Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινωνική πολιτική - 'Ιση μεταχείριση ανδρών και γυναικών ως προς την κοινωνική ασφάλιση - Καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 - Επίδομα στέγης - Δεν εμπίπτει
(Οδηγία 79/7 του Συμβουλίου, άρθρο 3 PAR 1)
Περίληψη
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, το οποίο οροθετεί το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, έχει την έννοια ότι δεν αφορά το σύστημα χορηγήσεως επιδόματος στέγης, το ύψος του οποίου υπολογίζεται βάσει της σχέσεως μεταξύ ενός
θεωρητικού εισοδήματος, το οποίο λογίζεται ότι δικαιούται ο ενδιαφερόμενος, και του πραγματικού εισοδήματός του, ακόμη και αν για τον καθορισμό του θεωρητικού αυτού εισοδήματος εφαρμόζονται ορισμένα κριτήρια που αφορούν την προστασία από κινδύνους που απαριθμούνται στην οδηγία, όπως η ασθένεια ή η αναπηρία.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-243/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice, Queen' s Bench Division, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen
και
Secretary of State for Social Security,
Ex parte: Florence Rose Smithson,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και Κ. Ν. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Florence Rose Smithson, εκπροσωπούμενη από τον Nicholas Warren, solicitor,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, assistant treasury solicitor, επικουρούμενο από τους Richard Plender, QC, και David Pannick, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Nicholas Khan, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν προφορικά κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1991 η Smithson, εκπροσωπούμενη από τον Richard Drabble, barrister, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Νοεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 26ης Ιουνίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Αυγούστου 1990, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/0023 σ. 160).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της Florence Rose Smithson και του Secretary of State for Social Security (Υπουργού Κοινωνικής Ασφαλίσεως) σχετικά με τον καθορισμό του ύψους του επιδόματος στέγης που χορηγείται στην ενδιαφερομένη.
3 Από τη δικογραφία της κύριας υποθέσεως προκύπτει ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο καταβάλλεται, δυνάμει του Social Security Act (νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως) του 1986, επίδομα στέγης σε όσους διαθέτουν πραγματικό εισόδημα που δεν υπερβαίνει ένα θεωρητικό εισόδημα, το οποίο καλείται "εφαρμοστέο ποσό". Μία από τις προσαυξήσεις που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό αυτού του "εφαρμοστέου ποσού" αποτελεί το "υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα για συνταξιούχους" (στο εξής: υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα), το οποίο χορηγείται, μεταξύ άλλων, σε όσους ζουν μόνοι, έχουν συμπληρώσει το 60ό αλλά όχι το 80ό έτος της ηλικίας τους και λαμβάνουν μία ή περισσότερες άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, και ειδικότερα σύνταξη αναπηρίας.
4 Κατά τον νόμο περί κοινωνικής ασφαλίσεως του 1975, η σύνταξη αναπηρίας καταβάλλεται μέχρι τη συμπλήρωση από τον ενδιαφερόμενο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, δηλαδή του 65ου έτους για τους άνδρες και του 60ού έτους για τις γυναίκες. 'Οταν ο ενδιαφερόμενος έχει συμπληρώσει την ηλικία αυτή, αλλά εξακολουθεί να εργάζεται κανονικά, η σύνταξη αναπηρίας τού καταβάλλεται επί πέντε κατ' ανώτατο όριο έτη μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. 'Οποιος έχει συνταξιοδοτηθεί λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, αλλά δεν έχει συμπληρώσει το 65ο έτος (αν είναι γυναίκα) ή το 70ό έτος (αν είναι άνδρας), μπορεί να επιλέξει την πλασματική ανάκληση της συνταξιοδοτήσεώς του και να ζητήσει να του καταβάλλεται σύνταξη αναπηρίας.
5 'Οταν η Florence Rose Smithson συμπλήρωσε το 60ό έτος της ηλικίας της, διακόπηκε η σύνταξη αναπηρίας που ελάμβανε μέχρι τότε. Η αίτησή της να της χορηγηθεί το υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα απορρίφθηκε, με το αιτιολογικό ότι δεν πληρούσε την πρόσθετη προϋπόθεση να είναι δικαιούχος συντάξεως αναπηρίας. Δεδομένου ότι ήταν 67 ετών, η Smithson δεν είχε πλέον ούτε τη δυνατότητα να επιλέξει την πλασματική ανάκληση της συνταξιοδοτήσεώς της και την υπαγωγή της στο σύστημα συντάξεως αναπηρίας.
6 Το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, ενώπιον του οποίου προσέφυγε η ενδιαφερομένη κατά της αρνήσεως των βρετανικών αρχών να της χορηγήσουν το υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα, ανέστειλε τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο απαντήσει στα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Αντιβαίνει προς το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου το γεγονός ότι οι γυναίκες ηλικίας μεταξύ 65 και 70 ετών δεν μπορούν να ζητήσουν και να λάβουν το υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα για συνταξιούχους βάσει της παραγράφου 10, εδάφιο 1, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 2 της Housing Benefit (General) Regulations (γενικής κανονιστικής αποφάσεως περί επιδόματος στέγης) του 1987;
2) 'Εχει μια γυναίκα ηλικίας μεταξύ 65 και 70 ετών το δικαίωμα, βάσει του άρθρου 2 του European Communities Act (βρετανικού νόμου περί Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) του 1972, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, να ζητήσει να θεωρηθεί, δυνάμει του άρθρου 30, παράγραφος 3, του Social Security Act (νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως) του 1975, ότι ουδέποτε έλαβε σύνταξη γήρατος, να ζητήσει δε και να λάβει (εφόσον συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις) παροχές αναπηρίας βάσει του άρθρου 15 του νόμου αυτού και να ζητήσει και να λάβει το εν λόγω υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα βάσει της παραγράφου 10, εδάφιο 1, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 2 της αποφάσεως του 1987 περί επιδόματος στέγης;"
7 Με Διάταξη της 24ης Ιανουαρίου 1992, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) χορήγησε το ευεργέτημα πενίας στους εκτελεστές της διαθήκης της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, η οποία είχε εν τω μεταξύ αποβιώσει.
8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα περιστατικά της κύριας υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Κατ' αρχάς πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφαίνεται αν μια διάταξη του εθνικού δικαίου συμβιβάζεται ή όχι με το κοινοτικό δίκαιο. Το Δικαστήριο μπορεί ωστόσο να συναγάγει από τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα που εκθέτει το δικαστήριο αυτό, τα στοιχεία εκείνα που ανάγονται στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ώστε να δώσει στο δικαστήριο αυτό τη δυνατότητα να επιλύσει το νομικό ζήτημα που έχει υποβληθεί στην κρίση του (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salo κατά Χ, Συλλογή 1987, σ. 2545).
10 Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ανωτέρω οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι αφορά το σύστημα χορηγήσεως επιδόματος στέγης, το ύψος του οποίου υπολογίζεται βάσει της σχέσεως μεταξύ ενός θεωρητικού εισοδήματος, το οποίο λογίζεται ότι δικαιούται ο ενδιαφερόμενος, και του πραγματικού εισοδήματός του, εφόσον για τον καθορισμό του θεωρητικού αυτού εισοδήματος εφαρμόζονται ορισμένα κριτήρια που αφορούν την προστασία από κινδύνους που απαριθμούνται στην οδηγία, όπως η ασθένεια ή η αναπηρία.
11 Συναφώς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όπως προκύπτει από την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 79/7, σκοπός της οδηγίας είναι η προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
12 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία, μεταξύ άλλων, από τον κίνδυνο αναπηρίας ή γήρατος, καθώς και στις διατάξεις που αφορούν την κοινωνική πρόνοια, καθόσον οι διατάξεις αυτές προορίζονται να συμπληρώνουν το σύστημα αναπηρίας. 'Ετσι, για να εμπίπτει μια παροχή στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, πρέπει να συνιστά είτε το σύνολο ή μέρος συστήματος που προβλέπεται από τον νόμο για την προστασία από έναν από τους απαριθμούμενους κινδύνους είτε μορφή κοινωνικής πρόνοιας που αποβλέπει στον ίδιο στόχο (απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 150/85, Drake, Συλλογή 1986, σ. 1995, σκέψη 21).
13 Με την ανωτέρω απόφαση (σκέψη 24) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μια παροχή ενέπιπτε στο σύστημα προστασίας από αναπηρία το οποίο προέβλεπε ο νόμος, μολονότι καταβαλλόταν εν μέρει στον ίδιο τον ανάπηρο και εν μέρει στο πρόσωπο που τον φρόντιζε το Δικαστήριο τόνισε συναφώς ότι η καταβολή της παροχής στο πρόσωπο που παρέχει τις φροντίδες δεν παύει να εξαρτάται από την ύπαρξη μιας καταστάσεως αναπηρίας, υπό την έννοια ότι η ύπαρξη της αναπηρίας αποτελεί condicio sine qua non για τη χορήγησή της, επιπλέον δε τόνισε την προφανή οικονομική σχέση της παροχής αυτής προς τον ανάπηρο, δεδομένου ότι ο ανάπηρος αντλεί όφελος από το γεγονός ότι το πρόσωπο που τον βοηθεί λαμβάνει ενίσχυση.
14 Κατά συνέπεια, μολονότι τα κριτήρια χορηγήσεως δεν έχουν αποφασιστική σημασία για τον νομικό χαρακτηρισμό μιας παροχής κατά την οδηγία 79/7, εντούτοις η παροχή αυτή, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, πρέπει να έχει άμεση και πραγματική
σχέση με την προστασία από έναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.
15 Διαπιστώνεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 79/7 δεν καλύπτει τα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν την καταβολή ενός ειδικού επιδόματος προς αντιμετώπιση των εξόδων κατοικίας σε όσους διαθέτουν πραγματικό εισόδημα κατώτερο από ένα θεωρητικό εισόδημα, το οποίο υπολογίζεται βάσει ορισμένων κριτηρίων.
16 Η ηλικία και η αναπηρία του δικαιούχου αποτελούν απλώς δύο από τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τον καθορισμό των οικονομικών αναγκών του δικαιούχου του επιδόματος. Το γεγονός ότι τα κριτήρια αυτά έχουν αποφασιστική σημασία για τη χορήγηση του υψηλότερου συμπληρωματικού επιδόματος δεν αρκεί για να εμπίπτει το επίδομα αυτό στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7.
17 Το συμπληρωματικό αυτό επίδομα συνιστά αναπόσπαστο συστατικό της όλης παροχής, σκοπός της οποίας είναι η αντιστάθμιση της ανεπάρκειας των πόρων του δικαιούχου, όσον αφορά τα έξοδα κατοικίας, και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτοτελές σύστημα προοριζόμενο να εξασφαλίσει προστασία από ορισμένους από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
18 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα του High Court, Queen' s Bench Division, πρέπει να δοθεί απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι δεν αφορά το σύστημα χορηγήσεως επιδόματος στέγης, το ύψος του οποίου υπολογίζεται βάσει της σχέσεως μεταξύ ενός θεωρητικού εισοδήματος, το οποίο λογίζεται ότι δικαιούται ο ενδιαφερόμενος, και του πραγματικού εισοδήματός του, ακόμη και αν για τον καθορισμό του θεωρητικού αυτού εισοδήματος εφαρμόζονται
ορισμένα κριτήρια που αφορούν την προστασία από κινδύνους που απαριθμούνται στην οδηγία, όπως η ασθένεια ή η αναπηρία.
19 Στο δεύτερο ερώτημα δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση, δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό αφορά, όπως τόνισε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, μόνο τα μέσα με τα οποία θα μπορούσε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης να επιτύχει την ικανοποίηση των αξιώσεών της σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται ν' αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 26ης Ιουνίου 1990 το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι δεν αφορά το σύστημα χορηγήσεως
επιδόματος στέγης, το ύψος του οποίου υπολογίζεται βάσει της σχέσεως μεταξύ ενός θεωρητικού εισοδήματος, το οποίο λογίζεται ότι δικαιούται ο ενδιαφερόμενος, και του πραγματικού εισοδήματός του, ακόμη και αν για τον καθορισμό του θεωρητικού αυτού εισοδήματος εφαρμόζονται ορισμένα κριτήρια που αφορούν την προστασία από κινδύνους που απαριθμούνται στην οδηγία, όπως η ασθένεια ή η αναπηρία.
Full & Egal Universal Law Academy