ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-196/90 ( *1 )
Περιστατικά και νομικό πλαίσιο
1.
Το Fonds voor Arbeidsongevallen, αναιρε-σείον (στο εξής: Fonds), είναι ένα δημόσιο ίδρυμα το οποίο, δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 1, του βελγικού νόμου της 10ης Απριλίου 1971 περί εργατικών ατυχημάτων (Belgisch Staatsblad, 1971, σ. 5201), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, έχει ως αποστολή « 1 την ανόρθωση των ζημιών που προκύπτουν από εργατικά ατυχήματα που υφίστανται οι ναυτικοί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ».
2.
Η αναιρεσίβλητη είναι η Madeleine De Paep, σύζυγος του Germain Ackx και μητέρα του Piet Ackx, και των δύο αποβιωσάντων κατά το ναυάγιο του αλιευτικού Hosanna στο οποίο εργάζονταν.
3.
Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων έχει ως αντικείμενο τη χορήγηση ισόβιας συντάξεως την οποία η De Paep ζητεί από το Fonds ως αποζημίωση για το θάνατο του υιού της.
4.
Τα περιστατικά από τα οποία προέκυψε η παρούσα διαφορά μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Το πλοίο Hosanna ανήκει στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης (SPRL) De Pax, με έδρα το Knokke-Heist ( Βέλγιο ), της οποίας η De Paep ήταν διαχειριστής. Κατόπιν προσαράξεως που συνέβη στις 20 Ιουλίου 1979, το πλοίο υπέστη σημαντικές ζημίες και χαρακτηρίστηκε ακατάλληλο για πλεύση στη θάλασσα. Κατά τη βελγική νομοθεσία, η απαγόρευση ναυσιπλοΐας που επιβλήθηκε ως προς το σκάφος θα έπαυε μόνο μετά τη, δεόντως εγκεκριμένη, επισκευή του.
5.
Στις 29 Ιανουαρίου 1980, το πλοίο πωλήθηκε στην αγγλική εταιρία Minerva Fisheries Ltd, η οποία το νηολόγησε ως βρετανικό σκάφος. Το ήμισυ των μετοχών της αγγλικής αυτής εταιρίας ανήκε από κοινού σε κάποιον Ο' Connors και τη συζύγό του, το δε άλλο ήμισυ στον Germain Ackx και τη σύζυγό του Madeleine de Paep.
6.
Εν όψει του τελευταίου του ταξιδιού, το πλοίο, χωρίς να έχει προηγουμένως επισκευαστεί, ασφαλίστηκε εν τάχει για ποσό 82000 λιρών στερλινών (UK£). Τη νύχτα της 15ης προς τη 16η Φεβρουαρίου 1980 το πλοίο ναυάγησε στη θάλασσα υπό εξαιρετικά ύποπτες συνθήκες. Ο Germain Ackx, πλοίαρχος του πλοίου, και ο Piet Ackx, μέλος του πληρώματός του, φέρθηκαν ως αγνοούμενοι. Με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1981 του rechtbank van eereste aanleg te Brugge κηρύχθηκαν επισήμως σε αφάνεια. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο Piet Ackx εξακολουθούσε να αμείβεται από την εταιρία De Pax.
7.
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών ( βλ. την κωδικοποίηση του κανονισμού 1408/71, όπως δημοσιεύθηκε στην PB C 138 της 9ης Ιουνίου 1980, σ. 1· η εν λόγω διάταξη συμπίπτει κατ' ουσία με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού, όπως ήδη ισχύει ) είχε ως εξής:
«2.
Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17:
α)
(...)
β)
το πρόσωπο που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε πλοίο υπό σημαία ενός κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού. »
8.
Πάντως, το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71, πάντοτε όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών (πρόκειται κατ' ουσία για το άρθρο 14 β, παράγραφος 4, όπως ήδη ισχύει ), προέβλεπε μια εξαίρεση από τον προηγούμενο κανόνα, ορίζοντας τα εξής:
« Ο κανόνας του άρθρου 13, παράγραφος 2, περίπτωση β, ισχύει, με την επιφύλαξη των εξής εξαιρέσεων και ειδικών περιπτώσεων:
(...)
γ)
το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε πλοίο υπό σημαία κράτους μέλους και αμείβεται για τη δραστηριότητα αυτή από επιχείρηση ή πρόσωπο που εδρεύει ή κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους αν κατοικεί στο έδαφός του· η επιχείρηση ή πρόσωπο που καταβάλλει την αμοιβή θεωρείται ως εργοδότης για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής. »
9.
Το Fonds αρνήθηκε να προβεί στην καταβολή που ζήτησε η De Paep, η οποία τότε άσκησε προσφυγή ενώπιον του arbeidsrechtbank te Brugge (Βέλγιο). Με απόφαση της 28ης Δεκεμβρίου 1982, το δικαστήριο αυτό δέχτηκε το αίτημα της De Paep.
10.
Το Fonds άσκησε έφεση κατά αυτής της αποφάσεως ενώπιον του arbeidshof te Gent, afdeling Brugge. Το δικάζον κατ' έφεση δικαστήριο εκκινεί από τη σκέψη ότι κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος ο Piet Ackx είχε την κατοικία του στο Βέλγιο και ότι, ακόμη και αν εργαζόταν σε βρετανικό αλιευτικό, αμειβόταν για την εργασία του αυτί] από μια επιχείρηση που είχε την έδρα της στο Βέλγιο, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71 και, κατά συνέπεια, έπρεπε να εφαρμοστεί η βελγική νομοθεσία περί εργατικών ατυχημάτων. Έτσι, έκρινε ότι πρέπει να χορηγηθεί στην De Paep σύνταξη αντίστοιχη προς το 20 % των ετήσιων αποδοχών του Piet Ackx.
11.
Το Fonds άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του arbeidshof te Gent.
12.
Το Hof van cassatie van België βρέθηκε αντιμέτωπο με δύο προβλήματα. Πρώτον, διαπίστωσε ότι δυνάμει του άρθρου 89, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 5ης Ιουνίου 1928, περί ρυθμίσεως των συμβάσεων ναυτολογήσεως ( Belgisch Staatsblat της 26. 7. 1928 ), η σύμβαση ναυτολογήσεως λήγει, όποια και αν είναι φύση της, μεταξύ άλλων, λόγω της ανικανότητας προς πλεύση του σκάφους που διαπιστώνεται επισήμως. Στηριζόμενο στο γεγονός ότι το πλοίο Hosanna είχε χαρακτηριστεί ακατάλληλο για πλεύση στη θάλασσα, το Hof van cassatie συνήγαγε το συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με τη βελγική νομοθεσία, ο Piet Ackx δεν δεσμευόταν με σύμβαση εργασίας κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος. Έθεσε πάντως το ερώτημα αν, για την εφαρμογή των άρθρων 13, παράγραφος 2, στοιχείο β, και 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71, η σχέση εργασίας μεταξύ ενός ναυτικού και της επιχειρήσεως που τον αμείβει πρέπει να κρίνεται ενόψει της νομοθεσίας της χώρας στην οποία η επιχείρηση αυτή έχει την έδρα της.
13.
Δεύτερον, το Hof van cassatie διαπίστωσε ότι, δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος βελγικού νόμου της 10ης Απριλίου 1971 περί εργατικών ατυχημάτων, θεωρούνται ως «ναυτικοί»: «4 τα μέλη του πληρώματος βελγικού αλιευτικού ». Εκκινώντας από τη σκέψη ότι κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος το εν λόγω πλοίο ήταν υπό βρετανική σημαία, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι ο βελγικός νόμος περί εργατικών ατυχημάτων δεν μπορούσε να εφαρμοστεί. Έθεσε πάντως το ερώτημα κατά πόσο πρέπει να εφαρμοστεί ο κανονισμός 1408/71, δοθέντος ότι ενδιαφερόμενος αμειβόταν από μια επιχείρηση που είχε έδρα στο Βέλγιο.
14.
Θεωρώντας έτσι ότι η διαφορά συνεπάγεται προβλήματα ερμηνείας των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και των διατάξεων του κανονισμού 1408/71, το Hof van cassatie België, με απόφαση της 18ης Ιουνίου 1990, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί με προδικαστική απόφαση επί των ακολούθων ερωτημάτων:
« Σε περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο, που έχει την κατοικία του στο Βέλγιο, εργάζεται σε αλιευτικό σκάφος με αγγλική σημαία και αμείβεται από επιχείρηση που έχει την έδρα της στο Βέλγιο, υφίσταται εργατικό ατύχημα πάνω σ' αυτό το πλοίο:
1)
Έχουν την έννοια τα άρθρα 13, παράγραφος 2, στοιχείο β ( ήδη γ ), και 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ ( ήδη 14β ), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ότι η σχέση εργασίας μεταξύ του ενδιαφερομένου και της επιχειρήσεως που τον αμείβει πρέπει να κρίνεται βάσει του νόμου της χώρας στην οποία η επιχείρηση έχει την έδρα της;
2)
Έχουν την έννοια οι διατάξεις της κοινοτικής ρυθμίσεως περί της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων από τα κράτη μέλη, ιδίως τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και τα άρθρα 3, παράγραφος 1, 13, παράγραφος 2, στοιχείο β (ήδη γ), και 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, (ήδη 14β), ότι εμποδίζουν τη νομοθεσία της οικείας χώρας που ρυθμίζει τη σύμβαση εργασίας και τη νομοθεσία της ίδιας χώρας που ρυθμίζει τα της αποζημιώσεως σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος να έχουν ως αποτέλεσμα να μη μπορεί ο ενδιαφερόμενος, ως προς τη σχέση του με την επιχείρηση που τον αμείβει και τη σχέση του ( καθώς και αυτή των ελκόντων δικαιώματα από αυτόν ) με τον υπόχρεο για την καταβολή αποζημιώσεως στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος, να επικαλεσθεί τις νομοθεσίες αυτές, επειδή το πλοίο δεν είχε τη σημαία της χώρας στην οποία η επιχείρηση έχει την έδρα της; »
Διαδικασία
15.
Η απόφαση του Hof van cassatie van België πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουνίου 1990.
16.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις στις 16 Οκτωβρίου 1990.
17.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα. Από την Επιτροπή ζητήθηκε να απαντήσει εγγράφως σε μία ερώτηση.
Γραπτές παρατηρήσεις
Επί του πρώτον ερωτήματος
18.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται ως προς τους εργαζομένους κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α, και στους « κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως » που αναφέρονται στο άρθρο 4, αλλά δεν περιέχει κανένα κανόνα βάσει του οποίου να είναι δυνατό να καθορισθεί το εθνικό αστικό δίκαιο που διέπει τη συμβατική σχέση μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου. Αυτό αποτελεί ζήτημα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Εν προκειμένω, η Επιτροπή αναφέρει το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης, της 19ης Ιουνίου 1980, περί του εφαρμοστέου νόμου στις ενοχικές συμβάσεις ( PB L 266 ), έστω και αν αυτή η Σύμβαση δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ.
19.
Πάντως, δεν έχει μεγάλη σημασία το ότι η σύμβαση εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ της εταιρίας De Pax και του Piet Ackx διέπεται από το βελγικό ή το αγγλικό δίκαιο. Εν πάση περιπτώσει, η εφαρμοστέα νομοθεσία δεν μπορεί να θίξει δικαιώματα που απολαύει ο εργαζόμενος βάσει του κανονισμού. Εν προκειμένω, το Fonds δεν μπορεί να επικαλείται το άρθρο 89, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου περί ρυθμίσεως των ναυτικών συμβάσεων εργασίας για να θεωρήσει ότι ο Piet Ackx δεν δεσμεύεται με σύμβαση εργασίας.
Επί τον δευτέρου ερωτήματος
20.
Κατά την Επιτροπή, αυτό που καθορίζει την ιδιότητα του εργαζομένου κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71 — και επομένως τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού αυτού — είναι η υπαγωγή του ενδιαφερομένου σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, στοιχείο α. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτό συμβαίνει, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η νομοθεσία στην οποία υπάγεται ο ενδιαφερόμενος δυνάμει των διατάξεων του τίτλου II του κανονισμού. Εν προκειμένω, ενόψει του άρθρου 14β, παράγραφος 4, εφαρμοστέα είναι η βελγική νομοθεσία, επειδή, ακόμη και αν κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος το πλοίο ήταν υπό βρετανική σημαία, είναι βέβαιο ότι ο Ackx είχε την κατοικία του στο Βέλγιο και ότι η επιχείρηση που του κατέβαλλε τις αποδοχές του ήταν επίσης εγκατεστημένη στο Βέλγιο.
21.
Η Επιτροπή τονίζει στη συνέχεια ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η εθνική νομοθεσία που είναι εφαρμοστέα βάσει του τίτλου II του κανονισμού δεν μπορεί να θέτει τέτοιου είδους εδαφικές προϋποθέσεις ώστε να καθίσταται η ίδια ανεφάρμοστη. Αναφέρεται συναφώς στις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 39/76, Mouthaan (Jurispr. 1976, σ. 1901), της 23ης Σεπτεμβρίου 1982, 275/81, Koks (Συλλογή 1982, σ. 3013), και 276/81, Knijpers, (Συλλογή 1982, σ. 3027), της 10ης Ιουλίου 1986, 60/85, Luijten ( Συλλογή 1986, σ. 2365), και της 3ης Μαΐου 1990, C-2/89, Kits van Heijningen ( Συλλογή 1990, σ. I-1755).
22.
Ειδικότερα, η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο, με την απόφαση του της 3ης Μαΐου 1990, Kist van Heijningen, προαναφερθείσα, στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71, όσον αφορά την προϋπόθεση κατοικίας που ήταν απαραίτητη κατά την ολλανδική νομοθεσία, πρέπει, κατά την άποψη της Επιτροπής, να γίνει επίσης δεκτή και ως προς το άρθρο 14β, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, όσον αφορά την προϋπόθεση της ιθαγένειας του πλοίου που επιβάλλεται από τη βελγική νομοθεσία.
23.
Από την προναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι οι κανόνες άρσεως συγκρούσεως νόμων βάσει του τίτλου II του κανονισμού 1408/71 δεν καθορίζουν απλώς μέσω αποκλεισμού την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, αλλά καθιστούν επίσης ανενεργούς τους από απόψεως εδαφικότητας εθνικούς κανόνες, εφόσον αυτοί συνεπάγονται την αδυναμία εφαρμογής της οικείας νομοθεσίας με αποτέλεσμα ο ενδιαφερόμενος να μην υπάγεται συνεπεία του γεγονότος αυτού σε κανένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
24.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στα δύο προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
« Οι διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, ιδίως δε των άρθρων 13, παράγραφος 2, στοιχείο γ, και 14β, παράγραφος 4, συνεπάγονται την αδυναμία αντιτά-ξεως στα πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτές τις διατάξεις ή στους έλκοντες από αυτά δικαιώματα ρήτρας της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας δυνάμει της οποία η υπαγωγή σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται από τη νομοθεσία αυτή εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος ασκεί δραστηριότητες σε πλοίο υπό τη σημαία του εν λόγω κράτους μέλους. »
Απάντηση στη ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο
25.
Το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει ποιες είναι οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 που εμποδίζουν την εφαρμογή του άρθρου 89, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 5ης Ιουνίου 1928 και να εκθέσει τις σκέψεις που την ωθούν σ' αυτήν την ερμηνεία.
26.
Απαντώντας στην ερώτηση αυτή, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 89, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 5ης Ιουνίου 1928, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, αυτό δε τόσο από απόψεως εθνικού δικαίου και ιδιωτικού διεθνούς δικαίου όσο και κοινοτικού δικαίου.
27.
Στο εθνικό δίκαιο η εφαρμογή αυτής της διατάξεως δεν θα είχε εν προκειμένω έννοια για δύο λόγους. Πρώτον, κατά το άρθρο 17 του νόμου του 1928, ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται στις ναυτικές συμβάσεις εργασίας « που συνάπτονται από τους βέλγους ναυτικούς, ακόμα και στο Βέλγιο, για παροχή υπηρεσιών σε αλλοδαπό πλοίο ». Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος ο Piet Ackx έπλεε επί βρετανικού πλοίου.
28.
Δεύτερον, ακόμη και αν ο νόμος του 1928 ήταν εφαρμοστέος κατά την ημερομηνία του ατυχήματος, δεν θα μπορούσε να αποκλείσει την εφαρμογή του βελγικού νόμου περί εργατικών ατυχημάτων, επειδή, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού νόμου, « η ακυρότητα της συμβάσεως μισθώσεως εργασίας δεν είναι αντιτάξιμη στην εφαρμογή του παρόντος νόμου ». Η Επιτροπή προσθέτει συναφώς ότι, ακόμη και αν κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος δεν υφίστατο, δυνάμει του βελγικού νόμου του 1928, σύμβαση ναυτολογήσεως, εν τούτοις συνέτρεχαν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από το βελγικό κοινό δίκαιο ( εργασία, αμοιβή και σχέση εξαρτημένης εργασίας) ώστε να συναχθεί η ύπαρξη σχέσεως εργασίας μεταξύ του Piet Ackx και της εταιρίας De Pax.
29.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αν, κατά τους κανόνες του διεθνούς ιδιωτικού δικαίον του εθνικού δικαστηρίου, η σχέση εργασίας μεταξύ Piet Ackx και της εταιρίας De Pax διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, ο βελγικός νόμος του 1928 δεν θα μπορεί κατά συνέπεια να εφαρμοστεί' αν, αντιθέτως, στη σχέση αυτή πρέπει να εφαρμοστεί το βελγικό δίκαιο, δεν θα εφαρμοστεί σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο νόμος του 1928.
30.
Τέλος, η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι από απόψεως κοινοτικού δικαίου το ζήτημα αν συνάδει το άρθρο 89, παράγραφος 2, του νόμου του 1928 με το άρθρο 14β, παράγραφος 4 ( όπως ήδη ισχύει), του κανονισμού 1408/71 θα ετίθετο αν, σε αντίθεση προς τα προεκτεθέντα, θα έπρεπε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εργασίας κατά την έννοια του νόμου του 1928 αποτελεί την προϋπόθεση της εφαρμογής εν προκειμένω του βελγικού νόμου περί εργατικών ατυχημάτων.
31.
Η Επιτροπή εκθέτει συναφώς ότι το γεγονός ότι η εθνική διάταξη αποσκοπεί στη λήξη της συμβάσεως ναυτολογήσεως σε περίπτωση ανικανότητας προς πλεύση του πλοίου δεν αποτελεί καθεαυτό κριτήριο από άποψη εδαφικότητας που συνεπάγεται την αδυναμία εφαρμογής του βελγικού δικαίου περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο όρος της υπάρξεως ορισμένης συμβάσεως εργασίας αποτελεί μάλλον προϋπόθεση υπαγωγής στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
32.
Εν τούτοις, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δυνάμει του άρθρου 89, παράγραφος 2, του νόμου του 1928 δεν μπορεί να υπάρχει « εργατικό ατύχημα » σε μια περίπτωση όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης· η άποψη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή της βελγικής νομοθεσίας περί εργατικών ατυχημάτων στην περίπτωση του Piet Ackx. Με άλλα λόγια, το πρόσωπο που εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 δεν είναι ασφαλισμένο κατά κινδύνου που καλύπτεται από το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του. Όμως, το αποτέλεσμα αυτό είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 14, παράγραφος 4 (όπως ήδη ισχύει), του κανονισμού.
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 4ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-196/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hof van cassatie van België προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Fonds voor Arbeidsongevallen
και
Madeleine De Paep,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των άρθρων 3, παράγραφος 1, 13, παράγραφος 2, στοιχείο β, και 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ), όπως ίσχυε τον Φεβρουάριο 1980 ( και στη συνέχεια κωδικοποιήθηκε και δημοσιεύθηκε στο PB C 138, σ. 1 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, T. F. O'Higgins, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Β. J. Drijber, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 18ης Ιουνίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Ιουνίου 1990, το Hof van cassatie van België υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των άρθρων 3, παράγραφος 1, 13, παράγραφος 2, στοιχείο β, και 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ), όπως ίσχυε τον Φεβρουάριο 1980 ( και στη συνέχεια κωδικοποιήθηκε και δημοσιεύθηκε στο PB C 138, σ. 1 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Fonds voor Arbeidsongevallen, βελγικό δημόσιο ίδρυμα που έχει ως αποστολή την αποκατάσταση των ζημιών που προκύπτουν από εργατικά ατυχήματα, αναιρεσείοντος ( στο εξής: Fonds ), και της Madeleine De Paep, αναιρεσίβλητης, σχετικά με την άρνηση του Fonds να χορηγήσει στην De Paep ισόβια σύνταξη ως αποζημίωση για τον θάνατο του υιού της Piet Ackx.
3
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος ο Piet Ackx εργαζόταν μαζί με τον Germain Ackx, σύζυγο της De Paep, στο πλοίο Hosanna. Το πλοίο αυτό ανήκε στην εταιρία De Pax, με έδρα το Knokke-Heist ( Βέλγιο ), της οποίας η De Paep ήταν διαχειριστής. Το πλοίο, συνεπεία προσαράξεώς του στις 20 Ιουλίου 1979, υπέστη σημαντικές ζημίες και χαρακτηρίστηκε ακατάλληλο προς πλεύση στη θάλασσα. Κατά τη βελγική νομοθεσία, η απαγόρευση πλεύσεως του πλοίου μπορούσε να λήξη μόνο μετά τη, δεόντως εγκεκριμένη, επισκευή του. Πάντως δεν έγινε καμία επισκευή του πλοίου.
4
Στις 29 Ιανουαρίου 1980, το πλοίο πωλήθηκε στη βρετανική εταιρία Minerva Fisheries Ltd, η οποία το νηολόγησε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η De Paep και ο σύζυγός της, ο Germain Ackx, κατείχαν το ήμισυ των μετοχών της εταιρίας αυτής.
5
Τη νύχτα της 15ης προς την 16η Φεβρουαρίου 1980 το πλοίο ναυάγησε. Ο Germain Ackx, πλοίαρχος, και ο Piet Ackx, μέλος του πληρώματος, φέρθηκαν ως αγνοούμενοι. Με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1981 του rechtbank van eerste aanleg te Brugge κηρύχθηκαν επισήμως σε αφάνεια. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ο Piet Ackx εξακολουθούσε να αμείβεται από την εταιρία De Pax.
6
Δεδομένου ότι το Fonds αρνήθηκε να χορηγήσει την κατ' αίτηση της De Paep ισόβια σύνταξη ως αποζημίωση για τον θάνατο του υιού της, η ενδιαφερομένη άσκησε προσφυγή ενώπιον του arbeidsrechtbank te Brugge. Με απόφαση της 28ης Δεκεμβρίου 1982, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε το αίτημα της De Paep.
7
Το Fonds άσκησε έφεση ενώπιον του arbeidshof te Gent. Με απόφαση της 9ης Ιουνίου 1988, το arbeidshof έκρινε ότι, σύμφωνα με τους κανόνες άρσεως συγκρούσεως που ορίζονται στον κανονισμό 1408/71, εφαρμοστέα εν προκειμένω ήταν η βελγική νομοθεσία περί εργατικών ατυχημάτων και, κατά συνέπεια, επιδίκασε στην De Paep σύνταξη αντίστοιχη προς το 20 % των ετησίων αποδοχών του υιού της.
8
Κατόπιν αναιρέσεως που άσκησε το Fonds κατά της αποφάσεως του arbeidshof te Gent, το Hof van cassatie van België βρέθηκε αντιμέτωπο με δύο προβλήματα. Πρώτον, διαπίστωσε ότι δυνάμει του άρθρου 89, παράγφαφος 2, του βελγικού νόμου της 5ης Ιουνίου 1928, περί ρυθμίσεως των συμβάσεων ναυτολογήσεως ( Belgisch Staatsblad της26. 7. 1928), η σύμβαση ναυτολογήσεως λήγει, όποια και αν είναι η φύσης της, μεταξύ άλλων, συνεπεία επισήμως διαπιστουμένης ακαταλληλότητας του πλοίου προς πλεύση. Στηριζόμενο στο γεγονός ότι το πλοίο Hosanna είχε χαρακτηριστεί ακατάλληλο προς πλεύση, το Hof van cassatie κατέληξε στο ότι, κατά τη βελγική νομοθεσία, ο Piet Ackx δεν δεσμευόταν με σύμβαση εργασίας κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος. Έθεσε πάντως το ερώτημα αν, για την εφαρμογή των άρθρων 13, παράγραφος 2, στοιχείο β, και 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71, το κύρος συμβάσεως εργασίας ή η ύπαρξη σχέσεως εργασίας μεταξύ ενός ναυτικού και της επιχειρήσεως που τον αμείβει πρέπει να κρίνεται με βάση τη νομοθεσία της χώρας στην οποία η επιχείρηση αυτή έχει την έδρα της.
9
Δεύτερον, το Hof van cassatie τόνισε ότι δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο 1, του βελγικού νόμου της 10ης Απριλίου 1971 περί εργατικών ατυχημάτων ( Belgiscb Staatsblad, 1971, σ. 5201 ), όπως ίσχυε κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος, το Fonds έχει ως αποστολή την αποκατάσταση των ζημιών που υφίστανται οι ναυτικοί από εργατικά ατυχήματα, ενώ, κατά το άρθρο 76, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου, θεωρούνται ως « ναυτικοί » : « 4 τα πληρώματα βελγικών αλιευτικών ». Εκκινώντας από τη σκέψη ότι κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος το εν λόγω πλοίο είχε βρετανική σημαία, κατέληξε στο ότι ο βελγικός νόμος περί εργατικών ατυχημάτων δεν μπορούσε να εφαρμοστεί. Έθεσε πάντως το ερώτημα κατά πόσο πρέπει να εφαρμοστεί ο κανονισμός 1408/71, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος αμειβόταν από επιχείρηση που είχε την έδρα της στο Βέλγιο.
10
Υπό αυτές ακριβώς τις συνθήκες το Hof van cassatie van België υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
Σε περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο, που έχει την κατοικία του στο Βέλγιο, εργάζεται σε αλιευτικό σκάφος με αγγλική σημαία και αμείβεται από επιχείρηση που έχει την έδρα της στο Βέλγιο, υφίσταται εργατικό ατύχημα πάνω σ' αυτό το πλοίο:
1)
Έχουν την έννοια τα άρθρα 13, παράγραφος 2, στοιχείο β (ήδη γ), και 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ (ήδη 14β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ότι η σχέση εργασίας μεταξύ του ενδιαφερομένου και της επιχειρήσεως που τον αμείβει πρέπει να κρίνεται βάσει του νόμου της χώρας στην οποία η επιχείρηση έχει την έδρα της;
2)
Έχουν την έννοια οι διατάξεις της κοινοτικής ρυθμίσεως περί της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων από τα κράτη μέλη, ιδίως τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και τα άρθρα 3, παράγραφος 1, 13, παράγραφος 2, στοιχείο β (ήδη γ), και 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, (ήδη 14β), ότι εμποδίζουν τη νομοθεσία της οικείας χώρας που ρυθμίζει τη σύμβαση εργασίας και τη νομοθεσία της ίδιας χώρας που ρυθμίζει τα της αποζημιώσεως σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος να έχουν ως αποτέλεσμα να μη μπορεί ο ενδιαφερόμενος, ως προς τη σχέση του με την επιχείρηση που τον αμείβει και τη σχέση του ( καθώς και αυτή των ελκόντων δικαιώματα από αυτόν) με τον υπόχρεο για την καταβολή αποζημιώσεως στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος, να επικαλεσθεί τις νομοθεσίες αυτές, επειδή το πλοίο δεν είχε τη σημαία της χώρας στην οποία η επιχείρηση έχει την έδρα της;
11
Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
12
Αρκεί να τονιστεί συναφώς ότι από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός ισχύει για τις νομοθεσίες των κρατών μελών που αφορούν τους διαφόρους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, μόνο τις νομοθεσίες αυτές αφορούν οι κανόνες άρσεως συγκρούσεως του τίτλου II του κανονισμού, στον οποίο περιλαμβάνονται τα άρθρα 13 και 14.
13
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν περιέχει κανόνες άρσεως συγκρούσεως ως προς τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στη σχέση εργασίας που υφίσταται μεταξύ μισθωτού και εργοδότη.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
14
Πρέπει κατ' αρχάς να παρατηθεί ότι η περίπτωση την οποία αντιμετωπίζει το εθνικό δικαστήριο είναι η περίπτωση μισθωτού που απασχολείται σε πλοίο με σημαία κράτους μέλους και αμείβεται για τη δραστηριότητα αυτή από επιχείρηση που έχει την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο μισθωτός.
15
Όμως, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των επίδικων περιστατικών της κύριας δίκης, η εθνική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο η επιχείρηση έχει την έδρα της.
16
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η δυνάμει αυτής της διατάξεως εφαρμοστέα νομοθεσία είναι εν προκειμένω ο προαναφερθείς βελγικός νόμος της 10ης Απριλίου 1971 περί εργατικών ατυχημάτων. Όμως, το άρθρο 76, παράγραφος 1, περίπτωση 4, του νόμου αυτού εξαρτά την υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει από την προϋπόθεση ότι το πλοίο στο οποίο εργάζεται ο μισθωτός φέρει τη βελγική σημαία. Η προϋπόθεση αυτή έχει έτσι ως αποτέλεσμα να αποκλείει από την εφαρμογή αυτού του νόμου τον μισθωτό που εργάζεται σε πλοίο με σημαία άλλου κράτους μέλους εκτός του Βελγίου, ακόμη και όταν η επιχείρηση που τον αμείβει έχει την έδρα της στο Βέλγιο και αυτός κατοικεί στο Βέλγιο.
17
Επομένως, με το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο ερωτάται αν η διάταξη του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε τον Φεβρουάριο του 1980, έχει την έννοια ότι συνεπάγεται την αδυναμία αντιτά-ξεως στα άτομα στα οποία αναφέρεται ή στους έλκοντες από αυτά δικαιώματα: α) μιας ρήτρας της εφαρμοστέας νομοθεσίας κράτους μέλους δυνάμει της οποίας η υπαγωγή στο προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το πλοίο στο οποίο εργάζεται ο μισθωτός φέρει τη σημαία του κράτους αυτού, καθώς και β ) κάθε διατάξεως της νομοθεσίας του κράτους μέλους που προβλέπει την ακυρότητα συμβάσεως εργασίας, καθόσον εμποδίζει τον κανόνα άρσεως συγκρούσεως που περιέχεται σ' αυτή τη διάταξη να παραγάγει πλήρως τα αποτελέσματά του.
18
Πρέπει συναφώς να τονιστεί ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου οι διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού 1408/71, στον οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 14, συνιστούν ένα πλήρες και ομοιόμορφο σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεως ( βλ. ιδίως στην απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 60/85, Luijten, Συλλογή 1986, σ. 2365 ) και ότι με τις διατάξεις αυτές δεν αποσκοπείται μόνο η αποφυγή της παράλληλης εφαρμογής περισσοτέρων εθνικών νομοθεσιών και των δυναμένων να προκύψουν από αυτήν περιπλοκών, αλλά και η αποφυγή του ενδεχομένου τα υπαγόμενα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 πρόσωπα να στερούνται προστασίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω ανυπαρξίας οποιασδήποτε εφαρμοστέας νομοθεσίας. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις που καθορίζει κράτος μέλος ως προς την υπαγωγή ενός προσώπου σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν μπορούν να έχουν ως συνέπεια τον αποκλεισμό από την εφαρμογή της επίδικης νομοθεσίας των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται η εν λόγω νομοθεσία δυνάμει του κανονισμού 1408/71 (απόφαση της 3ης Μαΐου 1990, C-2/89, Kits van Heijningen, Συλλογή 1990, σ. I-1755, σκέψεις 12 και 20).
19
Κατά συνέπεια, το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71 θα έχανε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, αν η προϋπόθεση υπαγωγής στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα που συνδέεται με τη σημαία του πλοίου και επιβάλλεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την έδρα της η επιχείρηση που αμείβει τον μισθωτό ήταν αντιτάξιμη στα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ.
20
Η ανωτέρω ερμηνεία ισχύει και ως προς τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που αφορούν την ακυρότητα συμβάσεως εργασίας. Οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την αδυναμία εφαρμογής των κανόνων άρσεως συγκρούσεως που περιέχονται στον κανονισμό 1408/71.
21
Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η διάταξη του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε τον Φεβρουάριο του 1980, έχει την έννοια ότι συνεπάγεται την αδυναμία αντιτάξεως στα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται ή στους έλκοντες από αυτά δικαιώματα: α) μιας ρήτρας της εφαρμοστέας νομοθεσίας κράτους μέλους δυνάμει της οποίας η υπαγωγή στο προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το πλοίο στο οποίο εργάζεται ο μισθωτός έχει τη σημαία του κράτους αυτού, καθώς και β ) κάθε διατάξεως της νομοθεσίας του κράτους μέλους που προβλέπει την ακυρότητα συμβάσεως εργασίας, καθόσον εμποδίζει τον κανόνα άρσεως συγκρούσεως που περιέχεται σ' αυτή τη διάταξη να παραγάγει πλήρως τα αποτελέσματά του.
Επί των δικαστικών εξόδων
22
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Hof van cassatie Belgë, με απόφαση της 18ης Ιουνίου 1990, αποφαίνεται:
1)
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, δεν περιέχει κανόνες άρσεως συγκρούσεως ως προς τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στη σχέση εργασίας που υφίσταται μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη.
2)
Η διάταξη του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε τον Φεβρουάριο του 1980, έχει την έννοια ότι συνεπάγεται την αδυναμία αντι-τάξεως στα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται ή στους έλκοντες από αυτά δικαιώματα: α ) μιας ρήτρας της εφαρμοστέας νομοθεσίας κράτους μέλους δυνάμει της οποίας η υπαγωγή στο προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το πλοίο στο οποίο εργάζεται ο μισθωτός έχει τη σημαία του κράτους αυτού, καθώς και β) κάθε διατάξεως της νομοθεσίας του κράτους μέλους που προβλέπει την ακυρότητα συμβάσεως εργασίας, καθόσον εμποδίζει τον κανόνα άρσεως συγκρούσεως που περιέχεται σ' αυτή τη διάταξη να παραγάγει πλήρως τα αποτελέσματά του.
Mancini
O'Higgins
Κακούρης
Schockweiler
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος
G. F. Mancini
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy