ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-208/90 ( *1 )
Ι — Νομοθετικό πλαίσιο
1. Η οδψία 79/7/ΕΟΚ
Η οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), η οποία στηρίζεται στο άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΟΚ, περιλαμβάνει, για τον σκοπό της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, τις διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίες ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70 ).
Το άρθρο 1 ορίζει ότι η οδηγία σκοπεί στην προοδευτική εφαρμογή, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και των άλλων μέτρων κοινωνικής προστασίας που προβλέπονται στο άρθρο 3, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά αναπηρίας.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
« η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
—
την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών ».
Για τον σκοπό αυτό, το άρθρο 8 της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την οδηγία εντός έξι ετών από της κοινοποιήσεως της, δηλαδή πριν από τις 23 Δεκεμβρίου 1984.
Το άρθρο 5 ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταργήσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6, « τα κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα ώστε να δύναται κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως να διεκδικεί τα δικαιώματα του δια της δικαστικής οδού, αφού ενδεχομένως προσφύγει σε άλλα αρμόδια όργανα ».
2. Το ευηκό οίκαιο
Η σχετική με την κοινωνική ασφάλιση νομοθεσία της Ιρλανδίας στηριζόταν εκ παραδόσεως στην αρχή ότι η έγγαμη γυναίκα θεωρείται ως συντηρούμενη από τον σύζυγο της εφόσον ζει μαζί του και εφόσον αυτός ικανοποιεί εξ ολοκλήρου ή σε σημαντικό βαθμό τις βιοτικές της ανάγκες' αντιθέτως, ο σύζυγος θεωρείται ως συντηρούμενος από τη γυναίκα του μόνον εφόσον είναι ανίκανος, λόγω σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας, να αντεπεξέρχεται στις προσωπικές του ανάγκες και εφόσον η σύζυγος είναι αυτή που τον συντηρεί εξ ολοκλήρου ή σε σημαντικό βαθμό. Εξάλλου, καταβάλλονταν επίσης προσαυξήσεις παροχών για τα συντηρούμενα τέκνα « που συνοικούσαν κανονικώς» με τον δικαιούχο. Ωστόσο, για τον σκοπό αυτό, τα τέκνα θεωρούνταν ότι « συνοικούσαν κανονικώς » με τον πατέρα τους· επομένως, ο πατέρας και όχι η μητέρα είναι αυτός που δικαιούταν, υπό κανονικές συνθήκες, προσαυξήσεων λόγω συντηρούμενων τέκνων.
Για την εφαρμογή της οδηγίας 79/7, το Oireachtas ( Ιρλανδικό Κοινοβούλιο ) ψήφισε, στις 16 Ιουλίου 1985, τον Social Welfare (υπ' αριθ. 2) Act του 1985, ο οποίος δεν τέθηκε σε ισχύ παρά κατά διάφορες ημερομηνίες εντός του 1986. Ο εν λόγω νόμος, ο οποίος δεν ίσχυσε αναδρομικώς από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, είχε ως σκοπό να αποκλεισθούν οι έγγαμες γυναίκες από την κατηγορία των προσώπων που θεωρούνται αυτομάτως ως συντηρούμενα πρόσωπα και να θεωρηθούν ως υπαγόμενες, από πλευράς του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, στο ίδιο με τους έγγαμους άνδρες καθεστώς.
2.1. Η παροχή αναπηρίας
Μέχρι τις 15 Μαΐου 1986 ο ατομικός συντελεστής της παροχής λόγω αναπηρίας που καταβαλλόταν σε έγγαμη γυναίκα ήταν χαμηλότερος του συντελεστή που ίσχυε για έγγαμο άνδρα ή για άγαμο άνδρα ή γυναίκα. Στις 15 Μαΐου 1986 τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 2 του Social Welfare Act του 1985, οι οποίες προέβλεπαν τον ίδιο συντελεστή παροχής αναπηρίας τόσο για τις έγγαμες γυναίκες όσο και για τους έγγαμους άνδρες καθώς και τους ανύπανδρους άνδρες ή γυναίκες.
2.2. Η προσαύξηση Αόγω συντηρούμενου ενηλίκον
Μέχρι τις 17 Νοεμβρίου 1986, ο έγγαμος άνδρας δικαιούνταν προσαυξήσεως του ατομικού του συντελεστή παροχής ή αρωγής λόγω αναπηρίας λόγω συντηρούμενου ενηλίκου εφόσον η σύζυγος του ζούσε μαζί του ή εφόσον αυτός είχε αναλάβει, εξ ολοκλήρου ή σε σημαντικό βαθμό, την ικανοποίηση των βιοτικών της αναγκών. Αντιθέτως, μέχρι την ημερομηνία εκείνη, η έγγαμη γυναίκα μπορούσε να ζητήσει προσαύξηση, λόγω συντηρούμενου ενηλίκου, του ατομικού συντελεστή της παροχής λόγω αναπηρίας μόνον εφόσον ο σύζυγος της ήταν ανίκανος, λόγω σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας, να αντεπεξέρχεται στις προσωπικές του ανάγκες και συντηρούνταν εξ ολοκλήρου ή σε σημαντικό βαθμό απ' αυτήν.
Η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε με τον Social Welfare ( υπ' αριθ. 2 ) Act του 1985 ( Commencement) Order του 1986, με τον οποίο τέθηκαν σε ισχύ, στις 17 Νοεμβρίου 1986, οι διατάξεις του άρθρου 3 του Social Welfare ( υπ' αριθ. 2 ) Act του 1985. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές προέβλεπαν ότι με την έκφραση συντηρούμενος από άλλο πρόσωπο ενήλικος νοείται « ο σύζυγος που συντηρείται εξ ολοκλήρου ή σε σημαντικό βαθμό από το πρόσωπο αυτό» ( ενώ αποκλείεται ο σύζυγος που κατέχει θέση εργασίας, που είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας ή που μπορεί να απαιτήσει ορισμένες παροχές ή επιδόματα σύμφωνα με τον κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως). Οι διατάξεις του άρθρου 3 του Social Welfare ( υπ' αριθ. 2 ) Act του 1985 περιόριζαν την καταβολή προσαυξήσεων λόγω συντηρούμενου ενηλίκου στις περιπτώσεις όπου μπορούσε πράγματι να αποδειχθεί ύπαρξη οικογενειακών βαρών και τούτο όσον αφορά αιτούντες και των δύο φύλων.
2.3. Οι προσαυξήσεις για συντηρούμενα τέκνα
Πριν από τις 17 Νοεμβρίου 1986 καταβαλλόταν προσαύξηση του προσωπικού συντελεστή παροχής λόγω αναπηρίας για τέκνο ή τέκνα πληρούντα τις απαιτούμενες προϋποθέσεις τα οποία «συνοικούσαν κανονικώς » με τον δικαιούχο. Παρ' όλ' αυτά, το άρθρο 5 των Social Welfare (Normal Residence) Regulations του 1974 ( 1 ) προέβλεπε ότι το πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις τέκνο το οποίο συνοικεί με ένα ή περισσότερα από τα εξής πρόσωπα: τον πατέρα του ή τον πατριό του, τη μητέρα του ή τη μητριά του, έπρεπε να « θεωρείται ως συνοικούν κανονικώς με το πρώτο και όχι κάποιο άλλο από τα μνημονευόμενα πρόσωπα», ενώ εξυπακουόταν ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η μητέρα ή η μητριά του τέκνου συντηρούσε εξ ολοκλήρου ή σε σημαντικό βαθμό το τέκνο ενώ ο πατέρας ή ο πατριός του ήταν ανίκανος λόγω σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας να αντεπεξέρχεται στις προσωπικές του ανάγκες, το τέκνο εθεωρείτο ότι συνοικούσε κανονικούς με τη μητέρα του ή τη μητριά του, ανάλογα με την περίπτωση, και με κανένα άλλο πρόσωπο.
Στις 17 Νοεμβρίου 1986 τέθηκαν σε εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 4 του Social Welfare (υπ' αριθ. 2) Act του 1985 όσον αφορά την παροχή λόγω αναπηρίας που προβλεπόταν από τον Social Welfare (υπ' αριθ. 2) Act 1985 ( Commencement ) Order του 1986. Το άρθρο 4 προβλέπει ότι κάθε προσαύξηση της παροχής όσον αφορά τέκνο πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις το οποίο συνοικεί κανονικώς με δικαιούχο και με τον σύζυγο δικαιούχου καταβάλλεται με συντελεστή ίσο προς το ήμισυ του ποσού που παρέχεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο σύζυγος του δικαιούχου δεν είναι συντηρούμενος ενήλικος. Επίσης, στις 17 Νοεμβρίου 1986 τέθηκαν σε ισχύ οι Social Welfare ( Normal Residence ) Regulations του 1986 ( 2 ) και καταργήθηκαν οι Social Welfare ( Normal Residence ) Regulations του 1974 όπως είχαν τροποποιηθεί. Το άρθρο 6 των Regulations του 1986 προβλέπει ότι, με εξαίρεση ορισμένες περιπτώσεις, το τέκνο που πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις θεωρείται ότι συνοικεί κανονικώς με τους γονείς του. Το άρθρο 7 των Regulations προβλέπει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ένα τέκνο το οποίο πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις συνοικεί με έναν μόνο από τους γονείς του, το εν λόγω τέκνο θεωρείται ως συνοικούν κανονικώς με τον γονέα αυτό και κανένα άλλο πρόσωπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο γονέας, εφόσον αποτελεί μέλος ενός νοικοκυριού, έχει προβεί σε μια τέτοια επιλογή.
Οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 4 του Social Welfare (υπ' αριθ. 2) Act του 1985 και των Social Welfare ( Normal Residence ) Regulations του 1986 έχουν ως αποτέλεσμα ο αιτών παροχή λόγω αναπηρίας, είτε άνδρας είτε γυναίκα, που έχει τέκνο ή τέκνα πληρούντα τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, να λαμβάνει προσαύξηση του ατομικού συντελεστή της παροχής αυτής ίση προς το ήμισυ του αναλογούντος ποσού, εκτός αν ο σύζυγος του αιτούντος αυτού είναι συντηρούμενος ενήλικος, οπότε η προσαύξηση είναι ίση με ολόκληρο το αναλογούν ποσό.
2.4. Η διανήρηοη των δικαιωμάτων
Στις 12 Δεκεμβρίου 1986 ο Minister for Social Welfare εξέδωσε τους Social Welfare ( Preservation of Rights ) ( υπ' αριθ. 2 ) Regulations του 1986 ( 3 ), ρύθμιση η οποία άρχισε να ισχύει, όσον αφορά την καταβολή της παροχής λόγω αναπηρίας, από τις 17 Νοεμβρίου 1986. Οι Regulations αυτοί εφαρμόζονταν επί των προσώπων τα οποία, πριν από τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του Social Welfare ( υπ' αριθ. 2) Act του 1985 και των εκτελεστικών αυτού Regulations, ελάμβαναν ή δικαιούνταν να λάβουν προσαύξηση λόγω συντηρούμενου ενηλίκου. Στην περίπτωση των προσώπων που είχαν απωλέσει το δικαίωμα τους για προσαύξηση λόγω συντηρούμενου ενηλίκου, επειδή ο εν λόγω ενήλικος δικαιούταν να λάβει ή ελάμβανε οποιουδήποτε είδους σύνταξη, παροχή, αρωγή ή επίδομα, σύμφωνα με τα μέρη 2 ή 3 του Social Welfare ( Consolidation ) Act του 1981, το εν λόγω πρόσωπο μπορούσε να ζητήσει, σύμφωνα με τους Social Welfare ( Preservation of Rights ) Regulations του 1986, προσαύξηση του ποσού της παροχής του ή του επιδόματος του ίση προς 20 ιρλανδικές λίρες (IRL) εβδομαδιαίως.
Στην περίπτωση των προσώπων που είχαν απωλέσει το δικαίωμα τους για προσαύξηση λόγω συντηρούμενου ενηλίκου επειδή ο εν λόγω ενήλικος κατείχε Θέση εργασίας ή ήταν ανεξάρτητος επαγγελματίας και είχε εβδομαδιαίο εισόδημα υπερβαίνον τις 50 IRL, το εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των Social Welfare (Preservation of Rights) Regulations του 1986 πρόσωπο μπορούσε πλέον να ζητήσει προσαύξηση κατά 10 IRL εβδομαδιαίως της παροχής του ή του επιδόματος του, καθώς και ποσό ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της προσαυξήσεως που έπρεπε να καταβάλλεται στο πρόσωπο αυτό για συντηρούμενα τέκνα σύμφωνα με τον Social Welfare (υπ' αριθ. 2) Act του 1985 και της προσαυξήσεως για τα συντηρούμενα αυτά πρόσωπα που θα οφειλόταν αν δεν υφίστατο ο νόμος αυτός.
Οι προσαυξήσεις βάσει των διατάξεων των Social Welfare ( Preservation of Rights ) Regulations του 1986 θα καταβάλλονταν για ορισμένο μόνο χρονικό διάστημα. Το άρθρο 7 προέβλεπε ότι οι προσαυξήσεις που προβλέπονταν από τους Regulations θα καταβάλλονταν για την περίοδο κατά την οποία το δικαίωμα για την εν λόγω καταβολή υφίστατο χωρίς διακοπή ή μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους από την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή που έπρεπε να ληφθεί υπόψη [ η οποία προσδιορίστηκε ως ημερομηνία της θέσεως σε ισχύ των Social Welfare ( Preservation of Rights ) ( υπ' αριθ. 2 ) Regulations του 1986 όσον αφορά το σχετικό επίδομα ή παροχή ].
Η ισχύς των Social Welfare (Preservation of Rights) (υπ' αριθ. 2) Regulations του 1986 παρατάθηκε δυνάμει των διατάξεων των Social Welfare ( Preservation of Rights ) ( υπ' αριθ. 2 ) (Amendment) Regulations του 1987 ( 4 )των οποίων το άρθρο 3 διατήρησε τις προσαυξήσεις των ποσών που καταβάλλονταν βάσει των Regulations του 1986 για την περίοδο κατά την οποία το δικαίωμα προς καταβολή τους υφίστατο χωρίς διακοπή ή, στην περίπτωση της παροχής λόγω αναπηρίας, μέχρι τις 4 Απριλίου 1988. Για άλλη μια φορά η εφαρμογή της εν λόγω ρυθμίσεως παρατάθηκε με τις διατάξεις των Social Welfare (Preservation of Rights) (Amendment) Regulations του 1988 ( 5 ), οι οποίες διατήρησαν τις προσαυξήσεις των καταβαλλομένων σύμφωνα με τους Regulations του 1986 ποσών καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία το δικαίωμα για καταβολή υφίστατο χωρίς διακοπή ή, στην περίπτωση της παροχής λόγω αναπηρίας, μέχρι τις 25 Ιανουαρίου 1988. Οι Regulations του 1988 προέβλεψαν επίσης τη συνέχιση της καταβολής των προσαυξήσεων, στην περίπτωση της παροχής λόγω αναπηρίας, μετά τις 25 Ιουλίου 1988, με μειωμένο συντελεστή προσαυξήσεως που έπρεπε να διατηρηθεί καθ' όλη την περίοδο κατά την οποία το δικαίωμα για καταβολή υφίστατο χωρίς διακοπή ή μέχρι, στην περίπτωση της παροχής λόγω αναπηρίας, τις 2 Ιανουαρίου 1989.
2.5. Οι σχενικές αιτήσεις και οι καταβολές
Το άρθρο 4 των Social Welfare (Claims and Payments) Regulations του 1952 ( 6 ) (στο εξής: Regulations του 1952) ορίζει ότι κάθε αίτηση για τη χορήγηση παροχής ή προσαυξήσεως της παροχής αυτής υποβάλλεται στον υπουργό, υπό τον τύπο που έχει εγκριθεί απ' αυτόν κατά το χρονικό εκείνο σημείο για το είδος παροχής που αφορά η αίτηση ή καθ' οποιοδήποτε άλλο τρόπο που μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικός από τον υπουργό ενόψει των περιστάσεων μιας συγκεκριμένης περιπτώσεως ή κατηγορίας περιπτώσεων.
Το άρθρο 5 των Regulations του 1952 έχει ως εξής:
« 5.
Κάθε πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση για παροχή προσκομίζει τα πιστοποιητικά, έγγραφα, στοιχεία και αποδείξεις που ο υπουργός κρίνει χρήσιμα για την εκτίμηση του βάσιμου της αιτήσεως και, εφόσον κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο, μεταβαίνει σε οποιοδήποτε ανάλογο γραφείο ή μέρος που είναι δυνατόν να ορίσει ο υπουργός. »
Το μέρος VIII του Social Welfare ( Consolidation) Act του 1981 προβλέπει το δικαίωμα υποβολής σχετικής διοικητικής ενστάσεως. Όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 298, παράγραφος Ι, του Act του 1981 και του Statutory Instrument υπ' αριθ. 376 του 1952, η ένσταση πρέπει να υποβάλλεται στον Minister for Social Welfare εντός 21ημερών, προθεσμίας που είναι δυνατόν να παραταθεί, από την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο της αμφισβητούμενης αποφάσεως. Στη συνέχεια η ένσταση διαβιβάζεται σε έναν appeals officer. Το άρθρο 299 επιτρέπει την άσκηση, κατά της αποφάσεως του appeals officer και όσον αφορά νομικά ζητήματα, προσφυγής ενώπιον του High Court.
3. Οι ασκούντες επιρροή εθνικοί κανόνες περί προθεσμιών
Μεταξύ των Rules of the Superior Courts του 1986η ασκούσα επιρροή διάταξη που διέπει την πρακτική και τη διαδικασία ενώπιον του High Court και του Supreme Court είναι η Order 84, Rule 21, παράγραφος 1, η οποία έχει ως εξής:
« Η αίτηση για να επιτραπεί η άσκηση “ judicial review ” ( δικαστικού ελέγχου ) πρέπει να υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατό και, εν πάση περιπτώσει, εντός τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία κατέστησαν για πρώτη φορά γνωστοί οι λόγοι για μια τέτοια αίτηση ή εντός έξι μηνών όταν με τη σχετική αίτηση ζητείται η έκδοση Διατάξεως “ certiorari ”, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίστανται επαρκείς λόγοι για την παρέκταση της σχετικής προθεσμίας. »
Αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις για « judicial review » ( δικαστικό έλεγχο ), ασχέτως της φύσεως της βαλλόμενης αποφάσεως. Οι Rules of the Superior Courts του 1986 τέθηκαν σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1986 και πριν από την ημερομηνία εκείνη η πρακτική και οι κανόνες διαδικασίας του High Court και του Supreme Court προβλέπονταν από τους Rules of the Superior Courts του 1962 όπως είχαν τροποποιηθεί. Οι Rules του 1962 όριζαν ότι για την αμφισβήτηση του κύρους των αποφάσεων κατωτέρων ή άλλων δικαστηρίων απητείτο η υποβολή αιτήσεως για έκδοση Διατάξεως « certiorari, prohibition ή mandamus ». Το μόνο συγκεκριμένο χρονικό όριο που καθοριζόταν στους προαναφερθέντες διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με αιτήσεις για την έκδοση Διατάξεως « certiorari » είχε σχέση με την απόφαση του κατωτέρου δικαστηρίου όπου μια τέτοια αίτηση έπρεπε να υποβληθεί εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως ( βλ. Order 84, Rule 10 των Rules of the Superior Court του 1962).
Η εκπρόθεσμη υποβολή του αιτήματος αποκαταστάσεως ζημίας είναι μια από τις πτυχές της συμπεριφοράς του αιτούντος τη σχετική ένδικη προστασία που τα δικαστήρια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη προκειμένου να αποφαίνονται επί του ζητήματος αν πρέπει να κάνουν χρήση της εξουσίας τους εκτιμήσεως, προκειμένου να εξαφανίσουν εν όλω ή εν μέρει μια απόφαση κατωτέρου δικαστηρίου ή άλλου έχοντος εξουσία λήψεως αποφάσεων οργάνου υπέρ του αιτούντος. Εκφράζοντας την άποψη της πλειοψηφίας του Supreme Court στην υπόθεση The State ( Furey ) κατά The Minister for Defence ( 7 ), ο δικαστής McCarthy έκρινε ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί για ποιο λόγο
« μια καθυστέρηση, οσονδήποτε κι αν είναι σημαντική, θα έπρεπε να αποτελέσει αυτή καθαυτή εμπόδιο στη χορήγηση certiorari για κάθε σχετική αίτηση όπου ένα πρόσωπο αποδεικνύει ότι υπήρξε θύμα αδικίας εκ μέρους του κράτους, όπως, π. χ., ότι δικάστηκε από μη αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή ότι το κράτος του προξένησε ζημία η οποία εξακολουθεί να σημαδεύει ή να βλάπτει τη ζωή του ».
II — Τα πραγματικά περιστατικά και η έγγραφη διαδικασία
1. Τα πραγματικά περιστατικά
Η αιτούσα-ενάγουσα της κύριας δίκης είναι έγγαμη και λαμβάνει από τις 2 Δεκεμβρίου 1983 παροχή λόγω αναπηρίας δυνάμει της ιρλανδικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Η παροχή αυτή της έχει χορηγηθεί λόγω της κακής της οράσεως. Από τις 2 Δεκεμβρίου 1983 μέχρι τις 18 Μαΐου 1986 η αιτούσα ελάμβανε την παροχή αυτή με τον μειωμένο συντελεστή που ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο για όλες τις έγγαμες γυναίκες. Από τις 19 Μαΐου 1986 μέχρι τις 16 Νοεμβρίου 1986 ελάμβανε την παροχή λόγω αναπηρίας στον συντελεστή που ίσχυε για άνδρα ή γυναίκα που δεν συντηρούσε ενήλικο ή τέκνο. Από τις 17 Νοεμβρίου 1986 μέχρι τον Ιούνιο του 1988, η αιτούσα ελάμβανε παροχές λόγω αναπηρίας με τον ισχύοντα για άνδρα ή γυναίκα συντελεστή με την προσαύξηση που διδόταν για τρία συντηρούμενα τέκνα, ενώ μια τέτοια προσαύξηση υπολογιζόταν στο ήμισυ του πλήρους συντελεστή που ίσχυε κανονικώς για τρία συντηρούμενα τέκνα. Τον Ιούνιο του 1988 χορηγήθηκε στην αιτούσα σύνταξη λόγω αναπηρίας αναδρομικώς από τις 28 Ιανουαρίου 1988 με τον προσωπικό συντελεστή που ίσχυε κανονικώς για άνδρα ή γυναίκα με την προσαύξηση που διδόταν για τρία συντηρούμενα τέκνα· η προσαύξηση αυτή υπολογίστηκε, για άλλη μια φορά, στο ήμισυ του πλήρους συντελεστή προσαυξήσεως που ίσχυε για κάθε συντηρούμενο τέκνο. Μετά τις 7 Ιουλίου 1988 καταργήθηκε η προσαύξηση που διδόταν για το μεγαλύτερο από τα τέκνα της διότι αυτό μετοίκησε, κατά την ημερομηνία εκείνη, στην Αγγλία.
Ο σύζυγος της αιτούσας υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις της Ιρλανδίας και δεν ελάμβανε παροχές βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως σε καμιά από τις περιόδους του κρίσιμου χρονικού διαστήματος. Ο σύζυγος της αιτούσας δεν υπέβαλε αίτηση για τέτοιες παροχές στο πλαίσιο της ισχύουσας νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως.
Καθώς φαίνεται η αιτούσα αγνοούσε την ύπαρξη της οδηγίας έως ότου πληροφορήθηκε από τον τύπο τη θέση σε ισχύ της ιρλανδικής νομοθεσίας με την οποία πραγματοποιήθηκε τελικώς η μεταφορά στο ιρλανδικό δίκαιο της οδηγίας. Μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1987 ( 8 ), η αιτούσα απηύθυνε σχετικά έγγραφα στους δύο καθών ζητώντας να τύχουν επ' αυτής εφαρμογής οι διατάξεις της οδηγίας. Έγραψε επίσης στον βουλευτή της καθώς και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Απαντώντας στα έγγραφα αυτά, οι ιρλανδικές αρχές πάντοτε ανέφεραν ότι το High Court δεν είχε εισέτι αποφανθεί στην υπόθεση McDermott και Cotter και ότι καμιά απόφαση δεν μπορούσε να ληφθεί όσον αφορά την περίπτωση της για όσο χρόνο το ζήτημα των παροχών με αναδρομικό από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 αποτέλεσμα δεν θα είχε επιλυθεί στο πλαίσιο της εκκρεμούς υποθέσεως.
Τον Ιανουάριο του 1988η αιτούσα ήλθε σε επαφή με ένα δικηγορικό γραφείο στο οποίο ανέθεσε να επιδιώξει δικαστικώς την καταβολή των ιδίων παροχών με αυτές που χορηγούνται σε άνδρα ευρισκόμενο στην ίδια με αυτήν κατάσταση. Στις 22 Ιουλίου 1988 ζητήθηκε από το High Court η παροχή αδείας για την υποβολή αιτήσεως δικαστικού ελέγχου κατά των αποφάσεων που είχαν ληφθεί από τις ιρλανδικές αρχές σχετικά με τα δικαιώματα της αιτούσας όσον αφορά παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως.
Με Διάταξη της 22ας Ιουλίου 1988 το High Court επέτρεψε στην αιτούσα να υποβάλει αίτηση δικαστικού ελέγχου χωρίς όμως να αποφανθεί σχετικά με το δικαίωμα των καθών για την προβολή ενστάσεως εκπροθέσμου κατά τη συνεδρίαση κατά την οποία θα εξεταζόταν το αίτημα της αιτούσας. Πράγματι, οι καθών προέβαλαν το επιχείρημα ότι η εκ μέρους της αιτούσας εκπρόθεσμη υποβολή της σχετικής αιτήσεως παροχής ένδικης προστασίας εμπόδιζε την αποδοχή του αιτήματος της.
2. Το υποβληθέν oro Δικαστήριο προδικαοτικό ερώΐί/μα
Με Διάταξη της 22ας Ιουνίου 1990, το High Court αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία έως ότου το Δικαστήριο εκδώσει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστική απόφαση επί του ακολούθου ερωτήματος:
« Πρέπει η απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 286/85, Norah McDermott και Ann Cotter κατά The Minister for Social Welfare and Attorney General ( Συλλογή 1987, σ. 1453), με την οποία το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κρίνοντας επί προδικαστικών ερωτημάτων που του είχαν υποβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, από το High Court ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας του Συμβουλίου 79/7/ΕΟΚ της 19ης Δεκεμβρίου 1978, αποφάνθηκε ότι:
“1)
Σε περίπτωση που δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ της 19ης Δεκεμβρίου 1978 μπορεί, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, να γίνεται επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος Ι, που απαγορεύει κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, για να ματαιώνεται η εφαρμογή κάθε διατάξεως εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς το εν λόγω άρθρο.
2)
Ελλείψει εκτελεστικών μέτρων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι γυναίκες δικαιούνται να υπάγονται στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς που, ενόσω δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας αυτής, εξακολουθεί να παραμένει το μόνο ισχύον σύστημα αναφοράς. ”,
να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση υποβολής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου αιτήματος, στηριζόμενου στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, εκ μέρους εγγάμου γυναικός για ίση μεταχείριση και καταβολή αποζημιώσεως, λόγω προβαλλόμενης δυσμενούς διακρίσεως την οποία η εν λόγω γυναίκα υπέστη διότι δεν εφαρμόστηκαν επ' αυτής οι κανόνες που ισχύουν για τους ευρισκομένους στην ίδια κατάσταση άνδρες, αντίκειται προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου το ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στηρίχθηκαν σε κανόνες του εθνικού τους δικονομικού δικαίου, ειδικότερα στους σχετικούς με προθεσμίες κανόνες, προκειμένου να ζητήσουν την απόρριψη του αιτήματος αυτού ώστε να μειωθεί το ποσό της ή ουδόλως να επιδικασθεί τέτοια αποζημίωση; »
3. Η ενώπιον rov Αικαοτηρίον όιαόικασία
Η Διάταξη του High Court περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Ιουλίου 1990. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Emmott, εκπροσωπούμενη από τους Mary Robinson, senior counsel, και Gerard Durcan, barrister-at-law, κατ' εντολήν των Gallagher Shatter, solicitors' η Ιρλανδική Κυβέρνηση και οι καθών της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενοι από τον Louis J. Dockery, chief state solicitor, επικουρούμενο από τους David M. Byrne, senior councel και Aindrias O'Caoimh, barrister-at-law η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, Γενικό Γραμματέα Εξωτερικών Υποθέσεων η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον Hussein Α. Kaya, treasury solicitor και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Karen Banks, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Η αιτούσα φρονεί ότι ο λόγος που την ανάγκασε να επιδιώξει δικαστικώς τη διασφάλιση του δικαιώματος για ίση μεταχείριση που της απονέμει η οδηγία από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 είναι ότι ο καθού δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. >Το να επιτραπεί στον καθού να προβάλει ως ένσταση το φερόμενο εκπρόθεσμο της κινήσεως μιας τέτοιας ένδικης διαδικασίας ισοδυναμεί με το να του παρασχεθεί η δυνατότητα να αντλήσει όφελος από τις δικές του παραλείψεις. Αυτό είναι αντίθετο προς την αρχή που έχει θεσπίσει το Δικαστήριο με την απόφαση του της 19ης Ιανουαρίου 1982 ( 9 ).
Υποστηρίζει ότι ένας άλλος λόγος για τον οποίον ο καθού δεν μπορεί να επικαλεστεί το εκπρόθεσμο της εκ μέρους της κινήσεως της σχετικής ένδικης διαδικασίας έγκειται στο ότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με άρνηση εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών. Κατά την περίοδο από 23 Δεκεμβρίου 1984 μέχρι 18 Νοεμβρίου 1986 όλοι οι έγγαμοι άνδρες έτυχαν υψηλότερου συντελεστή και ευνοϊκότερης απ' ό,τι οι έγγαμες γυναίκες μεταχειρίσεως για συντηρούμενα απ' αυτούς πρόσωπα. Ο καθού επιφύλαξε στους έγγαμους άνδρες μια τέτοια μεταχείριση χωρίς αυτοί να υποχρεωθούν να κινήσουν σχετική διαδικασία' αυτό που θέλει τώρα να πετύχει ο καθού είναι η μεταχείριση αυτή να επιφυλάσσεται στις έγγαμες γυναίκες μόνον εφόσον αυτές έχουν αμέσως προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για να πετύχουν μια τέτοια μεταχείριση. Το να επιτραπεί στο καθού να υποστηρίξει ευδοκίμως μια τέτοια θέση ισοδυναμεί με το να επιβληθεί στις έγγαμες γυναίκες μια προϋπόθεση που δυσχερώς μπορεί να πληρωθεί, δηλαδή η ανάγκη άμεσης κινήσεως, εφόσον επιθυμούν να πετύχουν ίση μεταχείριση, των σχετικών διαδικασιών. Αυτή η αντίληψη επιτρέπει στον καθού και στο ιρλανδικό Κράτος να επιφυλάσσει στις έγγαμες γυναίκες μια εισάγουσα διακρίσεις μεταχείριση.
Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι οι αρχές που το Δικαστήριο έχει καθιερώσει με την απόφαση του της 2ας Φεβρουαρίου 1988 ( 10 ) δεν μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς μεταβολή των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, εφόσον οι αρχές αυτές στηρίζονται στην προϋπόθεση ότι οι ιδιώτες υποτίθεται ότι γνωρίζουν τα δικαιώματα τους και ότι είναι λογικό να αναμένεται απ' αυτούς ότι θα τηρούν τις διατάξεις της εθνικής τους νομοθεσίας με τις οποίες σκοπείται η ενεργοποίηση τέτοιων δικαιωμάτων. Ωστόσο, η οδηγία 79/7 σκοπεί στη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως μιας ιδιαίτερα ευαίσθητης κατηγορίας προσώπων της Κοινότητας, δηλαδή αυτών που λαμβάνουν παροχές και επιδόματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Όλα αυτά τα πρόσωπα βασίζονται ιδίως στο κράτος όσον αφορά την ενημέρωση τους σχετικά με τα δικαιώματα και την καταβολή των οφειλομένων σ' αυτά ποσών.
Κατά την αιτούσα, το γεγονός ότι ο καθού δεν έθεσε σε εφαρμογή τις διατάξεις της οδηγίας κατά την επιβαλλόμενη ημερομηνία είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να στερηθούν οι έγγαμες γυναίκες του δικαιώματος τους για ίση μεταχείριση αλλά και να τους αποκρύβει η πραγματική νομική κατάσταση όσον αφορά τα δικαιώματα τους. Ο καθού παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 5 της οδηγίας με αποτέλεσμα μια ολόκληρη σειρά νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, αντιθέτων προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, να εξακολουθήσει να ισχύει και μετά τις 23 Δεκεμβρίου 1984. Η διατήρηση σε ισχύ μετά την ημερομηνία αυτή τέτοιων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων είχε ως αποτέλεσμα να πλανηθούν οι έγγαμες γυναίκες σχετικά με τα δικαιώματα τους. Συναφώς, οι ισχύουσες κατά την κρίσιμη περίοδο διοικητικές διατάξεις έχουν ιδιαίτερη σημασία εφόσον όλα τα έγγραφα στοιχεία που έχουν εν προκειμένω προσκομιστεί από τον καθού εκθέτουν μόνο τη νομική κατάσταση που υφίστατο κατ' εφαρμογήν των αντιθέτων προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικών νόμων και κανονισμών.
Η αιτούσα υποστηρίζει ότι είναι ανάγκη να εξεταστεί πώς είναι δυνατό με το να επιτρέπεται στον καθού να επικαλείται το εκπρόθεσμο της κινήσεως της σχετικής ένδικης διαδικασίας να έχει μειωθεί ή να μειώνεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ. Συναφώς, η αιτούσα αναφέρεται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Φεβρουαρίου 1977 ( 11 ) και της 9ης Μαρτίου 1978 ( 12 ). Λιγότερες από 600 έγγαμες γυναίκες είχαν κινήσει ένδικες διαδικασίες κατά του καθού ή κατά του ιρλανδικού Κράτους πριν από την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως της 24ης Μαρτίου 1987, McDermott και Cotter· ο αριθμός αυτός δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα μικρό ποσοστό του συνολικού αριθμού των εγγάμων γυναικών που στερήθηκαν του δικαιώματος τους για ίση μεταχείριση λόγω του ότι το ιρλανδικό Δημόσιο δεν είχε θέσει σε εφαρμογή την οδηγία από τις 23 Δεκεμβρίου 1984.
Επομένως, το γεγονός ότι παρέχεται στον καθού η δυνατότητα να επικαλεστεί το εκπρόθεσμο της υποβολής της σχετικής αιτήσεως ένδικης προστασίας έχει ως δυνατή συνέπεια το ότι η οδηγία είχε ελάχιστα ή καθόλου αποτελέσματα όσον αφορά έναν μεγάλο αριθμό γυναικών για περίοδο δύο σχεδόν ετών μετά την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχει τεθεί σε εφαρμογή, πράγμα ασυμβίβαστο με το αναγκαστικό αποτέλεσμα μιας οδηγίας. Και τούτο παρά το γεγονός ότι η προαναφερθείσα οδηγία σκοπεί, προκειμένου περί ζητημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως και μετά από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, « στην απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση ». Μια τέτοια κατάσταση είναι απαράδεκτη ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η Ιρλανδία έχει αντλήσει ενδεχομένως σημαντικά οικονομικά πλεονεκτήματα από την παράβαση της υποχρεώσεως της να εφαρμόσει την οδηγία εντός της ορισθείσας προθεσμίας.
Κατά συνέπεια, η αιτούσα φρονεί ότι στο υποβληθέν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση υπό την έννοια ότι είναι αντίθετο προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου να επικαλούνται οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες, ιδίως τους σχετικούς με τις προθεσμίες, για να απορριφθεί αίτηση παροχής ένδικης προστασίας που έχει υποβληθεί από έγγαμη γυναίκα προκειμένου να τύχει αυτή, κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 79/7, ίσης μεταχειρίσεως.
2.
Οι καθών ισχυρίζονται ότι η αιτούσα δεν επέδειξε επιμέλεια όσον αφορά την προβολή των σχετικών της αξιώσεων. Ειδικότερα, αυτή υποχρεούνταν να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του Order 84, Rule 21 των Rules of the Superior Courts, η δε μη τήρηση των διατάξεων αυτών ζημίωσε τους καθών. Ο καθού φρονεί ότι, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1976 ( 13 ), της 27ης Μαρτίου 1980 ( 14 ), της 9ης Νοεμβρίου 1983 ( 15 ), της 29ης Ιουνίου 1988 ( 16 ) και της 9ης Νοεμβρίου 1989 ( 17 ), η επιστροφή των φορολογικών επιβαρύνσεων και τελών που έχουν εισπραχθεί κατά παράβαση της Συνθήκης δεν μπορεί να ζητείται παρά μόνο στο πλαίσιο των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων ( συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με τις προθεσμίες ένδικων προσφυγών) που προβλέπονται από τις σχετικές εθνικές νομοθεσίες. Κατά τους καθών, καίτοι οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν κυρίως φορολογικές επιβαρύνσεις και τέλη, οι αρχές που έχουν θέσει ισχύουν γενικώς και συνεπώς εφαρμόζονται τόσο επί αξιώσεων όπως οι προκείμενες όσο και επί αιτημάτων σχετικών με την επιστροφή φορολογικών επιβαρύνσεων. Όσον αφορά το ζήτημα ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προθεσμιών ή άλλων διαδικαστικών κανόνων δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές απ' ό,τι αυτές που αφορούν παρόμοιες ένδικες προσφυγές του εσωτερικού δικαίου, ο καθού υποστηρίζει ότι η ισχύουσα εν προκειμένω εθνική νομοθεσία δεν εισάγει καμία τέτοιας φύσεως διάκριση ούτε καθιστά αδύνατη ή πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των παρεχομένων από το εθνικό δίκαιο δικαιωμάτων.
Οι καθών παρατηρούν ότι το Δικαστήριο έχει δώσει όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα απάντηση με την προαναφερθείσα απόφαση του της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Rewę, ισχυριζόμενοι ότι το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί του ζητήματος της παραβιάσεως της Συνθήκης δεν έχει επιπτώσεις επί του ότι ένας αντίδικος μπορεί να προβάλει κατά του αιτούντος την παρέλευση των προθεσμιών ασκήσεως ένδικης προσφυγής του εθνικού δικαίου.
Κατά συνέπεια, οι καθών φρονούν ότι στο υποβληθέν από το High Court προδικαστικό ερώτημα προσήκει η εξής καταφατική απάντηση :
« Ελλείψει κοινοτικών κανόνων σχετικά με την αμφισβήτηση ή την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως συμβαίνει στην περίπτωση εγγάμου γυναικός η οποία επικαλείται το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου προκειμένου να πετύχει ίση μεταχείριση καθώς και αποζημίωση λόγω δυσμενούς διακρίσεως που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τη μη εφαρμογή, στην περίπτωση της, των κανόνων που εφαρμόζονται σε άνδρες ευρισκομένους στην ίδια μ' αυτήν κατάσταση, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται ο καθορισμός των αρμοδίων δικαστηρίων και η ρύθμιση των διαδικαστικής φύσεως λεπτομερειών των σχετικών ένδικων προσφυγών με τις οποίες σκοπείται η προστασία των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου. Δεν αντίκειται προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου η εκ μέρους των αρμοδίων αρχών κράτους μέλους επίκληση των εθνικών δικονομικών κανόνων, ειδικότερα των σχετικών με προθεσμίες, κατά της αξιώσεως αυτής με σκοπό τον περιορισμό ή τη μη καταβολή αποζημιώσεως, ενώ εξυπακούεται ότι οι αφορώσες τη σχετική ένδικη προσφυγή δικονομικές διατάξεις δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκές απ' ό,τι αυτές που διέπουν παρόμοιες ένδικες προσφυγές του εσωτερικού δικαίου. »
3.
Η ΟΑΑανδική Κυβεριψη υποστηρίζει ότι από το άμεσο αποτέλεσμα της διατάξεως — εν προκειμένω το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 — δεν προκύπτει ότι ο πολίτης μπορεί να εύρει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, την επαρκή νομική βάση η οποία θα του επιτρέψει, να αξιώσει από τις αρχές της χώρας του, όταν ένας εθνικός κανόνας πρέπει να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστος με την εν λόγω διάταξη, την εις το ακέραιο αποκατάσταση για το παρελθόν, και συνεπώς με αναδρομικό αποτέλεσμα, των δικαιωμάτων του. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, παρόμοια ένδικη διαδικασία για την αποκατάσταση δικαιωμάτων, όσον αφορά το παρελθόν, δεν μπορεί να κινηθεί παρά μόνο σύμφωνα με τους κανόνες της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους: βλ. την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1968 ( 18 ). Η προαναφερθείσα απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987 δεν περιέχει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει διαφορετική λύση.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου όπου διευκρινίζεται, καίτοι σε διαφορετική αλληλουχία, ότι οι εθνικές διατάξεις που ορίζουν τα αρμόδια δικαστήρια και ρυθμίζουν τις δικονομικής (ρύσεως λεπτομέρειες δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές απ' ό,τι αυτές που αφορούν όμοιες ένδικες διαδικασίες του εσωτερικού δικαίου καθώς επίσης ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται από την κοινοτική έννομη τάξη (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Rewę και Comet, της 9ης Νοεμβρίου 1983, San Giorgio, της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Barra, και της 29ης Ιουνίου 1988, Deville). Εξάλλου, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει την προβολή κατά των ιδιωτών της παρελεύσεως των ευλόγων προθεσμιών — που ισχύουν στο εθνικό δίκαιο — για την κίνηση ενδίκων διαδικασιών. Η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι τέτοιες αρχές του δικαίου, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εφαρμόζεται η εθνική νομοθεσία στο πλαίσιο ενδίκων προσφυγών ιδιωτών που έχουν ως αντικείμενο την αποκατάσταση δικαιωμάτων ως προς το παρελθόν, μπορούν επίσης να ασκήσουν επιρροή όσον αφορά την παρούσα αλληλουχία η οποία αφορά τη χορήγηση παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως οι οποίες, κακώς, δεν είχαν καταβληθεί στο παρελθόν κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, πρέπει εν προκειμένω να σημειωθεί ακόμη ότι — σε διαφορετική πάλι αλληλουχία αλλά σε σχέση με παρόμοιο ερώτημα — το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, αν καταφανεί ότι ορισμένες ανομοιότητες μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών είναι ικανές να διακυβεύσουν την ισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ των επιχειρηματιών των διαφόρων κρατών μελών, να προκαλέσουν στρεβλώσεις ή να βλάψουν τη λειτουργία της κοινής αγοράς, εναπόκειται στα αρμόδια κοινοτικά όργανα να θεσπίσουν τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για να αντιμετωπιστούν οι ανομοιότητες αυτές (βλ. την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 ( 19 )).
Ενόψει των προηγουμένων θεωρήσεων, η Ολλανδική Κυβέρνηση συμπεραίνει, όσον αφορά το υποβληθέν ερώτημα, ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου οι ιδιώτες δεν μπορούν να εξεύρουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, ως απευθείας εφαρμοζόμενη κοινοτική διάταξη, επαρκή νομική βάση που να τους επιτρέπει να απαιτούν από τις εθνικές αρχές της χώρας τους την αποκατάσταση, όσον αφορά το παρελθόν, των δικαιωμάτων τους. Η αντίστοιχη ένδικη προσφυγή πρέπει να εξετάζεται υπό το φως του ισχύοντος εν προκειμένω εθνικού δικαίου, εκτός βεβαίως εάν οι οικείες εθνικές διατάξεις είναι λιγότερο ευνοϊκές από αυτές που αφορούν παρόμοιες ένδικες προσφυγές εσωτερικής φύσεως ή έχουν ως αποτέλεσμα να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη για τους ιδιώτες η άσκηση των δικαιωμάτων που τους απονέμονται από το κοινοτικό δίκαιο. Γενικώς, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει όσον αφορά τον καθορισμό ευλόγων προθεσμιών yta την άσκηση ένδικων προσφυγών.
4.
Η Κνβερνηοη του Ηνωμένου Βαοαείου φρονεί ότι το υποβληθέν στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα είναι το ίδιο με αυτό που είχε υποβληθεί σεί σχέση με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976 και της 9ης Νοεμβρίου 1983, όπου, σύμφωνα με την γενομένη δεκτή αρχή, εύλογες προθεσμίες δεν καθιστούν αδύνατη την άσκηση των παρεχομένων από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων. Στο ίδιο το εθνικό δικαστήριο εναπόκειται η εξακρίβωση του αν η επίμαχη εν προκειμένω προθεσμία πληροί την τεθείσα προϋπόθεση, δηλαδή ότι δεν είναι, αυτή καθαυτή παράλογη και εφαρμόζεται τόσο επί δικαιωμάτων στηριζόμενων στο κοινοτικό δίκαιο όσο και επί δικαιωμάτων αντλούμενων από το εσωτερικό δίκαιο.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει, όσον αφορά το υποβληθέν σ' αυτό προδικαστικό ερώτημα, ότι οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους μπορούν να προβάλλουν, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, κατά ενός πολίτη την παρέλευση μιας προθεσμίας, ενώ εξυπακούεται ότι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκοί απ' ό,τι αυτοί που εφαρμόζονται επί των ενδίκων προσφυγών του εθνικού δικαίου ούτε μπορούν να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των απονεμομένων από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων.
5.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι απλώς και μόνο το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος διατηρεί σε ισχύ και εφαρμόζει νομοθεσία αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο δεν το εμποδίζει να επικαλεστεί ένα σχετικό με προθεσμίες δικονομικό κανόνα. Η γενική αρχή είναι ότι άγνοια νόμου δεν δικαιολογείται, δοθέντος ότι εν προκειμένω ο νόμος αποτελεί μια απευθείας εφαρμοζόμενη κοινοτική οδηγία. Θα μπορούσε βεβαίως να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι πρέπει να γίνεται εξαίρεση όσον αφορά τους δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω της ιδιαίτερα μειονεκτικής καταστάσεως στην οποία βρίσκονται όσον αφορά τη γνώση της ισχύουσας νομοθεσίας, αλλά η Επιτροπή διστάζει να προτείνει μια αρχή στηριζόμενη στην ιδέα ότι μπορούν να γίνονται εξαιρέσεις όσον αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες. Δεν είναι βέβαιο ότι πρέπει να επιτραπεί εξαίρεση επειδή απλώς ορισμένες κοινωνικές ομάδες δεν μπορούν ακόμα να εξοικειωθούν, αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει με άλλες, με ορισμένα ιδιαίτερα λεπτά θέματα του δικαίου. Όπως φαίνεται, η εκ μέρους της Ιρλανδίας παράλειψη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως της να θέσει σε εφαρμογή την οδηγία εντός της ταχθείσας προθεσμίας, πράγμα που ζημίωσε την αιτούσα, δεν αποτελεί επαρκές επιχείρημα ώστε να καταστήσει το μέσο άμυνας απαράδεκτο, εμποδίζοντας τον καθού να προβάλει το εκπρόθεσμο της εκ μέρους της αιτούσας ασκήσεως της ένδικης προσφυγής.
Κατά την Επιτροπή, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το γεγονός ότι οι ιρλανδικές αρχές ακολούθησαν μια παρελκυστική έναντι της αιτούσας πρακτική, δίνοντας την εντύπωση ότι η ρύθμιση της περιπτώσεως της εξηρτάτο μόνο από την επίλυση της διαφοράς στην προαναφερθείσα υπόθεση McDermott και Cotter, πρέπει να ληφθεί υπόψη από το εθνικό δικαστήριο όταν αυτό κληθεί να αποφανθεί επί της δυνατότητας παρεκτάσεως της προθεσμίας η οποία είναι συνήθως τριών μηνών. Όταν ένα πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στη χρήζουσα προστασίας κατάσταση του δικαιούχου παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως προβάλλει τα δικαιώματα του ενώπιον των κρατικών αρχών και δεν ενημερώνεται για το ότι το κράτος δεν προτίθεται να αποζημιώσει παρά μόνο τα πρόσωπα που θα φροντίσουν να ασκήσουν εμπροθέσμως τη σχετική ένδικη προσφυγή, είναι λογικό να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό οδηγήθηκε σε εφησυχασμό από ένα εσφαλμένο αίσθημα ασφαλείας και ότι δεν μπορεί να του αντιταχθεί στη συνέχεια το επιχείρημα ότι έχει απωλέσει το σχετικό του δικαίωμα λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας. Η Επιτροπή δέχεται ότι οι θεωρήσεις αυτές δεν αποτελούν κατ' ανάγκη επιχειρήματα κοινοτικού δικαίου· ωστόσο, φρονεί ότι η κοινοτική έννομη τάξη δεν μπορεί να δεχθεί ότι η δυνατότητα επικλήσεως δικαιωμάτων αντλούμενων από απευθείας εφαρμοζόμενες διατάξεις, ακόμα και στο πλαίσιο των δικονομικής φύσεως προϋποθέσεων που έχουν καθοριστεί από το εθνικό δίκαιο, μπορεί να περιοριστεί έτι περαιτέρω από την εκ μέρους των εθνικών αρχών υιοθέτηση στάσεως αποσκοπούσας στην αποτροπή των δυνητικών δικαιούχων τέτοιων δικαιωμάτων από το να προβούν στην αποτελεσματικότερη δυνατή χρήση των προθεσμιών του εθνικού δικαίου. 'Οπως ακριβώς ο σχετικός με τις προθεσμίες κανόνας δεν πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο που να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η άσκηση δικαιωμάτων που παρέχονται από την κοινοτική έννομη τάξη, ομοίως και μια εθνική αρχή που σκοπεύει να επικαλεστεί τον κανόνα αυτό δεν πρέπει να έχει υιοθετήσει τέτοια στάση ώστε ο αιτών να βρεθεί σε κατάσταση όπου θα του ήταν ανώφελα δυσχερές να πληροί τις καθοριζόμενες από τον εν λόγω κανόνα προϋποθέσεις.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η « αποτρεπτική » ανταλλαγή εγγράφων δεν άρχισε παρά δύο και ήμισυ έτη μετά τη γένεση του δικαιώματος για ίση μεταχείριση και ότι βασίμως θα μπορούσε να προβληθεί η αντίρρηση ότι ήδη κατά το χρονικό εκείνο σημείο η αιτούσα ήταν εκπρόθεσμη· παρ' όλ' αυτά, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν τη διακριτική εξουσία να παρεκτείνουν την προθεσμία η οποία είναι συνήθως τριών μηνών σε περίπτωση που κάτι τέτοιο εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη. Η Επιτροπή καταλήγει στη σκέψη ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν κάλλιστα να αποφασίσουν ότι μια προθεσμία ασκήσεως ένδικης προσφυγής πρέπει να παρεκταθεί έως ότου ο ενδιαφερόμενος πληροφορηθεί ή είναι λογικώς σε θέση να πληροφορηθεί την ύπαρξη των δικαιωμάτων του. Αυτό σημαίνει εν προκειμένω ότι η σχετική προθεσμία θα μπορούσε κάλλιστα να έχει παρεκταθεί μέχρι τον Μάρτιο του 1987. Η Επιτροπή φρονεί ότι η κοινοτική έννομη τάξη εμποδίζει τις ιρλανδικές αρχές να επικαλεστούν τον σχετικό με τις προθεσμίες κανόνα μετά από την ημερομηνία αυτή.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν από το High Court προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
« Η πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου εμποδίζει τις εθνικές αρχές κράτους μέλους να επικαλεστούν τους εθνικούς κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες προκειμένου να απορριφθεί αίτημα στηριζόμενο στο κοινοτικό δίκαιο, ενώ, με την προηγούμενη στάση τους, είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι η ικανοποίηση του αιτήματος αυτού δεν εξηρτάτο από την τήρηση του εν λόγω κανόνα. »
Τ. F. O'Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική').
( 1 ) Statutory Instrument υπ' αριθ. 211 tou 1974.
( 2 ) Statutory Instrument υπ' αριθ. 367 του 1986.
( 3 ) Statutory Instrument υπ' αριθ. 422 του 1986.
( 4 ) Statutory Instrument υπ' αριθ. 351 του 1987.
( 5 ) Statutory Instrument υπ' αριθ. 63 του 1988.
( 6 ) Statutory Instrument υπ' αριθ. 374 του 1952.
( 7 ) ( 1988 ) Irish Law Reporis Monthly 89.
( 8 ) Υπόθεση 286/85, McDermott και Cotter, Συλλογή 1985, σ. 1453.
( 9 ) Υπόθεση 8/81, Becker, Συλλογή 1982, σ. 53.
( 10 ) Υπόθεση 309/85, Barra, Συλλογή 1988, σ. 355.
( 11 ) Υπόθεση 51/76, Verbond van nederlandse Ondernemingen, ECR 1977, σ. 113.
( 12 ) Υπόθεση 106/77, Sinimenlhal, ECR 1978, σ. 629.
( 13 ) Υπόθεση 33/76, Rewę, ECR 1976, σ. 1989 και Comet, 45/76, ECR 1976, σ. 2043.
( 14 ) Υπόθεση 61/79, Deiikavit.ECR 1980, α. 1205.
( 15 ) Υπόθεση 199/82, San Giorgio, Συλλογή 1983, σ. 3595.
( 16 ) Υπόθεση 240/87, Deville, Συλλογή 1988, σ. 3513.
( 17 ) Υπόθεση 386/87, Bessiii και Salson, Συλλογή 1989, σ. 3551.
( 18 ) Υπόθεση 13/68, Salgou, ECR 1968, σ. 453.
( 19 ) ΣυνεκδικασΟεΙσες υποθέσεις 205/82 έως 215/82, Deutsche Milclikonlor, Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 24.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 25ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-208/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court της Ιρλανδίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Theresa Emmott
και
Minister for Social Welfare και, Attorney General,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την αμοιβαία σχέση μεταξύ των εθνικών προθεσμιών για την υποβολή αιτήσεων ένδικης προστασίας και το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Τ. F. O'Higgins, G. C. Rodríguez Iglesias, M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliét, F. A. Schockweiler, P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Theresa Emmott, εκπροσωπούμενη από τους Mary Robinson, senior counsel, και Gerard Durcan, barrister-at-law, κατ' εντολήν Gallagher Shatter, solicitors,
—
η Ιρλανδική Κυβέρνηση και οι καθών-εναγόμενοι της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενοι από τον Louis J. Dockery, chief state solicitor, επικουρούμενο από τους David Byrne, senior councel, και Aindrias O'Caoimh, barrister-at-law,
—
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, Γενικό Γραμματέα Εξωτερικών Υποθέσεων,
—
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον Hussein Α. Kaya, treasury solicitor,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Karen Banks, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν η Theresa Emmott, εκπροσωπούμενη από τη Mary Finley, senior counsel, η Ιρλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον C. Vajda, barrister, και η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της 20ής Φεβρουαρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 22ας Ιουνίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουλίου 1990, το High Court της Ιρλανδίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το ζήτημα αν ένα κράτος μέλος το οποίο δεν έχει μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό του δίκαιο την οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογήςτης αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160, στο εξής: η οδηγία), μπορεί, επικαλούμενο την εκπνοή των εθνικών προθεσμιών για την υποβολή αιτήσεως ένδικης προστασίας, να εμποδίσει έναν ιδιώτη να κινήσει διαδικασία για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων που αντλεί από διατάξεις της οδηγίας αυτής οι οποίες είναι αρκούντως ακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Τ. Emmott και, αφετέρου, του Minister for Social Welfare και του Attorney General της Ιρλανδίας σχετικά με τις πρόσθετες κοινωνικές παροχές που ζητεί η ενδιαφερόμενη βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
3
Η διάταξη αυτή απαγορεύει κάθε διάκριση στηριζόμενη στο φύλο, ιδίως όσον αφορά τον υπολογισμό παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και συντηρούμενου προσώπου. Το άρθρο 5 ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταργήσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Δυνάμει του άρθρου 8, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την οδηγία εντός έξι ετών από της κοινοποιήσεως της, δηλαδή πριν από τις 23 Δεκεμβρίου 1984.
4
Η οδηγία μεταφέρθηκε στο ιρλανδικό δίκαιο με τον Social Welfare ( υπ' αριθ. 2 ) Act της 16ης Ιουλίου 1985, του οποίου όμως οι διατάξεις άρχισαν να ισχύουν, κατά διάφορες ημερομηνίες, εντός του 1986. Με τον νόμο αυτό, ο οποίος δεν ίσχυσε αναδρομικώς από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, θεσπίστηκε ομοιόμορφος συντελεστής παροχών για άνδρες και γυναίκες, το δε δικαίωμα προσαυξήσεων για συντηρούμενο ενήλικο τέκνο εξαρτήθηκε από τις ίδιες προϋποθέσεις.
5
Ωστόσο, στις 12 Δεκεμβρίου 1986, ο Minister for Social Welfare εξέδωσε τους Social Welfare (Preservation of Rights) (υπ' αριθ. 2) Regulations του 1986 (Statutory Instrument υπ' αριθ. 422 του 1986). Η ρύθμιση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την προσωρινή διατήρηση του ευεργετήματος της καταβολής περιοδικών εξισωτικών καταβολών στους εγγάμους άνδρες, οι οποίοι λόγω της θέσεως σε ισχύ του προαναφερθέντος νόμου της 16ης Ιουλίου 1985 είχαν απωλέσει το δικαίωμα τους για αυτόματες προσαυξήσεις παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω συντηρουμένου ενηλίκου. Η ισχύς των μεταβατικών αυτών διατάξεων παρατάθηκε επανειλημμένα και, εν πάση περιπτώσει, μέχρι τις 2 Ιανουαρίου 1989.
6
Στο πλαίσιο μιας παλαιότερης υποθέσεως, όπου δύο έγγαμες γυναίκες είχαν ζητήσει από τους ίδιους καθών την καταβολή του ίδιου ποσού παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως με αυτό που καταβαλλόταν στους εγγάμους άνδρες που βρίσκονταν σε όμοια προς αυτές οικογενειακή κατάσταση, το Δικαστήριο, στο οποίο το High Court είχε υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα, αποφάνθηκε ότι μπορεί να γίνεται επίκληση του προαναφερθέντος άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, προκειμένου να ματαιώνεται η εφαρμογή κάθε διατάξεως εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς το εν λόγω άρθρο και ότι, ελλείψει εκτελεστικών μέτρων της διατάξεως αυτής, οι γυναίκες δικαιούνται να υπάγονται στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταστ] ( βλ. την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987, 286/85, McDermott και Cotter, Συλλογή 1987, σ. 1453 ).
7
Με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1991, C-377/89, Cotter και McDermott ( Συλλογή 1991, σ. I-1155 ), που εξέδωσε κατόπιν υποβολής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος από το Supreme Court της Ιρλανδίας ενώπιον του οποίου οι ίδιες αιτούσες είχαν προβάλει νέες αξιώσεις, το Δικαστήριο απάντησε ότι το προαναφερθέν άρθρο 4, παράγραφος 1, έχει την έννοια ότι οι έγγαμες γυναίκες δικαιούνται των ιδίων προσαυξήσεων παροχών και αντισταθμιστικών καταβολών με αυτές που χορηγούνται στους εγγάμους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια με αυτές οικογενειακή κατάσταση, έστω και αν αυτό επρόκειτο να συνεπάγεται διπλές καταβολές ή να αντίκειται στην απαγόρευση του αδικαιολογήτου πλουτισμού που προβλέπει το ιρλανδικό δίκαιο.
8
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση ( βλ. σκέψη 24 ), η οδηγία δεν προβλέπει καμία παρέκκλιση από την οριζόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 1, αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, με την οποία να μπορούν να παραταθούν τα αποτελέσματα προγενεστέρων εθνικών διατάξεων τα οποία συνιστούν διακρίσεις, με αποτέλεσμα τα κράτη μέλη να μη μπορούν να διατηρήσουν μετά τις 23 Δεκεμβρίου 1984 ανισότητες μεταχειρίσεως που οφείλονται στο γεγονός ότι οι απαιτούμενες για τη γένεση του δικαιώματος επί των αντισταθμιστικών καταβολών προϋποθέσεις υφίσταντο πριν απ' αυτήν την ημερομηνία. Το γεγονός ότι οι ανισότητες αυτές απορρέουν από μεταβατικές διατάξεις δεν δικαιολογεί καμία διαφορετική εκτίμηση.
9
Η Emmott είναι έγγαμη με συντηρούμενα τέκνα. Από τις 2 Δεκεμβρίου 1983 λαμβάνει παροχή λόγω αναπηρίας δυνάμει της σχετικής με την κοινωνική ασφάλιση ιρλανδικής νομοθεσίας. Μέχρι τις 18 Μαΐου 1986 ελάμβανε την παροχή αυτή με μειωμένο συντελεστή όπως συνέβαινε κατά την εποχή εκείνη με όλες τις έγγαμες γυναίκες. Μετά τις τροποποιήσεις της ιρλανδικής νομοθεσίας, η παροχή αυτί] προσαρμόστηκε τρεις φορές: από τις 19 Μαΐου 1986 άρχισε να λαμβάνει επίδομα με τον συντελεστή που ισχύει για άνδρες ή γυναίκες χωρίς όμως τις προσαυξήσεις λόγω συντηρούμενων τέκνων. Οι προσαυξήσεις αυτές δεν άρχισαν να της χορηγούνται παρά μετά τις 17 Νοεμβρίου 1986. Τέλος, από τον Ιούνιο του 1988 άρχισε να λαμβάνει, αναδρομικώς από τις 28 Ιανουαρίου 1988, σύνταξη λόγω αναπηρίας με τον προσωπικό συντελεστή που ισχύει συνήθως για άνδρες ή γυναίκες, προσηυξημένο λόγω συντηρούμενων τέκνων.
10
Ευθύς μετά την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1987 η Emmott απευθύνθηκε εγγράφως στον Minister for Social Welfare, ζητώντας να αρχίσει να λαμβάνει, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, το ίδιο ποσό παροχών με αυτό που καταβαλλόταν σε έγγαμο άνδρα ευρισκόμενο σε κατάσταση όμοια προς τη δική της.
11
Με έγγραφο της 26ης Ιουνίου 1987 ο υπουργός απάντησε στην ενδιαφερόμενη ότι, δεδομένου ότι η οδηγία αποτελούσε ακόμα το αντικείμενο διαφοράς ενώπιον του High Court, καμία απόφαση δεν μπορούσε να ληφθεί σχετικά με το αίτημα της και ότι αυτό θα εξεταζόταν μετά την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού.
12
Με Διάταξη της 22ας Ιουλίου 1988 το High Court επέτρεψε στην ενδιαφερόμενη να υποβάλει αίτηση δικαστικού ελέγχου για τη λήψη των παροχών που δικαιούταν από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 και δεν της είχαν καταβληθεί κατά παράβαση του προαναφερθέντος άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, δηλαδή προσθέτων παροχών αναπηρίας με τον ενδεδειγμένο προσωπικό συντελεστή, προσαυξήσεων για συντηρούμενο ανήλικο και τέκνα καθώς και αντισταθμιστικών καταβολών. Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί ως προς το δικαίωμα των καθών να επικαλεστούν τη μη τήρηση των προθεσμιών για την κίνηση των σχετικών ένδικων διαδικασιών.
13
Μεταξύ των « Rules of the Superior Courts 1986 », η ασκούσα εν προκειμένω επιρροή διάταξη είναι το Order 84, Rule 21, παράγραφος 1, η οποία έχει ως εξής:
« Η αίτηση για να επιτραπεί η άσκηση “ judicial review ” ( δικαστικού ελέγχου ) πρέπει να υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατό και, εν πάση περιπτώσει, εντός τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία κατέστησαν για πρώτη φορά γνωστοί οι λόγοι για μια τέτοια αίτηση ή εντός έξι μηνών όταν με τη σχετική αίτηση ζητείται η έκδοση Διατάξεως “ certiorari ”, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίστανται επαρκείς λόγοι για την παρέκταση της σχετικής προθεσμίας. »
14
Πράγματι, καθώς οι οικείες εθνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι η εκ μέρους της ενδιαφερόμενης καθυστέρηση στην κίνηση της σχετικής ένδικης διαδικασίας εμπόδιζε να γίνει δεκτή η αίτηση της, το High Court, με την προαναφερθείσα Διάταξη του της 22ας Ιουνίου 1990, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Πρέπει η απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 286/85, Norah McDermott και Ann Cotter κατά The Minister for Social Welfare and Attorney General ( Συλλογή 1987, σ. 1453 ), με την οποία το Δικαστήριο, κρίνοντας επί προδικαστικών ερωτημάτων που του είχαν υποβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, από το High Court ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας του Συμβουλίου 79/7/ΕΟΚ της 19ης Δεκεμβρίου 1978, αποφάνθηκε ότι:
“ 1)
Σε περίπτωση που δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ της 19ης Δεκεμβρίου 1978 μπορεί, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, να γίνεται επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος 1, που απαγορεύει κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, για να ματαιώνεται η εφαρμογή κάθε διατάξεως εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς το εν λόγω άρθρο.
2)
Ελλείψει εκτελεστικών μέτρων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι γυναίκες δικαιούνται να υπάγονται στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς που, ενόσω δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας αυτής, εξακολουθεί να παραμένει το μόνο ισχύον σύστημα αναφοράς. ”,
να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση υποβολής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου αιτήματος, στηριζόμενου στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, εκ μέρους εγγάμου γυναικός για ίση μεταχείριση και καταβολή αποζημιώσεως, λόγω προβαλλόμενης δυσμενούς διακρίσεως την οποία η εν λόγω γυναίκα υπέστη διότι δεν εφαρμόστηκαν επ' αυτής οι κανόνες που ισχύουν για τους ευρισκομένους στην ίδια κατάσταση άνδρες, αντίκειται προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου το ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στηρίχθηκαν σε κανόνες του εθνικού τους δικονομικού δικαίου, ειδικότερα στους σχετικούς με προθεσμίες κανόνες, προκειμένου να ζητήσουν την απόρριψη του αιτήματος αυτού ώστε να μειωθεί το ποσό της ή ουδόλως να επιδικασθεί τέτοια αποζημίωση ; »
15
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομοθετικό πλαίσιο και τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
16
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewę, Συλλογή 1976, σ. 1989, και της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio, ECR 1983, σ. 3595 ), στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εμπίπτει, ελλείψει σχετικών κοινοτικών κανόνων, η ρύθμιση των διαδικαστικών προϋποθέσεων όσον αφορά αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας με τις οποίες αποσκοπείται η διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου, εφόσον όμως οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές απ' ό,τι αυτές που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις οι οποίες στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται από την κοινοτική έννομη τάξη.
17
Καίτοι, καταρχήν, η πρόβλεψη ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών για την κίνηση της σχετικής ένδικης διαδικασίας πληροί τις δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις, πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των οδηγιών.
18
Σύμφωνα με το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, «η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών ». Καίτοι είναι αληθές ότι η διάταξη αυτή αφήνει στα κράτη μέλη την ελεύθερη επιλογή των μέσων και μεθόδων που διασφαλίζουν την εφαρμογή της οδηγίας, η ελευθερία αυτή διατηρεί ακέραια την υποχρέωση κάθε κράτους που είναι αποδέκτης της οδηγίας να λάβει στο πλαίσιο της εσωτερικής του έννομης τάξης όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο στόχο (βλ. την απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, Van Colson και Kamann, Συλλογή 1984, σ. 1891 ).
19
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή των οδηγιών κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε όταν οι οδηγίες αποσκοπούν στη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών, οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ( βλ. ιδίως την απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, 363/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 1733 ).
20
Μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν ένα κράτος μέλος έχει παραλείψει να λάβει τα εκτελεστικά μέτρα που απαιτούνται ή έχει θεσπίσει μέτρα μη σύμφωνα προς την οδηγία, το Δικαστήριο αναγνωρίζει στους πολίτες το δικαίωμα να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων την οδηγία κατά του παραλείψαντος κράτους μέλους. Η ελάχιστη αυτή εγγύηση, που απορρέει από τον αναγκαστικό χαρακτήρα της υποχρεώσεως που επιβάλλεται στα κράτη μέλη από τις οδηγίες, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται από τα κράτη μέλη ως δικαιολογία προκειμένου αυτά να απαλλάσσονται από την υποχρέωση έγκαιρης λήψεως των εκτελεστικών μέτρων που ενδείκνυνται ανάλογα με το αντικείμενο κάθε οδηγίας ( βλ. την απόφαση της 6ης Μαΐου 1980, 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου, ECR 1980, σ. 1473 ).
21
Πράγματι, για όσο χρόνο μια οδηγία δεν έχει μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο, οι πολίτες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματα τους. Αυτή η κατάσταση αβεβαιότητας για τους πολίτες εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την έκδοση αποφάσεως με την οποία το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το οικείο κράτος μέλος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του από την οδηγία, αυτό δε έστω και αν το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι τόσο η μια όσο και η άλλη από τις διατάξεις της οδηγίας είναι αρκούντως ακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων ώστε να μπορούν να προβάλλονται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
22
Μόνο η ορθή μεταφορά μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θέτει τέρμα σ' αυτήν την κατάσταση αβεβαιότητας και μόνο κατά το χρονικό σημείο της μεταφοράς αυτής δημιουργείται η ασφάλεια δικαίου που πρέπει να υφίσταται προκειμένου να ζητείται από τους πολίτες να προβάλλουν τα δικαιώματα τους.
23
Εξ αυτού έπεται ότι μέχρι το χρονικό σημείο της ορθής μεταφοράς της οδηγίας, το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να προβάλλει την εκπρόθεσμη κίνηση από έναν ιδιώτη της σχετικής κατ' αυτού ένδικης διαδικασίας για την προστασία των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, η δε σχετική προθεσμία του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά μόνο μετά από το χρονικό αυτό σημείο.
24
Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για όσο χρόνο ένα κράτος μέλος δεν έχει μεταφέρει ορθώς στην εσωτερική του έννομη τάξη τις διατάξεις της οδηγίας 79/7, συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου η εκ μέρους των αρμοδίων αρχών αυτού του κράτους μέλους επίκληση των εθνικών δικονομικών κανόνων των σχετικών με τις προθεσμίες εντός των οποίων οι ιδιώτες μπορούν να προσφεύγουν κατά των αρχών αυτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για την προστασία δικαιωμάτων που παρέχονται απευθείας από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιρλανδική Κυβέρνηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του προδικαστικού ερωτήματος που του υπέβαλε το High Court της Ιρλανδίας με Διάταξη της 22ας Ιουνίου 1990, αποφαίνεται:
Για όσο χρόνο ένα κράτος μέλος δεν έχει μεταφέρει ορθώς στην εσωτερική του έννομη τάξη τις διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου η εκ μέρους των αρμοδίων αρχών αυτού του κράτους μέλους επίκληση των εθνικών δικονομικών κανόνων των σχετικών με τις προθεσμίες εντός των οποίων οι ιδιώτες μπορούν να προσφεύγουν κατά των αρχών αυτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για την προστασία δικαιωμάτων που παρέχονται απευθείας από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
Due
O'Higgins
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Slynn
Κακούρης
Joliét
Schockweiler
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιουλίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy