Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Λιπαρές ουσίες - Ειδικά μέτρα για τους σπόρους σόγιας - Ενίσχυση στη μεταποίηση - Μέτρα ελέγχου - Εξακρίβωση των σπόρων - Κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα στους παρασκευαστές τροφών που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων ή των ζώων να διαθέτουν χώρους αποθηκεύσεως εντός της εγκαταστάσεως παραγωγής - Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και δυσμενής διάκριση μεταξύ παραγωγών - Στερείται νομιμότητας
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 40 PAR 3, δεύτερο εδάφιο κανονισμός 1491/85 του Συμβουλίου κανονισμός 2537/89 της Επιτροπής, άρθρο 2 PAR 1, στοιχείο β, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 150/90, άρθρο 1 PAR 1)
Περίληψη
Η υποχρέωση, η οποία επιβάλλεται στους παρασκευαστές τροφών που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων ή των ζώων οι οποίοι έχουν ζητήσει τη χορήγηση ενισχύσεως για τη μεταποίηση σπόρων σόγιας βάσει του κανονισμού 1491/85, ότι πρέπει να διαθέτουν εγκατάσταση αποθηκεύσεως εντός του περιβόλου της εγκαταστάσεώς τους παραγωγής, πρέπει να θεωρηθεί δυσανάλογη σε σχέση με τον σκοπό προλήψεως των καταστρατηγήσεων. Πράγματι, αφενός, το καθεστώς ενισχύσεως προβλέπει διαφοροποιημένα μέσα ελέγχου, ιδίως όσον αφορά την καταγωγή των μεταποιημένων σπόρων, που καθιστούν δυνατή την αποκάλυψη ενδεχόμενων καταστρατηγήσεων και, αφετέρου, η εν λόγω υποχρέωση μπορεί να συνεπάγεται υψηλό κόστος για τις επιχειρήσεις καθόσον θα είναι υποχρεωμένες να κατασκευάσουν, ενδεχομένως, καινούριες εγκαταστάσεις αποθηκεύσεως. Είναι επίσης αντίθετη προς την αρχή της ισότητας καθόσον επιβάλλεται στους μεταποιητές-παρασκευαστές τροφών που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων ή των ζώων, όχι όμως στους παραγωγούς σογιελαίου, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση μεταξύ των δύο κατηγοριών μεταποιητών να δικαιολογείται αντικειμενικά. Για τους λόγους αυτούς, οι διατάξεις του άρθρου 2 PAR 1, στοιχείο β, του κανονισμού 2537/89, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 PAR 1, του κανονισμού 150/90, είναι ανίσχυρες.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-256/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Pretore di Perugia (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Mignini SpA
και
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2537/89 της Επιτροπής, της 8ης Αυγούστου 1989, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής ειδικών μέτρων για τους σπόρους σόγιας (ΕΕ L 245, σ. 8), όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 150/90 της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 1990 (ΕΕ L 18, σ. 10),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, F. Grevisse, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
- η εταιρία Mignini, εκπροσωπούμενη από τον Emilio Cappelli, δικηγόρο Ρώμης,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών στο Υπουργείο Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Eugenio de March, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας Mignini, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, επικουρούμενο από τον Marcello Conti, avvocato dello Stato, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 6ης Αυγούστου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Αυγούστου 1990, η Pretura circondariale di Perugia (Ιταλία) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2537/89 της Επιτροπής, της 8ης Αυγούστου 1989, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής ειδικών μέτρων για τους σπόρους σόγιας (ΕΕ L 245, σ. 8), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 150/90 της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 1990 (ΕΕ L 18, σ. 10, στο εξής: επίδικες διατάξεις).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Mignini SpA (στο εξής: Mignini), παραγωγού ζωοτροφών από σπόρους σόγιας, και του Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (στο εξής: ΑΙΜΑ) σχετικά με την άρνηση καταβολής στην εταιρία αυτή της ενισχύσεως, αποκαλούμενης "στον πρώτο αγοραστή", που προβλέπεται με τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1491/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1985, για την πρόβλεψη ειδικών μέτρων για τους σπόρους σόγιας (ΕΕ L 151, σ. 15), που τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2217/88 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1988 (ΕΕ L 197, σ. 11).
3 Ο ΑΙΜΑ αρνήθηκε να καταβάλει την ενίσχυση που ζητούσε η Mignini για την αγορά μιας παρτίδας 37,7 στατήρων σπόρων σόγιας λόγω του ότι οι σπόροι αυτοί δεν είχαν εξακριβωθεί εντός του περιβόλου της εγκαταστάσεως παραγωγής, όπως επιβάλλουν οι επίδικες διατάξεις.
4 Η Mignini προσέφυγε τότε ενώπιον της Pretura circondariale di Perugia ζητώντας από το δικαστήριο αυτό, αφενός, να αναγνωρίσει, κατόπιν παραπομπής στο Δικαστήριο, ότι οι επίδικες διατάξεις είναι άκυρες, και, αφετέρου, να υποχρεώσει τον ΑΙΜΑ να καταβάλει στην εταιρία ποσό 1 650 000 λιρετών (LIT) ως ενίσχυση στον πρώτο αγοραστή.
5 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Pretura circondariale di Perugia ανέστειλε τη διαδικασία προκειμένου το Δικαστήριο "να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί του κύρους του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2537/89 της Επιτροπής, της 8ης Αυγούστου 1989, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 150/90, της 19ης Ιανουαρίου 1990".
6 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, οι επίδικες κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Προκαταρκτικά, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, για να ευνοηθεί η ανάπτυξη της κοινοτικής παραγωγής σόγιας, ο προαναφερθείς κανονισμός 1491/85 του Συμβουλίου, όπως διαμορφώθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2217/88, που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεως σε κάθε μεταποιητή σπόρων σόγιας ο οποίος συνήψε με τους παραγωγούς - μεμονωμένους ή μέλη ενώσεων - των σπόρων αυτών σύμβαση προβλέπουσα την πληρωμή τιμής τουλάχιστον ίσης με την ελάχιστη τιμή που καθορίζεται ετησίως από τις κοινοτικές αρχές (στο εξής: σύμβαση καλλιέργειας). Η ελάχιστη αυτή τιμή εξασφαλίζει ότι οι παραγωγοί σπόρων πραγματοποιούν τις πωλήσεις τους σε τιμή όσο το δυνατό πλησιέστερη προς την τιμή στόχο, λαμβάνοντας υπόψη τις διακυμάνσεις της αγοράς και τα έξοδα μεταφοράς από τις ζώνες παραγωγής προς τις ζώνες χρησιμοποιήσεως. Η ενίσχυση, ίση προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής στόχου και της τιμής στην παγκόσμια αγορά όταν η τελευταία αυτή τιμή είναι χαμηλότερη, χορηγείται για τους σπόρους που έχουν συγκομιστεί και μεταποιηθεί εντός της Κοινότητας. Η ενίσχυση χορηγείται όταν προσκομιστεί η απόδειξη της μεταποιήσεως.
8 Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι "μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, στα κράτη μέλη όπου η εμπορία των σπόρων σόγιας υπόκειται σε εθνικές κανονιστικές διατάξεις που εξασφαλίζουν επαρκή οργάνωση και επαρκή έλεγχο, η ενίσχυση μπορεί να χορηγηθεί στον πρώτο αγοραστή ο οποίος δεν είναι μεταποιητής".
9 Κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2194/85 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για τη θέσπιση γενικών κανόνων που αφορούν ειδικά μέτρα για τους σπόρους σόγιας (ΕΕ L 204, σ. 1), όπως
διαμορφώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1231/89 του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989 (ΕΕ L 128, σ. 24), που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης:
"Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοείται ως 'εξακρίβωση' η πράξη με την οποία ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους βεβαιώνει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, ότι, για την ποσότητα των σπόρων σόγιας που αναφέρεται στην αίτηση, το ποσό της ενισχύσεως που θα χορηγηθεί είναι εκείνο που ισχύει την ημέρα υποβολής της αιτήσεως.
(...)
Η εξακρίβωση των σπόρων γίνεται μετά την είσοδό τους στην επιχείρηση στην οποία προορίζονται να μεταποιηθούν και πριν από τη μεταποίησή τους.
2. Μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, το κράτος μέλος προβαίνει στην εξακρίβωση των σπόρων (...)"
10 Για την εφαρμογή αυτού του συστήματος ενισχύσεως, ως "επιχείρηση", κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2537/89 της Επιτροπής, όπως διαμορφώθηκε με τον κανονισμό 150/90, της 19ης Ιανουαρίου 1990, πρέπει να νοείται:
"α) είτε ένα ελαιουργείο που περιλαμβάνει:
- οποιοδήποτε χώρο ή άλλο τόπο που βρίσκεται μέσα στον περίβολο της εγκαταστάσεως παραγωγής,
- οποιαδήποτε εγκατάσταση αποθηκεύσεως έξω από αυτόν εντός των ορίων του τελωνειακού εδάφους του κράτους μέλους όπου βρίσκεται η εγκατάσταση παραγωγής, που παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για τον έλεγχο των αποθηκευμένων προϊόντων και ο οποίος έχει εγκριθεί εκ των προτέρων από τον αρμόδιο για τον έλεγχο οργανισμό
β) είτε μία επιχείρηση παρασκευής τροφίμων που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων ή των ζώων και για να χρησιμοποιηθούν ως έχουν από τον τελικό καταναλωτή
αυτή η επιχείρηση παρασκευής πρέπει να διαθέτει εγκαταστάσεις αποθηκεύσεως στον ίδιο χώρο με την επιχείρηση και των οποίων η δυνατότητα, που θα προσδιορίζεται από τον
υπεύθυνο οργανισμό για τον έλεγχο, είναι προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τις διατάξεις για την αναγνώριση των σπόρων και τον έλεγχο της υπάρξεώς τους και της χρησιμοποιήσεώς τους από την επιχείρηση
γ) είτε οποιαδήποτε εγκατάσταση, που ανήκει σ' έναν πρώτο αγοραστή που δεν είναι μεταποιητής, εγκεκριμένη κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2194/85, η οποία περιλαμβάνει αποθηκευτικές εγκαταστάσεις για τους σπόρους που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις για τον έλεγχο των αποθηκευμένων προϊόντων και έχουν εγκριθεί εκ των προτέρων από τον αρμόδιο για τον έλεγχο οργανισμό".
11 Η Mignini και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται στους παρασκευαστές ζωοτροφών, όχι όμως στα ελαιουργεία, να διαθέτουν χώρο αποθηκεύσεως εντός της εγκαταστάσεως παραγωγής είναι αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και προς την αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που αμφισβητεί η Επιτροπή.
12 Η Mignini και η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλουν ουσιαστικά ότι, από άποψη ελέγχων, οι παρασκευαστές τροφών που προορίζονται για τη διατροφή των ζώων ή των ανθρώπων (στο εξής: παρασκευαστές) βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με εκείνη των παραγωγών ελαίου. Ειδικότερα, ο έλεγχος των ποσοτήτων σπόρων σόγιας που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή μπορούσε να πραγματοποιηθεί με βάση τις παρασκευασθείσες τροφές, υπό προϋποθέσεις αξιοπιστίας παρόμοιες με εκείνες του ελέγχου παρασκευής του ελαίου. 'Ετσι, το επίδικο μέτρο θα ήταν άσκοπο όσον αφορά τον έλεγχο, μολονότι είναι πολύ δαπανηρό, αν όχι αποτρεπτικό, για τις οικείες επιχειρήσεις.
13 Η Επιτροπή προβάλλει ότι οι παρασκευαστές βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη των άλλων μεταποιητών, διότι είναι πολύ περισσότεροι εκείνοι που μπορούν να τύχουν ενισχύσεως και διότι είναι δυσκολότερο να ελεγχθεί η μεταποίηση των σπόρων, όσον αφορά τους παρασκευαστές, καθόσον δεν έχει σταθερές αποδόσεις. Προβάλλει επίσης ότι, αν ληφθούν υπόψη οι ποσότητες σόγιας που παράγονται και εισάγονται
εντός της Κοινότητας, ο αριθμός και η δυσχέρεια των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται στον οικείο τομέα, οι επίδικες διατάξεις είναι αναγκαίες για να αποφεύγεται εκτροπή της ενισχύσεως από τον σκοπό της.
14 Τόσο από τη φύση των επίδικων διατάξεων, όσο και από τα επιχειρήματα που επικαλέστηκαν η Mignini και η Ιταλική Κυβέρνηση, αφενός, η Επιτροπή, αφετέρου, προκύπτει ότι, για την εξέταση των διατάξεων αυτών, η παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν μπορεί να διαχωριστεί από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, το κύρος των επίδικων διατάξεων επιβάλλεται να εκτιμηθεί τόσο ενόψει της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όσο και ενόψει της αρχής της αναλογικότητας.
15 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., κυρίως, απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988, 300/86, Van Landschoot, Συλλογή 1988, σ. 3443, σκέψη 9), η απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, ως ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, απαγορεύει τη διαφορετική μεταχείριση παρεμφερών καταστάσεων, εκτός εάν η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά.
16 Πάντοτε κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., κυρίως, απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, 279/85, 280/85, 285/85 και 286/85, Rau κ.λπ., Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 34), προκειμένου να αποδειχθεί αν μια διάταξη κοινοτικού δικαίου συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέσα που τίθενται σε εφαρμογή είναι ικανά να υλοποιήσουν τον επιδιωκόμενο στόχο και αν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξή του. Εξάλλου, ακόμα και αν η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου για τον στόχο τον οποίο επιδιώκει το αρμόδιο όργανο μπορεί να θίξει τη νομιμότητά του, πρέπει να αναγνωριστεί στα κοινοτικά όργανα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε θέματα κοινής γεωργικής
πολιτικής, αν ληφθούν υπόψη οι αρμοδιότητες που τους ανατίθενται με τη Συνθήκη.
17 Τόσο από τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 2537/89 της Επιτροπής, όσο και από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 150/90, προκύπτει ότι οι επίδικες διατάξεις έχουν ως σκοπό τον μετριασμό των δυσχερειών οι οποίες ανακύπτουν κατά τον έλεγχο των ενισχύσεων που αποβλέπουν στην ενθάρρυνση της καλλιέργειας σόγιας στην Κοινότητα, αλλά καταβάλλονται στους παρασκευαστές τροφών για τη διατροφή των ζώων ή των ανθρώπων.
18 Οι στόχοι και οι γενικές λεπτομέρειες ελέγχου των ενισχύσεων που καταβάλλονται στους πρώτους αγοραστές καθορίζονται στο άρθρο 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 2194/85 του Συμβουλίου, το οποίο, όπως διαμορφώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2218/88 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1988 (ΕΕ L 197, σ. 12), και έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, ορίζει ότι:
"1. Τα κράτη μέλη παραγωγής θεσπίζουν σύστημα ελέγχου, προκειμένου να εξασφαλίζεται η λήψη της ενισχύσεως, μόνο για τα προϊόντα που τη δικαιούνται. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει, ιδίως, δειγματοληπτικό έλεγχο των καλλιεργούμενων εκτάσεων, καθώς και έλεγχο της λογιστικής αποθήκης και, όταν είναι αναγκαίο, των λογιστικών βιβλίων χρηματοοικονομικής διαχειρίσεως των αιτούντων την ενίσχυση.
Το κράτος μέλος προβαίνει στους κατάλληλους ελέγχους:
- κάθε φορά που η ποσότητα που παραδίδεται από έναν παραγωγό σε έναν πρώτο αγοραστή υπερβαίνει εκείνη η οποία μπορεί κανονικά να παραχθεί στη συγκεκριμένη έκταση,
- ή σε περίπτωση αμφιβολίας.
2. Τα κράτη μέλη παρέχουν αμοιβαία βοήθεια."
19 Το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 2537/89 της Επιτροπής ορίζει ότι ο έλεγχος αυτός πρέπει να καθιστά δυνατή κυρίως την εξακρίβωση της αντιστοιχίας μεταξύ της ποσότητας των σπόρων που εισήχθησαν στην επιχείρηση, την ποσότητα των "εξακριβωθέντων" - όπως
αποκαλούνται - σπόρων και την ποσότητα των σπόρων που χρησιμοποιήθηκαν στις ζωοτροφές.
20 Κατά τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου αυτού άρθρου:
"2. Για τις ανάγκες του ελέγχου αυτού οποιαδήποτε επιχείρηση τηρεί ξεχωριστή λογιστική αποθήκης για τους σπόρους σόγιας που συλλέγονται στην Κοινότητα και για τους εισαγόμενους σπόρους, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
- τις ποσότητες που εισέρχονται με ένδειξη του βάρους του προϊόντος ως έχει, καθώς επίσης και, στην περίπτωση των προϊόντων που συλλέγονται στην Κοινότητα, την περιεκτικότητα σε υγρασία και ξένα σώματα,
- τις κινήσεις των προϊόντων μεταξύ των αποθηκών της επιχειρήσεως,
- τις ποσότητες μεταποιηθέντων σπόρων, καθώς και τη φύση και τις ποσότητες των ληφθέντων προϊόντων, όταν ο πρώτος αγοραστής είναι ο μεταποιητής. 'Υστερα από αίτηση του αρμόδιου οργανισμού πρέπει να προσδιοριστεί το ποσό των σπόρων σόγιας που χρησιμοποιούνται στα λαμβανόμενα σύνθετα προϊόντα,
- τις ποσότητες σπόρων ή μεταποιημένων προϊόντων που εγκαταλείπουν την επιχείρηση και τον προορισμό τους,
- την τακτική απογραφή των αποθεμάτων σε τρίμηνη τουλάχιστον βάση,
- τις αναφορές στις συμβάσεις, στις δηλώσεις παραδόσεως, στις αποδείξεις ή σε ανάλογα έγγραφα τόσο τα αγορασθέντα όσο και τα πωληθέντα προϊόντα, καθώς και τις αναφορές στα κατάλληλα έγγραφα που αφορούν τις παραδόσεις στον μεταποιητή, όταν ο πρώτος αγοραστής δεν είναι ο μεταποιητής.
3. Η επιχείρηση θέτει επίσης τα λογιστικά της βιβλία χρηματοοικονομικής διαχειρίσεως στη διάθεση του οργανισμού που έχει αναλάβει τον έλεγχο."
21 Κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, κάθε πρώτος αγοραστής δεσμεύεται ιδίως να επιτρέπει την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του στους υπαλλήλους του οργανισμού που έχει αναλάβει τον έλεγχο, να έχει στη διάθεσή τους τα έγγραφα που αφορούν τις πραγματοποιηθείσες συναλλαγές,
περιλαμβανομένων και των λογιστικών βιβλίων χρηματοοικονομικής διαχειρίσεως, και να διευκολύνει τη διεξαγωγή του ελέγχου.
22 Κάθε πρώτος αγοραστής υποχρεούται επίσης, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β, του προαναφερθέντος κανονισμού 2194/85, να υποβάλει στην αρμόδια υπηρεσία του κράτους μέλους στο οποίο οι σπόροι έχουν συγκομιστεί τις συμβάσεις "καλλιέργειας" που συνήψε με τους κοινοτικούς παραγωγούς, καθώς και τις δηλώσεις που αντιστοιχούν σε κάθε παράδοση σπόρων που παραλαμβάνει από τους παραγωγούς.
23 Οι συμβάσεις πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνουν τις ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2537/89 της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι ενδείξεις ως προς τον προσδιορισμό των εκτάσεων που έχουν καλλιεργηθεί και οι ενδείξεις ως προς τις αποδόσεις που είχε ο ενδιαφερόμενος παραγωγός. Οι δηλώσεις παραδόσεως πρέπει ιδίως να περιλαμβάνουν, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, μνεία της συμβάσεως "καλλιέργειας", καθώς και την ημερομηνία και το βάρος του παραδιδομένου προϊόντος.
24 Οι οργανισμοί που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο διαθέτουν έτσι διαφοροποιημένα μέσα ελέγχου, ιδίως όσον αφορά την καταγωγή των μεταποιημένων σπόρων. Ειδικότερα, μπορούν να προβαίνουν σε διασταύρωση πληροφοριών προκειμένου να εξακριβώνουν αν οι πληροφορίες συμπίπτουν και να αποκαλύπτουν ενδεχόμενες καταστρατηγήσεις.
25 Η Επιτροπή υποστηρίζει, καταρχάς, ότι έρευνα διεξαχθείσα το 1988 στην Ιταλία σχετικά με την ενίσχυση που καταβάλλεται στους παρασκευαστές επιβεβαίωσε τις ανεπάρκειες του συστήματος που ίσχυε τότε, το οποίο δεν προέβλεπε την υποχρέωση αποθηκεύσεως εντός της εγκαταστάσεως παραγωγής.
26 Η έκθεση που καταρτίστηκε μετά το πέρας της έρευνας αυτής, η οποία περιελήφθη στη δικογραφία αιτήσει του Δικαστηρίου, καθιστά προφανείς τις αδυναμίες του ελέγχου που ασκούν οι ιταλικές αρχές, δεν αποκαλύπτει όμως καμιά δυσχέρεια εφαρμογής των κανόνων ελέγχου που
ίσχυαν τότε, ειδικότερα όσον αφορά τους παρασκευαστές.
27 Η Επιτροπή υποστηρίζει, εν συνεχεία, ότι μόνον οι φυσικοί έλεγχοι με βάση τα τελικά προϊόντα μπορούν να διασφαλίσουν την αξιοπιστία των επαληθεύσεων που διενεργήθηκαν με άλλο τρόπο. Τέτοιοι έλεγχοι είναι δυνατοί όσον αφορά την παρασκευή ελαίου, όχι όμως όσον αφορά την παρασκευή των ζωοτροφών.
28 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Αφενός, από τα έγγραφα της δικογραφίας και τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η απόδοση σε έλαιο των σπόρων σόγιας μιας συγκεκριμένης ποιότητας υπόκειται σε διακυμάνσεις και, επίσης, οι κίνδυνοι καταστρατηγήσεως στον τομέα αυτό δεν αποκλείονται εντελώς παρά τους φυσικούς ελέγχους που διενεργούνται με βάση το τελικό προϊόν. Αφετέρου, προκύπτει ότι, όπως ισχυρίστηκε η Mignini χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού, η σύνθεση των ζωοτροφών διέπεται από ακριβείς τύπους οι οποίοι δύσκολα μπορούν να μεταβληθούν και επιτρέπουν τον καθορισμό της ποσότητας των μεταποιηθέντων σπόρων με βάση το τελικό προϊόν. Η ποσότητα αυτή μπορεί επίσης να καθοριστεί με μικροσκοπικές αναλύσεις του τελικού προϊόντος, πράγμα που δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή.
29 Η Επιτροπή προέβαλε επίσης ότι, επειδή οι παρασκευαστές είναι δυνητικά πολύ περισσότεροι από τους ελαιουργούς, ο έλεγχος των κινήσεων των εμπορευμάτων μεταξύ των εγκαταστάσεων παραγωγής και των χώρων αποθηκεύσεως, αν αυτοί κείνται εκτός των εγκαταστάσεων παραγωγής, μπορεί να αποδειχθεί δυσχερέστερος όσον αφορά τους παρασκευαστές. Το επίδικο μέτρο είναι αναγκαίο προκειμένου να αποφεύγεται η καταβολή της κοινοτικής ενισχύσεως πολλές φορές για τις (ίδιες) ποσότητες σπόρων.
30 Ούτε το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό. 'Οπως υποστηρίζει η Mignini, οι κινήσεις των προϊόντων μπορούν να περιοριστούν με μεθόδους λιγότερο δεσμευτικές από την υιοθετηθείσα, όπως την έγκριση των εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως, προτιμηθείσα για τους άλλους πρώτους αγοραστές, η οποία καθιστά δυνατό να περιορίζεται ο αριθμός των χώρων αποθηκεύσεως και να διασφαλίζεται ότι αυτοί είναι σύμφωνοι προς τις ανάγκες ελέγχου. Επιβάλλεται να παρατηρηθεί, εξάλλου, ότι το κόστος εφαρμογής των επίδικων μέτρων μπορεί να είναι υψηλό για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις καθόσον θα είναι υποχρεωμένες να κατασκευάσουν, ενδεχομένως, καινούριες αποθήκες εντός των εγκαταστάσεών τους παραγωγής και να υποστούν το πρόσθετο κόστος αποθηκεύσεως. Τέτοια μέτρα μπορούν να αποδειχθούν αρκετά αποτρεπτικά δυνάμενα να οδηγήσουν ορισμένους παραγωγούς να παραιτηθούν από το ευεργέτημα της ενισχύσεως.
31 Τέλος, η Επιτροπή, μολονότι κληθείσα τόσο κατά την έγγραφη διαδικασία όσο και κατά την προφορική διαδικασία, δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει με άλλα επιχειρήματα, πλην αυτών που μόλις προηγουμένως αναλύθηκαν και απορρίφθηκαν, την ανάγκη της διαφορετικής μεταχειρίσεως που προβλέπεται με τις επίδικες διατάξεις μεταξύ των παραγωγών ελαίου και των παρασκευαστών ούτε την προσαρμογή των διατάξεων αυτών προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
32 Απ' αυτό προκύπτει ότι οι επίδικες διατάξεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν διαφορετικά τους παρασκευαστές και τους παραγωγούς ελαίου ως προς τον έλεγχο της κοινοτικής ενισχύσεως για τη σόγια και υπερβαίνουν προφανώς τις διαφορές που θα μπορούσαν να είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, παραβιάζουν τόσο την αρχή της ισότητας όσο και την αρχή της αναλογικότητας.
33 Επομένως, στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2537/89 της Επιτροπής, της 8ης Αυγούστου 1989, για τις
λεπτομέρειες εφαρμογής ειδικών μέτρων για τους σπόρους σόγιας, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 150/90 της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 1990, είναι ανίσχυρες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε η Pretura circondariale di Perugia (Ιταλία), με Διάταξη της 6ης Αυγούστου 1990, αποφαίνεται:
Οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2537/89 της Επιτροπής, της 8ης Αυγούστου 1989, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής ειδικών μέτρων για τους σπόρους σόγιας, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 150/90 της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 1990, είναι ανίσχυρες.
Full & Egal Universal Law Academy