Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Εφαρμοστέα νομοθεσία - Αρχή της μιας και μόνης νομοθεσίας - Πεδίο εφαρμογής - Δεν εφαρμόζεται στους δικαιούχους επικουρικής συντάξεως
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 13 PAR 2, και άρθρα 14 έως 17)
2. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Κοινοτική ρύθμιση - Καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής - Συμβατικές διατάξεις - Δεν εμπίπτουν - Παρακράτηση εκ μέρους κράτους μέλους ασφαλιστικών εισφορών επί των παροχών που καταβάλλονται δυνάμει συμβατικών διατάξεων σε σχέση με κίνδυνο του οποίου η επέλευση βαρύνει άλλο κράτος μέλος - Επιτρέπεται
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 1, στοιχείο ι, και άρθρα 4 και 33)
Περίληψη
1. H αρχή ότι η νομοθεσία που εφαρμόζεται στους διακινουμένους εντός της Κοινότητας εργαζομένους είναι μία και μόνο διέπει αποκλειστικά τις
περιπτώσεις τις οποίες αφορούν τα άρθρα 13, παράγραφος 2, και 14 έως 17 του κανονισμού 1408/71, που προβλέπουν τους εφαρμοστέους σε κάθε περίπτωση κανόνες άρσεως συγκρούσεων.
Δεδομένου ότι οι δικαιούχοι επικουρικής συντάξεως δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρονται τα ανωτέρω άρθρα, δεν επιτρέπεται η υπέρ αυτών επίκληση της αρχής της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας.
2. Οι επικουρικές συντάξεις που καταβάλλονται στο πλαίσιο ασφαλιστικών συστημάτων που έχουν θεσπιστεί με συμβατικές διατάξεις, οι οποίες δεν αποτελούν νομοθεσίες κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ι, του κανονισμού 1408/71, δεν εμπίπτουν στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, το άρθρο 33 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε κρατήσεις επί των κατά νόμο οφειλομένων συντάξεων των πολιτών της Κοινότητας, όταν οι παροχές που αποτελούν την αντιπαροχή για τις κρατήσεις αυτές δεν βαρύνουν τους ασφαλιστικούς φορείς τους, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να παρακρατούν, στο πλαίσιο του συστήματος ασφαλίσεως ασθένειας-μητρότητας, μια ασφαλιστική εισφορά από τις επικουρικές συντάξεις, οι οποίες στηρίζονται σε συμβατικές διατάξεις, ακόμη και αν οι συντάξεις αυτές καταβάλλονται σε πρόσωπα που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και στους οποίους συνεπώς οι παροχές ασθένειας χορηγούνται βάσει της νομοθεσίας του κράτους αυτού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-253/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Claude Seche, νομικό σύμβουλο, και τη Μαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Robert Hoebaer, διευθυντή διοικητικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες, επικουρούμενο από τον M. Loix, αναπληρωτή σύμβουλο του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παρακρατώντας ασφαλιστικές εισφορές ασθένειας από τις επικουρικές συντάξεις ή τις άλλες παροχές που επέχουν θέση κατά νόμο οφειλομένων συντάξεων λόγω γήρατος, λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή συντάξεως επιζώντων, τις οποίες λαμβάνουν κοινοτικοί υπήκοοι που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, όπου δικαιούνται, βάσει της νομοθεσίας του κράτους αυτού, παροχές λόγω ασθένειας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, και ειδικότερα παρέβη το άρθρο 13, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως ισχύει μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1991, κατά την οποία το Βασίλειο του Βελγίου εκπροσωπήθηκε από τον Jan Devadder, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Αυγούστου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παρακρατώντας ασφαλιστικές εισφορές ασθένειας από τις επικουρικές συντάξεις ή τις άλλες παροχές που επέχουν θέση κατά νόμο οφειλομένων συντάξεων λόγω γήρατος, λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή συντάξεως επιζώντων, τις οποίες λαμβάνουν κοινοτικοί υπήκοοι που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, όπου δικαιούνται, βάσει της νομοθεσίας του κράτους αυτού, παροχές λόγω ασθένειας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, και ειδικότερα παρέβη το άρθρο 13, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως ισχύει μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6).
2 Το προαναφερθέν άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο κανονισμός αυτός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Κατά το άρθρο 33 του ίδιου κανονισμού, ο φορέας κράτους μέλους που καταβάλλει την σύνταξη, αν η ισχύουσα γι' αυτόν νομοθεσία προβλέπει κρατήσεις εισφορών εις βάρος του δικαιούχου συντάξεως για την κάλυψη των παροχών ασθένειας και μητρότητας, εξουσιοδοτείται να προβαίνει στις κρατήσεις αυτές, υπολογιζόμενες σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία επί του ποσού της οφειλομένης παρ' αυτού συντάξεως, κατά το μέτρο που οι καταβαλλόμενες δυνάμει των άρθρων 27, 28, 28α, 29, 31 και 32 παροχές βαρύνουν φορέα του προαναφερθέντος κράτους μέλους.
3 Ο νόμος της 9ης Αυγούστου 1963, περί εισαγωγής και οργανώσεως συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά ασθενείας και αναπηρίας ((Moniteur belge (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου του Βελγίου) της 1ης και 2ας Νοεμβρίου 1963, σ. 10555)), προβλέπει στο άρθρο 121-10, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 161 του νόμου της 8ης Αυγούστου 1980, περί των προτάσεων επί του προϋπολογισμού 1979/1980 (Moniteur belge της 15ης Αυγούστου 1980, σ. 9514), την πραγματοποίηση κρατήσεων από τις κατά νόμο οφειλόμενες συντάξεις λόγω γήρατος, λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και από τις συντάξεις επιζώντων ή από κάθε άλλη παροχή που συμπληρώνει τις ανωτέρω συντάξεις. Τα έσοδα από τις κρατήσεις αυτές καταβάλλονται στο institut national d' assurance maladie (Εθνικό Ίδρυμα Ασφαλίσεως κατά Ασθενείας-Αναπηρίας). Κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 28ης Μαρτίου 1985, 275/83, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1985, σ. 1097), οι ανωτέρω διατάξεις δεν εφαρμόζονται πλέον στις συντάξεις που καταβάλλονται κατά νόμο στους κοινοτικούς υπηκόους που κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη και όχι στο Βέλγιο. Αντίθετα, εξακολουθούν να εφαρμόζονται σχετικά με τις επικουρικές συντάξεις των υπηκόων αυτών.
4 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και το ιστορικό της διαφοράς, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αντιβαίνει προς τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του κανονισμού 1408/71 η εκ μέρους των βελγικών αρχών παρακράτηση, υπέρ του ασφαλιστικού συστήματος ασθένειας και μητρότητας, εισφοράς από τις επικουρικές συντάξεις που καταβάλλονται σε άτομα που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και δικαιούνται παροχές ασθένειας βάσει της νομοθεσίας του κράτους αυτού.
6 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, καθιερώνει τη θεμελιώδη αρχή της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας, την οποία το άρθρο 33 συγκεκριμενοποιεί στον τομέα των εισφορών ασφαλίσεως ασθένειας, οι οποίες παρακρατούνται από τις παροχές γήρατος που εμπίπτουν στον κανονισμό 1408/71. Κατά την Επιτροπή, η επίκληση της αρχής αυτής είναι δυνατή επειδή η εν λόγω αρχή αποτελεί γενική αρχή προϋφισταμένη του κανονισμού 1408/71 και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, μολονότι στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του ίδιου του κανονισμού δεν εμπίπτουν τα συστήματα των επικουρικών συντάξεων.
7 Συναφώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, με ορισμένες αποφάσεις που αφορούσαν καταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1408/71, ερμήνευσε τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης βάσει της αρχής αυτής, σκοπός της οποίας είναι η αποφυγή της σωρεύσεως νομοθεσιών ή της περιττής αλληλεπικαλύψεως υποχρεώσεων και ευθυνών που θα δημιουργούσε η εφαρμογή πλειόνων εθνικών νομοθεσιών. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι υφίσταται παραλληλισμός μεταξύ του συστήματος που ισχύει για τις εισφορές και του συστήματος που ισχύει για το δικαίωμα επί των παροχών.
8 Το Βασίλειο του Βελγίου αμφισβητεί την ύπαρξη γενικής αρχής περί μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας. Το Βασίλειο του Βελγίου ισχυρίζεται δηλαδή ότι η αρχή αυτή δεν στηρίζεται ούτε σε κανένα κείμενο του κοινοτικού δικαίου ούτε στην ύπαρξη καμιάς γενικής αρχής που να απαντά στα εθνικά δίκαια των κρατών μελών.
9 Καταρχάς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι δικαιούχοι επικουρικής συντάξεως είναι εργαζόμενοι, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71, και ότι ανήκουν στην κατηγορία των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, όπως οριοθετείται με το άρθρο 2.
10 Στη συνέχεια επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 60/85, Luijten, Συλλογή 1986, σ. 2365, σκέψεις 12 και 13), η αρχή ότι η νομοθεσία που εφαρμόζεται στους εργαζομένους που διακινούνται εντός της Κοινότητας είναι μόνο μία, αρχή η οποία εφαρμόστηκε ήδη υπό το κράτος του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, ο οποίος αφορούσε την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, εκφράζεται στον τίτλο ΙΙ του κανονισμού 1408/71, περί του "προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας", του οποίου το άρθρο 13, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους και ότι η νομοθεσία αυτή "προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου".
11 Αυτή η αρχή της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας διέπει πάντως μόνο τις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν τα άρθρα 13, παράγραφος 2, και 14 έως 17 του κανονισμού, που προβλέπουν τους εφαρμοστέους σε κάθε περίπτωση κανόνες άρσεως συγκρούσεων. Όπως προκύπτει από την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-140/88, Noij (Συλλογή 1991, σ. Ι-387, σκέψεις 9 και 10), ορισμένα πρόσωπα που δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν τα εν λόγω άρθρα, όπως είναι οι εργαζόμενοι που έχουν παύσει οριστικά την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, μπορούν να υπόκεινται ταυτόχρονα στη νομοθεσία πλειόνων κρατών μελών.
12 Δεδομένου ότι οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν επικουρική σύνταξη δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 13, παράγραφος 2, και 14 έως 17 του κανονισμού 1408/71, δεν επιτρέπεται η υπέρ αυτών επίκληση της αρχής της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας.
13 Όσον αφορά το άρθρο 33 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να υπομνησθεί ότι από την προαναφερθείσα απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να προβαίνουν σε κρατήσεις εισφορών επί των κατά νόμο οφειλομένων συντάξεων λόγω γήρατος, λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου και επί των συντάξεων επιζώντων, ακόμη και όταν δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της εισφοράς και του ασφαλιζομένου κινδύνου, εφόσον οι παροχές ασθένειας και μητρότητας που αποτελούν την αντιπαροχή για τις εισφορές δεν βαρύνουν ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους που προβαίνει στις κρατήσεις.
14 Το τμήμα 5 πάντως του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71, στο οποίο ανήκει το άρθρο 33 και το οποίο επιγράφεται "δικαιούχοι συντάξεων και μέλη της οικογένειάς τους", αφορά μόνο τους δικαιούχους συντάξεων που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών. Ως οφειλέτης συντάξεως κατά την έννοια του άρθρου 33 νοείται επομένως κάθε κράτος που οφείλει τη σύνταξη δυνάμει της νομοθεσίας του.
15 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ι, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71, ο όρος "νομοθεσία" προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, τους κανονισμούς και όλα τα άλλα μέτρα εφαρμογής που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2.
16 Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού ορίζει ότι ο όρος "νομοθεσία" αποκλείει τις υπάρχουσες ή μελλοντικές συμβατικές διατάξεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο αποφάσεων των δημόσιων αρχών που τις καθιστούν υποχρεωτικές ή που επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής τους ο προσδιορισμός αυτός πάντως μπορεί να αρθεί, στις περιπτώσεις που προβλέπει το εδάφιο αυτό, με δήλωση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
17 Δεδομένου ότι, όπως εξάλλου ομολόγησε η Επιτροπή με το δικόγραφο της προσφυγής της, οι επίμαχες εν προκειμένω βελγικές ρυθμίσεις δεν αποτελούν νομοθεσίες κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ι, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωσή τους δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 33.
18 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων και χωρίς να χρειάζεται η εξέταση των άλλων αμυντικών ισχυρισμών, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και ότι ειδικότερα δεν παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 33 του κανονισμού 1408/71.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy