Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Μεταποιημένα οπωροκηπευτικά προϊόντα - Μέτρα διασφαλίσεως κατά την εισαγωγή βύσσινων - Βύσσινα σε σιρόπι - Ορισμός - Παραπομπή στις διακρίσεις 20.06 Β ΙΙ α 8 και 20.06 Β ΙΙ β 8 του κοινού δασμολογίου - Βύσσινα που περιέχονται σε υγρό που δημιουργήθηκε από τη θέρμανση των βύσσινων αυτών σε νερό και του οποίου η περιεκτικότητα σε ζάχαρη υπερβαίνει το 9 % - Καλύπτονται - Υπολογισμός της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή - Λαμβάνεται υπόψη το βάρος του σιροπιού
(Κανονισμός (ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, άρθρο 1 PAR 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1712/85)
Περίληψη
Tο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων, του
οποίου η γερμανική, ελληνική, αγγλική, γαλλική, ιταλική και ολλανδική διατύπωση τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 1712/85, έχει την έννοια ότι τα βύσσινα που περιέχονται σε ένα υγρό, το οποίο δημιουργήθηκε από τη θέρμανση των βύσσινων αυτών σε νερό και του οποίου επομένως η περιεκτικότητα σε ζάχαρη υπερβαίνει το 9 %, αποτελούν "βύσσινα σε σιρόπι", κατά την έννοια του κανονισμού 1626/85, και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στις δασμολογικές διακρίσεις 20.06 Β ΙΙ α 8 και 20.06 Β ΙΙ β 8 του κoινού δασμολογίου.
Ως βάση για τον υπολογισμό της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή των βύσσινων σε σιρόπι πρέπει να λαμβάνεται το βάρος των βύσσινων μαζί με το σιρόπι.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-246/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Muenchen προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Parma Handelsgesellschaft mbH,
και
Hauptzollamt Bad Reichenhall,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων (ΕΕ L 156, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1712/85 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 1985, που τροποποιεί τη γερμανική, ελληνική, αγγλική, γαλλική, ιταλική και ολλανδική διατύπωση του κανονισμού 1626/85 (ΕΕ L 163, σ. 46),
TΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις έγγραφες παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Parma Handelsgesellschaft, εκπροσωπούμενη από τους φορολογικούς συμβούλους της Hinrich Glashoff και Herbert Kuehle,
- η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Rene Barents, νομικό σύμβουλο, ο οποίος αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από τον Joern Sack, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Roberto Hayder, υπάλληλο του ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που έχει αποσπαστεί στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής στο πλαίσιο των ανταλλαγών μεταξύ υπαλλήλων των Κοινοτήτων και δημοσίων υπαλλήλων των κρατών μελών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν προφορικά η Parma Handelsgesellschaft και η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 10ης Ιουλίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Αυγούστου 1990, το Finanzgericht Muenchen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων (ΕΕ L 156, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1712/85 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 1985, που τροποποιεί τη γερμανική, ελληνική, αγγλική, γαλλική, ιταλική και ολλανδική διατύπωση του κανονισμού 1626/85 (ΕΕ L 163, σ. 46).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Parma Handelsgesellschaft mbH (στο εξής: Parma) και του Hauptzollamt Bad Reichenhall (Κεντρικού Τελωνείου του Bad Reichenhall), Zollamt Autobahn (στο εξής: Hauptzollamt), σχετικά με εξισωτική εισφορά, της οποίας το Ηauptzollamt αξίωσε την καταβολή δυνάμει του προαναφερθέντος κανονισμού.
3 Ο κανονισμός 1626/85 καθορίζει, ως μέτρο διασφαλίσεως κατά την εισαγωγή ορισμένων βύσσινων, μεταξύ των οποίων και τα "βύσσινα σε σιρόπι", μια ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, η ελάχιστη τιμή για τα βύσσινα χωρίς προσθήκη ζάχαρης είναι χαμηλότερη από την ελάχιστη τιμή που προβλέπεται για τα βύσσινα σε σιρόπι.
4 Για τον ορισμό των ανωτέρω βύσσινων, ο κανονισμός 1626/85 αναφέρεται στο κοινό δασμολόγιο (στο εξής: ΚΔ), το οποίο ήταν, κατά τον κρίσιμο για την κύρια δίκη χρόνο, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3400/84 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 950/68 περί του ΚΔ (ΕΕ L 320, σ. 1). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85 ορίζει τα βύσσινα ως εξής:
"(...)
ex 20.06: Φρούτα παρασκευασμένα ή διατηρημένα με άλλο τρόπο, με ή χωρίς προσθήκη ζάχαρης:
Β.ΙΙ. Χωρίς προσθήκη αλκοόλης
α) Με προσθήκη ζάχαρης, σε άμεσες συσκευασίες καθαρού περιεχομένου μεγαλύτερου από 1 κιλό:
ex 8: Βύσσινα σε σιρόπι
β) Με προσθήκη ζάχαρης, σε άμεσες συσκευασίες καθαρού περιεχομένου 1 κιλού ή λιγότερο:
ex 8: Βύσσινα σε σιρόπι
(...)".
5 Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου αυτού άρθρου, αν δεν τηρείται η ελάχιστη τιμή εισαγωγής, επιβάλλεται η εξισωτική εισφορά που προβλέπεται στο παράρτημα του κανονισμού 1626/85.
6 Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Parma έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία ορισμένα φορτία ενός προϊόντος που χαρακτηριζόταν ως ελαφρά βρασμένα βύσσινα (Dunstsauerkirschen), τα οποία είχε εισαγάγει από τη Γιουγκοσλαβία κατά την περίοδο από 29 Ιουλίου έως 3 Σεπτεμβρίου 1985. Σε ορισμένες τελωνειακές διασαφήσεις τα εμπορεύματα αυτά περιγράφονταν ως "φρούτα παρασκευασμένα ή διατηρημένα με άλλο τρόπο, χωρίς προσθήκη αλκοόλης, χωρίς προσθήκη ζάχαρης, με περιεκτικότητα σε δική τους ζάχαρη από 9 μέχρι 13 %, σε άμεσες συσκευασίες καθαρού περιεχομένου ενός κιλού ή περισσότερο". Σε ορισμένες άλλες διασαφήσεις τα ίδια εμπορεύματα περιγράφονταν ως "φρούτα χωρίς προσθήκη ζάχαρης".
7 Το Hauptzollamt, θεωρώντας ότι επρόκειτο για "βύσσινα σε σιρόπι", για τα οποία δεν είχε τηρηθεί η ελάχιστη τιμή, επέβαλε, με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1985, η οποία τροποποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1989 κατόπιν της ασκήσεως διοικητικής προσφυγής της Parma, εξισωτικές εισφορές για τα διάφορα φορτία εμπορευμάτων και τελικά αξίωσε την καταβολή 67 638,14 συνολικά γερμανικών μάρκων (DM).
8 Κατά της αποφάσεως αυτής η Parma άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Muenchen, με την οποία ισχυρίζεται ότι δεν εισήγαγε βύσσινα σε σιρόπι, αλλά βύσσινα σε νερό. Επ' αυτού η Parma διευκρίνισε ότι, κατά τον κανονισμό 1626/85, τα βύσσινα σε σιρόπι
είναι βύσσινα στα οποία έχει προστεθεί σιρόπι ζάχαρης για να επιτευχθεί η διατήρησή τους. Η Parma ισχυρίστηκε, επιπλέον, ότι για τον καθορισμό της ελάχιστης τιμής έπρεπε να ληφθεί ως βάση το καθαρό βάρος των βύσσινων, αφού το βάρος του νερού δεν αποτελεί στοιχείο για τον υπολογισμό του βάρους των βύσσινων, αλλά του βάρους της συσκευασίας τους.
9 Το Finanzgericht Muenchen, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του ανωτέρω κανονισμού 1626/85, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) 'Εχει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1712/85, την έννοια ότι τα βύσσινα που περιέχονται σε ένα υγρό, το οποίο δημιουργήθηκε από τη θέρμανση βύσσινων σε νερό και του οποίου επομένως η περιεκτικότητα σε ζάχαρη υπερβαίνει το 9 %, πρέπει να καταταγούν ως βύσσινα σε σιρόπι στη δασμολογική διάκριση 20.06 Β ΙΙ α 8 ή 20.06 Β ΙΙ β 8 του κοινού δασμολογίου;
2) 'Εχει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού που αναφέρθηκε ανωτέρω στο ερώτημα 1 την έννοια ότι ως βάση για τον υπολογισμό της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή των βύσσινων σε σιρόπι πρέπει να λαμβάνεται το βάρος των βύσσινων μαζί με το σιρόπι;"
10 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι κρίσιμες κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι έγγραφες παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
11 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τη συμπληρωματική σημείωση υπ' αριθ. 3 του κεφαλαίου 20 του ΚΔ, τα προϊόντα της κλάσης 20.06 θεωρούνται ως "με προσθήκη ζάχαρης", εφόσον η περιεκτικότητά τους σε ζάχαρα είναι ανώτερη κατά βάρος των παρακάτω ποσοστών, ανάλογα με το είδος των καρπών και φρούτων:
- ανανάς, σταφύλια: 13 %
- άλλοι καρποί και φρούτα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα μείγματα των καρπών και φρούτων: 9 %.
12 Η Parma ισχυρίζεται κυρίως ότι η συμπληρωματική αυτή σημείωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η Parma υποστηρίζει ότι η διάκριση 20.06 Β ΙΙ α του ΚΔ αφορά γενικά τα φρούτα χωρίς προσθήκη ζάχαρης, ενώ το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, το οποίο αναφέρει ρητά τα "βύσσινα σε σιρόπι" μεταξύ των φρούτων στα οποία έχει υπάρξει "προσθήκη ζάχαρης", επιδιώκει ακριβώς να περιοριστεί η εφαρμογή της ρυθμίσεως περί ελαχίστης τιμής στα βύσσινα μόνο που περιέχονται σε σιρόπι ζάχαρης. Κατά την Parma, η διαφορά μεταξύ των βύσσινων αυτών και των βύσσινων που αποτελούν το αντικείμενο της κύριας διαφοράς δεν συνίσταται στην περιεκτικότητα σε ζάχαρη, αλλά στο γεγονός ότι στα "βύσσινα σε σιρόπι" έχει πράγματι προστεθεί ζάχαρη.
13 Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
14 Στον κανονισμό 1626/85 δεν απαντά κανείς ορισμός για το "σιρόπι ζάχαρης". Για τον ορισμό όμως των εν λόγω εμπορευμάτων, ο κανονισμός αυτός παραπέμπει στις δασμολογικές διακρίσεις 20.06 Β ΙΙ α 8 και β 8 του ΚΔ. Η παραπομπή αυτή σημαίνει ότι ο κανονισμός παραπέμπει σε όλη τη σχετική κανονιστική ρύθμιση, δηλαδή στους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία της ονοματολογίας του ΚΔ, στις σημειώσεις των κεφαλαίων του
ΚΔ και στις επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας (στο εξής: ΣΤΣ).
15 Πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι οι σημειώσεις αυτές και οι γενικοί αυτοί κανόνες όχι μόνο δεν περιέχουν κανένα ορισμό του σιροπιού που να συμφωνεί με την άποψη της Parma, αλλά παρέχουν ορισμένες αντίθετες ακριβώς ενδείξεις. Οι επεξηγηματικές σημειώσεις π.χ. της ονοματολογίας του ΣΤΣ για την κλάση 17.02 του ΚΔ, η οποία καλύπτει, μεταξύ άλλων, τα "σιρόπια ζαχάρων χωρίς προσθήκη αρωματικών ή χρωστικών ουσιών", διευκρινίζουν, υπό το στοιχείο Β, ότι η κλάση αυτή καλύπτει "τα σιρόπια ζαχάρων οποιασδήποτε φύσης (εκτός από τα υδατικά διαλύματα των χημικώς καθαρών ζαχάρων της κλάσης 29.43), υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν προστεθεί αρωματικές ή χρωστικές ουσίες". Οι επεξηγηματικές αυτές σημειώσεις διευκρινίζουν επίσης ότι η ίδια αυτή κλάση του ΚΔ καλύπτει τα σιρόπια που αναφέρονται στο τμήμα Α, στο οποίο μνημονεύονται ενδεικτικά η γλυκόζη που περιέχεται σε φυσική κατάσταση στα φρούτα και η φρουκτόζη. Κατά συνέπεια, οι σημειώσεις αυτές, στις οποίες δεν γίνεται λόγος για την προέλευση της ζάχαρης που περιέχεται στο σιρόπι, δεν εξαιρούν τα σιρόπια που λαμβάνονται από τη ζάχαρη την οποία περιέχουν τα ίδια τα βύσσινα.
16 Στη συνέχεια πρέπει να τονιστεί ότι η κλάση 20.06 του ΚΔ, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 του κανονισμού 1626/85, καλύπτει τα φρούτα με ή χωρίς προσθήκη ζάχαρης. Εντούτοις, το κριτήριο για το αν στα βύσσινα σε σιρόπι έχει προστεθεί ζάχαρη ή όχι παρέχεται από τη συμπληρωματική σημείωση υπ' αριθ. 3 του κεφαλαίου 20 του ΚΔ, από την οποία προκύπτει ότι τα προϊόντα αυτά θεωρούνται ως "με προσθήκη ζάχαρης", όταν η περιεκτικότητά τους σε ζάχαρη υπερβαίνει το 9 %.
17 Ομοίως, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1599/84 της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 1984, περί λεπτομερών
κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος ενίσχυσης στην παραγωγή προϊόντων που έχουν μεταποιηθεί από οπωροκηπευτικά (ΕΕ L 152, σ. 16), ορίζει ένα παρεμφερές προϊόν, τα "κεράσια σε σιρόπι", ως εξής: "κεράσια, με ή χωρίς πυρήνα, έχοντα υποστεί θερμική επεξεργασία, συσκευασμένα σε ερμητικά σφραγισμένους περιέκτες μέσα σε υγρό επικάλυψης από σιρόπι ζάχαρης, τα οποία υπάγονται στη διάκριση 20.06 Β ΙΙ α 8 ή 20.06 Β ΙΙ β 8 του κοινού δασμολογίου". Στην ίδια αυτή διάταξη, και συγκεκριμένα στο στοιχείο ιε, το "σιρόπι ζάχαρης" ορίζεται ως το "υγρό στο οποίο το νερό αναμειγνύεται με ζάχαρη και το οποίο έχει συνολική περιεκτικότητα σε ζάχαρη, που προσδιορίζεται μετά την ομογενοποίηση, όχι μικρότερη από 9 %, όσον αφορά τα κεράσια σε σιρόπι".
18 Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο νομοθέτης χρησιμοποιεί ως κριτήριο τη συνολική περιεκτικότητα σε ζάχαρη του υγρού στο οποίο περιέχονται τα βύσσινα το κριτήριο αυτό είναι σταθερό και μπορεί να εφαρμόζεται εύκολα, δεδομένου ότι στηρίζεται σε ένα εγγενές χαρακτηριστικό και μια αντικειμενική ιδιότητα του προϊόντος. Αντίθετα, το κριτήριο της προελεύσεως των ζαχάρων, του οποίου η εφαρμογή είναι δυσχερής, ούτε εξυπηρετεί την ασφάλεια δικαίου ούτε διευκολύνει τους ελέγχους.
19 Η Parma παρατηρεί επίσης ότι το υγρό επικαλύψεως των βύσσινων, το οποίο δεν περιέχει ζάχαρη που να έχει προστεθεί μεταγενέστερα, εξυπηρετεί μόνο την παστερίωση και την προστασία των βύσσινων από την αποξήρανση και τους κραδασμούς κατά τη μεταφορά και την αποθήκευση. Το υγρό αυτό δεν έχει, κατά την Parma, καμία αυτοτελή αξία ως είδος διατροφής για τον τελικό καταναλωτή.
20 Ούτε αυτή η επιχειρηματολογία μπορεί να γίνει δεκτή, διότι ο προορισμός ενός προϊόντος δεν επηρεάζει τη δασμολογική κατάταξή του, παρά μόνο εφόσον το κείμενο της δασμολογικής κλάσεως ή των σχετικών σημειώσεων αναφέρονται ρητά στο κριτήριο αυτό (βλ., μεταξύ άλλων,
την απόφαση της 18ης Απριλίου 1991, C-219/89, Wesergold, Συλλογή 1991, σ. Ι-1895, σκέψη 9). Αυτό όμως δεν συμβαίνει με τις επίμαχες εν προκειμένω δασμολογικές διακρίσεις.
21 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1712/85, έχει την έννοια ότι τα βύσσινα που περιέχονται σε ένα υγρό, το οποίο δημιουργήθηκε από τη θέρμανση των βύσσινων αυτών σε νερό και του οποίου επομένως η περιεκτικότητα σε ζάχαρη υπερβαίνει το 9 %, αποτελούν "βύσσινα σε σιρόπι", κατά την έννοια του κανονισμού 1626/85, και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στις δασμολογικές διακρίσεις 20.06 Β ΙΙ α 8 και 20.06 Β ΙΙ β 8 του ΚΔ.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
22 Κατά την Parma, το υγρό εντός του οποίου βρίσκονται τα βύσσινα δεν πρέπει να θεωρηθεί ως συσκευασία, αλλ' ως αυτοτελές εμπόρευμα, χωρίς καμία αξία, που εξυπηρετεί την παστερίωση και την προστασία των βύσσινων. Η Parma υποστηρίζει ότι το βάρος του υγρού αυτού δεν πρέπει συνεπώς να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του βάρους των βύσσινων.
23 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
24 'Οπως τόνισε η Επιτροπή με τις έγγραφες παρατηρήσεις της, κατά τον γενικό κανόνα Α.1 για την ερμηνεία της ονοματολογίας του ΚΔ, η δασμολογική κατάταξη καθορίζεται νόμιμα σύμφωνα με το κείμενο των κλάσεων και των σημειώσεων των τμημάτων ή των κεφαλαίων. Ο κανόνας αυτός, που ισχύει για τη δασμολογική κατάταξη, πρέπει επίσης να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες άλλοι κανονισμοί, πλην του ΚΔ, παραπέμπουν για την εφαρμογή τους στο ΚΔ.
25 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85 αναφέρεται στη δασμολογική κλάση 20.06 του ΚΔ, η οποία περιγράφει το επίμαχο στην κύρια δίκη εμπόρευμα όχι ως "βύσσινα", αλλά ως "βύσσινα σε σιρόπι". Κατά συνέπεια, για τον υπολογισμό της ελάχιστης τιμής πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το βάρος του σιροπιού.
26 Πρέπει να προστεθεί ότι η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων πρέπει να αναζητείται γενικώς στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και τις αντικειμενικές ιδιότητές τους, όπως ορίζονται στις κλάσεις και διακρίσεις του ΚΔ, καθώς και στις σημειώσεις των τμημάτων ή κεφαλαίων (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-120/90, Ludwig Post, Συλλογή 1991, σ. Ι-2391, σκέψη 11). 'Οπως ελέχθη ανωτέρω (σκέψη 20), ο προορισμός ενός προϊόντος δεν επηρεάζει τη δασμολογική κατάταξή του, παρά μόνο εφόσον το κείμενο της δασμολογικής κλάσεως ή των σχετικών σημειώσεων αναφέρονται ρητά στο κριτήριο αυτό.
27 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1712/85, έχει την έννοια ότι ως βάση για τον υπολογισμό της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή των βύσσινων σε σιρόπι πρέπει να λαμβάνεται το βάρος των βύσσινων μαζί με το σιρόπι.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους
της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 10ης Ιουλίου 1990 το Finanzgericht Muenchen, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1712/85 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 1985, που τροποποιεί τη γερμανική, ελληνική, αγγλική, γαλλική, ιταλική και ολλανδική διατύπωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85, έχει την έννοια ότι τα βύσσινα που περιέχονται σε ένα υγρό, το οποίο δημιουργήθηκε από τη θέρμανση των βύσσινων αυτών σε νερό και του οποίου επομένως η περιεκτικότητα σε ζάχαρη υπερβαίνει το 9 %, αποτελούν "βύσσινα σε σιρόπι", κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85, και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στις δασμολογικές διακρίσεις 20.06 Β ΙΙ α 8 και 20.06 Β ΙΙ β 8 του ΚΔ.
2) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85 έχει την έννοια ότι ως βάση για τον υπολογισμό της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή των βύσσινων σε σιρόπι πρέπει να λαμβάνεται το βάρος των βύσσινων μαζί με το σιρόπι.
Full & Egal Universal Law Academy