Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. 1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Σιτηρά - Ζάχαρη - Ισογλυκόζη - Προσδιορισμός των παραγομένων ποσοτήτων προς τον σκοπό αφενός του υπολογισμού των ποσών που πρέπει να αποδοθούν ως επιστροφές λόγω παραγωγής αμύλου και αφετέρου της εφαρμογής του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής και εισφορών στον τομέα της ζάχαρης - Η εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού δικαιολογείται από την ύπαρξη μεθόδων μεταποιήσεως της ισογλυκόζης με διαδοχικές ισομεριώσεις
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1761/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3609/84, και 1443/82, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 434/84)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Ζάχαρη - Ποσοστώσεις παραγωγής - Παραγωγή ισογλυκόζης - 'Εννοια - Διαδοχικές ισομεριώσεις της ισογλυκόζης - Καλύπτονται - Προϋπόθεση - Αύξηση της γλυκαντικής ικανότητας
(Κανονισμός 1785/81 του Συμβουλίου, κανονισμός 1443/82 της Επιτροπής, άρθρο 2 PAR 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 434/84)
3. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Ζάχαρη - Ποσοστώσεις παραγωγής - Πεδίο εφαρμογής - Ισογλυκόζη που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο προϊόν - Εμπίπτει
(Κανονισμός 1785/81 του Συμβουλίου, άρθρα 24 και 31)
Περίληψη
1. Η εξακρίβωση της παραγωγής ισογλυκόζης εξυπηρετεί διαφορετικούς σκοπούς στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των σιτηρών απ' ό,τι στον τομέα της ζάχαρης. Στον τομέα των σιτηρών δηλαδή η ποσότητα αυτή αποτελεί απλώς ένα στοιχείο για να εξευρεθεί η ποσότητα σιτηρών που μεταποιήθηκαν σε άμυλο και για να προσδιοριστεί συνακόλουθα το ποσό της επιστροφής που έχει προκαταβληθεί και το οποίο, κατά τον κανονισμό 1761/77, πρέπει να αποδοθεί, εφόσον το άμυλο αυτό μεταποιηθεί σε ισογλυκόζη. Κατά συνέπεια, η παραγωγή που είναι σημαντικό να διαπιστώνεται είναι η προκύπτουσα από την πρώτη μεταποίηση των δημητριακών προϊόντων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες που λαμβάνονται στη συνέχεια κατόπιν διαδοχικών ισομεριώσεων. Αντίθετα, στον τομέα της ζάχαρης το καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής και εισφορών, σκοπός του οποίου είναι η χρηματοδότηση της διαθέσεως των πλεονασματικών γλυκαντικών ουσιών στην αγορά, προϋποθέτει ότι η ποσότητα της ισογλυκόζης θα προσδιορίζεται μετά από κάθε ισομερίωση. Πράγματι, πρέπει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να μη μετέχουν οι παραγωγοί ισογλυκόζης με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη στη χρηματοδότηση της διαθέσεως των πλεονασμάτων αυτών παρά μόνο σε συνάρτηση των ποσοτήτων που λαμβάνονται μετά το πέρας των διαδοχικών ισομεριώσεων, μολονότι το τελικό προϊόν έχει πολύ μεγαλύτερη γλυκαντική ικανότητα από τη ζάχαρη και συνεπώς δημιουργεί νέα πλεονάσματα εντός του οικείου τομέα.
Κατά συνέπεια, η παραγωγή ισογλυκόζης δεν είναι αναγκαίο να διαπιστώνεται με την ίδια μέθοδο υπολογισμού τόσο όταν πρόκειται για τον καθορισμό του ύψους των επιστροφών λόγω παραγωγής που υποχρεούνται να αποδίδουν οι παραγωγοί ισογλυκόζης κατά τον κανονισμό 1761/77, περί θεσπίσεως ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 2742/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3609/84, όσο και όταν πρόκειται για τη διασφάλιση της τηρήσεως των ποσοστώσεων και για τον καθορισμό των καταβλητέων εισφορών στο πλαίσιο του κανονισμού 1443/82, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 434/84.
2. Tο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1443/82, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 434/84, έχει την έννοια ότι σε κάθε διαδοχική ισομερίωση σιροπιού γλυκόζης που έχει, μετά την πρώτη ισομερίωση, περιεκτικότητα κατά βάρος, σε ξηρά κατάσταση, τουλάχιστον 10 % φρουκτόζης πραγματοποιείται παραγωγή ισογλυκόζης που εμπίπτει στο καθεστώς των ποσοστώσεων που προβλέπει ο κανονισμός 1785/81, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, εφόσον οι ισομεριώσεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της περιεκτικότητας του τελικού προϊόντος σε φρουκτόζη.
3. Tο άρθρο 24 του κανονισμού 1785/81, το οποίο καθιερώνει ένα καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής στον τομέα της ζάχαρης, έχει την έννοια ότι οι ποσοστώσεις ισογλυκόζης καλύπτουν και την ισογλυκόζη που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο προϊόν, δηλαδή ως προϊόν που αφενός χρησιμεύει στην παραγωγή άλλου προϊόντος που προορίζεται προς πώληση και αφετέρου παύει να υφίσταται μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-210/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de grande instance de Paris προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία το αιτούν δικαστήριο ζητεί, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ
Roquette freres SA
και
Direction generale des impots,
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1761/77 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1977, περί θεσπίσεως ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/75 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, σ. 132), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3609/84 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1984 (ΕΕ L 333, σ. 38), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 158, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 434/84 της Επιτροπής, της 9ης Φεβρουαρίου 1984 (ΕΕ L 51, σ. 13),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρία Roquette freres, εκπροσωπούμενη από τον Jacques Dutat, δικηγόρο Λίλλης,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Philippe Pouzoulet, Υποδιευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Geraud de Bergues, Aναπληρωτή Γενικό Γραμματέα Εξωτερικών Υποθέσεων του ίδιου Υπουργείου,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την Rosemary Caudwell, του Treasury Solicitor' s Department,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Patrick Hetsch, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν προφορικά η εταιρία Ropuette freres και η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της 14ης Νοεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 6ης Ιουνίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Ιουλίου 1990, το tribunal de grande instance de Paris υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1761/77 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1977, περί θεσπίσεως ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/75 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, σ. 132), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3609/84 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1984 (ΕΕ L 333, σ. 38), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 158, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 434/84 της Επιτροπής, της 9ης Φεβρουαρίου 1984 (ΕΕ L 51, σ. 13).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Roquette freres (στο εξής: Roquette), η οποία είναι ο μόνος παραγωγός ισογλυκόζης στη Γαλλία, και της direction generale des impots (Γενικής Διευθύνσεως Φόρων).
3 Η ισογλυκόζη αποτελεί υγρή γλυκαντική ουσία που παράγεται από τη γλυκόζη που απαντά στο άμυλο. Το άμυλο αυτό λαμβάνεται από σιτηρά, συνήθως δε από αραβόσιτο. Η γλυκόζη που απαντά στο άμυλο μπορεί να μεταποιείται, με μια μέθοδο που αποκαλείται "ισομερίωση", σε διάλυμα αποτελούμενο κατά το ήμισυ περίπου από μόρια γλυκόζης και κατά το άλλο ήμισυ από μόρια φρουκτόζης: το διάλυμα αυτό αποτελεί την ισογλυκόζη. Η χημική σύνθεση και η γλυκαντική ικανότητα της κατ' αυτόν τον τρόπο παραγόμενης ισογλυκόζης είναι παρεμφερής προς τη χημική σύνθεση και τη γλυκαντική ικανότητα της υγρής ζάχαρης που λαμβάνεται από τα ζαχαρότευτλα ή τα ζαχαροκάλαμα.
4 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Roquette πέτυχε να βελτιώσει την αποδοτικότητα της μεθόδου αυτής. 'Οταν μετά την ανωτέρω περιγραφείσα ισομερίωση παράγεται ισογλυκόζη, διαχωρίζει καταρχάς τα μόρια γλυκόζης από τα μόρια φρουκτόζης. Στη συνέχεια ανακυκλώνει τη γλυκόζη αυτή υποβάλλοντάς την σε νέα ισομερίωση. Με τον τρόπο αυτό λαμβάνει νέα ισογλυκόζη, που περιέχει μεγαλύτερο ποσοστό φρουκτόζης απ' ό,τι γλυκόζης. Η μέθοδος αυτή διαχωρισμού και στη συνέχεια ισομεριώσεως επαναλαμβάνεται πολλές φορές, οπότε παράγεται ισογλυκόζη με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη.
5 Αυτή η μέθοδος παραγωγής άλλαξε από την 1η Οκτωβρίου 1985. Η Roquette άρχισε να παράγει ισογλυκόζη με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη προβαίνοτας σε διαδοχικές ισομεριώσεις όχι πλέον ανακυκλούμενης γλυκόζης, αλλ' ενός μίγματος που περιείχε γλυκόζη και κατά 10 % τουλάχιστον φρουκτόζη.
6 Η γλυκαντική ικανότητα της ισογλυκόζης με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη, την οποία παράγει η Roquette με μια από τις δύο αυτές μεθόδους, είναι σχεδόν διπλάσια της γλυκαντικής ικανότητας της ζάχαρης.
7 Με πράξη επιβολής φόρου της 16ης Σεπτεμβρίου 1987, η direction generale des impots αξίωσε από τη Roquette να καταβάλει 397 528 γαλλικά φράγκα (FF) για εισφορές επί της παραγωγής ισογλυκόζης, εισφορές που προβλέπονται από διάφορους κανονισμούς που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης. Η διοικητική αυτή αρχή ισχυρίζεται ότι η Roquette παρήγαγε μεταξύ 1ης Ιουλίου 1985 και 30ής Σεπτεμβρίου 1986 περισσότερη ισογλυκόζη απ' ό,τι δήλωσε. Η διοικητική αυτή αρχή θεωρεί ότι οι εισφορές αυτές πρέπει να επιβληθούν όχι μόνο επί της τελικής παραγωγής ισογλυκόζης με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη, αλλά και επί των ποσοτήτων ισογλυκόζης που παράγονται ενδιαμέσως ως αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη της τελικής παραγωγής. Προσθέτει δε ότι οι εισφορές αυτέςεπιβάλλονται επίσης επί της ισογλυκόζης που δεν διατίθεται στην αγορά αυτούσια, αλλά χρησιμοποιείται για την παρασκευή άλλων προϊόντων που εμπορεύεται η Roquette, π.χ. για τη λεβιλόζη και τη μαννιτόλη.
8 Η Roquette, η οποία αμφισβητεί την ορθότητα αυτού του τρόπου υπολογισμού, υπέβαλε κατά της αποφάσεως της direction generale des impots διοικητική ένσταση, η οποία απορρίφθηκε. Κατόπιν αυτού η Roquette προσέφυγε στο tribunal de grande instance de Paris, από το οποίο ζητεί να ακυρώσει την απορριπτική απόφαση καθώς και την πράξη επιβολής φόρου και να αναγνωρίσει ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των σχετικών φόρων και των τόκων υπερημερίας.
9 Το tribunal de grande instance de Paris ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Συνδέεται η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1761/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3609/84, περί του τρόπου υπολογισμού της επιστροφής στην παραγωγή που οφείλουν να επιστρέψουν οι παραγωγοί ισογλυκόζης, με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1443/82, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 434/84, και συγκεκριμένα του άρθρου 2, που καθορίζει τη μέθοδο με την οποία διαπιστώνεται η παραγωγή ισογλυκόζης;
2) Το σιρόπι γλυκόζης που περιέχει κατά βάρος, σε ξηρή κατάσταση, μετά από μια πρώτη ισομερίωση, 10 % τουλάχιστον φρουκτόζη και υπόκειται διαδοχικώς σε μία ή περισσότερες ισομεριώσεις εμπίπτει μετά από κάθε ισομερίωση στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 434/84, δηλαδή παράγεται μετά από κάθε ισομερίωση ισογλυκόζη που εμπίπτει στο σύστημα των ποσοστώσεων που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81;
3) Εμπίπτει στις ποσοστώσεις ισογλυκόζης, όπως ορίζονται με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81, η ισογλυκόζη ως ενδιάμεσο προϊόν, δηλαδή ως προϊόν που χρησιμοποιείται για την παραγωγή άλλου προϊόντος προοριζόμενου προς πώληση και που εξαφανίζεται μετά το πέρας της διαδικασίας παραγωγής;"
10 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του ερωτήματος σχετικά με τη σχέση μεταξύ των κανονισμών που έχουν εκδοθεί στον τομέα των σιτηρών και των κανονισμών που έχουν εκδοθεί στον τομέα της ζάχαρης, όσον αφορά τη μέθοδο διαπιστώσεως της παραγωγής ισογλυκόζης
11 Με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά κυρίως αν κατά τη διαπίστωση της παραγωγής ισογλυκόζης πρέπει να εφαρμόζεται η ίδια μέθοδος υπολογισμού αφενός για τον καθορισμό του ποσού των επιστροφών λόγω παραγωγής που πρέπει να αποδίδουν οι παραγωγοί ισογλυκόζης στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των σιτηρών και αφετέρου για τη διασφάλιση της τηρήσεως των πσοστώσεων και τον καθορισμό του ύψους των καταβλητέων εισφορών στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
12 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η άποψη της Roquette, η οποία κρίνει ότι είναι αναγκαίο να διαπιστώνεται η παραγωγή ισογλυκόζης με τον ίδιο τρόπο και στους δύο τομείς. Κατά τη Roquette, αν λαμβάνεται υπόψη η ενδιάμεση παραγωγή ισογλυκόζης, όπως υποστηρίζει η direction generale des impots, το αποτέλεσμα θα είναι να επιβάλλονται, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των σιτηρών, κυρώσεις στους παραγωγούς.
13 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να εξεταστεί αν η διαπίστωση της παραγωγής ισογλυκόζης εξυπηρετεί τις ίδιες ανάγκες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των σιτηρών και στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
14 Επ' αυτού πρέπει να υπομνηστεί καταρχάς ότι το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), προβλέπει τη χορήγηση επιστροφών λόγω παραγωγής, μεταξύ άλλων, "για τον αραβόσιτο και τον μαλακό σίτο που χρησιμοποιούνται στην Κοινότητα για την παρασκευή αμύλου", καθώς και "για τα πλιγούρια και σιμιγδάλια αραβοσίτου που χρησιμοποιούνται στην Κοινότητα για την παρασκευή γλυκόζης δια αμέσου υδρολύσεως". Δυνάμει του κανονισμού 2742/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί των επιστροφών στην παραγωγή στον τομέα των σιτηρών και της ορύζης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 197), οι επιστροφές αυτές προκαταβάλλονται πριν από οποιαδήποτε μεταποίηση των σιτηρών. Εντούτοις, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1665/77, της 20ής Ιουλίου 1977, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/75 περί επιστροφών στην παραγωγή στον τομέα των σιτηρών και της ορύζης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 6), το Συμβούλιο κατάργησε τις επιστροφές αυτές όσον αφορά τα προϊόντα που προορίζονται για την παραγωγή ισογλυκόζης. Με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1761/77 η Επιτροπή πρόβλεψε τους τρόπους με τους οποίους τα κράτη μέλη πρέπει να αναζητούν από τους παραγωγούς ισογλυκόζης τις προκαταβαλλόμενες επιστροφές λόγω παραγωγής. Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3609/84, τα προς αναζήτηση ποσά αποτελούν το γινόμενο του πολλαπλασιασμού της ποσότητας της παραγόμενης ισογλυκόζης αρχικά με ένα συντελεστή που παριστά την ποσότητα σιτηρών που είναι αναγκαία για την παραγωγή ενός τόνου ισογλυκόζης και στη συνέχεια με το ποσό της επιστροφής που ισχύει για τα σιτηρά αυτά.
15 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του προαναφερθέντος κανονισμού 1761/77, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3609/84, η ποσότητα της παραγόμενης ισογλυκόζης αποτελεί απλώς ένα στοιχείο το οποίο πολλαπλασιάζεται με έναν κατ' αποκοπή συντελεστή, ο οποίος διαφέρει ανάλογα με το σιτηρό που χρησιμοποιήθηκε ως προϊόν βάσης, για να εξευρεθεί η ποσότητα σιτηρών που μεταποιήθηκαν πρώτα σε άμυλο και στη συνέχεια σε γλυκόζη και για να προσδιοριστεί συνακόλουθα το ποσό της επιστροφής που έχει προκαταβληθεί.
16 Πρέπει να υπομνηστεί ότι οι μεταγενέστερες ισομεριώσεις στις οποίες προβαίνουν οι επιχειρήσεις όπως η Roquette δεν αφορούν τη γλυκόζη που εξάγεται από το άμυλο, αλλά τη γλυκόζη που λαμβάνεται από την ισογλυκόζη που έχει παραχθεί σε προηγούμενο στάδιο. Αν για τον υπολογισμό του ύψους των επιστροφών λόγω παραγωγής που πρέπει να αναζητηθούν θεωρούνταν ότι οι ποσότητες ισογλυκόζης δεν είναι μόνο αυτές που παράγονται από τη γλυκόζη που εξάγεται από το άμυλο, αλλά και οι ποσότητες που παράγονται από τη γλυκόζη που λαμβάνεται από την ισογλυκόζη που έχει παραχθεί σε προηγούμενο στάδιο, για την αρχικώς χρησιμοποιηθείσα γλυκόζη θα προέκυπτε ποσότητα μεγαλύτερη από την πραγματική και συνεπώς θα προέκυπταν μεγαλύτερες από τις πραγματικές ποσότητες και για το άμυλο και για τα σιτηρά που μεταποιήθηκαν αρχικά. Αν γινόταν συνεπώς δεκτός αυτός ο τρόπος υπολογισμού, θα απαιτούνταν από τους παραγωγούς αυτούς η απόδοση μεγαλύτερων ποσών από τις επιστροφές που τους προκαταβλήθηκαν. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση των διαδοχικών ισομεριώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό αυτό μόνο η ποσότητα ισογλυκόζης που λαμβάνεται από την πρώτη ισομερίωση, δηλαδή η ποσότητα ισογλυκόζης που προέρχεται απευθείας από τη γλυκόζη που εξάγεται από το άμυλο.
17 Συνεπώς πρέπει να εξεταστεί αν η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοστεί επίσης στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
18 Προς τούτο πρέπει να υπομνηστεί ότι, στο πλαίσιο αυτής της κοινής οργανώσεως αγορών, η παραγωγή ισογλυκόζης, όπως ακριβώς και η παραγωγή ζάχαρης, υπόκειται στο καθεστώς ποσοστώσεων που καθιερώθηκε με το άρθρο 24 του προαναφερθέντος κανονισμού 1785/81. Το καθεστώς αυτό περιλαμβάνει και ένα σύστημα εισφορών, σκοπός του οποίου είναι η χρηματοδότηση της διαθέσεως των πλεονασματικών γλυκαντικών ουσιών στην αγορά. Με σκοπό την αρμονική και αποτελεσματική εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων, ο προαναφερθείς κανονισμός 1443/82 καθιέρωσε την ίδια μέθοδο διαπιστώσεως της παραγωγής τόσο για το σιρόπι ζαχαρόζης όσο και για την ισογλυκόζη. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 434/84, η παραγωγή ισογλυκόζης διαπιστώνεται με:
"α) φυσική μέτρηση του όγκου του προϊόντος ως έχει
και
β) προσδιορισμό της περιεκτικότητας σε ξηρά ουσία σύμφωνα με τη διαθλαστική μέθοδο,
αμέσως μετά την έξοδο από το στάδιο της διαδικασίας ισομερίωσης και πριν από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια διαχωρίσεως των συστατικών της γλυκόζης και φρουκτόζης ή ενέργεια μείξεως".
19 Κατά το άρθρο αυτό επομένως, στις ποσοστώσεις μιας επιχειρήσεως καταλογίζονται οι ποσότητες ισογλυκόζης που διαπιστώνονται μετά το πέρας κάθε διαδικασίας ισομεριώσεως και πριν από οποιονδήποτε διαχωρισμό ή οποιαδήποτε ανάμιξη των συστατικών της ισογλυκόζης με άλλα προϊόντα. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να λαμβάνονται υπόψη όλες οι παραγόμενες ποσότητες ισογλυκόζης, περιλαμβανομένων και των ποσοτήτων οι οποίες παράγονται, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παραγωγής ισογλυκόζης με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη, στα ενδιάμεσα στάδια, και συγκεκριμένα από ανακυκλούμενη γλυκόζη.
20 Η ορθότητα της ερμηνείας αυτής επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους σκοπούς των κανονισμών που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
21 'Οπως δέχθηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette κατά Συμβουλίου (Rec. 1980, σ. 3333), και της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, 108/81, Amylum κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3107), η ρύθμιση περί ποσοστώσεων θεσπίστηκε, στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής, ενόψει της ομοιότητας και της αλληλεξαρτήσεως των αγορών ζάχαρης και ισογλυκόζης. Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 1785/81 προκύπτει ότι η ισογλυκόζη είναι προϊόν άμεσης υποκαταστάσεως της υγρής ζάχαρης που προέρχεται από τη μεταποίηση του ζαχαρότευτλου ή του ζαχαροκάλαμου.
22 Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι η δυνατότητα υποκαταστάσεως αυτή υπάρχει (υπό την προϋπόθεση ότι επικρατούν ίσοι όροι, πράγμα που επιδιώκεται με το καθεστώς των ποσοστώσεων) μόνο εφόσον τα δύο αυτά προϊόντα έχουν παρεμφερείς ιδιότητες.
23 Αυτό συμβαίνει με την υγρή ζάχαρη και την ισογλυκόζη που λαμβάνεται απο την πρώτη ισομερίωση της γλυκόζης. 'Οπως αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, τα δύο αυτά προϊόντα έχουν τα ίδια φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων δε την ίδια γλυκαντική ικανότητα.
24 Αντίθετα, όπως επίσης αναφέρθηκε ανωτέρω, η ισογλυκόζη με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη έχει, μετά το πέρας της ανακυκλώσεως, διπλάσια σχεδόν περιεκτικότητα σε φρουκτόζη και επομένως γλυκαντική ικανότητα από ό,τι η ζάχαρη.
25 Κατά συνέπεια, αν στις ποσοστώσεις καταλογιζόταν μόνο η τελική παραγωγή ισογλυκόζης με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη, οι παραγωγοί της ισογλυκόζης αυτής θα διέθεταν, μολονότι η ποσότητα θα παρέμενε ίδια, ένα προϊόν με μεγαλύτερη γλυκαντική ικανότητα. Αφού όμως η παραγωγή ισογλυκόζης συμβάλλει στην αύξηση των πλεονασμάτων ζάχαρης, πράγμα που δέχθηκε το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, Roquette, και της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, Amylum, αυτό θα οδηγούσε κατ' ανάγκη στην αύξηση των πλεονασμάτων στον τομέα της ζάχαρης, ενώ οι παραγωγοί ισογλυκόζης με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη δεν θα μετείχαν στη χρηματοδότηση της διαθέσεως των πλεονασμάτων αυτών στην αγορά. Αυτή η μέθοδος υπολογισμού θα νόθευε επομένως τον ανταγωνισμό μεταξύ του προϊόντος τους και της ζάχαρης. Ομοίως, θα επηρεαζόταν ο ανταγωνισμός μεταξύ των παραγωγών ισογλυκόζης, ανάλογα με το αν χρησιμοποιούν ή όχι τη μέθοδο ανακυκλώσεως.
26 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1443/82, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 434/84, η διαπίστωση της παραγωγής της ισογλυκόζης πρέπει να πραγματοποιείται μετά από κάθε διαδικασία ισομεριώσεως και πριν από οποιαδήποτε περαιτέρω μεταποίηση του προϊόντος.
27 Από τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται ότι η εξακρίβωση της παραγωγής ισογλυκόζης εξυπηρετεί διαφορετικούς σκοπούς στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των σιτηρών απ' ό,τι στον τομέα της ζάχαρης. Κατά συνέπεια, για την καταγραφή της παραγωγής αυτής δεν είναι αναγκαίο να εφαρμόζεται η ίδια μέθοδος και στους δύο αυτούς τομείς.
28 Στο εθνικό δικαστήριο πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι η παραγωγή ισογλυκόζης δεν είναι αναγκαίο να διαπιστώνεται με την ίδια μέθοδο υπολογισμού τόσο όταν πρόκειται για τον καθορισμό του ύψους των επιστροφών λόγω παραγωγής που υποχρεούνται να αποδίδουν οι παραγωγοί ισογλυκόζης κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1761/77 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1977, περί θεσπίσεως ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3609/84 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1984, όσο και όταν πρόκειται για τη διασφάλιση της τηρήσεως των ποσοστώσεων και για τον καθορισμό των καταβλητέων εισφορών στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 434/84 της Επιτροπής, της 9ης Φεβρουαρίου 1984.
Επί του ερωτήματος σχετικά με τον υπολογισμό της παραγωγής ισογλυκόζης που εμπίπτει στο καθεστώς των ποσοστώσεων, όταν πραγματοποιούνται διαδοχικές ισομεριώσεις της ισογλυκόζης
29 Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν το καθεστώς των ποσοστώσεων ισχύει και για τις ενδιάμεσες ισομεριώσεις, όπως αυτές στις οποίες η Roquette υποβάλλει την ισογλυκόζη με σκοπό την παραγωγή ισογλυκόζης με μεγαλύτερη γλυκαντική ικανότητα.
30 Το ερώτημα αυτό αφορά τη μέθοδο παραγωγής που άρχισε να εφαρμόζει η Roquette την 1η Οκτωβρίου 1985. Η εταιρία αυτή θεωρεί ότι το μίγμα γλυκόζης και 10 % φρουκτόζης συνιστά ισογλυκόζη, κατά την έννοια του άρθρου 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 1443/82, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 434/84. Αφού όμως η ισογλυκόζη αυτή έχει ήδη καταγραφεί κατά τον χρόνο της παραγωγής της, η Roquette θεωρεί ότι πρέπει να αφαιρεθεί από τη βάση επιβολής των εισφορών, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο διπλής φορολογήσεως.
31 Επ' αυτού επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1443/82, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 434/84, ορίζει τα εξής: "Κατά την έννοια των άρθρων 26 μέχρι 29 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1785/81, νοείται ως παραγωγή ισογλυκόζης η συνολική ποσότητα του προϊόντος που λαμβάνεται από τη γλυκόζη ή τα πολυμερή της που έχει περιεκτικότητα κατά βάρος, σε ξηρά κατάσταση, τουλάχιστον 10 % φρουκτόζης, οποιαδήποτε και αν είναι η περιεκτικότητά του σε φρουκτόζη πέρα από το όριο αυτό, η οποία εκφράζεται σε ξηρά ουσία και διαπιστώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2."
32 Πρέπει ευθύς εξ αρχής να τονιστεί ότι κατά τον ορισμό αυτό δεν είναι απαραίτητο να παράγεται η ισογλυκόζη από καθαρή γλυκόζη. Ο ορισμός αυτός καλύπτει συνεπώς την ισογλυκόζη που παράγεται από το μίγμα γλυκόζης με άλλες ουσίες, άρα και με φρουκτόζη.
33 Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη που ανταποκρίνεται στους στόχους της ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων που θεσπίστηκε στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης. Η ισομερίωση ενός μίγματος γλυκόζης και φρουκτόζης καταλήγει στην παραγωγή ισογλυκόζης με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη, όπως ακριβώς και η ισομερίωση ανακυκλούμενης γλυκόζης. Αν επιτρεπόταν στους παραγωγούς ισογλυκόζης με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη να αφαιρούν από τις ποσότητες που εμπορεύονται τις ποσότητες ισογλυκόζης που παράγουν ενδιαμέσως, τότε στις ποσοστώσεις τους θα καταλογιζόταν μόνο η ισογλυκόζη με εξαιρετικά μεγάλη γλυκαντική ικανότητα, πράγμα που θα ανέτρεπε την ισορροπία που προσπάθησε να επιτύχει ο κοινοτικός νομοθέτης μεταξύ των διαφόρων παραγωγών γλυκαντικών ουσιών.
34 Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 434/84 της Επιτροπής, έχει την έννοια ότι σε κάθε διαδοχική ισομερίωση σιροπιού γλυκόζης που έχει, μετά την πρώτη ισομερίωση, περιεκτικότητα κατά βάρος, σε ξηρά κατάσταση, τουλάχιστον 10 % φρουκτόζης πραγματοποιείται παραγωγή ισογλυκόζης που εμπίπτει στο καθεστώς των ποσοστώσεων που προβλέπει ο κανονισμός 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, εφόσον οι ισομεριώσεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της περιεκτικότητας του τελικού προϊόντος σε φρουκτόζη.
Επί του ερωτήματος αν εμπίπτει στο καθεστώς των ποσοστώσεων η ισογλυκόζη που χρησιμοποιείται, ως ενδιάμεσο προϊόν, για την παραγωγή άλλων προϊόντων
35 Με το τρίτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η ισογλυκόζη που χρησιμοποιείται, ως ενδιάμεσο προϊόν, για την παραγωγή άλλων προϊόντων, όπως η λεβιλόζη ή η μαννιτόλη, εμπίπτει στις ποσοστώσεις που έχει καθιερώσει ο προαναφερθείς κανονισμός 1785/81.
36 Επ' αυτού αρκεί να υπομνηστεί ότι ο κανονισμός αυτός προβλέπει ότι το καθεστώς των ποσοστώσεων ισχύει για τη ζάχαρη χωρίς να κάνει καμία διάκριση ανάλογα με τον προορισμό της, ανάλογα δηλαδή με το αν η ζάχαρη αυτή χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο προϊόν ή ως τελικό προϊόν. Επειδή το καθεστώς που ισχύει για τη ζάχαρη ταυτίζεται με το καθεστώς που ισχύει για την ισογλυκόζη, δεν επιτρέπεται να γίνει καμία τέτοια διάκριση όσον αφορά την ισογλυκόζη.
37 Εξάλλου, όπως ορθά τονίζει η Επιτροπή, αφού το άρθρο 31 του προαναφερθέντος κανονισμού 1785/81 παρέχει στο Συμβούλιο την ευχέρεια να εξαιρεί, μετά το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας, από το καθεστώς των ποσοστώσεων την ισογλυκόζη που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ορισμένων προϊόντων, η ισογλυκόζη για την οποία δεν έχει εκδοθεί καμία τέτοια ρύθμιση του Συμβουλίου εμπίπτει στο καθεστώς των ποσοστώσεων, ακόμη και αν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή άλλης ουσίας.
38 Στο εθνικό δικαστήριο πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 24 του κανονισμού 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, έχει την έννοια ότι οι ποσοστώσεις ισογλυκόζης καλύπτουν και την ισογλυκόζη που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο προϊόν, δηλαδή ως προϊόν που αφενός χρησιμεύει στην παραγωγή άλλου προϊόντος που προορίζεται προς πώληση και αφετέρου παύει να υφίσταται μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 6ης Ιουνίου 1990 το tribunal de grande instance de Paris, αποφαίνεται:
1) Η παραγωγή ισογλυκόζης δεν είναι αναγκαίο να διαπιστώνεται με την ίδια μέθοδο υπολογισμού τόσο όταν πρόκειται για τον καθορισμό του ύψους των επιστροφών λόγω παραγωγής που υποχρεούνται να αποδίδουν οι παραγωγοί ισογλυκόζης κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1761/77 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1977, περί θεσπίσεως ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3609/84 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1984, όσο και όταν πρόκειται για τη διασφάλιση της τηρήσεως των ποσοστώσεων και για τον καθορισμό των καταβλητέων εισφορών στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 434/84 της Επιτροπής, της 9ης Φεβρουαρίου 1984.
2) Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 434/84 της Επιτροπής, έχει την έννοια ότι σε κάθε διαδοχική ισομερίωση σιροπιού γλυκόζης που έχει, μετά την πρώτη ισομερίωση, περιεκτικότητα κατά βάρος, σε ξηρά κατάσταση, τουλάχιστον 10 % φρουκτόζης πραγματοποιείται παραγωγή ισογλυκόζης που εμπίπτει στο καθεστώς των ποσοστώσεων που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, εφόσον οι ισομεριώσεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της περιεκτικότητας του τελικού προϊόντος σε φρουκτόζη.
3) Το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, έχει την έννοια ότι οι ποσοστώσεις ισογλυκόζης καλύπτουν και την ισογλυκόζη που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο προϊόν, δηλαδή ως προϊόν που αφενός χρησιμεύει στην παραγωγή άλλου προϊόντος που προορίζεται προς πώληση και αφετέρου παύει να υφίσταται μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής.
Full & Egal Universal Law Academy