαιωμάτων των προσώπων που εργάζονται σ' αυτά» (απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, στην υπόθεση 41/84, Pinna, Συλλογή 1986, σ. 17, σκέψη 20 ).
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η νομολογία αυτή άγει σε σημαντικές συνέπειες, τις οποίες περιέγραψε το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, με την προαναφερθείσα απόφαση του στην υπόθεση Laterza, ως εξής:
« (... ) “ η κοινοτική κανονιστική ρύθμιοη δεν μπορεί, πλην ρητής εξαιρέσεως ανταποκρινόμενης προς τους σκοπούς της Συνθήκης, να εφαρμόζεται κατά τρόπο τέτοιο που να στερεί τον διακινούμενο εργαζόμενο ή τους δικαιοδόχους του από την υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις μέρους της νομοθεσίας κράτους μέλους” ή που να συνεπάγεται μείωση των παροχών που οφείλονται δυνάμει αυτής της νομοθεσίας, που συμπληρώνεται από το κοινοτικό δίκαιο. Ο κανονισμός 1408/71, θεσπίζοντας και αναπτύσσοντας τους κανόνες περί συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών, εμπνέεται πράγματι από τη θεμελιώδη αρχή, που εκφράζεται στην έβδομη και την όγδοη αιτιολογική του σκέψη, ότι οι εν λόγω κανόνες πρέπει να κατοχυρώνουν στους εργαζομένους που διακινούνται εντός της Κοινότητας το σύνολο των παροχών που έχουν αποκτήσει στα διάφορα κράτη μέλη, με “ ανώτατο όριο το υψηλότερο ποσό ” των παροχών αυτών. »
Με άλλα λόγια, κατά την άποψη της Επιτροπής, αν το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ επιτρέπει στο Συμβούλιο — και το υποχρεώνει — να παρέχει δικαιώματα στους διακινούμενους εργαζομένους, αντιθέτως δεν του επιτρέπει, εφ' όσον χρόνο θα υφίστανται αυτοτελή συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, να νομοθετεί έτσι που να στερεί τους διακινούμενους εργαζομένους από τα δικαιώματα και τα πλεονεκτήματα που τους αναγνωρίζει η εθνική νομοθεσία.
Και τούτο διότι κύριος σκοπός των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι η άρση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, στην υπόθεση 75/63, Unger, Race. 1964, σ. 349).
Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο σκοπός αυτός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, αν η εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως συνεπαγόταν την κατάργηση ή τη μείωση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως των οποίων ο εργαζόμενος θα απέλαυε δυνάμει μόνης της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους. Αν, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, γινόταν δεκτή η άποψη του INPS, ο Durighello θα περιήγετο σε θέση δυσμενέστερη από εκείνην που θα προέκυπτε από την αποκλειστική εφαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας.
Η Επιτροπή διευκρινίζει, τέλος, ότι, όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, ο διακινούμενος εργαζόμενος πρέπει πάντα να βρίσκεται σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε μεταναστεύσει.
Επομένως, ο Durighello δεν μπορεί, για τον απλό λόγο ότι μετανάστευσε, να χάσει τα κοινωνικά πλεονεκτήματα των οποίων θα απέλαυε αν δεν είχε μεταναστεύσει.
Η Επιτροπή προτείνει, επομένως, να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
« Οι διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου δεν κωλύουν την εφαρμογή μιας εθνικής ρυθμίσεως, η οποία παρέχει στον συνταξιούχο, ο οποίος αντλεί το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα από τον εν λόγω κανονισμό, το δικαίωμα να λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα και για τον συντηρούμενο σύζυγο. »
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 28ης Νοεμβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-186/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte suprema di cassazione προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Giacomo Durighello
και
Istituto nazionale della previdenza sociale ( INPS ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 77 έως 79 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, R. Joliét, F. Α. Schockweiler και F. Grévisse, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven,
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
το Istituto nazionale della previdenza sociale, εκπροσωπούμενο από τους δικηγόρους Giuseppe Li Marzi, Giacomo Giordano και Giuseppe Fabiani, patrocinanti in cassazione,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Πατάκια και τον Guido Berardis, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουλίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Ιουνίου 1990, το Corte suprema di cassazione υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 77 έως 79 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Durighello και του Istituto nazionale della previdenza sociale (στο εξής: INPS) σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία για τον συντηρούμενο σύζυγο.
3
Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ο Durighello, ιταλικής ιθαγενείας, εργάστηκε διαδοχικά ως μισθωτός σε τρία κράτη μέλη ( Ιταλία, Γαλλία και Γερμανία ) και κατοικεί σήμερα στην Ιταλία, όπου λαμβάνει σύνταξη. Ωστόσο, το INPS αρνήθηκε να του χορηγήσει τα επίδικα επιδόματα, με την αιτιολογία ότι το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα το απέκτησε κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1408/71, εφόσον οι περίοδοι ασφαλίσεως που είχε συμπληρώσει στην Ιταλία δεν ήσαν αρκετές για να μπορέσει να λάβει αυτοτελή σύνταξη βάσει του ιταλικού νόμου, ο δε προαναφερθείς κανονισμός δεν περιέχει διατάξεις περί οικογενειακών επιδομάτων για τον συντηρούμενο σύζυγο του συνταξιούχου.
4
Αφού η προσφυγή που άσκημε κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε πρώτα από τον Pretore di Udine και έπειτα από το Tribunale di Udine, ο Durighello άσκησε αναίρεση ενώπιον του Corte di cassazione, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία, για να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Στην περιγραφόμενη ανωτέρω κατάσταση, εμποδίζουν οι κανόνες του Τίτλου III, Κεφάλαιο 8, και ειδικότερα τα άρθρα 77 έως 79, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου (με τις επακολουθήσασες τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του) την εφαρμογή — υπέρ προσώπου κατοικούντος στην Ιταλία και δικαιούχου συντάξεως γήρατος υπολογιζόμενης και καταβαλλομένης σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου III, Κεφάλαιο 3, του εν λόγω κανονισμού ( ήτοι δυνάμει του “ συνυπολογισμού ” των περιόδων εργασίας και ασφαλιστικής εισφοράς που διανύθηκαν στην Ιταλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία ) — των ρυθμίσεων του ιταλικού νόμου που προέβλεπαν ( από 1ης Ιανουαρίου 1974 και μέχρι την έναρξη της ισχύος του προαναφερθέντος decretolegge 69 του 1988 ) δικαίωμα του συνταξιούχου να εισπράττει οικογενειακά επιδόματα και για τον συντηρούμενο σύζυγο; »
5
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η ισχύουσα ρύθμιση, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6
Με το ερώτημα του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί, κατ' ουσίαν, να πληροφορηθεί αν τα άρθρα 77 έως 79 του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71 έχουν την έννοια ότι κωλύουν την εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους, η οποία προβλέπει οικογενειακά επιδόματα για τον συντηρούμενο σύζυγο συνταξιούχου, στην περίπτωση προσώπου το οποίο λαμβάνει σύνταξη γήρατος κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1408/71.
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
7
Το INPS υποστηρίζει ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, διότι: αφενός, η αιτούμενη από το Δικαστήριο ερμηνεία των άρθρων 77 έως 79 του κανονισμού 1408/71 είναι άσκοπη, κατά το μέτρο που οι διατάξεις αυτές αφορούν μόνο τις οικογενειακές παροχές για συντηρούμενα τέκνα και όχι, επομένως, παροχές σαν τις επίδικες στη διαφορά της κύριας δίκης* αφετέρου, το υποβαλλόμενο στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα αφορά το αν η ιταλική νομοθεσία συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, ζήτημα για το οποίο το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο.
8
Ως προς το πρώτο ζήτημα, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, στην υπόθεση C-368/89, Crispoltoni, Συλλογή 1991, σ. Ι-3695, σκέψη 10), αποκλειστικώς αρμόδια να εκτιμούν — ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως —, πρώτον, αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως τους είναι αναγκαία για να μπορέσουν να εκδώσουν τη δική τους απόφαση και, δεύτερον, αν τα ερωτήματα που υποβάλλουν στο Δικαστήριο ασκούν επιρροή στην έκβαση της εκκρεμούς ενώπιον τους διαφοράς, είναι τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και φέρουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδώσουν.
9
Δεν είναι δυνατή η απόρριψη αιτήσεως που υπέβαλε εθνικό δικαστήριο, παρά μόνον αν είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή η εξέταση του κύρους κοινοτικού κανονισμού, την οποία ζητεί το εν λόγω δικαστήριο, δεν έχουν καμμία σχέση με την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της κύριας δίκης ( βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, στην υπόθεση 126/80, Salonia, Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 6, και της 11ης Ιουλίου 1991, στην υπόθεση Crispoltoni, όπ.π., σκέψη 11 ). Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση.
10
Ως προς το δεύτερο ζήτημα, αρκεί να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης, ναι μεν το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται αν μια εθνική ρύθμιση συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, είναι όμως αρμόδιο να παρέχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που μπορούν να το διευκολύνουν να προβεί αυτό σ' αυτήν την εκτίμηση, προκειμένου να εκδικάσει την εκκρεμή ενώπιον του διαφορά ( βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, στην υπόθεση C-369/89, Piageme, Συλλογή 1991, σ. Ι-2971, σκέψη 7).
Επί της ουσίας
11
Το INPS παρατηρεί ότι τα άρθρα 77 έως 79 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αφορούν μόνο τις οικογενειακές παροχές για συντηρούμενα τέκνα. Επομένως, ένα πρόσωπο που βρίσκεται στην κατάσταση του Durighello δεν δικαιούται οικογενειακών επιδομάτων για τον συντηρούμενο σύζυγο.
12
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
13
Είναι αλήθεια ότι τα προαναφερθέντα άρθρα 77 έως 79 δεν αφορούν τις παροχές για συντηρούμενο σύζυγο. Πράγματι, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα των εν λόγω διατάξεων, όπως και από τους τίτλους αυτών, αυτές αφορούν αποκλειστικά τις παροχές για συντηρούμενα τέκνα και για ορφανά. Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει το γεγονός ότι οι εν λόγω διατάξεις περιέχονται στο κεφάλαιο 8 του τίτλου III του κανονισμού 1408/71, το οποίο επιγράφεται « Παροχές για τέκνα συντηρούμενα από δικαιούχους συντάξεων και για ορφανά ».
14
Πρέπει, ωστόσο, να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι κανονισμοί περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων δεν οργάνωσαν κάποιο κοινό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλ' άφησαν να συνυπάρχουν χωριστά συστήματα, από τα οποία γεννώνται αυτοτελείς απαιτήσεις έναντι αυτοτελών φορέων, κατά των οποίων ο δικαιούχος των παροχών έχει άμεσες αξιώσεις, είτε δυνάμει του εσωτερικού αποκλειστικώς δικαίου, είτε δυνάμει του εσωτερικού δικαίου συμπληρουμένου, εν ανάγκη, από το κοινοτικό ( βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979, στην υπόθεση 100/78, Rossi, Race. 1979, σ. 831, σκέψη 13 ).
15
Πρέπει, εξ άλλου, να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 1975, στην υπόθεση 24/75, Petrani, Race. 1975, σ. 1149, σκέψη 13, και της 15ης Οκτωβρίου 1991, στην υπόθεση C-302/90, Faux, Συλλογή 1991, σ. I-4875, σκέψη 27), ο σκοπός των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης θα ματαιωνόταν, αν επρόκειτο οι εργαζόμενοι να χάνουν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως τις οποίες τους εξασφαλίζει από μόνη της η νομοθεσία ενός κράτους μέλους, διότι άσκησαν το δικαίωμα τους της ελεύθερης κυκλοφορίας.
16
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη χάρη στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 45 του κανονισμού 1408/71 — δυνάμει των οποίων λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας τις οποίες έχει διανύσει υπό διάφορες νομοθεσίες — και όχι δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας, δεν είναι ικανό να τον στερήσει των επιδομάτων που προβλέπει υπέρ των συνταξιούχων το εθνικό δίκαιο.
17
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τα άρθρα 77 έως 79 του κανονισμού 1408/71 δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να καταλήγουν να στερούν ένα διακινούμενο εργαζόμενο, ευρισκόμενο σε μια κατάσταση σαν την υπό κρίση στην κύρια δίκη, παροχών τις οποίες αυτός θα μπορούσε να αξιώσει αν ίσχυε στην περίπτωση του αποκλειστικά η νομοθεσία ενός κράτους μέλους.
18
Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 77 έως 79 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, δεν έχουν την έννοια ότι κωλύουν την εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους, η οποία προβλέπει οικογενειακά επιδόματα για τον συντηρούμενο σύζυγο συνταξιούχου, στην περίπτωση προσώπου το οποίο λαμβάνει σύνταξη γήρατος κατ' εφαρμογήν του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 1990 το Corte suprema di cassazione, αποφαίνεται:
Το άρθρο 77 έως 79 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, δεν έχουν την έννοια ότι κωλύουν την εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους, η οποία προβλέπει οικογενειακά επιδόματα για τον συντηρούμενο σύζυγο συνταξιούχου, στην περίπτωση προσώπου το οποίο λαμβάνει σύνταξη γήρατος κατ' εφαρμογήν του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71.
Due
Joliét
Schockweiler
Grévisse
Mancini
Moitinho de Almeida
Rodríguez
Iglesias
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Νοεμβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy