Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αγωγή αποζημιώσεως - Αντικείμενο - Αίτημα αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης - Αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Αίτημα επιστροφής των ποσών που εισπράχθηκαν αχρεωστήτως από τις εθνικές αρχές κατ' εφαρμογή κοινοτικής νομοθεσίας που κηρύχθηκε ανίσχυρη - Αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 178 και 215, εδ. 2)
2. Εξωσυμβατική ευθύνη - Προϋποθέσεις - Πράξη κανονιστικού χαρακτήρα - Κατάφωρη παράβαση υπερτέρου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες - Μη τήρηση του συστήματος κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών οργάνων - 'Ελλειψη ευθύνης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 215, εδ. 2)
Περίληψη
1. Το άρθρο 178 σε συνδυασμό με το άρθρο 215 της Συνθήκης παρέχουν αποκλειστική αρμοδιότητα στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί των αγωγών αποζημιώσεως για ζημία που καταλογίζεται στην Κοινότητα η οποία οφείλει, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, να αποκαταστήσει, σύμφωνα με τις γενικές αρχές δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τη ζημία που προξενούν όργανα ή υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αντιθέτως, τα εθνικά δικαστήρια είναι τα μόνα αρμόδια να αποφαίνονται επί αγωγών επιστροφής αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών από εθνικό οργανισμό βάσει κοινοτικής ρυθμίσεως η οποία στη συνέχεια κηρύσσεται ανίσχυρη.
2. Απλώς και μόνο η διαπίστωση ότι μια κανονιστική πράξη της Κοινότητας είναι ανίσχυρη δεν αρκεί αφεαυτής για να θεμελιωθεί, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που φέρονται να έχουν υποστεί ιδιώτες. Η ευθύνη αυτή μπορεί πράγματι να στοιχειοθετηθεί μόνο σε περίπτωση κατάφωρης παραβάσεως υπερτέρου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία η πράξη που κηρύσσεται ανίσχυρη συνιστά μη τήρηση του συστήματος της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων οργάνων της Κοινότητας, δεδομένου ότι το σύστημα αυτό έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ των οργάνων που προβλέπεται από τη Συνθήκη και όχι την προστασία των ιδιωτών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-282/90,
Industrie- en Handelsonderneming Vreugdenhil BV, εταιρία περιορισμένης ευθύνης ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Voorthuizen (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τους Ε. Η. Pijnacker Hordijk και Η. J. Bronkhorst, δικηγόρους Χάγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο J. Loesch, 8 rue Zithe,
ενάγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Robert Fischer, νομικό σύμβουλο, και Ben Smulders, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, R. Joliet και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που αγόρευσαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 19ης Νοεμβρίου 1991, κατά την οποία η εταιρία Vreugdenhil εκπροσωπήθηκε από τους H. J. Bronkhorst και Η. J. M. van Vliet, δικηγόρους Χάγης,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Σεπτεμβρίου 1990, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης Industrie- en Handelsonderneming Vreugdenhil BV (στο εξής: Vreugdenhil), με έδρα το Voorthuizen (Κάτω Χώρες), άσκησε αγωγή βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη συνεπεία της θεσπίσεως από την Επιτροπή του άρθρου 13α του κανονισμού της (ΕΟΚ) 1687/76, της 30ής Ιουνίου 1976, περί καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 6), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 45/84 της Επιτροπής, της 6ης Ιανουαρίου 1984 (ΕΕ L 7, σ. 5).
2 Η προσθήκη του άρθρου 13α έγινε στο πλαίσιο του συστήματος των αποκαλουμένων "επανεισαγομένων" εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Το σύστημα, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 754/76 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1976, περί του δασμολογικού καθεστώτος που εφαρμόζεται στα επανεισαγόμενα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος εμπορεύματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 132), επιτρέπει την επανεισαγωγή στην Κοινότητα με απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς εμπορευμάτων που είχαν προηγουμένως εξαχθεί. Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού κανονισμού, δεν θεωρούνται ως επανεισαγόμενα ιδίως τα εμπορεύματα για τα οποία, επ' ευκαιρία της εξαγωγής τους εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, έχουν συμπληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής προς τον σκοπό χορηγήσεως επιστροφών ή άλλων ποσών λόγω εξαγωγής στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής.
3 Εξάλλου, ο κανονισμός 1687/76 προβλέπει μέτρα για τον έλεγχο της χρησιμοποιήσεως και του προορισμού των προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση. Δυνάμει του άρθρου 13α του κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε, τα εμπορεύματα που προέρχονταν από την παρέμβαση, για τα οποία είχε συσταθεί ασφάλεια, εξομοιώνονταν με προϊόντα για τα οποία είχαν συμπληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις προς τον σκοπό χορηγήσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής. Συνεπεία του γεγονότος αυτού, τα εμπορεύματα αυτά αποκλείονταν από το σύστημα της επανεισαγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 754/76.
4 Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η ολλανδική διοίκηση είχε υποχρεώσει τη Vreugdenhil να καταβάλει την εισφορά για μια παρτίδα αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη η οποία, δεδομένου ότι προερχόταν από τα αποθέματα του γερμανικού οργανισμού παρεμβάσεως, είχε αρχικά εξαχθεί στην Ιορδανία, κατόπιν επανεστάλη στη Γερμανία και τελικά στις Κάτω Χώρες. Η εν λόγω διοίκηση είχε πράγματι θεωρήσει ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 13α του προαναφερθέντος κανονισμού, η παρτίδα αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως επανεισαγόμενο εμπόρευμα παρά μόνο αν το ποσό που αντιστοιχεί προς την ασφάλεια, η οποία είχε ελευθερωθεί κατά την προηγούμενη εξαγωγή, είχε καταβληθεί, πράγμα που δεν συνέβη.
5 Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989, 22/88, Vreugdenhil κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 2049), το Δικαστήριο, κρίνοντας επί προδικαστικού ερωτήματος του College van Beroep voor het Bedrijfsleven (στο εξής: College), αποφάνθηκε ότι το άρθρο 13α του κανονισμού 1687/76 ήταν ανίσχυρο.
6 Στις 29 Μαΐου 1990, ο πρόεδρος του College διέταξε τη διοίκηση να επιστρέψει στη Vreugdenhil το ποσό της εισφοράς λόγω εισαγωγής. Στις 21 Δεκεμβρίου 1990, το College ακύρωσε τις επίδικες αποφάσεις του Υπουργείου Γεωργίας και Αλιείας και το καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι ενάγουσες της κύριας δίκης του γνωστοποίησαν, με δύο έγγραφα της 12ης Ιουνίου 1990, ότι ο Υπουργός είχε προτείνει να καταβάλει ένα ποσό ως αποζημίωση και ότι του είχαν ζητήσει να αποφανθεί μόνο επί των δικαστικών εξόδων, το College δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματός τους αποζημιώσεως και επιδικάσεως τόκων.
7 Η Vreugdenhil υποστηρίζει ότι η απόφαση του προέδρου του College αποκατέστησε εν μέρει μόνο την περιουσιακή της κατάσταση. Προβάλλει συναφώς ότι υπέστη πρόσθετη ζημία συνεπεία του γεγονότος ότι υποχρεώθηκε να καταβάλει αχρεωστήτως την εν λόγω εισφορά. Η ζημία αυτή περιλαμβάνει, αφενός μεν, τα έξοδα συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως και τους σχετικούς τόκους, που είχε απαιτήσει η ολλανδική διοίκηση εν αναμονή της εκβάσεως της ένδικης διαδικασίας και, κατά συνέπεια, της καταβολής της εισφοράς, αφετέρου δε, τους τόκους που θα εισέπραττε, αν το ποσό που αντιστοιχούσε στην εισφορά είχε παραμείνει στη διάθεσή της για την περίοδο μεταξύ της 7ης Ιουλίου 1988, ημερομηνίας κατά την οποία προτίμησε, ενόψει του κόστους της τραπεζικής εγγυήσεως, να καταβάλει την εισφορά, και της 25ης Ιουνίου 1990, ημερομηνίας κατά την οποία της επιστράφηκε η εισφορά. Στα δύο αυτά ζημιογόνα στοιχεία πρέπει να προστεθούν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο των επαφών που είχε με τις γερμανικές και ολλανδικές τελωνειακές αρχές και τα έξοδα μετακινήσεως για την προάσπιση των συμφερόντων της ενώπιον του College και του Δικαστηρίου.
8 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
9 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη. Θεωρεί κατ' αρχάς ότι η αγωγή αποζημιώσεως βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης μπορεί να ασκηθεί μόνο αφού ο ενάγων εξαντλήσει τις δυνατότητες που του παρέχονται να ζητήσει από τα εθνικά δικαστήρια την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή προβάλλει μια δεύτερη ένσταση απαραδέκτου που στηρίζει στο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Vreugdenhil δεν μετακύλισε τη ζημία που προβάλλει στον πελάτη της, τον ασφαλιστή της ή τον οργανισμό παρεμβάσεως.
10 Ως προς τη δεύτερη αυτή ένσταση, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Δεδομένου ότι αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω, η ένσταση αυτή απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
11 'Οσον αφορά την πρώτη ένσταση απαραδέκτου, η Vreugdenhil προβάλλει ότι τα ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου δεν της παρέχουν αποτελεσματική προστασία. Τονίζει ότι, κατά τη νομολογία του College, δεν στοιχειοθετείται ευθύνη του ολλανδικού δημοσίου όταν η αρμόδια αρχή περιορίζεται να εφαρμόσει την ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση. Κατά συνέπεια, κάθε αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
12 Πρέπει συναφώς να τονισθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια είναι τα μόνα αρμόδια να αποφαίνονται επί αγωγών επιστροφής αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών από εθνικό οργανισμό βάσει κοινοτικής ρυθμίσεως, η οποία στη συνέχεια κηρύσσεται ανίσχυρη (βλ. με αυτό το πνεύμα την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, 20/88, Roquette κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1553, σκέψη 14). Με την αγωγή που άσκησε ενώπιον του College, η Vreugdenhil πέτυχε πράγματι να της επιστραφούν νομιμοτόκως τα ποσά που είχαν αχρεωστήτως εισπραχθεί από τον ολλανδικό οργανισμό παρεμβάσεως καθώς και τα δικαστικά έξοδα.
13 Με την παρούσα αγωγή, η Vreugdenhil ζητεί να αποζημιωθεί για τις ζημίες που προαναφέρθηκαν (σκέψη 7) και προκλήθηκαν από τη θέσπιση από την Επιτροπή του άρθρου 13α του κανονισμού 1687/76, που κηρύχθηκε ανίσχυρο.
14 Πρέπει συναφώς να υπομνησθεί ότι το άρθρο 178 σε συνδυασμό με το άρθρο 215 της Συνθήκης παρέχουν αποκλειστική αρμοδιότητα στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί των αγωγών αποζημιώσεως για ζημία που καταλογίζεται στην Κοινότητα η οποία οφείλει, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, να αποκαταστήσει, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τη ζημία που προξενούν όργανα ή υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 106/87 έως 120/87, Aστερίς, Συλλογή 1988, σ. 5515, σκέψη 14).
15 Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι από την Επιτροπή προήλθε η διάταξη που κηρύχθηκε ανίσχυρη και η οποία, κατά την ενάγουσα, προξένησε την προβαλλόμενη ζημία. Κατά συνέπεια, η πρώτη ένσταση απαραδέκτου είναι αβάσιμη και, επομένως, η αγωγή ασκείται παραδεκτώς.
Επί της ουσίας
16 H Vreugdenhil προβάλλει ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, δηλαδή ο παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς που προσάπτεται στην Επιτροπή, η ύπαρξη της ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας.
17 'Οσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της Επιτροπής, η Vreugdenhil τονίζει ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση Vreugdenhil κ.λπ., το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 13α του κανονισμού 1687/76 ήταν ανίσχυρο λόγω του ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τη διάταξη αυτή, υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ((αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 1971, 5/71, Aktien-Zuckerfabrik Schoeppenstedt κατά Συμβουλίου (Jurispr. 1971, σ. 975), και της 25ης Μαΐου 1978, 83/76 και 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, Bayerische HNL κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Jurispr. 1978, σ. 1209) )), κατά την οποία η ευθύνη της Κοινότητας συνεπεία κανονιστικής πράξεως που συνεπάγεται επιλογές οικονομικής πολιτικής στοιχειοθετείται μόνο σε περίπτωση κατάφωρης παραβάσεως υπερτέρου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες.
18 Κατά την Επιτροπή, η ευθύνη της Κοινότητας στοιχειοθετείται μόνο σε περίπτωση πρόδηλης και σοβαρής υπερβάσεως των ορίων που τίθενται στην άσκηση των εξουσιών της. Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε απλώς, με την προαναφερθείσα απόφαση Vreugdenhil κ.λπ., την υπέρβαση αρμοδιότητας χωρίς να τη χαρακτηρίσει ως σοβαρή. Εξάλλου, η Επιτροπή προσθέτει ότι η Vreugdenhil δεν διευκρίνισε κατά ποιο τρόπο ένας κανόνας κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών οργάνων, που δεν τήρησε η Επιτροπή θεσπίζοντας το άρθρο 13α του κανονισμού 1687/76, συνιστά υπέρτερο κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Κατά συνέπεια, το αίτημά της αποζημιώσεως είναι αβάσιμο.
19 Πρέπει συναφώς να τονισθεί ότι απλώς και μόνο η διαπίστωση ότι μια κανονιστική πράξη, όπως το άρθρο 13α του κανονισμού 1687/76, είναι ανίσχυρη δεν αρκεί αφεαυτής για να θεμελιωθεί, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που φέρονται να έχουν υποστεί οι ιδιώτες. Η ευθύνη αυτή μπορεί πράγματι να στοιχειοθετηθεί μόνο σε περίπτωση κατάφωρης παραβάσεως υπερτέρου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες (προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, Bayerische HNL κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 4).
20 Αρκεί να σημειωθεί συναφώς ότι το σύστημα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων οργάνων της Κοινότητας έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ των οργάνων που προβλέπεται από τη Συνθήκη και όχι την προστασία των ιδιωτών.
21 Κατά συνέπεια, η μη τήρηση της ισορροπίας μεταξύ των οργάνων δεν μπορεί, αφεαυτής, να θεωρηθεί ότι αρκεί προς στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Κοινότητας έναντι των οικείων επιχειρηματιών.
22 Τα πράγματα θα είχαν άλλως αν είχε θεσπιστεί ένα κοινοτικό μέτρο κατά παράβαση όχι μόνο της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των οργάνων αλλά και των ουσιαστικών διατάξεων ενός υπερτέρου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες.
23 'Ομως, στη σκέψη 18 της προαναφερθείσας αποφάσεως Vreugdenhil κ.λπ. το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το άρθρο 13α του κανονισμού 1786/76 είχε ως σκοπό να αποτρέψει το ενδεχόμενο χρησιμοποιήσεως του συστήματος των επανεισαγομένων εμπορευμάτων προς σκοπό διαπράξεως απατών σε βάρος των κοινοτικών πόρων.
24 Εν προκειμένω δεν υποστηρίχθηκε ότι, ως προς το ουσιαστικό της περιεχόμενο, μια τέτοια διάταξη, που θεσπίστηκε προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας, συνιστά παράβαση ενός υπερτέρου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Κοινότητας, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Vreugdenhil ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αγωγή.
2) Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy