ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-272/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Κοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο
Το άρθρο 67 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας [ όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 ( ΕΕ L 230, σ. 6)], ορίζει τα ακόλουθα:
«Συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως
1.
Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, υπό τον όρο πάντως ότι οι περίοδοι απασχολήσεως θα είχαν θεωρηθεί ως περίοδοι ασφαλίσεως αν είχαν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία αυτή.
2.
Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από την πραγματοποίηση περιόδων απασχολήσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτόν.
3.
Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, περιπτώσεις α, εδάφιο ii, και β, εδάφιο ii, η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 τελεί υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει πραγματοποιήσει τελευταία:
—
στην περίπτωση της παραγράφου 1, περιόδους ασφαλίσεως,
—
στην περίπτωση της παραγράφου 2, περιόδους απασχολήσεως, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές.
4.
(...)»
Κατά το άρθρο 69 του κανονισμού, ο ευρισκόμενος σε πλήρη ανεργία εργαζόμενος ο οποίος πληροί ορισμένες προϋποθέσεις διατηρεί, κατά τη διάρκεια τριμήνου περιόδου, το δικαίωμα να λαμβάνει από κράτος μέλος παροχές ανεργίας, όταν μεταβαίνει σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη για να αναζητήσει εργασία. Στην περίπτωση αυτή, κατά το άρθρο 70, οι παροχές χορηγούνται από τον φορέα του κράτους μέλους εντός του οποίου ο άνεργος αναζητεί απασχόληση. Το ποσό που αντιπροσωπεύουν οι εν λόγω παροχές αποδίδεται κατόπιν από τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος κατά την τελευταία απασχόλησή του.
Το άρθρο 71 του κανονισμού περιέχει ειδικές διατάξεις για την περίπτωση κατά την οποία ο άνεργος, κατά την περίοδο της τελευταίας απασχολήσεώς του, κατοικούσε σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που είναι αρμόδιο.
2. Εθνικό νομοθετικό πλαίσιο
Μέχρι τις 3 Ιουλίου 1986 οι αρμόδιες γαλλικές αρχές ερμήνευαν το άρθρο 67 του κανονισμού 1408/71 κατά τρόπο διασταλτικό. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, διακινούμενος εργαζόμενος ο οποίος είχε εγγραφεί ως αναζητών εργασία στη Γαλλία μπορούσε να λαμβάνει τις παροχές ανεργίας βάσει των περιόδων που είχε εργασθεί ως μισθωτώς σε άλλα κράτη μέλη, ακόμα και αν δεν είχε ασκήσει ανάλογη δραστηριότητα στη Γαλλία.
Τον Ιούλιο 1986 οι γαλλικές αρχές αναθεώρησαν τη διασταλτική αυτή ερμηνεία, την οποία εξάλλου δεν ακολουθούσε κανένα άλλο κράτος μέλος. Στις 3 Ιουλίου 1986 η Union nationale interprofessionnelle pour l'emploi dans l'industrie et le commerce (στο εξής: Unedic) εξέδωσε την υπ' αριθ. 86-19 εγκύκλιο, περί συντονισμού των συστημάτων αποζημιώσεως της ανεργίας εντός της ΕΟΚ και περί εφαρμογής του άρθρου 67 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71. Η Unedic είναι οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί η εφαρμογή του συστήματος ασφαλίσεως ανεργίας. Παρέχει οδηγίες για την εφαρμογή της σχετικής κανονιστικής ρυθμίσεως εκ μέρους των συνδέσμων για την απασχόληση στους τομείς της βιομηχανίας και του εμπορίου (στο εξής: Assedie), οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την είσπραξη των εισφορών και την καταβολή των παροχών ανεργίας.
Κατά την προαναφερθείσα εγκύκλιο:
« (...) επιβάλλεται η περιοριστική ερμηνεία της αρχής του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως στο πλαίσιο της εξετάσεως της συρροής των όρων για τη δημιουργία δικαιώματος ασφαλιστικών επιδομάτων. Από 1ης Ιουλίου 1986 μπορεί να θεμελιώνεται δικαίωμα βάσει των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη της ΕΟΚ μόνο εφόσον ο εργαζόμενος που έχει απωλέσει την απασχόληση του αποδείξει ότι αμέσως πριν καταστεί άνεργος είχε συμπληρώσει περίοδο κατά την οποία εργάστηκε ως μισθωτός στη Γαλλία, ανεξαρτήτως της διαρκείας της περιόδου αυτής. »
3. Ιοτορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
Aπό το 1947 μέχρι την 30ή Ιουνίου 1985 ο Jan Van Noorden, ολλανδικής ιθαγένειας, εργάστηκε σε διάφορα κράτη μέλη της Κοινότητας, συγκεκριμένα στις Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Από τις 30 Ιουνίου 1985 είναι άνεργος και, με την ιδιότητά του αυτή, έλαβε τις παροχές που προβλέπει το γερμανικό σύστημα αποζημιώσεως της ανεργίας μέχρι τις 27 Μαΐου 1986. Στις 28 Μαΐου 1986 εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, δεδομένου ότι η σύζυγός του είναι γαλλικής ιθαγένειας. Την ίδια ημέρα ενεγράφη ως ζητών απασχόληση, λίγες δε ημέρες αργότερα κατέθεσε τον φάκελό του στον Assedie της Ardèsche και του Drôme, ζητώντας να του χορηγηθούν τα προβλεπόμενα από το γαλλικό σύστημα επιδόματα ανεργίας.
Στις 23 Ιουνίου 1986 ειδοποιήθηκε ότι θα του χορηγηθεί το βασικό επίδομα των Assedie μέχρι τις 27 Αυγούστου 1988. Ωστόσο, ο Assedie του κατέβαλε επιδόματα ανεργίας μόνο μέχρι τις 27 Αυγούστου 1986, κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού 1408/71.
Πράγματι, κατά την εξέταση του φακέλου του Van Noorden, ο Assedie διαπίστωσε ότι δεν είχε ασκήσει προηγουμένως επαγγελματική δραστηριότητα στη Γαλλία, όπως απαιτούσε η εγκύκλιος 86-19 του Unedic.
Ο Van Noorden υπέβαλε, κατόπιν αυτού αίτηση στον Assedie ζητώντας να συνεχιστεί η καταβολή του επιδόματος ανεργίας και πέραν της 27ης Αυγούστου 1986, η αίτηση του όμως αυτή απορρίφθηκε. Στις 22 Φεβρουαρίου 1989 ο van Norden άσκησε προσφυγή κατά του Assedie ενώπιον του tribunal de grande instance της Valence.
4. Προδικαστικό ερώτημα
Ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ο Van Noorden υποστήριξε ότι η άποψη που υποστηρίζει ο Assedie παραγνωρίζει τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 και ιδίως το άρθρο 67 αυτού, κατά το οποίο όλβς οι περίοδοι εργασίας που έχουν συμπληρωθεί σε ένα από τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της συρροής των όρων θεμελιώσεως δικαιωμάτων βάσει της γαλλικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την οποία ζητούνται οι παροχές. Ο προσφεύγων ζήτησε, κατόπιν, από το tribunal de grande instance να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα. Το εθνικό δικαστήριο κρίνοντας ότι ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου αποδέχθηκε το αίτημα αυτό.
Με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 1990 το tribunal de grande instance de Valence αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει προδικαστικός στο Δικαστήριο, κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο ερώτημα:
« Επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο, στο σύνολό του, ιδίως δε τα άρθρα 7, 58 έως 66 της Συνθήκης της Ρώμης και το άρθρο 67 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, σε ιδρυτικό κράτος μέλος της Κοινότητας, για παράδειγμα στη Γαλλία, να αρνηθεί να χορηγήσει τα επιδόματα Assedie σε Ευρωπαίο εργαζόμενο ο οποίος, αφού εργάστηκε επί 37 έτη, από το 1947 έως το 1985, στις Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Γαλλία; »
5. Διαδικασία
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Σεπτεμβρίου 1990.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard, υποδιευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, και τον Claude Chavance, κύριο ακόλουθο της κεντρικής διοικήσεως στο ίδιο Υπουργείο, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία, χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η κατάσταση του προσφεύγοντος δημιουργεί πρόβλημα έναντι και των τριών υποθετικών περιπτώσεων που ρυθμίζει ο κανονισμός 1408/71.
Πρώτον, η Κυβέρνηση τονίζει ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 67, η αρχή του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί σε άλλα κράτη μέλη εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος, κατά το αμέσως προηγούμενο διάστημα, είχε συμπληρώσει περίοδο ασφαλίσεως ή απασχολήσεως κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας βάσει της οποίας ζητεί τη χορήγηση των παροχών. Ο προσφεύγων, ο οποίος υπαγόταν στο γερμανικό σύστημα αποζημιώσεως της ανεργίας πριν την εγκατάσταση του στη Γαλλία, δεν μπορεί να προβάλει περίοδο απασχολήσεως που να έχει πραγματοποιηθεί ευθύς προηγουμένως βάσει της γαλλικής νομοθεσίας και, κατά συνέπεια, στην περίπτωση του, ο Assedie δεν μπορεί να εφαρμόσει το άρθρο 67 του κανονισμού.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, επίσης, ότι με την εγκύκλιο 86-19 τέθηκε τέλος στη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 67 διότι οι οικονομικές της συνέπειες θα μπορούσαν να είναι σημαντικές για την ισορροπία του εθνικού συστήματος ασφαλίσεως ανεργίας. Υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι η συσταλτική ερμηνεία, η οποία είναι σύμφωνη προς το γράμμα του άρθρου 67, παράγραφος 3, έχει γίνει δεκτή τόσο εκ μέρους των αρμοδίων αρχών των άλλων κρατών μελών όσο και από τη Διοικητική Επιτροπή Διακινουμένων Εργαζομένων της Κοινότητας. Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει, ακόμη, ότι εάν το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αναφέρεται στην ενδεχόμενη αναγνώριση εκ μέρους του κοινοτικού δικαίου αυτοτελούς δικαιώματος αποζημιώσεως της ανεργίας το οποίο είναι ανεξάρτητο της προϋποθέσεως της προηγουμένης απασχολήσεως του εργαζομένου στο κράτος μέλος εντός του οποίου διεκδικεί το δικαίωμα αυτό, η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Κατά την κυβέρνηση, η αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος θα είχε ανεξέλεγκτες συνέπειες για τα συστήματα αποζημιώσεως της ανεργίας των κρατών μελών. Εξάλλου, θα ήταν εντελώς άσχετη προς τους σκοπούς του συντονισμού των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
Δεύτερον, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η περίπτωση του εργαζομένου δεν υπόκειται ούτε στο άρθρο 71 του κανονισμού, διότι δεν είχε ακόμη την κατοικία του στη Γαλλία όταν κατέστη άνεργος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η Κυβέρνηση τονίζει σχετικώς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού πρέπει να ερμηνεύονται συσταλ-τικώς.
Τέλος, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο Assedie προέβη στην εφαρμογή της μοναδικής διατάξεως που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση του προσφεύγοντος, δηλαδή του άρθρου 69 του κανονισμού. Ωστόσο, κατά το άρθρο αυτό,παροχές μπορούν να χορηγηθούν μόνο για περίοδο 3 μηνών.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ερώτημα που υπέβαλε το tribunal de grande instance de Valence θέτει κατ' ουσία το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στα κράτη μέλη να αρνούνται σε εργαζόμενο τη χορήγηση παροχών ανεργίας, όταν ο συγκεκριμένος εργαζόμενος δεν έχει ουδέποτε υπαχθεί στη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους. Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 67 του κανονισμού 1408/71 εξαρτά, με όρους που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, προκειμένου να θεμελιωθεί δικαίωμα για παροχές ανεργίας, από την προϋπόθεση ότι ο άνεργος έχει συμπληρώσει ευθύς προηγουμένως περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας βάσει της οποίας ζητεί τη χορήγηση των παροχών. Ο προσφεύγων, ο οποίος ουδέποτε υπήχθει στη γαλλική νομοθεσία, διότι ουδέποτε εργάστηκε στη Γαλλία, δεν μπορεί να ζητήσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 67 συνυπολογισμό. Συνεπώς, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
« Ούτε τα άρθρα 7 και 58 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε το άρθρο 67 του Κανονισμού 1408/71 απαγορεύουν σε κράτος μέλος να αρνηθεί σε εργαζόμενο τη χορήγηση παροχών ανεργίας, όταν ο συγκεκριμένος εργαζόμενος δεν έχει ουδέποτε υπαχθεί στη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους. »
P. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 16ης Μαΐου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-272/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de grande instance de Valence ( Γαλλία ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος Δικαστηρίου μεταξύ
Jan van Noorden
και
Assosiation pour l'emploi dans l'industrie et le commerce ( Assedie ) de l'Ardèche et de la Drôme,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7, 58 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του άρθρου 67 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας [ όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6)],
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, J. C Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse και Ρ. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard, Υποδιευθύντρια της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων και τον Claude Chavance, κύριο ακόλουθο της κεντρικής διοικήσεως στο ιδιο Υπουργείο,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Assedie, εκπροσωπούμενου από τον δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Valence, Balsan, και τον πρόεδρο του Δικηγορικού αυτού Συλλόγου Philippe Lafarge, της Γαλλικής Κυβερήσεως, εκπροσωπούμενης από τους Chavance και Pouzoulet, Υποδιευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 18ης Απριλίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ίδιας ημέρας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Σεπτεμβρίου 1990, το tribunal de grande instance de Valence υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7, 58 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του άρθρου 67 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας [ όπως ο εν λόγω κανονισμός κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 ( EEL 230, σ. 6)].
2
To ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Van Noorden, ολλανδικής ιθαγένειας, κατοίκου Γαλλίας, και της association pour l'emploi dans l'industrie et le commerce της Ardèche και του Drôme (φορέα απασχολήσεως στους τομείς βιομηχανίας και εμπορίου, στο εξής: Assedie), σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να συνεχίσει να του καταβάλλει επιδόματα ανεργίας.
3
Αφού εργάστηκε από το 1947 διαδοχικώς στις Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και τέλος την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο Van Noorden κατέστη άνεργος στις 30 Ιουνίου 1985 στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος όπου έλαβε επιδόματα ανεργίας. Στις 27 Μαΐου 1986 εγκαταστάθηκε στη Γαλλία όπου ενεγράφη ως αιτών απασχόληση.
4
Μετά την κατάθεση αιτήσεως στον Assedie για χορήγηση επιδομάτων ανεργίας βάσει της γαλλικής νομοθεσίας, ανακοινώθηκε στον Van Noorden ότι είχε δικαίωμα να λάβει επιδόματα ανεργίας για περίοδο 27 μηνών. Ωστόσο, τα επιδόματα αυτά του χορηγήθηκαν μόνο για την περίοδο μεταξύ 28ης Μαΐου και 27ης Αυγούστου 1986.
5
Η μεταβολή της απόψεως του Assedie οφείλεται στην εγκύκλιο 89-19 της Union nationale interprofessionnelle pour l'emploi dans l'industrie et le commerce, στο εξής: Unedic), φορέα στον οποίο έχει ανατεθεί ο συντονισμός των δραστηριοτήτων των διαφόρων Assedie. Βάσει της εγκυκλίου αυτής, από 1ης Ιουλίου οι κοινοτικοί εργαζόμενοι μπορούν να λαμβάνουν παροχές ανεργίας μόνο εφόσον έχουν συμπληρώσει ευθύς προηγουμένως περίοδο δραστηριότητας στη Γαλλία.
6
Λόγω της απορρίψεως εκ μέρους του Assedie της αιτήσεως του για καταβολή επιδομάτων ανεργίας και πέραν της 27ης Αυγούστου 1986, ο Van Noorden προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του tribunal de grande instance de Valence. Το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο, στο σύνολό του, ιδίως δε τα άρθρα 7, 58 έως 66 της Συνθήκης της Ρώμης και το άρθρο 67 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, σε ιδρυτικό κράτος μέλος της Κοινότητας, για παράδειγμα στη Γαλλία, να αρνηθεί να χορηγήσει τα επιδόματα Assedie σε ευρωπαίο εργαζόμενο ο οποίος, αφού εργάστηκε επί 37 έτη, από το 1947 έως το 1985, στις Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Γαλλία; »
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσεται διεξοδικώς η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Επιβάλλεται, κατ' αρχάς, να υπογραμμιστεί ότι στο άρθρο 67, παράγραφοι 1 και 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71 προβλέπεται ότι, για την κτήση, διατήρηση ή ανάκτηση του δικαιώματος παροχών ανεργίας, λαμβάνονται υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, οι περίοδοι ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους. Ωστόσο, δυνάμει της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, η χορήγηση των επιδομάτων ανεργίας εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο άνεργος έχει συμπληρώσει αμέσως προηγουμένως περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας βάσει της οποίας ζητεί τη χορήγηση των παροχών.
9
Επιβάλλεται, επίσης, να τονιστεί ότι, στο πλαίσιο του καθορισμού των προϋποθέσεων διατηρήσεως του δικαιώματος παροχών του ευρισκομένου σε ανεργία εργαζομένου ο οποίος μεταβαίνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την καταβολή των εν λόγω παροχών, δηλαδή σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της τελευταίας του απασχολήσως, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του προαναφερθέντος κανονισμού, η διατήρηση του δικαιώματος αυτού περιορίζεται σε περίοδο τριών μηνών κατ' ανώτατο όριο, από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους από το οποίο αναχώρησε. Στην περίπτωση αυτή οι παροχές χορηγούνται, κατά το άρθρο 70 του ιδίου κανονισμού, από τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους εντός του οποίου ο άνεργος ζητεί απασχόληση.
10
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αιτών απασχόληση ο οποίος ουδέποτε έχει υπαχθεί στην κοινωνική νομοθεσία του κράτους μέλους εντός του οποίου ζητεί τη χορήγηση των παροχών ανεργίας και, επομένως, δεν έχει συμπληρώσει, αμέσως προηγουμένως, περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους δεν μπορεί να λαμβάνει παροχές ανεργίας δυνάμει του άρθρου 67 του κανονισμού 1408/71 παρά μόνο δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 69 του ιδίου κανονισμού.
11
Οι υπόλοιπες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως τα άρθρα 7 και 58 έως 66 της Συνθήκης, στα οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, δεν περιέχουν κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το συμπέρασμα αυτό.
12
Κατά συνέπεια, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το εφαρμοστέο εν προκειμένω κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα τα άρθρα 67, παράγραφος 3, 69 και 70 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71, δεν αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να αρνηθούν να χορηγήσουν σε εργαζόμενο επιδόματα ανεργίας πέραν του ανωτάτου ορίου των τριών μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 69 του ιδίου κανονισμού, στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος δεν έχει συμπληρώσει, προηγουμένως, περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως στο εν λόγω κράτος μέλος.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του αιτήματος που του υπέβαλε το tribunal de grande instance de Valence με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 1990, αποφαίνεται:
Το εφαρμοστέο εν προκειμένω κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα τα άρθρα 67, παράγραφος 3, 69 και 70 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, δεν αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να αρνηθούν να χορηγήσουν σε εργαζόμενο επιδόματα ανεργίας πέραν του ανωτάτου ορίου των τριών μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 69 του ιδίου κανονισμού, στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος δεν έχει συμπληρώσει, αμέσως προηγουμένως, περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως στο εν λόγω κράτος μέλος.
Due
Moitinho de Almeida
Díez de Velasco
Κακούρης
Schockweiler
Grévisse
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Μαΐου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy