Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Φορολογικές διατάξεις - Εσωτερικοί φόροι - Φόρος όπως ο ιταλικός εθνικός φόρος καταναλώσεως που πλήττει τις νωπές μπανάνες - Χαρακτηρισμός του ως εσωτερικού φόρου - Περιορισμός, κατόπιν αποφάσεως του Δικαστηρίου, της επιβολής του επί των προϊόντων που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες - Συνέπειες - Αμετάβλητος χαρακτηρισμός, αλλά εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 95 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 9, 12 και 95)
2. Κοινή εμπορική πολιτική - Επιβολή από κράτος μέλος εσωτερικού φόρου προστατευτικού χαρακτήρα επί των προϊόντων που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες - Επιτρέπεται από πλευράς κανόνων της Συνθήκης, αλλά πρέπει να εξετάζεται από πλευράς των διεθνών συμφωνιών της Κοινότητας με τις τρίτες χώρες
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 113)
3. Κοινοτικό δίκαιο - 'Αμεσο αποτέλεσμα - Σύγκρουση μεταξύ συμβατικού κοινοτικού δικαίου που απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες και εθνικού νόμου - Υποχρεώσεις και εξουσίες του επιληφθένος της υποθέσεως εθνικού δικαστηρίου - Μη εφαρμογή του εθνικού νόμου
Περίληψη
1. 'Ενας φόρος όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως επί των νωπών μπανανών που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 873/82, εφόσον:
- αποτελεί τμήμα ενός συνόλου φόρων καταναλώσεως που διέπονται από κοινούς δημοσιονομικούς κανόνες και πλήττουν κατηγορίες προϊόντων με βάση ένα αντικειμενικό κριτήριο, ανεξάρτητο της προελεύσεως του σχετικού προϊόντος, του αν δηλαδή ένα προϊόν ανήκει σε ορισμενη κατηγορία εμπορευμάτων,
- ένα μέρος των φόρων αυτών πλήττει είδη διατροφής και το γεγονός ότι τα αγαθά αυτά είναι εγχώριας ή αλλοδαπής παραγωγής δεν φαίνεται να έχει επίδραση ούτε στον φορολογικό συντελεστή ούτε στη φορολογική βάση ούτε στη μέθοδο εισπράξεως του φόρου,
- ο προορισμός του προϊόντος των φόρων αυτών δεν είναι συγκεκριμένος, αλλά συνιστά δημοσιονομικό έσοδο όμοιο με τα άλλα και συμβάλλει όπως και τα άλλα στη χρηματοδότηση γενικά των κρατικών δαπανών σε όλους τους τομείς,
πρέπει να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα ενός γενικού συστήματος εσωτερικών φόρων κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, το κατά πόσο συμβιβάζεται δε με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να κριθεί στο πλαίσιο του άρθρου αυτού και όχι των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης.
Η νομική φύση του ως εσωτερικού φόρου δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, κατόπιν της αποφάσεως με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 95 η επιβολή του φόρου επί των νωπών μπανανών που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, ο φόρος αυτός εισπράττεται αποκλειστικά επί των μπανανών που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες. Πράγματι, το γεγονός αυτό αποτελεί τη συνέπεια της αποφάσεως του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το κριτήριο της έννοιας της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό. Ούτε ο φόρος αυτός μπορεί να εξετάζεται αυτοτελώς σε σχέση με το σύστημα εσωτερικών φόρων των οποίων αποτελεί μέρος.
Αφού το άρθρο 95 εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη, ένας φόρος όπως ο επίμαχος εν προκειμένω δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, καθόσον επιβάλλεται σε εισαγωγές νωπών μπανανών απευθείας προελεύσεως από τρίτα κράτη.
2. 'Ενας φόρος όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως επί των νωπών μπανανών που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 873/82, καθόσον επιβάλλεται σε εισαγωγές νωπών μπανανών απευθείας προελεύσεως από τρίτες χώρες και μολονότι έχει αποδειχθεί ότι έχει προστατευτικό για την εγχώρια παραγωγή επιτραπεζίων φρούτων χαρακτήρα, δεν είναι ασυμβίβαστος προς το πνεύμα και την οικονομία του κοινοτικού δικαίου, όπως προκύπτουν από τις σχετικές με τη θέσπιση της κοινής εμπορικής πολιτικής διατάξεις της Συνθήκης, χωρίς να αποκλείεται εντούτοις η εφαρμογή διατάξεων διεθνών συμφωνιών που ισχύουν ενδεχομένως μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών από τις οποίες προέρχονται οι μπανάνες.
Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται, κατόπιν ενδεχομένως υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία τους, να κρίνουν αν οι διατάξεις των εν λόγω συμφωνιών είναι ικανές να απαγορεύσουν αποτελεσματικά την είσπραξη του εν λόγω φόρου.
3. Κατά το μέτρο που ένας εθνικός νόμος ο οποίος εισάγει έναν φόρο όπως ο φόρος καταναλώσεως επί των νωπών μπανανών, που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 873/82, θεωρείται ασυμβίβαστος προς τις διατάξεις του συμβατικού κοινοτικού δικαίου οι οποίες απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες, ο νόμος αυτός πρέπει να μην εφαρμόζεται από τα εθνικά δικαστήρια, εξυπακουομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, οι ενδιαφερόμενοι ιδιώτες δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν τον εν λόγω φόρο.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-228/90 έως C-234/90, C-339/90 και C-353/90,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Pretore di Savona, του Pretore di La Spezia και του Vice-Pretore di Salerno προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων μεταξύ
Simba SpA (C-228/90 και C-234/90),
Comafrica SpA (C-229/90, C-232/90 και C-339/90),
Camar Srl (C-230/90),
Co-Frutta SpA (C-231/90),
Chiquita Italia SpA (C-233/90 και C-353/90)
και
Ministero delle finanze (Dogane di Savona e della Spezia),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9, 95, 113 και 115 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού (ΕΟΚ) 950/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού δασμολογίου (GU L 172, σ. 1) σε σχέση με τον ισχύοντα στην Ιταλία φόρο καταναλώσεως νωπών μπανανών που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco, M. Zuleeg και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρία Simba, εκπροσωπουμένη από τον Giorgio Finocchio, δικηγόρο Savona, επικουρούμενο από τον Bruno Telchini, δικηγόρο Bolzano,
- η εταιρία Comafrica, εκπροσωπουμένη από τους Giuseppe Pericu και Mario Alberto Quaglia, δικηγόρους Γένοβας, και από τον Giorgio Finocchio, δικηγόρο Savona, καθώς και από τον Marco Giannini, δικηγόρο La Spezia,
- η εταιρία Camar, εκπροσωπουμένη από τους Mario Porzio, δικηγόρο Νεαπόλεως, και τον Giorgio Finocchio, δικηγόρο Savona,
- η εταιρία Co-Frutta, εκπροσωπουμένη από την Wilma Viscardini Dona, δικηγόρο Πάδουας,
- η εταιρία Chiquita Italia, εκπροσωπουμένη από τους Guido Greco και Luigi R. Bianchi, δικηγόρους Μιλάνου, Giorgio Finocchio, δικηγόρο Savona και Gustavo και Fausta De Dominicis, δικηγόρους Salerno,
- η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Sergio Laporta, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Enrico Traversa, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των εταιριών Simba SpA, Comafrica SpA, Co-Frutta SpA και Chiquita Italia SpA, της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με εννέα Διατάξεις της 28ης Ιουνίου, της 6ης και της 11ης Ιουλίου, της 5ης και της 12ης Νοεμβρίου 1990, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 27 Ιουλίου, 13 και 28 Νοεμβρίου 1990, ο Pretore di Savona, o Pretore di La Spezia και ο Vice-Pretore di Salerno υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9, 95, 113 και 115 της Συνθήκης και του κανονισμού (ΕΟΚ) 950/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού δασμολογίου (GU L 172, σ. 1), προκειμένου να κριθεί αν συμβιβάζεται με τις διατάξεις αυτές εθνικός φόρος καταναλώσεως ("imposta erariale di consumo") στις νωπές μπανάνες, καθόσον ο φόρος αυτός επιβάλλεται στις εισαγωγές νωπών μπανανών απευθείας από τρίτα κράτη.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ διαφόρων εισαγωγέων, αφενός, και του ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών, αφετέρου. Οι εισαγωγείς θεώρησαν ότι το κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει την είσπραξη του εν λόγω φόρου επί των νωπών μπανανών που εισάγονται απευθείας από τρίτα κράτη τα οποία ανήκουν στη ζώνη δολαρίου ή είναι μέρη της τρίτης συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ, που υπογράφηκε στη Λομέ στις 8 Δεκεμβρίου 1984 (ΕΕ 1986, L 86, σ. 3).
3 Κατόπιν αιτήσεως των εταιριών εισαγωγής, τα εθνικά δικαστήρια έδωσαν εντολή στη Διοίκηση, ως συντηρητικό μέτρο, να επιτρέψει την εισαγωγή μπανανών χωρίς να απαιτήσει την καταβολή του φόρου. Στη συνέχεια, τα αιτούντα δικαστήρια έκριναν ότι οι διαφορές θέτουν ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου και ανέστειλαν τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων.
Στις υποθέσεις C-228/90, C-229/90, C-230/90, C-231/90, C-232/90, C-233/90 και C-234/90
"1) Είναι ο φόρος καταναλώσεως νωπών μπανανών, ο οποίος εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 873/82, ασυμβίβαστος προς το πνεύμα και την οικονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, όπως προκύπτουν από το άρθρο 9, το οποίο επέβαλε τη θέσπιση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες, καθώς και από το άρθρο 113, το οποίο προβλέπει την άσκηση από τα κράτη μέλη κοινής εμπορικής πολιτικής, εφόσον ο εν λόγω φόρος - ο οποίος δεν επιβάλλεται πλέον επί των προϊόντων που κυκλοφορούν ελεύθερα στα κράτη μέλη, κατόπιν των αποφάσεων που εξέδωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 184/85 και 193/85 - εξακολουθεί να εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που προέρχονται απευθείας από τις τρίτες χώρες και αποτελεί έτσι μέτρο προστατευτισμού για τη λήψη του οποίου δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, οφείλει το εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει τον νόμο που εισήγαγε τον ανωτέρω φόρο, με συνέπεια οι ιδιώτες να μην υπέχουν την υποχρέωση καταβολής του;
3) Επικουρικώς, πρέπει να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστος προς τις ανωτέρω διατάξεις της Συνθήκης - καθώς και προς τον κανονισμό 950/68 του Συμβουλίου, που ισχύει από την 1η Ιουλίου 1968 - μόνο ο νόμος 873/82 με τον οποίο το ιταλικό κράτος αύξησε τον επίμαχο φόρο από 70 λίρες Ιταλίας (LIT) στις σημερινές 525 LIT, κατά παράβαση της επιβαλλομένης στα κράτη μέλη απαγορεύσεως μεταβολής του ύψους της παρεχομένης με το κοινό δασμολόγιο προστασίας, όπως η απαγόρευση αυτή έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε στις υποθέσεις 37/73 και 38/73;"
Στην υπόθεση C-339/90
"1) Συνιστά ο φόρος καταναλώσεως νωπών μπανανών, ο οποίος εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 873/82, παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, ακόμη και όταν επιβάλλεται σε μπανάνες που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες, ή αντιβαίνει εν πάση περιπτώσει προς το πνεύμα και την οικονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, όπως απορρέει από το άρθρο 9 της Συνθήκης αυτής, το οποίο επιβάλλει τη θέσπιση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες, και από το άρθρο 113 της ίδιας Συνθήκης, το οποίο προβλέπει την άσκηση από τα κράτη μέλη κοινής εμπορικής πολιτικής, εφόσον ο εν λόγω φόρος - ο οποίος δεν επιβάλλεται πλέον στα προϊόντα που κυκλοφορούν ελεύθερα εντός των κρατών μελών - εξακολουθεί να ισχύει μόνο για τα προϊόντα που προέρχονται απευθείας από τρίτες χώρες και αποτελεί έτσι μέτρο προστατευτισμού για τη λήψη του οποίου δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ;
2) Επικουρικώς, πρέπει να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστος προς τις ανωτέρω διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ - καθώς και προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 950/68 του Συμβουλίου, που ισχύει από την 1η Ιουλίου 1968 - μόνον ο νόμος 873/82, με τον οποίο το ιταλικό κράτος αύξησε τον επίμαχο φόρο από 70 LIT σε 525 LIT σήμερα, κατά παράβαση της επιβαλλομένης στα κράτη μέλη απαγορεύσεως μεταβολής του ύψους της παρεχομένης με το κοινό δασμολόγιο προστασίας, όπως η απαγόρευση αυτή έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε στις υποθέσεις 37/73 και 38/73;"
Στην υπόθεση C-353/90
"1) Είναι ο φόρος καταναλώσεως νωπών μπανανών, ο οποίος εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 873/82, ασυμβίβαστος προς το πνεύμα και την οικονομία της κοινοτικής έννομης τάξης όπως απορρέει από το άρθρο 9 της Συνθήκης, το οποίο επιβάλλει τη θέσπιση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες, και από το άρθρο 113, το οποίο προβλέπει την άσκηση κοινής εμπορικής πολιτικής από τα κράτη μέλη, αν ληφθεί υπόψη ότι ο φόρος αυτός, υπό το φως των αποφάσεων που εξέδωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 184/85 και 193/85, εξακολουθεί να ισχύει μόνο για τα προϊόντα που προέρχονται απευθείας από τρίτες χώρες και αποτελεί έτσι μέτρο προστατευτισμού για τη λήψη του οποίου δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 115 της Συνθήκης;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, έχει ο ερμηνευτής του νόμου περί εισαγωγής του επιμάχου φόρου την υποχρέωση να μη τον εφαρμόζει, με συνέπεια οι ιδιώτες να μην υπέχουν υποχρέωση καταβολής του;
3) Επικουρικώς, πρέπει να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστος προς τις ανωτέρω διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 950/68 του Συμβουλίου, ο οποίος ίσχυσε από την 1η Ιουλίου 1968, μόνον ο νόμος 873/82, με τον οποίο το ιταλικό κράτος αύξησε τον φόρο από 70 LIT σε 525 LIT σήμερα, κατά παράβαση της επιβαλλομένης στα κράτη μέλη απγορεύσεως μεταβολής του ύψους της παρεχομένης με το κοινό δασμολόγιο προστασίας, όπως η απαγόρευση αυτή έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις που εξέδωσε στις υποθέσεις 37/73 και 38/73;"
4 Με Διάταξη της 20ής Σεπτεμβρίου 1991, το Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει τις υποθέσεις C-228/90 έως C-234/90 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
5 Με Διάταξη της 16ης Σεπτεμβρίου 1991, το Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει τις ήδη συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-228/90 έως C-234/90 και τις υποθέσεις C-339/90 και C-353/90 προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
6 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά των κυρίων δικών, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Νομική φύση ενός φόρου όπως είναι ο εθνικός φόρος καταναλώσεως
7 Πρέπει να υπενθυμιστεί εκ προοιμίου ότι το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, 193/85, Co-Frutta (Συλλογή 1987, σ. 2085, σκέψη 13), ότι ένας φόρος όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως πρέπει να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα ενός γενικού συστήματος εσωτερικών φόρων κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, το κατά πόσο συμβιβάζεται δε με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να κριθεί στο πλαίσιο του άρθρου αυτού και όχι των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης.
8 Ειδικότερα, το Δικαστήριο τόνισε ότι φόροι όπως οι δεκαεννέα φόροι καταναλώσεως που ισχύουν στην Ιταλία διέπονται από κοινούς δημοσιονομικούς κανόνες και επιβαρύνουν κατηγορίες προϊόντων με βάση ένα αντικειμενικό κριτήριο, ανεξάρτητο της προελεύσεως του σχετικού προϊόντος, του αν δηλαδή ένα προϊόν ανήκει σε ορισμένη κατηγορία εμπορευμάτων. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ένα μέρος των φόρων αυτών, μεταξύ των οποίων ο φόρος καταναλώσεως μπανανών, πλήττει είδη διατροφής και το γεγονός ότι τα αγαθά αυτά είναι εγχώριας ή αλλοδαπής παραγωγής δεν φαίνεται να έχει επίδραση ούτε στον φορολογικό συντελεστή ούτε στη φορολογική βάση ούτε στη μέθοδο εισπράξεως του φόρου. Τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο προορισμός του προϊόντος των φόρων αυτών δεν είναι συγκεκριμένος συνιστά δημοσιονομικό έσοδο όμοιο με τα άλλα και συμβάλλει όπως και τα άλλα στη χρηματοδότηση γενικά των κρατικών δαπανών σε όλους τους τομείς (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, σκέψη 12).
9 Ομοίως, το δικαστήριο έκρινε με την απόφαση που εξέδωσε επίσης στις 7 Μαΐου 1987, 184/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 2013, σκέψη 15), ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φόρο καταναλώσεως στις νωπές μπανάνες καταγωγής άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
10 Κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας προβλήθηκε το επιχείρημα ότι ένας φόρος όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως δεν συνιστά πλέον εσωτερικό φόρο, αλλά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς με το αιτιολογικό ότι, κατόπιν των προαναφερθεισών αποφάσεων της 7ης Μαΐου 1987, δεν μπορεί πλέον να αποτελέσει τμήμα του γενικού συστήματος εσωτερικών φόρων, καθόσον δεν επιβάλλεται πλέον στις μπανάνες που εισάγονται απευθείας από τρίτα κράτη και δεν εισπράττεται πλέον δυνάμει αντικειμενικών κριτηρίων, ανεξαρτήτων κυρίως της χώρας εισαγωγής.
11 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, κατά παγία νομολογία (βλ. κυρίως την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978, 148/77, Hansen (Racc. 1978, σ. 1787, σκέψη 22), η ίδια φορολογική επιβάρυνση δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ταυτοχρόνως ως εσωτερικός φόρος κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης και ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς κατά την έννοια του άρθρου 9.
12 Εν προκειμένω, το γεγονός ότι ένας φόρος όπως ο εθνικός φορος καταναλώσεως εισπράχθηκε μεταγενέστερα αποκλειστικά επί των μπανανών που εισάγονται απευθείας από τρίτα κράτη αποτελεί τη συνέπεια των προαναφερθεισών αποφάσεων της 7ης Μαΐου 1987 και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το κριτήριο της έννοιας της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό. Ούτε ο φόρος αυτός μπορεί να εξετάζεται αυτοτελώς σε σχέση με το σύστημα εσωτερικών φόρων των οποίων αποτελεί μέρος.
Ως προς το σχετικό με την ερμηνεία του άρθρου 95 της Συνθήκης ερώτημα το οποίο υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-339/90
13 Εφόσον ένας φόρος όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως πρέπει να θεωρηθεί ως εσωτερικός φόρος που κρίνεται στο πλαίσιο του άρθρου 95, πρέπει να δοθεί πρώτα απάντηση στο ερώτημα αν ο φόρος αυτός είναι αντίθετος προς την εν λόγω διάταξη καθόσον επιβάλλεται σε εισαγωγές μπανανών απευθείας προελεύσεως από τρίτα κράτη.
14 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978), το άρθρο 95 εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη. Επομένως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα που εισαγόνται απευθείας από τρίτα κράτη.
15 Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένας φόρος όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 873/82, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95 της Συνθήκης, καθόσον ο φόρος αυτός επιβάλλεται σε εισαγωγές νωπών μπανανών απευθείας προελεύσεως από τρίτα κράτη.
Επί των σχετικών με την ερμηνεία του άρθρου 113 της Συνθήκης ερωτημάτων
16 Με τα ερωτήματα αυτά ζητείται να διευκρινιστεί αν ένας φόρος όπως ο φόρος καταναλώσεως είναι ασυμβίβαστος προς το πνεύμα και την οικονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, όπως προκύπτει από το άρθρο 113 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει την άσκηση κοινής εμπορικής πολιτικής από τα κράτη μέλη, λαμβανομένου υπόψη κυρίως του προστατευτικού χαρακτήρα του εν λόγω φόρου.
17 Είναι εμφανές ότι οι σχετικές με την κοινή εμπορική πολιτική διατάξεις της Συνθήκης και ειδικότερα το άρθρο 113 δεν απαγορεύουν αφ' εαυτές σε ένα κράτος μέλος να εισπράττει επί των προϊόντων που εισάγονται απευθείας από τρίτο κράτος φόρο όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως.
18 Πράγματι, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978), η ίδια η Συνθήκη δεν περιλαμβάνει, για το εμπόριο με τα τρίτα κράτη, όσον αφορά τους εσωτερικούς φόρους, κανέναν κανόνα ανάλογο προς αυτόν του άρθρου 95.
19 Εντούτοις, καίτοι η Συνθήκη δεν περιλαμβάνει η ίδια διατάξεις που απαγορεύουν ενδεχόμενες δυσμενείς διακρίσεις κατά την επιβολή εσωτερικών φόρων στα απευθείας από τις τρίτες χώρες εισαγόμενα προϊόντα, πρέπει να ληφθούν υπόψη, στις παρούσες υποθέσεις, οι διεθνείς συμφωνίες που συνδέουν την Κοινότητα με τις τρίτες χώρες από τις οποίες προέρχονται οι μπανάνες και οι οποίες συμφωνίες περιλαμβάνουν ενδεχομένως ρήτρες ικανές να επηρεάσουν την επίλυση των διαφορών των κυρίων δικών (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978).
20 Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι, δυνάμει του άρθρου 139, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας τρίτης συμβάσεως AΚΕ-EOK, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της ανέλαβαν την υποχρέωση, βάσει του γενικού συστήματος του εμπορίου, να μην εφαρμόζουν μέτρα προστατευτισμού έναντι των προϊόντων που εισάγονται από τα κράτη AΚΕ.
21 To Δικαστήριο υπογράμμισε ρητώς, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, τον προστατευτικό χαρακτήρα ενός φόρου όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως επί της εγχωρίας παραγωγής επιτραπεζίων φρούτων του οικείου κράτους μέλους.
22 Στα αιτούντα δικαστήρια εναπόκειται, κατόπιν ενδεχομένης υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία τους, να κρίνουν αν οι διατάξεις των διεθνών συμφωνιών είναι ικανές να απαγορεύσουν αποτελεσματικά την είσπραξη από κράτος μέλος φόρου καταναλώσεως επί των νωπών μπανανών που εισάγονται απευθείας από τα ενδιαφερόμενα τρίτα κράτη.
23 Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένας φόρος όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 873/82, καθόσον επιβάλλεται σε εισαγωγές νωπών μπανανών απευθείας προελεύσεως από τρίτες χώρες, δεν είναι ασυμβίβαστος προς το πνεύμα και την οικονομία του κοινοτικού δικαίου, όπως προκύπτουν από τις σχετικές με τη θέσπιση της κοινής εμπορικής πολιτικής διατάξεις της Συνθήκης, χωρίς να αποκλείεται εντούτοις η εφαρμογή διατάξεων διεθνών συμφωνιών που ισχύουν ενδεχομένως μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών από τις οποίες προέρχονται οι επίμαχες μπανάνες στις διαφορές των κυρίων δικών.
Επί των σχετικών με την ερμηνεία του άρθρου 9 της Συνθήκης και του κανονισμού 950/68 ερωτημάτων
24 Τα ερωτήματα αυτά αποσκοπούν στο να διευκρινιστεί αν το άρθρο 9 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει τη θέσπιση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες, και ο κανονισμός 950/68 περί του κοινού δασμολογίου εμποδίζουν την είσπραξη ενός φόρου όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως επί των μπανανών που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες, εν όψει κυρίως των διαδοχικών αυξήσεων του εν λόγω φόρου από την έναρξη της ισχύος του κοινού δασμολογίου.
25 'Απαξ μια και μόνη φορολογική επιβάρυνση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, κατ' αρχήν, ταυτοχρόνως ως εσωτερικός φόρος κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης και ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος με εισαγωγικό δασμό κατά την έννοια του άρθρου 9, η τελευταία αυτή διάταξη και ο κανονισμός 950/68, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, δεν εφαρμόζονται σε έναν φόρο όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως και επομένως παρέλκει η απάντηση στα σχετικά με την ερμηνεία τους ερωτήματα.
Επί των σχετικών με την ενδεχόμενη μη δυνατότητα εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας ερωτημάτων
26 Τα ερωτήματα αυτά αποσκοπούν στο να διευκρινιστεί αν, κατά το μέτρο που ένας εθνικός νόμος ο οποίος επιβάλλει την είσπραξη φόρου όπως ο φόρος καταναλώσεως είναι ασυμβίβαστος προς το κοινοτικό δίκαιο, ο νόμος αυτός πρέπει να μην εφαρμόζεται από τα εθνικά δικαστήρια, οι ιδιώτες δε τους οποίους αφορά δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν τον εν λόγω φόρο.
27 Κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal, Racc. 1978, σ. 629, σκέψη 21), κάθε εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να εφαρμόζει στο ακέραιο το κοινοτικό δίκαιο και να προστατεύει τα δικαιώματα τα οποία αυτό απονέμει στους ιδιώτες, αφήνοντας στην ανάγκη ανεφάρμοστη κάθε ενδεχομένως αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου.
28 Κατ' ακολουθίαν και κατ' ανάγκη, στην περίπτωση που τα αιτούντα δικαστήρια κατέληγαν να θεωρήσουν εθνικό νόμο ο οποίος εισάγει φόρο όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως ως ασυμβίβαστο προς τις διατάξεις του κοινοτικού συμβατικού δικαίου οι οποίες απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες, οι ενδιαφερόμενοι ιδιώτες δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν τον φόρο αυτό.
29 Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατά το μέτρο που ένας εθνικός νόμος ο οποίος εισάγει έναν φόρο όπως ο φόρος καταναλώσεως θεωρείται ως ασυμβίβαστος προς τις διατάξεις του κοινοτικού συμβατικού δικαίου οι οποίες απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες, ο νόμος αυτός πρέπει να μην εφαρμόζεται από τα εθνικά δικαστήρια, εξυπακουομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, οι ενδιαφερόμενοι ιδιώτες δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν τον εν λόγω φόρο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κυρίων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, σ' αυτά εναπόκειται να αποφανθούν επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτηματων που του υπέβαλαν με Διατάξεις περί παραπομπής της 28ης Ιουνίου, της 6ης και 11ης Ιουλίου, της 5ης και 12ης Νοεμβρίου 1990 ο Pretore di Savona, o Pretore di La Spezia και ο Vice-Pretore di Salerno, αποφαίνεται:
1) 'Ενας φόρος όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 873/82, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95 της Συνθήκης, καθόσον ο φόρος αυτός επιβάλλεται σε εισαγωγές νωπών μπανανών απευθείας προελεύσεως από τρίτα κράτη.
2) 'Ενας φόρος όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως, καθόσον επιβάλλεται σε εισαγωγές νωπών μπανανών απευθείας προελεύσεως από τρίτες χώρες, δεν είναι ασυμβίβαστος προς το πνεύμα και την οικονομία του κοινοτικού δικαίου, όπως προκύπτουν από τις σχετικές με τη θέσπιση της κοινής εμπορικής πολιτικής διατάξεις της Συνθήκης, χωρις να αποκλείεται εντούτοις η εφαρμογή διατάξεων διεθνών συμφωνιών που ισχύουν ενδεχομένως μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών από τις οποίες προέρχονται οι επίμαχες μπανάνες στις διαφορές των κυρίων δικών.
3) Κατά το μέτρο που ένας εθνικός νόμος ο οποίος εισάγει έναν φόρο όπως ο φόρος καταναλώσεως θεωρείται ως ασυμβίβαστος προς τις διατάξεις του κοινοτικού συμβατικού δικαίου οι οποίες απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες, ο νόμος αυτός πρέπει να μην εφαρμόζεται από τα εθνικά δικαστήρια, εξυπακουομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, οι ενδιαφερόμενοι ιδιώτες δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν τον εν λόγω φόρο.
Full & Egal Universal Law Academy