ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-197/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση
1.1. Το σύστημα χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής
1.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), αφορά τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής. Το άρθρο 1 του κανονισμού προβλέπει ότι το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ), τμήμα « εγγυήσεων », χρηματοδοτεί τις επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες και τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών. Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού, οι εν λόγω παρεμβάσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
Το άρθρο 4 ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποδεικνύουν τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς που εξουσιοδοτούν να πληρώνουν τις προβλεπόμενες στο άρθρο 3 δαπάνες. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή τους ετήσιους λογαριασμούς των εν λόγω υπηρεσιών και οργανισμών τους οποίους αυτή εκκαθαρίζει δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β. Τα κράτη μέλη της διαβιβάζουν επίσης τα αναγκαία για την εκκαθάριση έγγραφα.
Το άρθρο 9 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν κάθε μέτρο ικανό να διευκολύνει τους ελέγχους που η ίδια η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να διενεργεί στο πλαίσιο της διαχειρίσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων ελέγχων. Το ίδιο άρθρο, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, προβλέπει ότι, ύστερα από αίτηση της Επιτροπής και με τη συναίνεση του κράτους μέλους, διενεργούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες αυτού έλεγχοι ή έρευνες σχετικά με τις προβλεπόμενες στον κανονισμό 729/70 πράξεις.
2.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών από το τμήμα εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115), καθορίζει με ποιον τρόπο πρέπει να διαβιβάζονται στην Επιτροπή οι ετήσιοι λογαριασμοί, ώστε η τελευταία να μπορεί να εκδίδει την προβλεπομένη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 729/70 απόφαση περί εκκαθαρίσεως. Το άρθρο 8, στοιχείο α, του κανονισμού 1723/72 ορίζει ότι η εν λόγω απόφαση πρέπει να περιλαμβάνει το ύψος των πραγματοποιούμενων σε κάθε κράτος μέλος κατά τη διάρκεια του οικείου έτους δαπανών που αναγνωρίζονται ως επιβαρύνουσες το ΕΓΤΠΕ, τμήμα « εγγυήσεων ».
3.
Η οδηγία 77/435/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1977, περί των ελέγχων από τα κράτη μέλη των ενεργειών που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα « εγγυήσεων » ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 192 ), προβλέπει στο άρθρο 3 αυτής:
« Στις περιπτώσεις που οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να τηρούν ειδική λογιστική αποθεμάτων ειδών σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις, ο έλεγχος της λογιστικής αυτής περιλαμβάνει, στις σχετικές περιπτώσεις, την αντιπαράθεση αυτής προς τα εμπορικά έγγραφα και, όταν συντρέχει περίπτωση, τις ποσότητες σε αποθέματα της επιχειρήσεως. »
Το άρθρο 1 της ανωτέρω οδηγίας ορίζει ως ακολούθως τα εμπορικά έγγραφα:
« Ως εμπορικά έγγραφα κατά την έννοια της οδηγίας αυτής νοείται το σύνολο των βιβλίων, μητρώων, σημειώσεων και δικαιολογητικών εγγράφων, η λογιστική καθώς και η αλληλογραφία η σχετική με την επαγγελματική δραστηριότητα της επιχειρήσεως, εφόσον τα έγγραφα αυτά δύνανται να χρησιμεύσουν στον έλεγχο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. »
1.2. Οι ενισχύσεις στη μεταποίηση της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος
4.
Στα πλαίσια της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων χορηγείται ενίσχυση για τη σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος που χρησιμοποιείται στις ζωοτροφές. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1725/79 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και για τη σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται ιδίως για τη διατροφή των μόσχων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 12), προβλέπει τους τρόπους ελέγχου της ανωτέρω ενισχύσεως. Κατά το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία α, β και γ, τα κράτη μέλη οφείλουν να διενεργούν επιτοπίους ελέγχους, ενώ η παράγραφος 2, στοιχεία δ και ε, του ανωτέρω άρθρου προβλέπει ελέγχους των λογιστικών εγγράφων. Οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να είναι εμπεριστατωμένοι και αιφνιδιαστικοί (στοιχείο δ ).
1.3. Οι ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου
5.
Στον τομέα των λιπαρών ουσιών προβλέπεται ενίσχυση για την κατανάλωση ελαιολάδου. Οι γενικοί κανόνες που διέπουν την ενίσχυση αυτή καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3089/78 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 236). Κατά το άρθρο 7, τα κράτη μέλη οφείλουν να καθιερώσουν σύστημα ελέγχου εγγυώμενο ότι το ελαιόλαδο για το οποίο ζητείται η ενίσχυση πληροί τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση της. Το άρθρο 8 προβλέπει ότι η ενίσχυση δύναται να προκαταβάλλεται κατά την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως, υπό τον όρο ότι παρέχεται επαρκής ασφάλεια. Το σύστημα αυτό της χορηγήσεως της ενισχύσεως προκαταβολικώς εφαρμόζεται στην Ιταλία. Όσον αφορά την επίδικη ασφάλεια, το άρθρο 11, παράγραφος 3, προβλέπει ότι η ασφάλεια αποδεσμεύεται μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αναγνωρίσει το δικαίωμα λήψεως ενισχύσεως για τις υποδεικνυόμενες στην αίτηση ποσότητες. Σε περίπτωση μη αναγνωρίσεως του δικαιώματος αυτού, η ασφάλεια καταπίπτει κατ' αναλογία των ποσοτήτων για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι παρέχουσες το δικαίωμα λήψεως της ενισχύσεως προϋποθέσεις.
1.4. Το σύστημα των εγγυήσεων
6.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985 (ΕΕ 1985, L 205, σ. 5), προβλέπει κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα. Το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει ως εξής:
«Όταν η αρμόδια αρχή είναι σε γνώση των στοιχείων που συνεπάγονται την κατάπτωση της εγγυήσεως στο σύνολο της ή εν μέρει, ζητεί χωρίς καθυστέρηση από τον ενδιαφερόμενο την πληρωμή της εγγυήσεως που έχει καταπέσει· η πληρωμή πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημέρα υποβολής της αιτήσεως. »
Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε περίπτωση μη πληρωμής εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η εγγύηση εισπράττεται χωρίς καθυστέρηση και οριστικώς.
2. Η εκκαθάριση των λογαριασμών yia το οικονομικό έτος 1987
2.1. Η απόφαση C( 90)687, τελικό, της 19ης Απριλίου 1990
7.
Με την απόφαση C( 90)687, τελικό, της 19ης Απριλίου 1990, η Επιτροπή τροποποίησε την απόφαση της 89/627/ΕΟΚ, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα « εγγυήσεων », αποκλείοντας ορισμένα από τα επιβαρύνοντα το ΕΓΤΠΕ ποσά, τα οποία η Ιταλική Δημοκρατία είχε υποβάλει ως δαπάνες υπό μορφή ενισχύσεων για τη μεταποίηση της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος και για την κατανάλωση ελαιολάδου.
8.
Με την παρούσα προσφυγή σκοπείται η ακύρωση της αποφάσεως C( 90)687, τελικό, και ειδικότερα του τμήματος εκείνου της αποφάσεως με το οποίο δεν αναγνωρίζεται ότι επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ, τμήμα « εγγυήσεων », τα ακόλουθα ποσά:
—
ποσό 5862632980 ιταλικών λιρών (LIT) υπό μορφή ενισχύσεων για τη μεταποίηση της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος (σημείο 4.3.3 της συμπληρωματικής συγκεντρωτικής εκθέσεως της 12ης Μαρτίου 1990)
—
ποσό 4352012388 LIT υπό μορφή ενισχύσεων για την κατανάλωση ελαιολάδου (σημείο 4.4 της συμπληρωματικής συγκεντρωτικής εκθέσεως της 12ης Μαρτίου 1990).
Με το υπόμνημα απαντήσεως της, η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι παραιτείται από το σκέλος εκείνο της προσφυγής που αφορά την έμμεση διατύπωση επιφυλάξεως, στα πλαίσια της αποφάσεως της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1990, σχετικά με ποσό 28688711294 LIT. Οι λόγοι ακυρώσεως που επικαλέστηκε η Ιταλική Δημοκρατία προς στήριξη του σκέλους αυτού της προσφυγής της δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω.
2.2. Η μη αναγνώριση των ποσών για τις ενισχύσεις μεταποιήσεως της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος
9.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1987, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν ελέγχους, ιδίως σε τρεις μεταποιητικές βιομηχανίες της επαρχίας Brescia ( Frabes, Plodari και Wessanen ). Οι εν λόγω υπηρεσίες κατέληξαν στη διαπίστωση ότι οι διενεργηθέντες από τις ιταλικές αρχές έλεγχοι δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εμπεριστατωμένος έλεγχος κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 1725/79.
Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι καταβληθείσες ενισχύσεις να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή αποφάσισε να καλέσει τις ιταλικές αρχές να διενεργήσουν, σύμφωνα με τον κανονισμό 729/70, επιπρόσθετους λογιστικούς ελέγχους στις τρεις δικαιούχους επιχειρήσεις. Εν αναμονή των αποτελεσμάτων του συμπληρωματικού αυτού ελέγχου, η Επιτροπή διαχώρισε τις συναφείς δαπάνες από την απόφαση περί εκκαθαρίσεως για το οικονομικό έτος 1987.
10.
Οι επιπρόσθετοι έλεγχοι διενεργήθηκαν τον Οκτωβρίου του 1989. Μολονότι, με έγγραφο της 20ής Νοεμβρίου 1989, οι ιταλικές αρχές διατύπωσαν την άποψη ότι οι έλεγχοι επιβεβαίωναν ότι οι τρεις επιχειρήσεις ενήργησαν κατ' απόλυτα νομότυπο τρόπο, η Επιτροπή, με έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1990, θεώρησε ότι ούτε οι επιπρόσθετοι έλεγχοι ενέπιπταν στην έννοια του εμπεριστατωμένου ελέγχου. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής έκριναν ιδίως ότι οι εκθέσεις που υπέβαλαν οι ιταλικές αρχές δεν περιελάμβαναν καμία διευκρίνιση ως προς τη συνολική αντιπαραβολή μεταξύ των προβλεπομένων από την κοινοτική ρύθμιση ειδικών λογαριασμών και των χρηματοοικονομικών λογαριασμών των επιχειρήσεων. Εξάλλου, οι εκθέσεις αυτές αποδείκνυαν ορισμένες παραλείψεις και ορισμένα κενά. Οι ιταλικές αρχές αμφισβήτησαν τη διαπίστωση αυτή με την έκθεση τους της 10ης Μαρτίου 1990.
11.
Με τη συμπληρωματική συγκεντρωτική έκθεση (στο εξής: συμπληρωματική έκθεση) της 12ης Μαρτίου 1990, η Επιτροπή εξέφρασε την πρόθεση της να μειώσει ως ένα ποσοστό τις δαπάνες που αφορούσαν τις εν λόγω τρεις επιχειρήσεις, ώστε να λάβει υπόψη το ενδεχόμενο της μη συμμορφώσεως των πράξεων τους προς την κοινοτική ρύθμιση λόγω ανεπαρκούς ελέγχου. Το ποσοστό εκτιμήθηκε κατ' αποκοπή σε 10 ο/ο. Κατόπιν αυτού, με την απόφαση της 19ης Απριλίου 1990, η Επιτροπή θεώρήσε ότι 10 ο/ο των ποσών που υποβλήθηκαν ως δαπάνες υπό μορφή ενισχύσεων για τη μεταποίηση της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος που είχε χορηγηθεί στις ανωτέρω τρεις επιχειρήσεις δεν επιβάρυναν το ΕΓΤΠΕ.
2.3. Η μη αναγνώριση των ποσών για την ενίσχυση καταναλώσεως ελαιολάδου
12.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν περαιτέρω καθυστέρηση στη διενέργεια των ελέγχων σχετικά με την αναγνώριση του δικαιώματος λήψεως ενισχύσεως για την κατανάλωση ελαιολάδου. Εν συνεχεία της διαπιστώσεως αυτής, η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλία να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους. Λαμβάνοντας υπόψη τις αντικειμενικές δυσχέρειες και την πρόθεση των ιταλικών αρχών να εντείνουν τα μέτρα ελέγχου, η Επιτροπή διαχώρισε τις δαπάνες που αφορούσαν τις επιχειρήσεις οι οποίες δεν υπέστησαν έλεγχο όσον αφορά την εκκαθάριση του οικονομικού έτους 1987. Με βάση τα έγγραφα που της διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές, η Επιτροπή εκδήλωσε, με τη συμπληρωματική έκθεση της, την πρόθεση της να μη δεχθεί τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις αχρεωστήτως καταβληθείσες ενισχύσεις για τις οποίες έπρεπε να έχουν καταπέσει οι εγγυήσεις. Κατόπιν αυτού, το ΕΓΤΠΕ δεν επιβαρύνθηκε με τα εν λόγω ποσά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση.
II — Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
13.
Η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουνίου 1990.
Η Ιταλική Δημοκρατία, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει την απόφαση C( 90)687, τελικό, της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1990, στον βαθμό που αποκλείει από τα επιβαρύνοντα το ΕΓΤΠΕ ποσά 10214635858 LIT για τις δαπάνες του οικονομικού έτους 1987·
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει ως αβάσιμη την ασκηθείσα από την Ιταλική Δημοκρατία προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως C( 90)687, τελικό, της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1990·
2)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
1. Επί των δαπανών υπό μορφή ενισχύσεων για τη μεταποίηση της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται για τις ζωοτροφές (σημείο 4.3.3 της συμπληρωματικής εκθέσεως)
14.
Σύμφωνα με τη συμπληρωματική έκθεση, τα στοιχεία που έπρεπε να ελεγχθούν στο πλαίσιο της νέας έρευνας αναφέρονταν τόσο στη συγκεντρωτική έκθεση όσο και στο έγγραφο της Επιτροπής της 2ας Αυγούστου 1989. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επισκέψεως τους, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής επισήμαναν εκ νέου τα ανωτέρω στοιχεία στους ελεγκτές του ΑΙΜΑ. Κατά την άποψη της Επιτροπής, έπρεπε να διενεργηθούν ιδίως οι ακόλουθοι έλεγχοι:
—
αντιπαραβολή των συνόλων μεταξύ των ειδικών λογαριασμών και της λογιστικής αποθεμάτων ειδών και γενικής λογιστικής της επιχειρήσεως·
—
αντιπαραβολή μεταξύ των αριθμών της ετήσιας εκθέσεως και των ειδικών λογαριασμών·
—
αντιπαραβολή μεταξύ των αποθεμάτων σε πρώτες ύλες, της παραγωγής και των αποθεμάτων σε τελικά προϊόντα.
Με έγγραφο της 20ής Νοεμβρίου 1989, η Ιταλία διαβίβασε τις εκθέσεις σχετικά με τους διενεργηθέντες ελέγχους. Σύμφωνα πάντοτε με τη συγκεντρωτική έκθεση, οι εκθέσεις αυτές δεν κάνουν μνεία του ότι όντως έγινε αντιπαραβολή των ειδικών λογαριασμών και των χρηματοοικονομικών λογαριασμών της επιχειρήσεως. Ναι μεν η αντιπαραβολή αυτή έλαβε χώρα, όσον αφορά ορισμένες πράξεις, τούτο πάντως δεν αποτελεί εγγύηση ότι ενσωματώθηκαν όλες οι ποσότητες σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος και ότι, συνακόλουθα, δεν υπήρξε « υποκατάσταση ».
15.
Περαιτέρω, στη συμπληρωματική έκθεση τονίζεται ότι οι εν λόγω εκθέσεις αποδεικνύουν ορισμένες παραλείψεις και κενά στους διενεργηθέντες ελέγχους και συγκεκριμένα ότι:
—
τα σχετικά με τα αποτελέσματα των εργαστηριακών αναλύσεων των επιχειρήσεων έγγραφα και τα δελτάρια παρασκευής δεν υπέστησαν έλεγχο·
—
όσον αφορά την επιχείρηση Plodari, η λογιστική αποθεμάτων σε πρώτες ύλες και τελικά προϊόντα είναι ανακριβής·
—
δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με την πραγματοποίηση απογραφής πρώτων υλών ή τελικών προϊόντων·
—
όσον αφορά προς την επιχείρηση Wessanen, αναφέρεται πώληση 6800 kg σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος και 6600 kg προσθέτων, χωρίς καμία διευκρίνιση σχετικά με την κατάπτωση της εγγυήσεως·
—
η επιχείρηση Plodari προέβη στην πώληση συνθέτων τροφών σε ορισμένες γαλακτοκομικές επιχειρήσεις χωρίς να δοθεί καμία διευκρίνιση σχετικά με το καθεστώς του αγοραστή ως χρήστη συνθέτων τροφών.
16.
Σύμφωνα με τη συμπληρωματική έκθεση, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο έλεγχος που διενήργησαν οι ελεγκτές του ΑΙΜΑ εμφανίζει ελλείψεις, η σημαντικότερη από τις οποίες έγκειται στη μη συνολική αντιπαραβολή μεταξύ των στοιχείων των μητρώων που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση και των χρηματοοικονομικών λογαριασμών της επιχειρήσεως. Επιπλέον, από τα διαβιβασθέντα έγγραφα δεν προκύπτει ότι οι επιπρόσθετοι έλεγχοι που διενεργήθηκαν στις τρεις επιχειρήσεις ήταν επαρκείς ώστε να εγγυώνται ότι όλες οι ποσότητες σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος που επιδοτήθηκαν ενσωματώθηκαν. Ενόψει του ότι πρόκειται για σημαντικό ποσό κοινοτικής ενισχύσεως, η έλλειψη αυτή είναι ικανή να αποτελέσει εμπόδιο για τη χορήγηση ενός μέρους της ενισχύσεως.
17.
Η Ιναλίκή Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι συντρέχει παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 8, 9 και 10 του κανονισμού 1725/79, των άρθρων 1, 3, 5 και 9 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου, και του άρθρου 8 του κανονισμού 1723/72 της Επιτροπής, καθώς και των συναφών διατάξεων, όπως και έλλειψη αιτιολογίας.
Υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη παρατηρήσεις που της κοινοποιήθηκαν στις 10 Μαρτίου 1990. Οι ιταλικές υπηρεσίες διενήργησαν τους απαιτουμένους ελέγχους και γνωστοποίησαν το πόρισμα στην Επιτροπή εντός των ταχθεισών από την ίδια προθεσμιών. Όλες οι φερόμενες ελλείψεις παρατίθενται στην συμπληρωματική έκθεση της 12ης Μαρτίου 1990 που αποτελεί το τελικό επεξηγηματικό έγγραφο της Επιτροπής. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, τούτο αποδεικνύει ότι η ανακοίνωση της της 10ης Μαρτίου ουδόλως ελήφθη υπόψη από την Επιτροπή. Κατά τη σύσκεψη της 20ής Μαρτίου 1990, η Επιτροπή περιορίστηκε να επαναλάβει την άποψη της. Επειδή δεν υπάρχει αντίκρουση των ιταλικών επιχειρημάτων, η απόφαση είναι προφανώς πλημμελής τόσο λόγω παραβάσεως των γενικών και ειδικών κανόνων που αφορούν τους ελέγχους σε σχέση με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, όσο και λόγω ελλιπούς και ανεπαρκούς αιτιολογήσεως.
18.
Δεύτερον, η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι οι επικρίσεις του ΕΓΤΠΕ σε σχέση με τους επιπρόσθετους ελέγχους που διενεργήθηκαν τον Οκτώβριο του 1989 είναι αστήρικτες. Στην από 10 Μαρτίου 1990 έκθεση των ιταλικών υπηρεσιών όλες οι παρατηρήσεις της Επιτροπής αντικρούστηκαν σημείο προς σημείο.
Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, σε αντίθεση προς όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή, οι διενεργηθέντες από τις ιταλικές αρχές έλεγχοι δεν περιορίστηκαν σε ορισμένες μόνο πράξεις, αλλ' επεκτάθηκαν στο σύνολο των λογαριασμών με σύγκριση των αποτελεσμάτων των μητρώων του ΑΙΜΑ προς εκείνα που τηρούνται σχετικά με την οικογενειακή και φορολογική κατάσταση των πωλητών καθώς και με το παράρτημα των ετησίων λογαριασμών και των μητρώων των αποθεμάτων. Στο πρακτικό που συντάχθηκε για τους επιπρόσθετους ελέγχους, περιγράφονται με σαφήνεια οι διενεργηθείσες πράξεις και η αντιπαραβολή. Για τις περισσότερο αντιπροσωπευτικές πράξεις απεστάλησαν δικαιολογητικά.
Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η απόφαση του Ιταλού Υπουργού Γεωργίας της 20ής Αυγούστου 1984 περιλαμβάνει στο παράρτημα 8 στερεότυπο διάγραμμα του τελικού πρακτικού περί διενεργείας ελέγχου. Επειδή το πρακτικό δεν αποτελεί ανακεφαλαιωτικό έγγραφο του διενεργηθέντος ελέγχου, δεν εμπίπτει στις λεπτομέρειες των διαφόρων ελέγχων. Πάντως, παρόλο τον συνοπτικό χαρακτήρα τους, που ουδέποτε αμφισβήτησε η Επιτροπή, τα πρακτικά βεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα και την αποδεδειγμένη διενέργεια των ελέγχων.
Στη συνέχεια, η Ιταλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι τρεις υπάλληλοι της Επιτροπής πραγματοποίησαν επίσκεψη στα πλαίσια διεξαγωγής του επιπρόσθετου ελέγχου. Οι υπάλληλοι αυτοί ενημερώθηκαν για τις επαληθεύσεις που έλαβαν χώρα.
Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά τις σχέσεις μεταξύ κράτους μέλους και Επιτροπής. Εφόσον το κράτος μέλος δηλώνει ότι προέβη σε ενέργειες μέσω δημοσίων υπαλλήλων, παρέχοντας ακριβή στοιχεία, έστω ενδεικτικώς και επεξηγηματικώς, είναι απολύτως ανεπίτρεπτο οι υπηρεσίες της Επιτροπής να αμφισβητούν αβάσιμα το ότι όντως έλαβαν χώρα οι δεδηλωμένες ενέργειες.
Όσον αφορά τα αποτελέσματα των εργαστηριακών αναλύσεων των τριών επιχειρήσεων, η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι οι αναλύσεις αυτές έγιναν από δημόσια ιδρύματα, αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου και διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή. Όσον αφορά τις αναλύσεις που πραγματοποίησαν οι ίδιες οι επιχειρήσεις, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι αναλύσεις αυτές είναι περιστασιακές, προαιρετικές και ανεπίσημες. Μ' όλον τούτο, τα αποτελέσματα αυτά καταγράφηκαν και ελέγχθηκαν, βρίσκονται δε στη διάθεση της Επιτροπής.
Όσον αφορά τα δελτάρια παραγωγής, η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι κατά τον χρόνο διενεργείας του επιπρόσθετου ελέγχου αυτά δεν ήταν διαθέσιμα. Ούτε η εθνική ούτε η κοινοτική ρύθμιση επιβάλλουν τη διατήρηση των εν λόγω εγγράφων. Ο επιπρόσθετος έλεγχος αφορούσε κατ' ουσία παρεμφερή έγγραφα. Εξάλλου, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής ότι τα δελτάρια αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως εμπορικά έγγραφα, υποκείμενα σε ελέγχους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 1725/79. Τα δελτάρια παραγωγής αποτελούν απλούς καταλόγους των αναγκαίων συστατικών στοιχείων για την παραγωγή συγκεκριμένης ποσότητας ζωοτροφών.
Ως προς τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι η λογιστική πρώτων υλών και η λογιστική τελικών προϊόντων της εταιρίας Plodari δεν ελέγχθησαν, η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, λόγω του μεγέθους της, η εν λόγω επιχείρηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, στην υποχρέωση τηρήσεως παρομοίων λογαριασμών και, συνακόλουθα, κατά την ημερομηνία διενεργείας του ελέγχου κατέστη δυνατή η σύγκριση μόνο των υφισταμένων επί τόπου αποθεμάτων καθώς και των καταχωρημένων στο μητρώο του ΑΙΜΑ. Για το έτος 1987η ανασύσταση των αποθεμάτων πραγματοποιήθηκε με βάση τους ειδικούς λογαριασμούς που ελήφθησαν από τα αποτελέσματα του ισολογισμού. Εξάλλου, η ανωτέρω επιχείρηση παρήγαγε μόνο 1500 τόνους ζωοτροφών ύψους 1950000000 LIT.
Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι η πώληση 6800 kg σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος και 6600 προσθέτων, ποσότητες για τις οποίες η Επιτροπή εικάζει ότι πρόκειται για επιχορηγούμενη από το ΕΓΤΠΕ σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος, έγινε νομότυπα σε άλλα εργοστάσια παραγωγής ζωοτροφών. Η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η περιοδικότητα των διενεργουμένων από τις αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχων είχε ανέκαθεν αντίκτυπο επί του τελωνειακού ελέγχου σχετικά με τη μεταποίηση. Οι αγορές συνθέτων ζωοτροφών με βάση σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος από την εταιρία Plodari στις οποίες προέβησαν δύο κτηνοτρόφοι είναι επίσης απόλυτα νομότυπες. Ως προς τη χρήση του αγορασθέντος από την Plodari ορρού γάλακτος, η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η εν λόγω εταιρία παράγει ως τελικά προϊόντα ζωοτροφές με βάση σκόνη γάλακτος που περιέχει και ορρό γάλακτος και ζωοτροφές παραγόμενες αποκλειστικά από ορρό γάλακτος.
Τρίτον, η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι καμία διάταξη δεν παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να προβαίνει σε κατ' αποκοπή μείωση ύψους 10 ο/ο. Άλλωστε, διέθετε τη δυνατότητα να αποκλείσει το συνδεδεμένο απευθείας, με τις διαπιστωθείσες παραλείψεις ποσό.
19.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο της προσφυγής, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το σχέδιο αποφάσεως, το οποίο στην πραγματικότητα δεν ελάμβανε υπόψη τις ιταλικές παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν με το έγγραφο της 10ης Μαρτίου 1990, καταρτίστηκε από την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ στις 20 Μαρτίου 1990. Η Επιτροπή δεν τροποποίησε τη συμπληρωματική έκθεση, επειδή έκρινε ότι οι παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως δεν ήταν επαρκείς. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, γίνεται δεκτό ότι οι αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δεν απαιτούν τυπική αιτιολόγηση στο μέτρο που οι εθνικές διοικήσεις εμπλέκονται στενά στη διαδικασία επεξεργασίας τους. Εξάλλου, η Επιτροπή διαψεύδει κατηγορηματικά το γεγονός ότι όφειλε να συνεχίσει τον διάλογο μετά την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1989 σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών και να απαντήσει στο έγγραφο της 10ης Μαρτίου 1990. Ο ισχυρισμός αυτός αντίκειται προς τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Πράγματι, η παράγραφος 3 που προστέθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 422/86, της 25ης Φεβρουαρίου 1986 ( ΕΕ 1986, L 48, σ. 31 ) στο άρθρο 1 του κανονισμού 1723/72, προβλέπει ότι η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει προθεσμία για την εκ μέρους των κρατών μελών διαβίβαση των συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, με την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1989 (στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 258/87, 337/87 και 338/87, Ιταλία κατά Επιτροπής ), το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη διάταξη αυτή χωρίς να κρίνει ότι απαιτείται η διαβίβαση των συμπληρωματικών πληροφοριών να αποτελέσει αντικείμενο διαλόγου. Εφόσον ο καθορισμός προθεσμίας χωρίς να υφίσταται ανάγκη διεξαγωγής περαιτέρω συνομιλιών δικαιολογείται στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας εκκαθαρίσεως, δικαιολογείται a fortiori όταν διεξάγεται ήδη διάλογος που καταλήγει σε διαχωρισμό των δαπανών, ώστε να επιτραπεί στο κράτος μέλος να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες.
Επί του δευτέρου λόγου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το κεφαλαιώδες ζήτημα έγκειται στη θέσπιση συστήματος « εμπεριστατωμένου » ελέγχου. Σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση, τούτο απαιτεί, πρώτον, έλεγχο των συνολικών δεδομένων ως προς τα αρχικά αποθέματα, ως προς τα τελικά αποθέματα, ως προς τη χρησιμοποίηση των πρώτων υλών και ως προς την πώληση των τελικών προϊόντων, προκειμένου να αποδειχθεί η φερεγγυότητα των ειδικών λογαριασμών. Όσον αφορά την πτυχή αυτή, το ΕΓΤΠΕ ζήτησε ρητώς, με τηλετύπημα της 10ης Οκτωβρίου 1989, τη διενέργεια τριών ελέγχων:
α)
τη σύγκριση μεταξύ των ειδικών λογαριασμών, των λογαριασμών αποθεμάτων ειδών και του χρηματοοικονομικού λογαριασμού των επιχειρήσεων (σύγκριση του αριθμού των αρχικών αποθεμάτων και των τελικών αποθεμάτων με τη λογιστική των αποθεμάτων επαλήθευση της συμφωνίας μεταξύ των ποσοτήτων των πρώτων υλών, των ποσοτήτων των χρησιμοποιηθέντων υλικών και των πωληθεισών ποσοτήτων σύμφωνα με τους ειδικούς και γενικούς λογαριασμούς )·
β)
τη σύγκριση μεταξύ των αριθμών της ετήσιας εκθέσεως και των ειδικών λογαριασμών, και
γ)
τη σύγκριση μεταξύ των αποθεμάτων σε πρώτες ύλες, της παραγωγής και των αποθεμάτων σε τελικά προϊόντα. Πάντως, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο φάκελος που διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές δεν περιέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ως προς την πραγματοποίηση των συνολικών αυτών ελέγχων. Ο έλεγχος μεμονωμένων πράξεων δεν εγγυάται ότι το σύνολο των ποσοτήτων σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος που αποτέλεσε αντικείμενο χορηγήσεως ενισχύσεως χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση. Δεύτερον, οι ειδικοί λογαριασμοί πρέπει να επαληθεύονται με δειγματοληπτικό έλεγχο των επιμέρους πράξεων. Ο έλεγχος αυτός αφορά τις αγορές πρώτων υλών (προκειμένου να διευκρινιστεί αν έγιναν αγορές προϊόντων υποκαταστάσεως)· την παρασκευή των ζωοτροφών (δελτάρια παραγωγής, συμφωνία των αναλύσεων προς τον τρόπο παρασκευής ) και τις πωλήσεις ζωοτροφών (τιμολόγια, έγγραφα μεταφοράς, ιδιότητα των αγοραστών). Κατά την Επιτροπή, ο φάκελος δεν περιέχει καμία διευκρίνιση ικανή να επιτρέψει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι οι έλεγχοι κάλυπταν τις ανωτέρω πτυχές. Τρίτον, οι διοικητικοί έλεγχοι έπρεπε να συνοδεύονται από επιτόπιους ελέγχους των αποθεμάτων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο φάκελος δεν περιέχει κανένα στοιχείο σχετικά με τη μορφή αυτή ελέγχου.
Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι ο φάκελος που διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές δεν περιέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί συνολικής συγκρίσεως μεταξύ των ειδικών και χρηματοοικονομικών λογαριασμών και, συνακόλουθα, οι διενεργηθέντες έλεγχοι δεν αποτελούν εμπεριστατωμένους ελέγχους κατά την έννοια της κοινοτικής ρυθμίσεως. Συναφώς, η Επιτροπή προσθέτει ότι, με την απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990 στην υπόθεση C-8/88 (Γερμανία κατά Επιτροπής), το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αρκούνται στον ισχυρισμό ότι διενεργήθηκαν όντως έλεγχοι τη στιγμή κατά την οποία δεν υπάρχει ίχνος εγγράφου. Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, μολονότι η κοινοτική ρύθμιση δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη ειδικούς κανόνες σε θέματα ελέγχου, πάντως συνεπάγεται την υποχρέωση λήψεως συνεκτικής δέσμης μέτρων που πρέπει να εφαρμόζουν οι επιφορτισμένοι με τους επιτόπιους ελέγχους υπάλληλοι, ελλείψει των οποίων ο ασκούμενος μεταγενέστερα έλεγχος εκ μέρους της Επιτροπής καθίσταται ανέφικτος. Η Επιτροπή βεβαιώνει στη συνέχεια τις παραλείψεις και τα κενά στα οποία αναφέρθηκε με τη συμπληρωματική έκθεση της. Όσον αφορά τα δελτάρια παραγωγής, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αποτελώντας εμπορικά έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού 1725/79, έπρεπε να έχουν ελεγχθεί κατά τους τριμηνιαίους ελέγχους του 1987. Συνεπώς, οι ιταλικές αρχές ομολογούν την παράλειψη τους. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι ιταλικές παρατηρήσεις επί της πωλήσεως που πραγματοποίησε η εταιρία Wessanen δεν αποδεικνύουν ότι η μεταποίηση έλαβε όντως χώρα.
Όσον αφορά τον λόγο ελλείψεως νομικής βάσεως, ικανής να δικαιολογήσει την κατ' αποκοπή μείωση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι παραλείψεις είναι τέτοιες, ώστε να γεννούν αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα επιβαρύνσεως με το σύνολο των επιδίκων ποσών. Μόνο για λόγους δικαιοσύνης έκανε χρήση κατ' αποκοπή μειώσεως ύψους 10 ο/ο που λαμβάνει υπόψη το ποσοστό αβεβαιότητας για το οποίο ευθύνεται το κράτος μέλος.
2. Επί των δαπανών υπό μορφή ενισχύσεως για την κατανάλωση ελαιολάδου (οημείο 4.4 της συμπληρωματικής εκθέσεως)
20.
Κατά τη συμπληρωματική έκθεση, ποσό ύψους 4352012388 LIT για ενισχύσεις που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως βρίσκεται στη φάση της ανακτήσεως του. Οι καταβληθείσες σε σχέση με το ανωτέρω ποσό εγγυήσεις πρέπει να καταπέσουν και να πιστωθούν στο ΕΓΤΠΕ.
21.
Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι συντρέχει παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου και έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τα άρθρα 1, 3 και 5 του εν λόγω κανονισμού, του άρθρου 8 του κανονισμού 1723/72 της Επιτροπής και των κοινοτικών διατάξεων που διέπουν την ενίσχυση για την κατανάλωση ελαιολάδου.
22.
Πρώτον, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι εγγυήσεις δεν μπορούσαν να καταπέσουν εφόσον εξακολουθεί να είναι αδύνατο το να αποδειχθεί οριστικώς αν στην πραγματικότητα η ενίσχυση έπρεπε να καταβληθεί ή όχι. Τα συναφή ποσά αντιστοιχούν στο ύψος των ενισχύσεων που οι αρχές θεώρησαν παράνομα. Πάντως, τα μέτρα αυτά αμφισβητούνται από τους ενδιαφερομένους. Επομένως, εναπόκειται στον δικαστή να αποφανθεί οριστικώς επί της ελλείψεως νομιμότητας. Άρα, δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση περί οριστικού αποκλεισμού από την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ.
Δεύτερον, η Ιταλική Δημοκρατία διατείνεται ότι ήταν αδύνατη πλέον η κατάπτωση των εγγυήσεων τη στιγμή κατά την οποία διαπιστώθηκαν οι παρατυπίες, επειδή οι προθεσμίες ισχύος των εγγυήσεων είχαν λήξει. Επειδή η Επιτροπή συμφώνησε με την όψιμη διενέργεια των ελέγχων λόγω της εξαιρετικής καταστάσεως που επικρατούσε στην Ιταλία, στη συνέχεια δεν μπορεί η ίδια να αρνείται ότι η δαπάνη επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ λόγω της καταπτώσεως της εγγυήσεως μετά την εκπνοή της προβλεπομένης για τον σχετικό έλεγχο προθεσμίας.
23.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να υπομνησθεί ότι η ενίσχυση καταβλήθηκε προκαταβολικώς, ενώ ο έλεγχος σχετικά με την αναγνώριση της διενεργείται εκ των υστέρων. Αναφερομένη στο άρθρο 29 του κανονισμού 2220/85, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, όταν ο οργανισμός ελέγχου διαπιστώνει τον παράνομο χαρακτήρα της ενισχύσεως, η ασφάλεια πρέπει να καταπίπτει χωρίς να αναμένεται η έκβαση τυχόν δίκης.
Ως προς το επιχείρημα της Ιταλίας ότι ήταν αδύνατη πλέον η κατάπτωση των εγγυήσεων τη στιγμή που διαπιστώθηκαν οι παρατυπίες, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2677/85 προβλέπει ότι η εγγύηση αποδεσμεύεται μετά την αναγνώριση του δικαιώματος προς λήψη της ενισχύσεως.
P. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 8ης Ιανουαρίου 1992 ( *1 )
Στην υπόθεση C-197/90,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adélaide,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Dierk Booss και Giuliano Marenco, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η μερική ακύρωση της αποφάσεως C( 90)687, τελικό, της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1990, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 89/627/ΕΟΚ, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ( ΕΓΤΠΕ ), τμήμα « εγγυήσεων », για το οικονομικό έτος 1987, στον βαθμό που αποκλείει από τα επιβαρύνοντα το ΕΓΤΠΕ ποσά εκείνα που υποβλήθηκαν ως ενισχύσεις για τη μεταποίηση της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος και για την κατανάλωση ελαιολάδου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους F. Grévisse, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Ρ. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 28 Ιουνίου 1990, η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ζητώντας τη μερική ακύρωση της αποφάσεως C( 90 )687, τελικό, της 19ης Απριλίου 1990, με την οποία η Επιτροπή τροποποίησε έναντι τριών κρατών μελών, μεταξύ των οποίων η Ιταλία, την απόφαση 89/627/ΕΟΚ, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα «εγγυήσεων», για το οικονομικό έτος 1987 ( ΕΕ L 359, σ. 23), στον βαθμό που η προσβαλλομένη απόφαση αποκλείει από τα επιβαρύνοντα το ΕΓΤΠΕ ποσά 10214635858 ιταλικές λίρες ( LIT) από την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβλήθηκαν ως ενισχύσεις για τη μεταποίηση σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος και για την κατανάλωση ελαιολάδου.
2
Αρχικώς, η προσφυγή αναφερόταν και στις επιφυλάξεις που διατύπωσε η Επιτροπή με έγγραφο της 10ης Μαΐου 1990 σχετικά με την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με ποσό ύψους 28688711294 LIT για την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβλήθηκαν ως ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου. Με το υπόμνημα απαντήσεως της, πάντως, η Ιταλική Κυβέρνηση παραιτήθηκε από το σκέλος αυτό της προσφυγής.
3
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί των δαπανών υπό μορφή ενισχύσεων στη μεταποίηση σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος
4
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1725/79 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και στη σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται για τη διατροφή μόσχων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 12 ), προσδιορίζει τις λεπτομέρειες ελέγχου της ενισχύσεως που χορηγείται για τη χρησιμοποίηση της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος στις ζωοτροφές. Κατά το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, περιπτώσεις α, β και γ, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβαίνουν σε επιτόπιους ελέγχους εντός των καταστημάτων των επιχειρήσεων. Όσον αφορά τους λογιστικούς ελέγχους, το άρθρο 10, παράγραφος 2, περίπτωση δ, προβλέπει ότι πρέπει να είναι εμπεριστατωμένοι και αιφνιδιαστικοί.
5
Η προσβαλλομένη απόφαση αποκλείει την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με ποσό ύψους 5862632980 LIT που αντιστοιχεί στο 10 ο/ο των ενισχύσεων για μεταποίηση της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος κατά το οικονομικό έτος 1987. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η απόφαση αυτή ελήφθη ύστερα από την επίσκεψη των ελεγκτών του ΕΓΤΠΕ σε τρεις μεταποιητικές βιομηχανίες εγκατεστημένες στην επαρχία της Brescia, ήτοι τις Wessanen, Frabes και Plodari, από την οποία προέκυψε ότι οι πραγματοποιηθέντες από τις ιταλικές αρχές έλεγχοι ήταν ανεπαρκείς. Παρά τη διενέργεια περαιτέρω ελέγχων ύστερα από δικό της αίτημα, η Επιτροπή διαπίστωσε, με συμπληρωματική συγκεντρωτική έκθεση της 12ης Μαρτίου 1990, σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα « εγγυήσεων », του οικονομικού έτους 1987 (εφεξής: συμπληρωματική συγκεντρωτική έκθεση), ότι οι διαβιβασθείσες από τις ιταλικές αρχές εκθέσεις δεν έκαναν λόγο για την αντιπαραβολή, όσον αφορά το σύνολο των συναφών συναλλαγών, των προβλεπομένων από την κοινοτική ρύθμιση ειδικών λογαριασμών προς τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς των ανωτέρω επιχειρήσεων. Επιπλέον, η συμπληρωματική συγκεντρωτική έκθεση επισημαίνει ορισμένα συγκεκριμένα περιστατικά ενδεικτικά των παραλείψεων κατά τη διενέργεια των ελέγχων.
6
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση αγνοώντας τις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει με σημείωμα της 10ης Μαρτίου 1990 επί των διαφόρων αυτών σημείων.
7
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι επιπρόσθετοι έλεγχοι διενεργήθηκαν τον Οκτώβριο του 1989. Κατά τη διάρκεια ορισμένων από τους ανωτέρω ελέγχους ήταν παρόντες τρεις κοινοτικοί υπάλληλοι. Στις 19 Οκτωβρίου 1989, το ΕΓΤΠΕ διαβίβασε στις ιταλικές αρχές συμπληρωματικές οδηγίες επί του τρόπου διενεργείας του σχετικού ελέγχου και τις κάλεσε να υποβάλουν την έκθεση και τα διάφορα έγγραφα ελέγχου το αργότερο ως τις 30 Νοεμβρίου 1989. Το έγγραφο κοινοποιήσεως των ιταλικών αρχών σχετικά με τους διενεργηθέντες επιπρόσθετους ελέγχους διαβιβάστηκε στις 20 Νοεμβρίου 1989.
8
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα «εγγυήσεων» ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115), όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 422/86 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1986 (ΕΕ 1986, L 48, σ. 31 ), προβλέπει ότι η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει προθεσμία για την εκ μέρους των κρατών μελών διαβίβαση των συμπληρωματικών πληροφοριών. Σε περίπτωση μη διαβιβάσεως των ανωτέρω πληροφοριών εντός της τακτής προθεσμίας, η Επιτροπή εκδίδει την απόφαση της με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που κατέχει κατά την ημερομηνία που όρισε ως προθεσμία, εκτός αν η καθυστερημένη διαβίβαση των πληροφοριών δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις. Όσον αφορά την εξουσία της Επιτροπής να τάσσει προθεσμία, η πρώτη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 422/86 αναφέρεται στην ανάγκη ταχείας εξετάσεως των λογαριασμών και διευκρινίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πρόοδο των εργασιών εκκαθαρίσεως των λογαριασμών.
9
Δεν αμφισβητείται ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή έταξε προθεσμία μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1989. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη περατώσεως της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η Επιτροπή δεν δεσμευόταν να προκαλέσει συζήτηση επί των αντιρρήσεων που διατύπωσαν με το έγγραφο της 10ης Μαρτίου 1990 οι ιταλικές αρχές.
10
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος.
11
Με τον δεύτερο λόγο, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί όσα βεβαιώνει η Επιτροπή στη συμπληρωματική συγκεντρωτική έκθεση, σύμφωνα με τα οποία οι επιπρόσθετοι έλεγχοι δεν ήταν εμπεριστατωμένοι, όπως απαιτεί το άρθρο 10, παράγραφος 2, περίπτωση δ, του προαναφερθέντος κανονισμού 1725/79.
12
Το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού αφορά τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι δεν έγινε αντιπαραβολή γενικώς των ειδικών λογαριασμών με τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς των επιχειρήσεων. Συναφώς, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έγινε σύγκριση όλων των λογαριασμών και ειδικότερα των αποτελεσμάτων των μητρώων του ΑΙΜΑ, ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως, με τους λογαριασμούς που τηρούν, σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο, οι επιχειρήσεις. Πάντως, όπως δέχθηκε η Ιταλική Κυβέρνηση με την προσφυγή της, λογιστική τεκμηρίωση υπήρχε μόνο για τις σημαντικότερες συναλλαγές.
13
Κατά την Επιτροπή, ο φάκελος που διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές δεν αποδεικνύει ότι έγινε σύγκριση όσον αφορά το σύνολο των ειδικών λογαριασμών και των χρηματοοικονομικών λογαριασμών των επιχειρήσεων.
14
Πρέπει να αναγνωριστεί ότι σε κανένα από τα έγγραφα των ιταλικών αρχών προς την Επιτροπή δεν αναφέρεται ο αριθμός των επιλεγεισών συναλλαγών ούτε τα αποτελέσματα των διενεργηθέντων συναφών ελέγχων. Εξάλλου, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή διευκρίνισε, χωρίς να αντικρουστεί από την Ιταλική Κυβέρνηση, ότι για ορισμένες συναλλαγές είχε λάβει μόνο φωτοαντίγραφα.
15
Ακολούθως, πρέπει να αναγνωριστεί επίσης ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν παρέσχε συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με εκείνα που είχε διαβιβάσει στην Επιτροπή πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ναι μεν η Ιταλική Κυβέρνηση, χωρίς να αντικρούει τις διαπιστώσεις αυτές με την προσκόμιση αποδείξεων, περιορίζεται στο να υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα διενεργήθηκαν διοικητικοί και επιτόπιοι έλεγχοι, πλην όμως τούτο δεν αποδεικνύει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ήταν ανακριβείς (βλ., ιδίως, απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψεις 27 και 28 ).
16
Κατόπιν αυτού, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου είναι απορριπτέο.
17
Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της Ιταλικής Κυβερνήσεως αφορά τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παραλείψεις κατά τη διενέργεια εκ μέρους των ιταλικών αρχών των ελέγχων, όπως βεβαιώνεται με τη συμπληρωματική συγκεντρωτική έκθεση. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα σημεία αυτά αφορούν, πρώτον, το ότι δεν έγινε έλεγχος των αποτελεσμάτων των αναλύσεων στις οποίες προέβησαν τα εργαστήρια των τριών ενδιαφερομένων επιχειρήσεων δεύτερον, το ότι δεν έγινε έλεγχος των δελταρίων παραγωγής τρίτον, το ότι δεν έγινε έλεγχος της λογιστικής πρώτων υλών και τελικών προϊόντων μιας των επιχειρήσεων τέταρτον, το ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι πράγματι έγινε απογραφή πρώτων υλών ή τελικών προϊόντων και, πέμπτον, το ότι μια από τις επιχειρήσεις πραγματοποίησε πωλήσεις για τις οποίες η παροχή εγγυήσεως θα έπρεπε να καταπέσει.
18
Το πρώτο σημείο αφορά τις εργαστηριακές αναλύσεις που διενήργησαν οι τρεις ελεγχθείσες επιχειρήσεις. Κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση διενεργείας εμπεριστατωμένου και αιφνιδιαστικού ελέγχου, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, περίπτωση δ, του προαναφερθέντος κανονισμού 1725/79, εμπεριέχει την υποχρέωση των ιταλικών αρχών να συγκρίνουν τις εργαστηριακές αναλύσεις του Δημοσίου με εκείνες των ιδιωτικών εργαστηρίων που έγιναν κατόπιν αιτήσεως των επιχειρήσεων.
19
Η Ιταλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι οι πραγματοποιούμενες από ιδιωτικά εργαστήρια αναλύσεις για λογαριασμό των επιχειρήσεων δεν είναι υποχρεωτικές και δεν έχουν επίσημο χαρακτήρα. Πάντως, διατείνεται ότι τα αποτελέσματα των εν λόγω αναλύσεων καταγράφηκαν και εξετάστηκαν, οπότε έχουν ληφθεί υπόψη. Ως προς τις αναλύσεις εκ μέρους των δημοσίων ιδρυμάτων, το αποτέλεσμα τους εξετάστηκε και διαβιβάστηκε στην Επιτροπή.
20
Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς ότι ο εμπεριστατωμένος και αιφνιδιαστικός έλεγχος απαιτούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση σύγκριση των αναλύσεων των δημοσίων εργαστηρίων με εκείνες των ιδιωτικών.
21
Στη συνέχεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, καίτοι η έκθεση των ιταλικών αρχών προς την Επιτροπή εν συνεχεία των επιπρόσθετων ελέγχων περιλαμβάνει σε παράρτημα τα αποτελέσματα των αναλύσεων των δημοσίων εργαστηρίων, όσον αφορά τις ιδιωτικές αναλύσεις, μόνον τα αποτελέσματα των αναλύσεων του εργαστηρίου της εταιρίας Wessanen κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή, χωρίς άλλωστε να έχει αποδειχθεί ότι οι εν λόγω αρχές προέβησαν σε οποιαδήποτε αντιπαραβολή μεταξύ των αποτελεσμάτων των δύο αυτών τύπων αναλύσεων. Οι εκθέσεις που αφορούν την επιχείρηση Plodari και την εταιρία Frabes δεν αναφέρονται σε αναλύσεις ιδιωτικών εργαστηρίων.
22
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι έγινε όντως σύγκριση μεταξύ των αποτελεσμάτων των αναλύσεων των ιδιωτικών και των δημοσίων εργαστηρίων.
23
Ως προς το δεύτερο σημείο, περί μη ελέγχου των δελταρίων παραγωγής, η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι ούτε η κοινοτική ούτε η εθνική ρύθμιση απαιτούν τη διατήρηση τους.
24
Κατά την Επιτροπή, τα δελτάρια παραγωγής αποτελούν εμπορικά έγγραφα που πρέπει να ελέγχονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 10, παράγραφος 2, περίπτωση δ, του προαναφερθέντος κανονισμού 1725/79.
25
Διαπιστώνεται καταρχάς ότι ως « εμπορικά έγγραφα », κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, περίπτωση δ, νοούνται όλα τα υποκείμενα σε έλεγχο έγγραφα, η εξέταση των οποίων επιτρέπει να προσδιοριστεί αν οι πράξεις που δικαιολογούν τη χορήγηση ενισχύσεως πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις κοινοτικές επιταγές.
26
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η έννοια αυτή απαντά και στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/435/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1977, περί των ελέγχων από τα κράτη μέλη των ενεργειών που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα «εγγυήσεων» (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 192). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η ανωτέρω έννοια περιλαμβάνει « το σύνολο των βιβλίων, μητρώων, σημειώσεων και δικαιολογητικών εγγράφων, τη λογιστική καθώς και την αλληλογραφία τη σχετική με την επαγγελματική δραστηριότητα της επιχειρήσεως, εφόσον τα έγγραφα αυτά δύνανται να χρησιμεύσουν στον έλεγχο (... ) ».
27
Επειδή τα εν λόγω δελτάρια παραγωγής περιέχουν κατάλογο των αναγκαίων συστατικών στοιχείων για την παρασκευή συγκεκριμένης ποσότητας ζωοτροφών, η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 10, παράγραφος 2, περίπτωση δ, θα διακυβευόταν σοβαρά, αν τα έγγραφα αυτά δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη διενέργεια των κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως εμπεριστατωμένων ελέγχων. Συνεπώς, τα δελτάρια παραγωγής πρέπει να θεωρηθούν ως εμπορικά έγγραφα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
28
Το άρθρο 4 της προαναφερθείσας οδηγίας 77/435 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να « προβλέπουν ώστε οι επιχειρήσεις να διατηρούν τα εμπορικά βιβλία (... ) τρία τουλάχιστον έτη από το τέλος του ημερολογιακού έτους καταρτίσεως τους ». Επομένως, τα δελτάρια παραγωγής για το έτος 1987 έπρεπε να διατηρηθούν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1990.
29
Δεν αμφισβητείται ότι τα δελτάρια παραγωγής των εν λόγω τριών επιχειρήσεων για το 1987 δεν υφίσταντο πλέον, με συνέπεια οι ιταλικές αρχές να μην είναι σε θέση να διενεργήσουν τους εμπεριστατωμένους ελέγχους των ανωτέρω εμπορικών εγγράφων, όπως προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 2, περίπτωση δ, του προαναφερθέντος κανονισμού 1725/79.
30
Ως προς το τρίτο σημείο, περί μη διενεργείας ελέγχου της λογιστικής πρώτων υλών και τελικών προϊόντων της επιχειρήσεως Plodari, η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι, λόγω της μικρής παραγωγής της, η εν λόγω επιχείρηση δεν όφειλε, βάσει του ιταλικού δικαίου, να τηρεί τα δύο αυτά λογιστικά στοιχεία.
31
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1725/79 εξαρτά το ευεργέτημα της χορηγήσεως ενισχύσεως από προηγούμενη έγκριση της επιχειρήσεως και από την τήρηση των λογιστικών στοιχείων της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού. Η τελευταία αυτή παράγραφος ορίζει ότι « η επιχείρηση (... ) διατηρεί μονίμως τα προσδιοριζόμενα από τον αρμόδιο οργανισμό κάθε κράτους μέλους λογιστικά στοιχεία και παραθέτει ιδίως: α) την καταγωγή των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται· β ) (... )· γ ) τις ποσότητες και τη σύνθεση των προϊόντων που προέκυψαν (... ) ».
32
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επιχείρηση Plodari όφειλε να καταρτίσει λογιστικά στοιχεία « πρώτες ύλες » και « τελικά προϊόντα ».
33
Το τέταρτο σημείο αφορά το ότι δεν αποδείχθηκε ότι όντως έγινε απογραφή πρώτων υλών και τελικών προϊόντων. Η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι έγινε σύγκριση μεταξύ των λογιστικών στοιχείων που προήλθαν από τα μητρώα του ΑΙΜΑ και τους « τακτικούς » λογαριασμούς των επιχειρήσεων. Πάντως, δεν προσκόμισε καμιά απόδειξη συναφώς, επιπλέον δε αναγνωρίζει με την προσφυγή της ότι το 1987 ο επιτόπιος έλεγχος της λογιστικής « πρώτες ύλες » δεν διενεργήθηκε, αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία αποθεμάτων που προήλθαν από τα μητρώα του ΑΙΜΑ.
34
Με το πέμπτο σημείο η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί τις επικρίσεις της Επιτροπής όσον αφορά δύο πωλήσεις της επιχειρήσεως Wessanen. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι τα επιχειρήματα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ήταν βάσιμα. Πάντως, θεώρησε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η εν λόγω Κυβέρνηση έφθασαν όψιμα.
35
Αρκεί να αναγνωριστεί ότι το βάσιμο των απόψεων της Ιταλικής Κυβερνήσεως επί του πέμπτου σημείου δεν είναι ικανό αφεαυτού να επιφέρει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως τη στιγμή κατά την οποία διαπιστώνεται ότι οι πράξεις ελέγχου της Κυβερνήσεως αυτής ήταν ανεπαρκείς και δικαιολογούσαν τη μη συνδρομή του ΕΓΤΠΕ.
36
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος που επικαλείται η Ιταλική Δημοκρατία είναι απορριπτέος.
37
Με τον τρίτο λόγο η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την εξουσία της Επιτροπής να προβαίνει σε κατ' αποκοπή μείωση κατά 10 ο/ο του ποσού των καταβαλλομένων ενισχύσεων.
38
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία ( βλ., ιδίως, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 327/85, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1065, σκέψεις 24 και 25 ), οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϊόντων. Στις περιπτώσεις όπου οι κοινοτικοί κανόνες δεν επιτρέπουν την καταβολή ενισχύσεως παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται ορισμένες τυπικές διαδικασίες αποδείξεως ή ελέγχου, η ενίσχυση που χορηγείται χωρίς να τηρείται η προϋπόθεση αυτή δεν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο και η σχετική δαπάνη δεν είναι, συνεπώς, δυνατό να αναγνωριστεί ότι επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ.
39
Με δεδομένο ότι, όπως προκύπτει από τις προηγηθείσες σκέψεις, οι διενεργηθέντες από τις ιταλικές αρχές έλεγχοι δεν συνιστούν εμπεριστατωμένους ελέγχους, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, περίπτωση δ, του προαναφερθέντος κανονισμού 1725/79, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με το σύνολο των ανωτέρω ποσών. Συνεπώς, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπορεί να παραπονείται ότι η Επιτροπή προέβη σε κατ' αποκοπή μείωση ύψους 10 %.
40
Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος είναι απορριπτέος.
Επί των ενισχύσεων στην κατανάλωση ελαιολάδου
41
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3089/78 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί θεσπίσεως γενικών κανόνων που αφορούν την ενίσχυση στην κατανάλωση του ελαιολάδου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 236 ), προβλέπει στο άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, ότι η ενίσχυση δύναται να προκαταβάλλεται κατά την υποβολή της αιτήσεως, υπό τον όρον ότι παρέχεται επαρκής ασφάλεια.
42
Όσον αφορά την εν λόγω εγγύηση, το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2677/85 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο ( ΕΕ 1985, L 254, σ. 5 ), προβλέπει ότι αποδεσμεύεται μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αναγνωρίσει το δικαίωμα λήψεως ενισχύσεως για τις ποσότητες που αναφέρονται στην αίτηση. Σε περίπτωση μη αναγνωρίσεως του, η ασφάλεια καταπίπτει κατ' αναλογία των ποσοτήτων για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που παρέχουν το δικαίωμα ενισχύσεως.
43
Σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, δεν επιβαρύνεται το ΕΓΤΠΕ με ποσό ύψους 4352012388 LIT που αντιστοιχεί στις ενισχύσεις για την κατανάλωση ελαιολάδου. Δεν αμφισβητείται ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο ύψος των προκαταβολών που έλαβαν επιχειρήσεις υπέρ των οποίων όμως στη συνέχεια οι ιταλικές αρχές δεν αναγνώρισαν το δικαίωμα λήψεως της ενισχύσεως λόγω της διαπιστώσεως παρατυπιών, ενώ οι αφορώσες το ποσό αυτό εγγυήσεις αποδεσμεύθηκαν.
44
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, πρώτον, η Επιτροπή, προτού αρνηθεί να επιβαρύνει με τα εν λόγω ποσά το ΕΓΤΠΕ, όφειλε να αναμείνει το οριστικό αποτέλεσμα των δικών που εκκρεμούν ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων και, δεύτερον, ήταν πλέον αδύνατη η κατάπτωση των εγγυήσεων τη στιγμή κατά την οποία διαπιστώθηκαν οι παρατυπίες, δεδομένου ότι είχαν εκπνεύσει οι προθεσμίες ισχύος των εγγυήσεων.
45
Συναφώς, αρκεί να αναγνωριστεί ότι, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 2677/85, η εγγύηση αποδεσμεύεται μόνο μετά την αναγνώριση εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του δικαιώματος ενισχύσεως. Συνεπώς, η αποδέσμευση των εγγυήσεων πριν από τη σχετική αναγνώριση δεν ήταν σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο.
46
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.
47
Από τις σκέψεις που προηγήθηκαν προκύπτει ότι η προσφυγή είναι απορριπτέα στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
48
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ιταλική Κυβέρνηση ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Grévisse
Kapteyn
Mancini
Κακούρης
Moitinho de Almeida
Diez de Velasco
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 8 Ιανουαρίου 1992.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο προεδρεύων
F. Grévisse
Πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy