ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-266/90 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής
1.
Επειδή η κοινοτική αγορά βύσσινων αντιμετώπιζε τον κίνδυνο σημαντικών διαταράξεων λόγω του χαμηλού επιπέδου τιμών των εισαγομένων στην Κοινότητα βύσσινων από τρίτες χώρες, ο κανονισμός 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων (ΕΕ L 156, σ. 13 ), επέβαλε ορισμένα μέτρα προστασίας.
2.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο καθορίζει τα βύσσινα επαναλαμβάνοντας τους ορισμούς του κοινού δασμολογίου, επιβλήθηκε ελαχίστη τιμή εισαγωγής βύσσινων στην Κοινότητα. Όσον αφορά τα « βύσσινα σε σιρόπι, με προσθήκη ζάχαρης, σε άμεσες συσκευασίες », η ελαχίστη τιμή για καθαρό βάρος 100 χιλιόγραμμων (kg), κλιμακούμενη ανάλογα με το « καθαρό περιεχόμενο », ορίστηκε σε 60,80 ECU για άμεσες συσκευασίες καθαρού περιεχομένου μεγαλύτερου του ενός kg και σε 67,10 ECU για καθαρό περιεχόμενο ενός ή λιγότερο του ενός kg.
3.
Κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, « σε περίπτωση που τηρείται η ελάχιστη τιμή εισαγωγής, επιβάλλεται εξισωτική εισφορά που αναφέρεται στο παράρτημα ».
4.
Το άρθρο 3 του κανονισμού ορίζει ότι:
« 1)
Οι ακόλουθοι παράγοντες συνιστούν την τιμή εισαγωγής:
α)
η τιμή fob στη χώρα καταγωγής,
και
β)
το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης μέχρι τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
(...)
3)
Εάν το τιμολόγιο που κατατίθεται στις τελωνειακές αρχές δεν έχει συνταχθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα από την οποία κατάγονται τα προϊόντα ή αν οι αρχές δεν αποδέχονται ότι η δηλωθείσα τιμή αντανακλά την τιμή fob στη χώρα καταγωγής, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να καθορίσουν αυτή την τιμή, ιδίως με αναφορά στην τιμή μεταπωλήσεως από τον εισαγωγέα. »
5.
Κατά το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, ο προαναφερθείς κανονισμός 1626/85 θα εφαρμοζόταν μέχρι τις 9 Μαΐου 1986 ο χρόνος εφαρμογής του παρατάθηκε μέχρι τις 9 Μαΐου 1987, δυνάμει του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1257/86 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1986, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1626/85 περί προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βυσσινων (ΕΕ L 113, σ. 37).
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1224/80 vov Συμβουλίου
6.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( ΕΕ L 134, σ. 1 ), προβλέπει ότι
« Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8 (... ) ».
7.
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1224/80, «για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται:
α)
τα ακόλουθα στοιχεία, στο μέτρο που βαρύνουν τον αγοραστή αλλά δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή:
(...)
ii)
κόστος των ειδών συσκευασίας, τα οποία, από τελωνειακής πλευράς, θεωρούνται ότι αποτελούν ένα σύνολο με το εμπόρευμα·
iii)
κόστος της συσκευασίας, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τα εργατικά όσο και τα υλικά·
(...)
II — Πραγματικά περιστατικά και εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
8.
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη παραπομπής, κατά την περίοδο από 5ης Δεκεμβρίου 1985 έως 10ης Σεπτεμβρίου 1986, η Franc Soba KG (στο εξής: Soba) ζήτησε από τον τελωνειακό σταθμό του Göggingen, ο οποίος υπάγεται στο Hauptzollamt Augsburg, να τεθούν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας 103 συνολικώς παρτίδες βύσσινων χωρίς πυρήνα, συσκευασμένων σε γυάλινα δοχεία. Μαζί με τις αντίστοιχες τελωνειακές διασαφήσεις η Soba κατέθετε έγγραφο στο οποίο υπολόγιζε μία τιμή αναφοράς, η οποία αποτελούσε το άθροισμα της τιμολογιακής αξίας των βυσσινων και της αξίας των υλικών συσκευασίας ( γυάλινων δοχείων, πωμάτων, ετικετών, χαρτοκιβωτίων, παρεμβασμάτων ), τα οποία έθετε δωρεάν στη διάθεση του προμηθευτή.
9.
Καταρχάς, το Hauptzollamt Augsburg ( στο εξής: Hauptzollamt), ανταποκρινόμενο στις αιτήσεις της Soba, δεν επέβαλε εξισωτική εισφορά λόγω τηρήσεως της ελαχίστης τιμής που είχε καθοριστεί για τα εισαχθέντα βύσσινα. Με διορθωτική απόφαση του, όμως, της 29ης Οκτωβρίου 1986, το Hauptzollamt επέβαλε εξισωτική εισφορά 80,02 γερμανικών μάρκων ( DM ) ανά 100 kg καθαρού βάρους εισαχθέντων βύσσινων και ζήτησε από τη Soba να καταβάλει συνολικώς ποσό 1134138,17 DM.
10.
Μετά την απόρριψη της διοικητικής της ενστάσεως από το Hauptzollamt, η Soba άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht München.
11.
Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού η Soba υποστήριξε, κυρίως, ότι η επιβολή εξισωτικής εισφοράς είναι παράνομη, διότι η τιμή εισαγωγής των βύσσινων υπερέβαινε κατά 67,10 ECU την ελαχίστη τιμή που είχε καθορίσει ο προαναφερθείς κανονισμός 1626/85. Κατά τη Soba, η τιμή fob, επί της οποίας στηρίζεται η ελαχίστη τιμή εισαγωγής που καθόρισε ο κανονισμός, περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και τους ορισμούς του Incoterais, την αξία της συνήθους συσκευασίας του παραδιδομένου εμπορεύματος. Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνουν τα προαναφερθέντα άρθρα 3 και 8 του κανονισμού 1224/80.
12.
Κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από το αν η αξία των συσκευασιών και των υλικών συσκευασίας που τίθενται δωρεάν στη διάθεση του προμηθευτή από τον αγοραστή, περιλαμβάνεται στην τιμή εισαγωγής, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού 1626/85, το Finanzgericht, με Διάταξη της 10ης Ιουλίου 1990, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1626/85 την έννοια ότι κατά τον υπολογισμό της τιμής εισαγωγής λαμβάνεται υπόψη, αυξάνοντας την τιμή, το κόστος των συσκευασιών και των υλικών συσκευασίας που ο αγοραστής θέτει δωρεάν στη διάθεση του προμηθευτή; »
13.
Στο σκεπτικό της Διατάξεως του, το Finanzgericht διατυπώνει αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της αποφάσεως του Hauptzollamt.
14.
Το Finanzgericht φρονεί ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, η τιμή εισαγωγής περιλαμβάνει την τιμή fob στη χώρα καταγωγής και το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης των εμπορευμάτων μέχρι τον τόπο εισόδου τους στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Η τιμή fob περιλαμβάνει όλες τις δαπάνες που πραγματοποιούνται μέχρι τη φόρτωση των εμπορευμάτων στο μέσο μεταφοράς. Κατά συνέπεια, τα έξοδα συσκευασίας που πραγματοποιήθηκαν μέχρι τη φόρτωση στο μεταφορικό μέσο περιλαμβάνονται, καταρχήν, στην τιμή fob.
15.
Το Finanzgericht φρονεί ότι για τον προσδιορισμό της τιμής fob δεν έχει, κατά συνέπεια, σημασία αν τα έξοδα αυτά χρεώθηκαν στον αγοραστή εκ μέρους του παραγωγού κονσερβών φρούτων ή εκ μέρους άλλων επιχειρήσεων που ανέλαβαν τη συσκευασία αυτών των εμπορευμάτων, δεδομένου ότι τα έξοδα αυτά δεν μπορούν να αποκλειστούν από την « τιμή fob στη χώρα καταγωγής », για τον απλό λόγο ότι δεν αποτελούν έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο αγοραστής στη χώρα καταγωγής. Η « τιμή fob στη χώρα καταγωγής », δηλαδή η τιμή « free on board » στη χώρα καταγωγής, περιλαμβάνει όλα τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν μέχρι τη φόρτωση των εμπορευμάτων στη χώρα καταγωγής με σκοπό την εξαγωγή τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα έξοδα που αφορούν τα υλικά συσκευασίας, καθώς και τα έξοδα αυτής καθεαυτής της συσκευασίας, λαμβάνονται υπόψη κατά τον εκ των υστέρων υπολογισμό της τιμής εισαγωγής, αναλόγως της τιμής μεταπωλήσεως (άρθρο 3, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 1626/85).
16.
Εξάλλου, το Finanzgericht διατυπώνει την άποψη ότι η λύση αυτή δεν προσκρούει στους κανονισμούς της Επιτροπής ( ΕΟΚ ) 2237/85, της 30ής Ιουλίου 1985, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή για τις σταφίδες ( ΕΕ L 209, σ. 24) και (ΕΟΚ) 67/86, της 15ης Ιανουαρίου 1986, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές σμέουρων προσωρινά διατηρημένων ( ΕΕ L 12, σ. 13 ). Κατά τον ορισμό της τιμής fob, που περιλαμβάνεται σε κάθε έναν από τους εν λόγω κανονισμούς, « η τιμή fob στη χώρα καταγωγής » είναι η τιμή που έχει καταβληθεί ή πρόκειται να καταβληθεί για την ποσότητα των προϊόντων που περιέχονται σε μια παρτίδα, συμπεριλαμβανομένης της δαπάνης για τη φόρτωση στο μεταφορικό μέσο, στον χώρο φορτώσεως στη χώρα καταγωγής, καθώς και των άλλων δαπανών που πραγματοποιούνται στη χώρα αυτή. Οι δαπάνες για τη συσκευασία ενός εμπορεύματος πραγματοποιούνται στον χώρο συσκευασίας αυτού του εμπορεύματος, δεν έχει δε σημασία, σχετικώς, από πού προέρχεται και ποιος έχει πληρώσει τα έξοδα γι' αυτό το υλικό συσκευασίας. Ομοίως, η συναλλακτική αξία περιλαμβάνει τις δαπάνες συσκευασίας και υλικών συσκευασίας, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία τα υλικά συσκευασίας τίθενται δωρεάν στη διάθεση του αγοραστή του εμπορεύματος. Η λύση αυτή είναι η μόνη που ανταποκρίνεται στην έννοια και τον σκοπό του συστήματος ελαχίστης τιμής, καθόσον τα σχετικά με τη συσκευασία και τα υλικά συσκευασίας έξοδα εβάρυναν πράγματι τον αγοραστή στη χώρα εισαγωγής για το εισαχθέν προϊόν και μετακυλίστηκαν στην τιμή μεταπωλήσεως [ βλ. επίσης άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1626/85 ], ο δε συνυπολογισμός τους δεν θίγει τον ανταγωνισμό σε εθνικό επίπεδο, ιδίως όταν τα έξοδα συσκευασίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πραγματοποιήθηκαν εντός της εσωτερικής αγοράς.
III — Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
17.
Η Διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Σεπτεμβρίου 1990.
18.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ulrich Wölker, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας.
19.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, και να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα. Ζήτησε, πάντως, από την Επιτροπή να απαντήσει σε ορισμένα ερωτήματα.
IV — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
20.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση και ότι ορθώς επιβλήθηκε εξισωτική εισφορά.
21.
Κατά την Επιτροπή, μολονότι η τιμή fob περιλαμβάνει όλες τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι τη φόρτωση του εμπορεύματος στο μέσο μεταφοράς, οι δαπάνες αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη παρά μόνον εφόσον πράγματι εβάρυναν τον αγοραστή. Η Επιτροπή προβαίνει σε διάκριση μεταξύ της τιμής και της αξίας του εμπορεύματος. Η αξία περιλαμβάνει το σύνολο των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο μέχρι την ημερομηνία φορτώσεως του εμπορεύματος στη χώρα καταγωγής, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ποιον πράγματι βαρύνουν τα έξοδα αυτά. Αντιθέτως, η τιμή, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 1626/85, συνιστά το αντίστοιχο των δαπανών στις οποίες πράγματι υποβλήθηκε ο πωλητής, αυτή δε η τιμή προκύπτει αποκλειστικά και μόνο από το τιμολόγιο που εξέδωσε σχετικά ο πωλητής. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η τιμή fob συνιστά το απώτατο όριο των στοιχείων που μπορούν να ληφθούν υπόψη, δεν περιλαμβάνει όμως αυτομάτως το σύνολο των στοιχείων που μπορούν να περιληφθούν στο τιμολόγιο του πωλητή, εφόσον αυτός υποβλήθηκε πράγματι στα εν λόγω έξοδα.
22.
Κατά την Επιτροπή, η τιμή μεταπωλήσεως για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1626/85, δεν συμβάλλει στην επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος, καθόσον στην περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές της χώρας εισαγωγής διαπιστώσουν ότι ο πωλητής δεν μπορούσε να χρεώσει τα έξοδα συσκευασίας, επειδή π.χ. ο αγοραστής είχε θέσει δωρεάν στη διάθεση του τα υλικά συσκευασίας, δεν μπορούν να λάβουν υπόψη τους αυτές τις δαπάνες κατά την κατασκευή της τιμής εισαγωγής.
23.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι « άμεσες συσκευασίες », για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, κατά ακριβή επανάληψη του κειμένου της αντίστοιχης κλάσεως του κοινού δασμολογίου, αποσκοπεί στον προσδιορισμό της ταυτότητας του συγκεκριμένου εμπορεύματος και δεν σημαίνει ότι η συσκευασία πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της τιμής.
24.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η αντίθετη ερμηνεία που προκύπτει από τον προαναφερθέντα κανονισμό 1224/80, κατά το μέτρο που η τελωνειακή αξία των εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α, σημεία ii και iii, του εν λόγω κανονισμού, περιλαμβάνει πάντοτε το κόστος της συσκευασίας και των υλικών συσκευασίας, δεν επηρεάζει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο συγκεκριμένο ερώτημα. Κατά την Επιτροπή, ο προαναφερθείς κανονισμός 1626/85 αποτελεί τον lex specialis για τον καθορισμό της τιμής εισαγωγής στο πλαίσιο των μέτρων προστασίας και, ως εκ του λόγου αυτού, διαφέρει σαφώς από τον προαναφερθέντα κανονισμό 1224/80. Ενώ το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85 αναφέρεται αποκλειστικά στην τιμή fob του εμπορεύματος, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν μόνο το κόστος μεταφοράς και ασφαλίσεως, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, το οποίο λαμβάνει επίσης ως βάση την « τιμή που πράγματι καταβλήθηκε ή πρόκειται να καταβληθεί » ( « συναλλακτική αξία » ), παραπέμπει, ωστόσο, στην « προσαρμογή » που πρέπει να γίνει κατά το άρθρο 8 του ιδίου κανονισμού, δυνάμει του οποίου το κόστος των δοχείων και της συσκευασίας πρέπει να « προστεθεί » στην τιμή, εφόσον δεν έχουν περιληφθεί στην τιμή που πράγματι καταβλήθηκε ή πρόκειται να καταβληθεί για τα εμπορεύματα.
25.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η δασμολογική αξία είναι, κατά συνέπεια, έννοια ευρύτερη από την τιμή εισαγωγής fob ( στην οποία προστίθενται οι δαπάνες μεταφοράς και ασφαλίσεως) και περιλαμβάνει πάντοτε το κόστος συσκευασίας, έστω και αν αυτό δεν αναφέρεται στο σχετικό τιμολόγιο. Εξάλλου, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1626/85 παραπέμπει, κατά την Επιτροπή, στις διατάξεις περί δασμολογητέας αξίας προκειμένου αποκλειστικώς για πράξεις μετατροπής νομισμάτων και, κατά συνέπεια, αποδεικνύει ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι γενικής ισχύος.
26.
Τέλος, η Επιτροπή επικαλείται την ερμηνευτική σημείωση 2/85 (VI/4681/85) την οποία επισυνάπτει στις γραπτές της παρατηρήσεις και από την οποία προκύπτει ότι τα έξοδα συσκευασίας δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη στην παρούσα περίπτωση. Κατά την Επιτροπή, η ερμηνευτική αυτή σημείωση, την οποία εξέδωσαν οι υπηρεσίες της, συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή διαχειρίσεως τον Οκτώβριο του 1985 και τέθηκε υπόψη όλων των κρατών μελών. Η απόφαση του Hauptzollamt είναι σύμφωνη προς την ερμηνευτική αυτή σημείωση.
27.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht München:
«Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85 έχει την έννοια ότι, για τον υπολογισμό της τιμής εισαγωγής δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, αυξάνοντας την τιμή, το κόστος των συσκευασιών και των υλικών συσκευασίας που ο αγοραστής θέτει δωρεάν στη διάθεση του προμηθευτή. »
V — Απαντήσεις στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν
28.
Το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:
1)
Η ελαχίστη τιμή εισαγωγής υπολογίστηκε λαμβανομένου υπόψη του κόστους της συνήθους συσκευασίας;
2)
Η Επιτροπή υποστηρίζει την ίδια άποψη στην περίπτωση κατά την οποία η συσκευασία αγοράστηκε στον τόπο του εξαγωγέα, όπως και στην περίπτωση κατά την οποία η συσκευασία αγοράστηκε εντός της Κοινότητας και εστάλη στον εξαγωγέα;
3)
Η άμεση συσκευασία για τα βύσσινα μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί;
29.
Η Επιτροπή απάντησε στο πρώτο ερώτημα ως εξής:
« Η ελάχιστη τιμή εισαγωγής υπολογίστηκε βάσει των τιμών που κοινοποίησαν τα κράτη μέλη, κυρίως η Γερμανία, που αποτελεί την κατ' εξοχήν εισαγωγό χώρα. Περιλαμβάνει το κόστος της συνήθους συσκευασίας, όπως εξάλλου προκύπτει από τη διαφορά των τιμών ανάλογα με το περιεχόμενο της συσκευασίας. Πράγματι, η διαφορά αυτή προκύπτει από το διαφορετικό ποσοστό, το οποίο κυμαίνεται ανάλογα με το περιεχόμενο της συσκευασίας, του κόστους συσκευασίας και μεταποιήσεως, σε σύγκριση με τη συνολική τιμή της ίδιας ποσότητας κερασιών. »
30.
Η Επιτροπή απάντησε ως εξής στο δεύτερο ερώτημα:
« Κατά την Επιτροπή, ο τόπος στον οποίο αγοράστηκε η συσκευασία δεν έχει σημασία, είτε ο τόπος αυτός βρίσκεται στη χώρα εισαγωγής, στη χώρα εξαγωγής ή σε άλλη χώρα ( κράτος μέλος ή τρίτη χώρα ). Το μόνο στοιχείο που είναι κρίσιμο ( βλ. σελίδα 6 των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής ) είναι αν τα έξοδα συσκευασίας εβάρυναν πράγματι τον πωλητή ( = τον εξαγωγέα ) των κερασιών και επομένως περιελήφθησαν, μερίμνη του πωλητή, στο τιμολόγιο που εξέδωσε προς τον αγοραστή. Δεν έχει σημασία το πού ή το από ποιον ο πωλητής προμηθεύθηκε τη συσκευασία, είτε από τον αγοραστή ( = τον εισαγωγέα) ή από τρίτο πρόσωπο εγκατεστημένο εντός ή εκτός της Κοινότητας. »
31.
Η απάντηση της Επιτροπής στο τρίτο ερώτημα ήταν η ακόλουθη:
« Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, η άμεση συσκευασία (η οποία συνήθως είναι γυάλινη για τα μικρά δοχεία και μεταλλική για τα μεγάλα) κατά κανόνα δεν επαναχρησιμοποιείται. Εάν καταστεί υποχρεωτική η εφαρμογή συστήματος επαναχρησιμοποιήσεως (π.χ. για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος ), αυτό ουδόλως θα μετέβαλε την ερμηνεία της Επιτροπής. Το μόνο κρίσιμο στοιχείο θα ήταν αν και κατά πόσο τα έξοδα συσκευασίας, τα οποία θα ήταν ίσως χαμηλότερα, αλλά εν πάση περιπτώσει, θα αναλύονταν διαφορετικά, έχουν περιληφθεί στην τιμή που αναφέρεται στο τιμολόγιο που εξέδωσε ο πωλητής, επειδή πράγματι εβάρυναν τον πωλητή. »
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τέταρτο τμήμα )
της 28ης Ιανουαρίου 1992 ( *1 )
Στην υπόθεση C-266/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht München ( Γερμανία ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Franc Soba KG
και
Hauptzollamt Augsburg,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων ( ΕΕ L 156, σ. 13 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Ulrich Wölker, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις γραπτές παρατηρήσεις της Franc Soba KG, την οποία εκπροσώπησε ο Roland Jehle, φορολογικός σύμβουλος στο Augsburg, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 10ης Ιουλίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Σεπτεμβρίου 1990, το Finanzgericht München υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων ( ΕΕ L 156, σ. 13 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Franc Soba KG ( στο εξής: Soba ) και του Hauptzollamt Augsburg ( στο εξής: Hauptzollamt ), αναφορικά με την καταβολή ποσού 1134138,17 γερμανικών μάρκων ( DM ) ως εξισωτικής εισφοράς. Το Hauptzollamt αξίωσε το ποσό αυτό επειδή η Soba δεν τήρησε την ελάχιστη τιμή εισαγωγής που όριζε ο προαναφερόμενος κανονισμός 1626/85.
3
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, ορίζει ελάχιστη τιμή εισαγωγής, μεταξύ άλλων, για τα « βύσσινα σε σιρόπι, με προσθήκη ζάχαρης, σε άμεσες συσκευασίες (... ) » Κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, αν η ελάχιστη τιμή εισαγωγής δεν τηρηθεί, επιβάλλεται εξισωτική εισφορά η οποία καθορίζεται στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού.
4
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85,
« Οι ακόλουθοι παράγοντες συνιστούν την τιμή εισαγωγής:
α)
η τιμή fob στη χώρα καταγωγής,
και
β)
το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης μέχρι τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. »
5
Ο προαναφερόμενος κανονισμός 1626/85 είχε εφαρμογή, κατά το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, μέχρι τις 9 Μαΐου 1986. Κατόπιν, η διάρκεια εφαρμογής του παρατάθηκε μέχρι τις 9 Μαΐου 1987, δυνάμει του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1257/86 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1986 ( ΕΕ L 113, σ. 37 ).
6
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη παραπομπής, η Soba εισήγαγε, κατά την περίοδο από 5 Δεκεμβρίου 1985 έως 10 Σεπτεμβρίου 1986, 103 παρτίδες βύσσινων, χωρίς πυρήνα, συσκευασμένων σε γυάλινα δοχεία, που αγόρασε από Γιουγκοσλάβο παραγωγό. Κατά τις τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής των εν λόγω κερασιών, η Soba επισύναψε σε κάθε τελωνειακή διασάφηση δελτίο υπολογισμού της τιμής εισαγωγής. Στο πλαίσιο αυτού του υπολογισμού, προσέθεσε στην προκύπτουσα από το τιμολόγιο τιμή των βύσσινων την αξία των υλικών συσκευασίας ( γυάλινων δοχείων, πωμάτων, ετικετών, χαρτοκιβωτίων, παρεμβασμάτων ), τα οποία είχε διαθέσει δωρεάν στον προμηθευτή.
7
Μολονότι αρχικώς το Hauptzollamt δεν επέβαλε εξισωτική εισφορά, έκρινε κατόπιν ότι η αξία των υλικών συσκευασίας δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της τιμής εισαγωγής. Κατά συνέπεια, θεώρησε ότι η Soba δεν είχε τηρήσει την προβλεπόμενη από τον κανονισμό 1626/85 ελάχιστη τιμή και επέβαλε εξισωτική εισφορά 80,02 DM ανά 100 χιλιόγραμμα ( kg ) καθαρού βάρους εισαχθέντων βύσσινων και, με απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1986, ζήτησε από τη Soba την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού.
8
Μετά την απόρριψη διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλε κατά της εν λόγω αποφάσεως, η Soba άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht München, το οποίο, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 1626/85, αποφάσισε, με Διάταξη της 10ης Ιουλίου 1990, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85 την έννοια ότι κατά τον υπολογισμό της τιμής εισαγωγής λαμβάνεται υπόψη, αυξάνοντας την τιμή, το κόστος των συσκευασιών και των υλικών συσκευασίας που ο αγοραστής θέτει δωρεάν στη διάθεση του προμηθευτή; »
9
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, το κανονιστικό πλαίσιο και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10
Η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι το κόστος των υλικών συσκευασίας τα οποία ο αγοραστής έθεσε δωρεάν στη διάθεση του προμηθευτή δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της τιμής εισαγωγής. Κατά την άποψη της, η μνεία περί « αμέσων συσκευασιών » που γίνεται στο προαναφερθέν άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, πιστή αντιγραφή του κοινού δασμολογίου, έχει αποκλειστικώς ως σκοπό τον καθορισμό της ταυτότητας του εμπορεύματος και όχι τον προσδιορισμό της τιμής του.
11
Η ερμηνεία αυτή είναι αβάσιμη. Πράγματι, μολονότι αληθεύει ότι η προαναφερθείσα διάταξη δεν αφορά τον καθορισμό της τιμής εισαγωγής, ωστόσο, περιέχεται σ' αυτήν ορισμός του εμπορεύματος, στο οποίο, κατά την εν λόγω διάταξη, περιλαμβάνονται οι άμεσες συσκευασίες.
12
Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει το γεγονός ότι, όπως εξήγησε η Επιτροπή απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, η ελάχιστη τιμή εισαγωγής του εν λόγω εμπορεύματος υπολογίστηκε λαμβανομένης υπόψη της συνήθους συσκευασίας.
13
Όσον αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, για τον καθορισμό της τιμής εισαγωγής, η αναφορά του εν λόγω άρθρου στην τιμή fob στη χώρα καταγωγής έχει την έννοια ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εκείνα μόνο τα στοιχεία κόστους που αναφέρονται στο τιμολόγιο που εξέδωσε ο πωλητής. Τα ενδεχόμενα λοιπά στοιχεία του κόστους, εκτός των δαπανών μεταφοράς και ασφαλίσεως, που προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1626/85, δεν αποτελούν μέρος της τιμής του εμπορεύματος, αλλά της αξίας του, και επομένως δεν λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της τιμής εισαγωγής.
14
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ερμηνεία που προτείνει προκύπτει, επίσης, από την ερμηνευτική σημείωση 2/85 (VI/4681/85) των υπηρεσιών της, η οποία συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή διαχειρίσεως και γνωστοποιήθηκε στα κράτη μέλη.
15
Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
16
Πράγματι, η τιμή fob είναι εκείνη που βαρύνει τον αγοραστή του εμπορεύματος, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, συνίσταται στα βύσσινα σε σιρόπι μαζί με τις άμεσες συσκευασίες τους. Επιβάλλεται να τονιστεί ότι ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει τις παντός είδους συσκευασίες, αλλά μόνο την άμεση συσκευασία. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι ο νομοθέτης αναφέρεται στις συνήθεις συσκευασίες που απαιτούνται για τη μεταφορά του εμπορεύματος.
17
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση κατά την οποία στο τιμολόγιο που εξέδωσε ο πωλητής αναφέρεται μόνο η τιμή των καρπών, αυτών καθεαυτών, λόγω του ότι ο αγοραστής έθεσε δωρεάν στη διάθεση του πωλητή τις άμεσες συσκευασίες, πρέπει, για τον υπολογισμό της τιμής εισαγωγής, να λαμβάνεται επίσης υπόψη το κόστος που βαρύνει τον αγοραστή για την αγορά των συσκευασιών, έστω και αν οι συσκευασίες αυτές δεν αγοράστηκαν από τον πωλητή.
18
Η ερμηνεία αυτή προκύπτει επίσης από το άρθρο 2 του κανονισμού 1626/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1712/85 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 1985, που τροποποίησε τη γερμανική, ελληνική, αγγλική, γαλλική, ιταλική και ολλανδική διατύπωση του κανονισμού 1626/85, περί προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βυσσινων ( ΕΕ L 163, σ. 46 ), κατά το οποίο « τη στιγμή της ολοκλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής για ελεύθερη κυκλοφορία, οι τελωνειακές αρχές συγκρίνουν, για κάθε αποστολή, την τιμή εισαγωγής με την αντίστοιχη ελάχιστη τιμή εισαγωγής ». Πράγματι, η σύγκριση πρέπει προφανώς να αφορά συγκρίσιμα προϊόντα. Κατά συνέπεια, εφόσον η ελάχιστη τιμή που επιβάλλει ο κανονισμός αφορά το εμπόρευμα μαζί με τη συσκευασία του, όπως προαναφέρθηκε, η τιμή εισαγωγής πρέπει να αφορά βύσσινα σε σιρόπι μαζί με τις άμεσες συσκευασίες τους.
19
Επιβάλλεται να προστεθεί ότι μια ερμηνευτική σημείωση δεν μπορεί να τροποποιεί δεσμευτικούς κανόνες περιεχόμένους στον κανονισμό 1626/85.
20
Κατά συνέπεια, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων, έχει την έννοια ότι, για τον υπολογισμό της τιμής εισαγωγής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κόστος των αμέσων συσκευασιών που ο εισαγωγέας έθεσε δωρεάν στη διάθεση του προμηθευτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τέταρτο τμήμα ),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Finanzgericht München, με Διάταξη της 10ης Ιουλίου 1990, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βυσσίνων, έχει την έννοια ότι, για τον υπολογισμό της τιμής εισαγωγήρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κόστος των αμέσων συσκευασιών που ο εισαγωγέας έθεσε δωρεάν στη διάθεση του προμηθευτή.
Kapteyn
Κακούρης
Díez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιανουαρίου 1992.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Ρ. J. G. Kapteyn
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy