ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-283/90 Ρ ( *1 )
I — Περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
Από την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 12 Ιουλίου 1990 στην υπόθεση Τ-154/89, Vidrányi κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1990, σ. Π-445), προκύπτουν τα εξής:
«(...)
1.
Ο προσφεύγων είναι πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με βαθμό LA 5, υπηρετών κατά τη λήξη της υπαλληλικής σχέσεως στο γερμανικό τμήμα της μεταφραστικής υπηρεσίας στο Λουξεμβούργο' από 1ης Μαρτίου 1979 συνταξιοδοτήθηκε λόγω αναπηρίας κατόπιν διαδικασίας που κινήθηκε βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως ). Ως προς το συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται ο προσφεύγων δεν υπάρχει αμφισβήτηση.
2.
Με έγγραφο της 30ής Μαΐου 1980 ο προσφεύγων ζήτησε να διεξαχθεί η έρευνα την οποία προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: Ρύθμιση). Κατά τη διάταξη αυτή, “ η διοίκηση προβαίνει σε έρευνα για να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που της επιτρέπουν να διαμορφώσει γνώμη για τη φύση της πάθησης, για την επαγγελματική της αιτία, καθώς και για τις περιστάσεις που την προκάλεσαν ”.
3.
Με έγγραφα της 30ής Νοεμβρίου 1981 και της 6ης και 27ης Ιουλίου 1982 η διοίκηση ζήτησε από τους προϊσταμένους που είχε ο προσφεύγων αφ' ότου ανέλαβε υπηρεσία τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις συνθήκες εργασίας υπό τις οποίες παρείχε τις υπηρεσίες του. Στις 12 και 14 Ιουλίου, 24 Σεπτεμβρίου και 10 Οκτωβρίου 1982 οι εν λόγω ιεραρχικώς προϊστάμενοι ανακοίνωσαν στη διοίκηση τις εκτιμήσεις τους σχετικώς.
4.
Εξάλλου, η Επιτροπή ζήτησε, βάσει του άρθρου 18 της Ρυθμίσεως, τη διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης ως προς τον προσφεύγοντα. Ο διδάκτωρ Simons, ιατρός, τον οποίο όρισαν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ανέθεσε την πραγματογνωμοσύνη αυτή στον καθηγητή De Waele, του Vrije Universiteit Brussel, o οποίος αποφάνθηκε, με την από 10 Ιανουαρίου 1983 έκθεση του, ότι η νόσος του προσφεύγοντος δεν μπορεί να είχε επαγγελματική αιτία. Με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1983 ο ιατρός Simons προσυπέγραψε το συμπέρασμα αυτό. Η ιατρική εξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων από τον καθηγητή De Waele διήρκεσε τρισήμισι ώρες και έγινε στη γερμανική γλώσσα.
5.
Με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 1983, το οποίο του απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 21 της Ρυθμίσεως, η διοίκηση κοινοποίησε στον προσφεύγοντα σχέδιο αποφάσεως περί αρνήσεως υπαγωγής του στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, εν όψει του συμπεράσματος του καθηγητή De Waele, το οποίο τέθηκε υπόψη του προσφεύγοντος με την ίδια επιστολή. Ο προσφεύγων, εξάλλου, είχε ενημερωθεί σχετικά με τη δυνατότητα ανακοινώσεως, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, της πλήρους πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή De Waele (δεκαπέντε σελίδων) σε ιατρό της επιλογής του, καθώς και τη δυνατότητα που του παρεχόταν να ζητήσει εντός 60ημερών να γνωματεύσει η υγειονομική επιτροπή του άρθρου 23 της Ρυθμίσεως.
6.
Με έγγραφο της 27ης Μαΐου 1983 ο προσφεύγων ζήτησε τη σύγκληση της υγειονομικής αυτής επιτροπής και όρισε ως ιατρό της επιλογής του για να συμμετάσχει στην εν λόγω επιτροπή τον καθηγητή Rose, ψυχίατρο στο Αννόβερο.
7.
Η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή ( στο εξής: ΑΔΑ) επέλεξε, εν συνεχεία, τον καθηγητή De Waele για να αποτελέσει μέλος της υγειονομικής επιτροπής. Ο τρίτος ιατρός, ο καθηγητής Pierloot, του καθολικού πανεπιστημίου της Louvain, ορίστηκε με κοινή συμφωνία των καθηγητών Rose και De Waele.
8.
Η Επιτροπή κοινοποίησε σε κάθε μέλος της υγειονομικής επιτροπής το κείμενο της εντολής που δόθηκε στην εν λόγω επιτροπή, στο οποίο είχαν επισυναφθεί το κείμενο του άρθρου 3 της Ρυθμίσεως, που ορίζει την επαγγελματική νόσο κατά την έννοια της Ρυθμίσεως, καθώς και ο “ευρωπαϊκός πίνακας των επαγγελματικών νόσων ” κατά την έννοια της Συστάσεως της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 1962 ( JO 1962, 80, σ. 2188 ). Το πρώτο μέρος της εντολής προς την υγειονομική επιτροπή είχε ως εξής:
“Αφού εξετάσουν τον Raimund Vidrányi, ακούσουν τις εξηγήσεις του και ενδεχομένως τις εξηγήσεις των ιατρών που επικουρούσαν τους διαδίκους, φροντίσουν να τεθούν υπόψη τους όλα τα έγγραφα τα σχετικά με τις εξετάσεις, την περίθαλψη και τις επεμβάσεις στις οποίες έχει υποβληθεί ο ενδιαφερόμενος, εκθέσουν την πορεία τους και την εφαρμοσθείσα σε κάθε περίπτωση θεραπεία, οι πραγματογνώμονες ιατροί:
—
θα περιγράψουν τη νόσο του R. Vidrányi,
—
θα αποφανθούν, με αιτιολογημένη έκθεση, περί του αν η άσκηση των καθηκόντων του κ. Vidrányi στην υπηρεσία των Κοινοτήτων υπήρξε η κύρια ή η προέχουσα αιτία της νόσου ή της επιδεινώσεως προϋπάρχουσας νόσου από την οποία έπασχε o R. Vidrányi,
—
σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως ( παραλειπόμενα ). ”
9.
Εξάλλου, κάθε μέλος της υγειονομικής επιτροπής έλαβε από την Επιτροπή ογκώδη εμπιστευτικό φάκελο που περιείχε:
—
την από 30 Μαΐου 1980 αίτηση του προσφεύγοντος,
—
ιατρική πραγματογνωμοσύνη ( τριών σελίδων), της 2ας Ιουνίου 1980, του καθηγητή Schmidt, της νευροψυχιατρικής υπηρεσίας της πανεπιστημιακής κλινικής της Trier, θεράποντος ιατρού του προσφεύγοντος,
—
αντίγραφο υπομνήματος ( εννιάμισι σελίδων) — του οποίου αντίγραφο είχε υποβάλει στη διοίκηση ο προσφεύγων τον Ιούνιο του 1981 — που απηύθυνε ο προσφεύγων τον Ιούνιο του 1977 στον άλλο θεράποντα ιατρό του, τον ιατρό Thilges, ψυχίατρο-ψυχοθεραπευτή στο Λουξεμβούργο (με κοινοποίηση στον καθηγητή Schmidt ),
—
αντίγραφο υπομνήματος ( έξι σελίδων ), με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 1980, που απηύθυνε ο προσφεύγων στον αρμόδιο υπάλληλο της Επιτροπής, το οποίο περιείχε περίληψη του προηγουμένου υπομνήματος του Ιουνίου 1977,
—
ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή Thilges, της 12ης Νοεμβρίου 1980,
—
τα αποτελέσματα της διοικητικής εξετάσεως των ιεραρχικώς προϊσταμένων του προσφεύγοντος σχετικά με τις συνθήκες εργασίας του αφότου ανέλαβε υπηρεσία,
—
την από 25 Φεβρουαρίου 1983 ιατρική έκθεση του ιατρού Simons,
—
τα πορίσματα της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης ( δεκαπέντε σελίδες ) που συνέταξε στις 10 Ιανουαρίου 1983 ο καθηγητής De Waele,
—
το σχέδιο αποφάσεως περί αρνήσεως υπαγωγής του προσφεύγοντος στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 73 του Κανονισμού, όπως αυτό κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 29 Μαρτίου 1983,
—
το από 27 Μαΐου 1983 έγγραφο του προσφεύγοντος με το οποίο ζητήθηκε να γνωματεύσει η υγειονομική επιτροπή,
—
νευροψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη (εξήντα μία σελίδες), με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1985, του καθηγητή Rose.
10.
Αφού εξέτασαν επί μιάμιση ώρα τον προσφεύγοντα στις 14 Ιουνίου 1988 και μελέτησαν τα ανωτέρω απαριθμούμενα έγγραφα, οι ιατροί από τους οποίους απετελείτο η υγειονομική επιτροπή συνέταξαν την έκθεση τους, της οποίας το πρωτότυπο, υπογεγραμμένο από τους τρεις ιατρούς, διαβιβάστηκε στην ΑΔΑ στις 23 Δεκεμβρίου 1988, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, της Ρυθμίσεως. Βάσει της ιδίας διατάξεως, η έκθεση αυτή διαβιβάστηκε στον προσφεύγοντα, στις 13 Ιανουαρίου 1989, οπότε η Επιτροπή τον πληροφόρησε ότι, λαμβανομένων υπόψη των συμπερασμάτων της υγειονομικής επιτροπής, δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής των διατάξεων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως σχετικά με την κάλυψη των επαγγελματικών νόσων.
11.
Στις 6 Απριλίου 1989 ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση κατά της “ αρνητικής αποφάσεως της 13ης Ιανουαρίου 1989”, ζητώντας να επαναληφθεί η διαδικασία που κατέληξε στη σύνταξη της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής. Προς στήριξη της ενστάσεως του προέβαλε διαφόρους ισχυρισμούς ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο είχε συνταχθεί η έκθεση αυτή και ως προς το περιεχόμενό της, δηλαδή ότι:
—
αντίθετα προς το άρθρο 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, δεν του είχε κοινοποιηθεί ο φάκελος που παρέδωσε η Επιτροπή στην υγειονομική επιτροπή,
—
κατά την εξέταση του της 14ης Ιουνίου 1988 δεν είχε καταστεί δυνατό μέσα σε μιάμιση ώρα ακροάσεως να προβεί σε πλήρη περιγραφή της νόσου του, ούτε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία, ούτε να διατυπώσει τις απόψεις του όσον αφορά την έλλειψη συνδρομής εκ μέρους της υγειονομικής υπηρεσίας της Επιτροπής κατά τις πρώτες εκδηλώσεις της νόσου του,
—
η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής περιοριζόταν στην αναφορά των κυρίων σημείων της αιτήσεως του περί αναγνωρίσεως της επαγγελματικής αιτίας της νόσου του και ότι ήταν, κατά συνέπεια, “ ανισομερής, ανεπαρκώς αιτιολογημένη και μη αντικειμενική ”,
—
ο καθηγητής Pierloot τον είχε δει μία και μόνη φορά, δηλαδή στις 14 Ιουνίου 1988, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα ότι δεν διέθετε τις ελάχιστες απαιτούμενες άμεσες πληροφορίες που ήταν απαραίτητες ώστε να μπορεί να διαμορφώσει ανεξάρτητη γνώμη.
12.
Η Επιτροπή δεν απάντησε στην ένσταση αυτή, η οποία θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρώς στις 6 Αυγούστου 1989.
13.
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1989 ο προσφεύγων, επικαλούμενος το άρθρο 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθώς και τη “διαφάνεια” που διακηρύσσεται στο κοινωνικό συμβόλαιο προόδου, ζήτησε από τη διοίκηση να του σταλούν όλα τα σχετικά με την εσωτερική έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή έγγραφα τα οποία είχαν τεθεί στη διάθεση της υγειονομικής επιτροπής. Περαιτέρω, ζήτησε να του δοθεί διαβεβαίωση ότι τα έγγραφα που θα του στέλνονταν θα ήταν πράγματι πλήρη και ότι καμία άλλη πληροφορία εκτός των περιεχομένων στα εν λόγω έγγραφα δεν είχε δοθεί προφορικώς ή τηλεφωνικώς στην υγειονονική επιτροπή.
14.
Στις 13 Οκτωβρίου 1989 η Επιτροπή εξέδωσε επί της αιτήσεως αυτής, την οποία χαρακτήρισε ένσταση, ρητή απορριπτική απόφαση, που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με συστημένη επιστολή με αποδεικτικό παραλαβής της 3ης Νοεμβρίου 1989, η οποία περιήλθε στον προσφεύγοντα στις 7 Νοεμβρίου 1989. »
Κατόπιν αυτών o Vidrányi άσκησε στις 6 Νοεμβρίου 1989 προσφυγή με την οποία ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
—
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη ·
—
να ακυρώσει — ή, άλλως, να μεταρρυθμίσει — την από 13 Ιανουαρίου 1989 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Υπηρεσίας Ατυχημάτων και Επαγγελματικών Νόσων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την οποία η νόσος του προσφεύγοντος δεν αναγνωρίστηκε ως επαγγελματική νόσος·
—
να διατάξει, εφ' όσον συντρέχει περίπτωση, τη διενέργεια νέας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης·
—
να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Η Επιτροπή είχε ζητήσει από το Πρωτοδικείο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να αποφανθεί κατά νόμο ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Προς θεμελίωση της προσφυγής που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο Vidrányi είχε προβάλει δύο λόγους ακυρώσεως, τους οποίους στήριζε, πρώτον, στο μη νομότυπο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε λόγω αφενός της μη κοινοποιήσεως ορισμένων εγγράφων και αφετέρου της μη επαρκούς ακροάσεώς του από την υγειονομική επιτροπή καν, δεύτερον, σε ορισμένες αιτιάσεις σχετικά με το περιεχόμενο της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής, στην οποία ο Vidrányi προσήπτε αφενός ότι κακώς απέδωσε τη νόσο του στη δομή της προσωπικότητας του και αφετέρου ότι παρέλειψε να καταγγείλει το γεγονός ότι η υγειονομική υπηρεσία δεν του παρέσχε καμία συνδρομή, πράγμα που συνιστά παράβαση του άρθρου 24 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως σε σχέση με τη μη κοινοποίηση στον Vidrányi της διοικητικής εξετάσεως των προϊσταμένων του το 1981 και 1982, που πραγματοποιήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 2, της Ρυθμίσεως, το Πρωτοδικείο εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
«33.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορθώς η Επιτροπή θεωρεί ότι καμία διάταξη της Ρυθμίσεως δεν προβλέπει απ' ευθείας κοινοποίηση της εκθέσεως για τα αποτελέσματα της έρευνας στον υπάλληλο και ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, σε αυτά τα “ έγγραφα τα οποία σχετίζονται με τις διαπιστώσεις πραγματικών γεγονότων που συνδέονται με ατύχημα το οποίο συνέβη κατά τη διάρκεια της εργασίας και μπορούν να χρησιμεύσουν ως θεμέλιο για διαδικασία που αποβλέπει στην αναγνώριση υπάρξεως εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου κατά την έννοια των κανόνων, πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ο ιατρικός χαρακτήρας ” ( προαναφερθείσα απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1987, Strack, σκέψη 13, 140/86). Ο ιατρικός αυτός χαρακτήρας κωλύει την απ' ευθείας κοινοποίηση των εγγράφων αυτών στον προσφεύγοντα στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει η Ρύθμιση.
34.
Πρέπει όμως να υπογραμμισθεί ότι όχι μόνον “επιτρέπεται”, όπως ανέφερε η Επιτροπή, αλλά “επιβάλλεται” η “πλήρης ιατρική έκθεση”, της οποίας τη διαβίβαση στον ιατρό της επιλογής του μπορεί να ζητήσει ο υπάλληλος και η οποία πρέπει να διαβιβασθεί στα μέλη της υγειονομικής επιτροπής του άρθρου 23 της Ρυθμίσεως, να περιλαμβάνει την έκθεση για τα αποτελέσματα της έρευνας. Και τούτο, διότι “ προβλέποντας έμμεση πρόσβαση στα έγγραφα ιατρικής φύσεως, μέσω ιατρού εμπίστου οριζομένου από τον υπάλληλο, οι κανόνες συμβιβάζουν τα δικαιώματα του υπαλλήλου (...) με τις ανάγκες τηρήσεως του ιατρικού απορρήτου ” (προαναφερθείσα απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1987, Strack, σκέψη 12, 140/86).
35.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο υπάλληλος μπορεί, αν έχει υποβάλει σχετική αίτηση, να λάβει θέση ως προς τις διαπιστώσεις που περιέχει η έκθεση για τα αποτελέσματα της έρευνας, διά της παρεμβάσεως ιατρού της εμπιστοσύνης του, και να κρίνει αν είναι σκόπιμο να ζητήσει να γνωμοδοτήσει η υγειονομική επιτροπή. Σχετικώς πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο προσφεύγων δεν υπέβαλε σχετική αίτηση στην ΑΔΑ, καθόσον το από 27 Μαΐου 1983 έγγραφό του δεν περιείχε τέτοιο αίτημα.
36.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι τα έγγραφα αυτά έπρεπε να περιληφθούν στον ατομικό του φάκελο βάσει του άρθρου 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1987, ο ιατρικός τους χαρακτήρας “δεν εμποδίζει να μπορούν τα έγγραφα αυτά ενδεχομένως να ενδιαφέρουν επίσης την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, όταν στα πραγματικά περιστατικά που αναφέρουν στηρίζονται εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του υπαλλήλου. Στην περίπτωση αυτή τα έγγραφα αυτά πρέπει να περιλαμβάνονται στον ατομικό φάκελο” (Strack, σκέψη 13, 140/86, όπ.π. ).
37.
Από τα ανωτέρω έπεται ότι, εν όψει του σκοπού του άρθρου 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, τα εν λόγω έγγραφα δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στον ατομικό φάκελο του προσφεύγοντος παρά μόνον εάν οι διαπιστώσεις που περιέχουν μπορούν, εκτός του πλαισίου της διαδικασίας που προβλέπει η Ρύθμιση, να ενδιαφέρουν την υπηρεσιακή του κατάσταση, όταν στα πραγματικά περιστατικά που αναφέρουν στηρίζονται σε εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του υπαλλήλου.
38.
Στην παρούσα περίπτωση, ωστόσο, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι δεν αποδεικνύεται ότι οι διαπιστώσεις πραγματικών γεγονότων σχετικά με τις συνθήκες εργασίας του προσφεύγοντος επηρέασαν την υπηρεσιακή του κατάσταση, καθόσον η τελευταία είχε λήξει πριν συνταχθούν τα εν λόγω έγγραφα. Κατά συνέπεια, ορθώς η Επιτροπή δεν καταχώρισε τα έγγραφα αυτά στον ατομικό φάκελο που προβλέπει το άρθρο 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
39.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος — που περιέχεται στο υπόμνημα απαντήσεως του — κατά τον οποίο το γεγονός ότι η έκθεση για τα αποτελέσματα της έρευνας του κοινοποιήθηκε στο πλαίσιο της παρούσης διαφοράς αποτελεί την απόδειξη ότι επρόκειτο πράγματι για αναπόσπαστο μέρος του ατομικού φακέλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει η Ρύθμιση, η έκθεση δεν έπρεπε, για τους προεκτε-θέντες λόγους, να κοινοποιηθεί στον προσφεύγοντα κατ' άλλον τρόπο πλην μέσω του ιατρού της εμπιστοσύνης του και ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί, επομένως, να αντλήσει εξ αυτού επιχείρημα για να υποστηρίξει ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του ατομικού του φακέλου.
40.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να κινηθεί, εκτός του πλαισίου που θέτει η Ρύθμιση, μία κατ' αντιδικία διαδικασία σχετικά με έγγραφα ιατρικής φύσεως. »
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ότι δηλαδή η ακρόαση του Vidrányi ενώπιον της υγειονομικής επιτροπής δεν ήταν επαρκής, ώστε να μπορεί η επιτροπή αυτή να αποφανθεί εν γνώσει της υποθέσεως, το Πρωτοδικείο τονίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
«42.
Σχετικώς πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ορθώς η Επιτροπή δέχεται ότι η υγειονομική επιτροπή είναι αρμόδια να κρίνει περί του αν είναι αναγκαία η ακρόαση του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, σχετικά με τη διάρκειά της, τούτο δε εν όψει, ιδίως, της κατά το μάλλον ή ήττον πληρότητας του ιατρικού φακέλου που έχει ήδη στη διάθεση της, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 21ης Μαΐου 1981 και της 19ης Ιανουαρίου 1988 ( Morbelli κατά Επιτροπής, σκέψη 27, 156/80, Συλλογή 1981, σ. 1357, Biedermann κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 16, 2/87, Συλλογή 1988, σ. 143). Εξάλλου, “εν όψει της φύσεως των εργασιών της επιτροπής, που δεν αποβλέπουν στην επίλυση μιας διαφωνίας (... ) η ακρόαση αυτή δεν απαιτείται ούτε από τις αρχές περί σεβασμού των δικαιωμάτων αμύνης” (προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1988, Biedermann, σκέψη 16, 2/87 ).
43.
Επί πλέον, αρκεί να παρατηρηθεί ότι εν προκειμένω η υγειονομική επιτροπή μπορούσε εύλογα να θεωρήσει επαρκή την ακρόαση μιάμισης ώρας, δεδομένου ότι, αφενός μεν, ο ιατρικός φάκελος, ο οποίος περιείχε όλα τα έγγραφα που παρουσίαζαν τις διάφορες απόψεις, ήταν πλήρης, αφετέρου δε, ο προσφεύγων είχε ήδη εξετασθεί επί τρισήμισι ώρες από τον ιατρό που όρισε η Επιτροπή για να συμμετάσχει στην υγειονομική επιτροπή και — δύο φορές — επί τρεις ώρες από τον ιατρό που είχε ορίσει ο ίδιος.
44.
Κατά συνέπεια, η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. »
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά το περιεχόμενο της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής:
«45.
Ο προσφεύγων προσάπτει στην υγειονομική επιτροπή, αφενός μεν, ότι απέδωσε τη νόσο του στη δομή της προσωπικότητάς του, αφετέρου δε, ότι, πάντως, δεν ασχολήθηκε, στην έκθεση της, με την κριτική εξέταση του ρόλου και των καθηκόντων της υγειονομικής υπηρεσίας, η υπό της οποίας μη παροχή συνδρομής στον προσφεύγοντα αποτελεί παράβαση του άρθρου 24 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως και συνέβαλε στην επιδείνωση της νόσου του. Η από την υγειονομική επιτροπή απόδοση της νόσου του προσφεύγοντος στη δομή της προσωπικότητάς του έχει, κατά τον προσφεύγοντα, ως σκοπό τη συγκάλυψη της παραλείψεως της υγειονομικής υπηρεσίας.
46.
Η Επιτροπή απαντά, αφενός μεν, ότι, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1984, Suss κατά Επιτροπής, σκέψη 11, 265/83, Συλλογή 1984, σ. 4029, και της 19ης Ιανουαρίου 1988, Biedermann, σκέψη 8, 2/87, όπ.π.), ο έλεγχος του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να εκτείνεται και στις κατά κυριολεξία ιατρικής φύσεως εκτιμήσεις που περιέχονται στην έκθεση της υγειονομικής επιτροπής, αφετέρου δε, ότι δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα παραλείψεως της υγειονομικής της υπηρεσίας, προς την οποία ο προσφεύγων δεν είχε υποβάλει καμία αίτηση παροχής συνδρομής και η οποία γνώριζε ότι ο προσφεύγων ετύγχανε ήδη περιθάλψεως από ειδικό ιατρό.
47.
Πριν εξετασθούν οι αιτιάσεις που προβάλλει ο προσφεύγων, πρέπει προκαταρ-κτικώς να προσδιοριστεί η έκταση του ελέγχου του Πρωτοδικείου επί αποφάσεως περί αρνήσεως αναγνωρίσεως της επαγγελματικής αιτίας της νόσου υπαλλήλου κατόπιν γνωματεύσεως της υγειονομικής επιτροπής του άρθρου 23 της Ρυθμίσεως.
48.
Υπενθυμίζεται, ότι, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ., αντί άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1988, Biedermann, σκέψη 8, 2/87), ο έλεγχος του Πρωτοδικείου δεν εκτείνεται και στις κατά κυριολεξία ιατρικής φύσεως εκτιμήσεις, οι οποίες πρέπει να θεωρούνται οριστικές όταν έχουν γίνει υπό νομότυπες προϋποθέσεις. Κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε αν η υγειονομική επιτροπή στηριζόταν σε εσφαλμένη αντίληψη ως προς την έννοια της “ επαγγελματικής νόσου ” ή αν από την έκθεση της δεν προέκυπτε κατά τρόπο κατανοητό ο σύνδεσμος μεταξύ των περιεχομένων σ' αυτή ιατρικών διαπιστώσεων και των συναγομένων συμπερασμάτων ( απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987, Jänsch κατά Επιτροπής, σκέψη 15, 277/84, Συλλογή 1987, σ. 4923 ).
49.
Σχετικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η απόδοση της ψυχικής νόσου του προσφεύγοντος στη δομή της προσωπικότητάς του αποτελεί ιατρικής φύσεως εκτίμηση την οποία το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να ελέγξει παρά μόνον από άποψη αιτιολογίας. Τοποθετώντας την αιτία της νόσου του προσφεύγοντος στη δομή της προσωπικότητάς του και όχι στις συνθήκες της εργασίας του ή στη στάση των ανωτέρων του, η υγειονομική επιτροπή απέκλεισε τη δυνατότητα η νόσος του ή η επιδείνωση της να προκλήθηκε “ από την άσκηση ή με αφορμή την άσκηση των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων”, κατά τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της Ρυθμίσεως.
50.
Κατά συνέπεια, η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής — όπως και η βάσει αυτής εκδοθείσα απόφαση της Επιτροπής — δεν είναι πλημμελής από άποψη αιτιολογίας, δεδομένου ότι δεν στηρίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη ως προς την έννοια της επαγγελματικής νόσου και εκθέτει κατά τρόπο κατανοητό τον σύνδεσμο μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων που περιέχει και των συμπερασμάτων στα οποία καταλήγει.
51.
Επί πλέον, πρέπει να προστεθεί ότι η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής συντάχθηκε με ομοφωνία και των τριών μελών της, συμπεριλαμβανομένου του ιατρού που όρισε ο προσφεύγων.
52.
Επομένως, η αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. »
II — Αντικείμενο και αιτήματα της αναιρέσεως
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Σεπτεμβρίου 1990, ο Raimund Vidrányi άσκησε αναίρεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1990, για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
Ο Vidrányi ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 12ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση Τ-154/89,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή σύμφωνα με τα αιτήματα του Vidrányi στην υπόθεση Τ-154/89,
—
να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο Vidrányi από την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση του άρθρου 24 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: ΚΥΚ) και της υποχρεώσεως αρωγής που υπέχει,
—
να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων κατά νόμο.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αναίρεση ως εν μέρει απαράδεκτη, καθόσον αφορά το αίτημα της αποζημιώσεως, και ως εν όλω αβάσιμη,
—
να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων κατά νόμο.
III — Περίληψη των λόγων αναιρέσεως και των επιχειρημάτων των διαδίκων
Ο Vidrányi προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως.
Α —
1.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στο μη νομότυπο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και έχει δύο σκέλη: το πρώτο αφορά τη μη κοινοποίηση ορισμένων εγγράφων και το δεύτερο την εκ μέρους της υγειονομικής επιτροπής ανεπαρκή ακρόαση του Vidrányi.
α)
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως αυτού, ο Vidrányi διευκρινίζει ότι αφορά μόνο τη μη κοινοποίηση των εγγράφων σχετικά με τη διοικητική εξέταση των προϊσταμένων του το 1981 και το 1982 κατ' εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 2, της Ρυθμίσεως.
Επ' αυτού o Vidrányi αιτιάται το Πρωτοδικείο ότι, στηριζόμενο στη σκέψη 13 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 7ης Οκτωβρίου 1987, 140/86, Strack κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1987, σ. 3939), έκρινε ότι ο ιατρικός χαρακτήρας, τον οποίο πρέπει γίνει δεκτό ότι έχει η έκθεση με τα πορίσματα της εξετάσεως ή έρευνας, κωλύει την απευθείας κοινοποίηση του εγγράφου αυτού στον ενδιαφερόμενο στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει η Ρύθμιση. 'Ετσι, το Πρωτοδικείο αγνόησε το γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά στην προαναφερθείσα απόφαση Strack δεν ήσαν πανομοιότυπα με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως. Κατά την άποψη του Vidrányi, η ανωτέρω απόφαση αφορούσε ένα ατύχημα που συνεπαγόταν ενδεχομένως την εφαρμογή του άρθρου 73 του ΚΥΚ και το Δικαστήριο δέχθηκε ( σκέψη 13 ) τον ιατρικό χαρακτήρα των « ιατρικών διαπιστώσεων που έγιναν από τους ιατρούς και τους πραγματογνώμονες », καθώς και των « εγγράφων που σχετίζονται με τις πραγματικές διαπιστώσεις που συνδέονται με ατύχημα, το οποίο συνέβη κατά τη διάρκεια της εργασίας, και μπορούν να χρησιμεύσουν ως θεμέλιο για διαδικασία που αποβλέπει στην αναγνώριση υπάρξεως εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου κατά την έννοια » της Ρυθμίσεως. Αντίθετα, στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή ζήτησε από υπαλλήλους της, οι οποίοι δεν είχαν ιατρικές γνώσεις και των οποίων υφιστάμενος είχε υπάρξει ο αναιρεσείων, να διατυπώσουν παρατηρήσεις σχετικά με τις συνθήκες εργασίας του Vidrányi κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου. Δεδομένου ότι οι παρατηρήσεις αυτές ενέχουν στοιχεία υποκειμενικότητας, η Επιτροπή έπρεπε να παράσχει στον Vidrányi, διαβιβάζοντάς του τις παρατηρήσεις αυτές, τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψη του, όπως ακριβώς ο ΚΥΚ παρέχει στον υπάλληλο το δικαίωμα να διατυπώνει τις παρατηρήσεις του επί των εκθέσεων κρίσεως που τον αφορούν.
Από τα ανωτέρω ο Vidrányi συνάγει το συμπέρασμα ότι οι διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου που περιέχονται στην τελευταία φράση των σκέψεων 33 και 38 της προσβαλλόμενης απόφασης στερούνται παντελώς νόμιμης βάσης.
β)
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο Vidrányi αμφισβητεί το νομότυπο της ακροάσεώς του από την υγειονομική επιτροπή, ενώ παράλληλα διευκρινίζει ότι δεν έχει καμία αντίρρηση σε σχέση με τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου ως προς τη διάρκεια της ακροάσεως αυτής.
Επ' αυτού ο αναιρεσείων ισχυρίζεται καταρχάς ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο με τη σκέψη 42 της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ακρόαση από την υγειονομική επιτροπή ήταν νομότυπη, δεν τήρησε την αρχή audiatur et altera pars. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε δώσει στον Vidrányi την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του επί των παρατηρήσεων των προϊσταμένων του, η υγειονομική επιτροπή έπρεπε να θεωρήσει αναγκαίο να ακούσει τον Vidrányi και να του διαβιβάσει τις παραπάνω παρατηρήσεις, ώστε να μπορέσει να λάβει θέση επ' αυτών. Αφού δηλαδή οι παρατηρήσεις των προϊσταμένων μπορούσαν να ενέχουν υποκειμενικές κρίσεις, η υγειονομική επιτροπή έπρεπε να διαβουλευθεί επίσης με τον αναιρε-σείοντα, ώστε τα μέλη της να σχηματίσουν πλήρη εικόνα για την ατμόσφαιρα στο εργασιακό περιβάλλον και τις σχέσεις του Vidrányi με τους προϊσταμένους του, καθώς και για τα καθήκοντα του αναιρεσείοντος, και έτσι να μπορέσουν να κρίνουν κατά πόσον οι παράγοντες αυτοί συνέβαλαν στην επιδείνωση της ψυχικής νόσου του. Ο Vidrányi τονίζει ότι είναι επίσης περίεργο το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη του άμεσα προϊσταμένου του. Στο σημείο αυτό ο Vidrányi αναφέρεται και πάλι στις εκθέσεις κρίσεως που είχαν συνταχθεί για τον ίδιο κατά τη δεκαετία του '60 και τις αρχές της δεκαετίας του '70 και από τις οποίες προκύπτει ότι οι επαγγελματικές γνώσεις του, η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η συμπεριφορά του στην υπηρεσία είχαν χαρακτηριστεί πάντοτε ως κανονικές, ενίοτε δε ανώτερες του μέσου όρου· οι εκθέσεις αυτές δεν περιείχαν κανένα αρνητικό σχόλιο, εκτός από μία παρατήρηση με περιοριστικό περιεχόμενο.
O Vidrányi βάλλει επίσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για τον λόγο ότι η σκέψη 42 παραπέμπει στην απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1988, 2/87, Biedermann κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου ( Συλλογή 1988, σ. 143 ), ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως εκείνης διαφέρουν από τα επίμαχα εν προκειμένω περιστατικά. Αντικείμενο της υποθέσεως Biedermann ήταν το ζήτημα αν έπρεπε να δοθεί στον προσφεύγοντα η δυνατότητα να υποστηρίξει ενώπιον της υγειονομικής επιτροπής την « πεποίθηση » του σε σχέση με την ιατρική γνωμάτευση και να διατυπώσει την άποψη του σε σχέση με τα αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεων, ενώ αντικείμενο εν προκειμένω είναι το ζήτημα αν πρέπει να δοθεί στον Vidrányi η δυνατότητα να εκφράσει την άποψη του επί εκτιμήσεων στις οποίες προέβησαν υπάλληλοι που δεν είχαν προσόντα ιατρού.
Τέλος, ο Vidrányi βάλλει κατά της σκέψεως 43, στην οποία γίνεται δεκτό ότι « ο ιατρικός φάκελος, ο οποίος περιείχε όλα τα έγγραφα που παρουσίαζαν τις διάφορες απόψεις, ήταν πλήρης », και ισχυρίζεται, επαναλαμβάνοντας το επιχείρημα που ανέπτυξε σε σχέση με τη σκέψη 42 της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το οποίο ο ιατρικός φάκελος δεν περιείχε την άποψη του αναιρεσείοντος, ότι ο φάκελος αυτός δεν ήταν πλήρης.
2.
α)
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έκθεση για τα αποτελέσματα της έρευνας είχε ιατρικό χαρακτήρα βασιζόμενο στη σκέψη 13 της προαναφερθείσας αποφάσεως Strack και ότι από τη σκέψη αυτή ουδόλως συνάγεται ότι οι διαπιστώσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να πραγματοποιούνται από ιατρούς, προκειμένου να έχουν ιατρικό χαρακτήρα. Αντίθετα, από τη λέξη « επίσης », την οποία χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στη δεύτερη περίοδο της σκέψης 13, προκύπτει σαφώς ότι δεν μπορεί παρά να πρόκειται για παρατηρήσεις που διατυπώνονται από μη ιατρούς ή πραγματογνώμονες. Εξάλλου, στην υπόθεση Strack τα επίμαχα έγγραφα ήταν διοικητικής φύσεως, καθόσον περιέγραφαν τις περιστάσεις του ατυχήματος του Strack.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η ανωτέρω απόφαση Strack δεν έχει καμία σημασία για την προκειμένη υπόθεση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μόνη διαφορά μεταξύ των πραγματικών διαπιστώσεων στις οποίες κατέληξαν οι διοικητικές έρευνες στις δύο αυτές υποθέσεις οφείλεται στο γεγονός ότι οι επαγγελματικές νόσοι που ήσαν αντικείμενο των υποθέσεων αυτών ήσαν διαφορετικές ( εργατικό ατύχημα συνεπαγόμενο επαγγελματική νόσο στην υπόθεση Strack — επαγγελματική νόσος οφειλόμενη στις συνθήκες εργασίας στην προκειμένη υπόθεση). Η Επιτροπή συνάγει επομένως το συμπέρασμα ότι οι πραγματικές διαπιστώσεις στις δύο αυτές υποθέσεις καλύπτονται κατ' ανάγκη από το ιατρικό απόρρητο και ότι ορθώς το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μη κοινοποίηση στον Vidrányi της εκθέσεως για τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν δικαιολογημένη. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, διευρύνοντας το ιατρικό αυτό απόρρητο, ώστε να καλύπτονται και ορισμένα έγγραφα που δεν έχουν καταρτιστεί από γιατρούς, απέβλεπε στην καλύτερη προστασία των συμφερόντων του ασθενούς, όπως προκύπτει από την όλη απόφαση Strack (όπ.π. ). Έτσι, πρέπει να τονιστεί ότι o Vidrányi δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που του προσφέρει το άρθρο 21 της Ρυθμίσεως, το οποίο του επέτρεπε να λάβει έμμεσα γνώση όλων των ιατρικής φύσεως εγγράφων.
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα του Vidrányi ότι κατά το άρθρο 26 του ΚΥΚ ο υπάλληλος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διατυπώνει παρατηρήσεις επί των εκθέσεων των προϊσταμένων του, η Επιτροπή αναφέρει ότι το ζήτημα αν ένα έγγραφο αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση ενός υπαλλήλου και επομένως πρέπει να περιληφθεί στον ατομικό φάκελό του αποτελεί πραγματικό ζήτημα, το οποίο δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, οι διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου επί του σημείου αυτού είναι οριστικές και αμετάκλητες. Εξάλλου, ενόψει του ιατρικού χαρακτήρα των εγγράφων που αφορούσαν τη διοικητική έρευνα, είναι βέβαιο ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 26 του ΚΥΚ αφού το άρθρο 21 της Ρυθμίσεως προβλέπει ειδική διαδικασία για την ανακοίνωση των εγγράφων αυτών.
Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
β)
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή τονίζει ότι η επιχειρηματολογία του Vidrányi σε σχέση με τη σκέψη 42 της προσβαλλόμενης απόφασης είναι συγκεχυμένη. Πρώτον, αποτελεί πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι η υγειονομική επιτροπή είναι η μόνη αρμόδια να κρίνει κατά πόσον είναι αναγκαία η ακρόαση του ενδιαφερομένου και, δεύτερον, ο αναιρε-σείων δεν έχει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει το κύρος της νομολογίας αυτής, καθόσον δεν αμφισβητείται ότι πραγματοποιήθηκε πράγματι η ακρόαση αυτή.
Όσον αφορά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά της υγειονομικής επιτροπής, για την οποία ισχυρίστηκε ότι παρέλειψε να σχηματίσει σαφή εικόνα των συνθηκών και του κλίματος εργασίας του Vidrányi, και τις αιτιάσεις που προβάλλει ο αναιρεσείων σε σχέση με τη σκέψη 43 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή αναφέρει ότι πρόκειται για πραγματικές εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου, οι οποίες δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι ο Vidrányi δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η ακρόαση του από την υγειονομική επιτροπή δεν ήταν νομότυπη και επομένως πρέπει να απορριφθεί και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
Β —
1.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο Vidrányi προβάλλει διάφορες αιτιάσεις σχετικά με το περιεχόμενο της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής.
Σε σχέση με τις σκέψεις 47 και 48 της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων θέτει το ζήτημα αν δεν είναι σκόπιμο, κατόπιν της ιδρύσεως του Πρωτοδικείου, να ανατραπεί η μέχρι σήμερα νομολογία του Δικαστηρίου ότι ο δικαστικός έλεγχος δεν εκτείνεται και στις κατά κυριολεξία ιατρικής φύσεως εκτιμήσεις της υγειονομικής επιτροπής. Κατά την άποψη του Vidrányi, η ιατρική γνωμάτευση πρέπει να μπορεί να ελέγχεται κατόπιν αιτήσεως ενός από τους διαδίκους ή κατόπιν αποφάσεως δικαστηρίου με τη διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης από άλλους γιατρούς, δεδομένου μάλιστα ότι το έργο του Πρωτοδικείου συνίσταται στην εμπεριστατωμένη εξέταση των πραγματικών περιστατικών των υποθέσεων που εκδικάζει.
Όσον αφορά ειδικότερα τη σκέψη 49 της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Vidrányi υποστηρίζει ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου είναι εσφαλμένη, καθόσον το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το Πρωτοδικείο, δηλαδή ότι η ψυχική νόσος του αναιρεσείοντος πρέπει να αποδοθεί στη δομή της προσωπικότητάς του, στηρίζεται στο ζητούμενο, το οποίο το Πρωτοδικείο ανάγει επίσης στη δομή της προσωπικότητας του Vidrányi. Κατά συνέπεια, παρά τα προβλεπόμενα από τη νομολογία (απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987, 277/84, Jänsch κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4923 ), δεν υπάρχει καμία κατανοητή σχέση μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων που περιέχει η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής και των πορισμάτων στα οποία καταλήγει.
Επιπλέον, ο Vidrányi ισχυρίζεται ότι το πόρισμα της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής δεν ανταποκρίνεται ούτε στην εντολή που είχε δοθεί στην επιτροπή αυτή ούτε στις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, της Ρυθμίσεως. Κατά τον Vidrányi, η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής, το πόρισμα της οποίας ήταν ότι οι συνθήκες εργασίας του αναιρεσείοντος « δεν ήσαν ασυνήθεις και δεν μπορούσαν να έχουν αποφασιστική σημασία για την πρόκληση των διαταραχών της υγείας του », εκτός του ότι είναι ανακριβής και αόριστη, δεν δίνει καμία απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα αν η άσκηση των καθηκόντων του Vidrányi στην υπηρεσία των Κοινοτήτων αποτέλεσε την αιτία της επιδεινώσεως μιας προϋφισταμένης νόσου.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων θέτει το ζήτημα της πηγής των πληροφοριών της υγειονομικής επιτροπής βάσει των οποίων κατέληξε, με την έκθεση της, στο συμπέρασμα αφενός ότι ο Vidrányi υπερεκτιμούσε τις ικανότητές του και έθετε στόχους τους οποίους δεν μπορούσε να εκπληρώσει και αφετέρου ότι η στάση των προϊσταμένων του δεν ήταν καθόλου ασυνήθης.
Κατά συνέπεια, ο Vidrányi θεωρεί ότι η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής δεν αποτελεί « αποδεικτικό στοιχείο » και δεν στηρίζεται σε επαρκώς διασαφηνισθέντα πραγματικά περιστατικά.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει καταρχάς ότι το αίτημα του Vidrányi να αναθεωρηθεί η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον δικαστικό έλεγχο των δραστηριοτήτων της υγειονομικής επιτροπής αποτελεί νέο ισχυρισμό, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος βάσει του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ο Vidrányi, με την προσφυγή που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, έβαλλε μόνο κατά των λόγων στους οποίους είχε στηρίξει η υγειονομική επιτροπή την απόφαση της να μην αποδώσει την ψυχική νόσο του στις συνθήκες εργασίας του ή στη στάση των προϊσταμένων του.
Η Επιτροπή προσθέτει, επικουρικά, ότι δεν υπάρχουν λόγοι ανατροπής της υφισταμένης νομολογίας, δεδομένου ότι η αναδιοργάνωση του κοινοτικού δικαιοδοτικού συστήματος δεν επηρεάζει καθόλου τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι σε καμία έννομη τάξη δεν προβλέπεται αρμοδιότητα των δικαστηρίων να αποφαίνονται επί του βάσιμου των παρατηρήσεων των πραγματογνωμόνων.
Όσον αφορά το ζήτημα αν στην έκθεση της υγειονομικής επιτροπής υπήρχαν αρκετά στοιχεία που επέτρεπαν τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η νόσος του Vidrányi δεν αποτελούσε επαγγελματική νόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι πρόκειται για πραγματικό ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται πώς θα μπορούσε το Πρωτοδικείο να αιτιολογήσει λεπτομερέστερα την απόφαση του χωρίς να προσκρούσει στην πάγια νομολογία που απαγορεύει τον δικαστικό έλεγχο των κατά κυριολεξία ιατρικών εκτιμήσεων. Συνεπώς το Πρωτοδικείο έπρεπε να περιορίσει τον έλεγχό του στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων και των συμπερασμάτων που συνήγαγε από τις διαπιστώσεις αυτές η υγειονομική επιτροπή.
Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η υγειονομική επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε στην εντολή που της είχε δοθεί και δεν τήρησε τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, της Ρυθμίσεως, η Επιτροπή τονίζει ότι από την έκθεση της υγειονομικής επιτροπής προκύπτει σαφώς ότι οι συνθήκες εργασίας του Vidrányi και η στάση των προϊσταμένων του δεν μπορούσαν να προκαλέσουν τη νόσο του. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το γεγονός ότι στην απάντηση της υγειονομικής επιτροπής δεν επαναλαμβάνονται κατά λέξη οι διατάξεις της Ρυθμίσεως ή η διατύπωση της εντολής προς την επιτροπή αυτή δεν σημαίνει ότι η απάντηση είναι ασαφής ή αόριστη.
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Vidrányi πρέπει να απορριφθεί.
Γ —
1.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο Vidrányi ισχυρίζεται ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 24, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, καθόσον η Επιτροπή παρέβη το καθήκον αρωγής που έχει έναντι των υπαλλήλων της, επειδή δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, όταν η ασθένεια του προσφεύγοντος περιήλθε σε γνώση της υγειονομικής υπηρεσίας της.
Ο Vidrányi υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του αυτό, παρά την επίκληση του και την εξέταση του κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 45 και 46 της προσβαλλόμενης απόφασης.
Όσον αφορά τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την πλημμέλεια αυτή, ο αναι-ρεσείων αναφέρει ότι στην πράξη δεν ενδείκνυται η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον λόγο αυτό και μόνο, « ενόψει των αιτημάτων που υπέβαλε ο Vidrányi πρωτοδίκως », τα οποία δεν έχουν « καμία σχεδόν σχέση με την παράβαση του άρθρου 24 του ΚΥΚ ». Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι εν προκειμένω η Επιτροπή παρέβη το καθήκον που έχει να βοηθεί τους υπαλλήλους της, ο Vidrányi μπορεί να απαιτήσει από το όργανο αυτό, βάσει του άρθρου 24, παράγραφοι 1 και 2, του ΚΥΚ, να τον αποζημιώσει για τη ζημία που υπέστη.
Πράγματι, η υπηρεσία στην οποία εργαζόταν ο Vidrányi, η υγειονομική υπηρεσία και η διεύθυνση προσωπικού της Επιτροπής γνώριζαν ότι από το 1973 ο αναιρεσείων ήταν επανειλημμένα ασθενής για αρκετά μακρές περιόδους λόγω καταθλίψεως και ψυχικών διαταραχών, και ότι ήδη πριν από το έτος αυτό αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στην εργασία του. Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή είχε καθήκον να λάβει έναντι του Vidrányi μέτρα για την αντιμετώπιση των προσωπικών δυσχερειών του, μεταξύ των οποίων θα ήταν η τοποθέτηση του αναιρεσείοντος σε άλλη υπηρεσία της Επιτροπής, ώστε ο αναιρεσείων να απαλλαγεί από τις απογοητεύσεις που είχε υποστεί στη θέση στην οποία υπηρετούσε και να αποφευχθεί τουλάχιστον η επιδείνωση των ψυχικών διαταραχών του.
Ο Vidrányi καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, μη λαμβάνοντας καμία σχετική πρωτοβουλία και μη ικανοποιώντας το αίτημα του αναιρεσείοντος να μετατεθεί στην Υπηρεσία Στατιστικής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αίτημα που ο αναιρεσείων είχε υποβάλει εγγράφως και επανειλημμένως από το 1968, παρέβη το καθήκον αρωγής προς τους υπαλλήλους της και έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει τον Vidrányi για τη ζημία που υπέστη για το ύψος της αποζημιώσεως που θα επιδικαστεί πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να αρθεί η παράβαση αυτή του ΚΥΚ.
2.
Η Επιτροπή εκθέτει ότι κακώς o Vidrányi ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του περί παραβάσεως του άρθρου 24 του ΚΥΚ.
Με την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο Vidrányi περιορίστηκε να αμφισβητήσει την ορθότητα των πορισμάτων της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής ως προς τα αίτια της νόσου του, ο δε ισχυρισμός περί παραβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής του καθήκοντος αρωγής των υπαλλήλων της δεν αποτελούσε αυτοτελή ισχυρισμό, αλλ' απλώς ένα πρόσθετο επιχείρημα προς στήριξη των αιτημάτων που προέβαλε πρωτοδίκως. Εξάλλου, ο ίδιος ο Vidrányi ομολογεί, με το δικόγραφο της αναιρέσεως, ότι ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 24 του ΚΥΚ δεν είχε σχέση με τα αιτήματα που προέβαλε πρωτοδίκως.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αποτελεί νέο ισχυρισμό και είναι επομένως απαράδεκτος, καθόσον μεταβάλλει το αντικείμενο της διαφοράς που εκδίκασε το Πρωτοδικείο.
F. A. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 1ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-283/90 Ρ,
Raimund Vidrányi, εκπροσωπούμενος από τον H.-J. Moritz, δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου Βόννης, Mahlberg, Wenning und Partner, με διεύθυνση επιδόσεων στο Λουξεμβούργο 25a, rue de Schoenfels, L-8151 Bridei,
αναιρεσείων,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) της 12ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση Τ-154/89, Raimund Vidrányi κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αίτηση με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Griesmar, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τους Cl. Verbraeken και D. Waelbroeck, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg, η οποία ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτης και εν όλω αβάσιμης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, K. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse, M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαΐου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Σεπτεμβρίου 1990, ο Raimund Vidrányi υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντίστοιχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως της 12ης Ιουλίου 1990 με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που είχε ασκήσει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, της 13ης Ιανουαρίου 1989, με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να αναγνωρίσει ότι η ψυχική νόσος του προσφεύγοντος αποτελούσε επαγγελματική νόσο.
2
Με την αίτηση αναιρέσεως ο Vidrányi ζητεί, πρώτον, να αναιρεθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου και, δεύτερον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τον αποζημιώσει για τη ζημία που υπέστη λόγω της εκ μέρους της παραβάσεως του καθήκοντος αρωγής προς τους υπαλλήλους της.
3
Ο αναιρεσείων προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως: ο πρώτος αφορά το μη νομότυπο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την εφαρμογή της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Ρύθμιση), την οποία προβλέπει το άρθρο 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ)· ο δεύτερος λόγος αφορά την εκ μέρους του Πρωτοδικείου κακή εκτίμηση του περιεχομένου της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής και ο τρίτος την παράβαση του άρθρου 24, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.
4
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως o Vidrányi βάλλει καταρχάς κατά του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα έγγραφα σχετικά με την εξέταση των προϊσταμένων του, η οποία πραγματοποιήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 2, της Ρυθμίσεως, είχαν ιατρικό χαρακτήρα και επομένως δεν έπρεπε να κοινοποιηθούν στον αναιρεσείοντα, μολονότι τα έγγραφα αυτά αφορούσαν την υπηρεσιακή κατάσταση του Vidrányi, ο οποίος συνεπώς έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις επ' αυτών. Ο αναιρεσείων αμφισβητεί στη συνέχεια την ορθότητα της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ότι η ακρόαση του από την υγειονομική επιτροπή ήταν επαρκής για τον λόγο κυρίως ότι η επιτροπή αυτή διέθετε πλήρη φάκελο, μολονότι δεν του είχε δοθεί η δυνατότητα να εκθέσει την άποψη του σχετικά με τους παράγοντες που συνέβαλαν στην επιδείνωση της νόσου του, δηλαδή την ατμόσφαιρα στην εργασία του, τις σχέσεις του με τους προϊσταμένους του και τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί εντός των υπηρεσιών της Επιτροπής.
5
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο Vidrányi βάλλει κατ' ουσία κατά του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο στήριξε την απόφαση του επί του πορίσματος της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής, η οποία απέδωσε τη νόσο του στη δομή της προσωπικότητας του, μολονότι δεν υπάρχει καμία λογική σχέση μεταξύ του πορίσματος αυτού και των ιατρικής φύσεως διαπιστώσεων που περιέχει η έκθεση.
6
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως ο Vidrányi βάλλει κατά του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο δεν απάντησε στον ισχυρισμό που προέβαλε πρωτοδίκως ότι η Επιτροπή δεν έλαβε κανένα μέτρο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, όταν η νόσος του περιήλθε σε γνώση της υγειονομικής υπηρεσίας. Ο Vidrányi θεωρεί ότι η εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση του καθήκοντος αρωγής που έχει κατά το άρθρο 24, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ γεννά δικαίωμα αποζημιώσεως του για τη ζημία που υπέστη.
7
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς οι λόγοι αναιρέσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Πριν εκδοθεί απόφαση επί της αναιρέσεως του Vidrányi, πρέπει να υπομνηστεί καταρχάς ότι το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει τα εξής:
« 1.
Τα αιτήματα της αναιρέσεως έχουν ως αντικείμενο:
—
την ολική ή μερική αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου,
—
την ολική ή μερική αποδοχή των αιτημάτων που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, αποκλειομενης της υποβολής κάθε νέου αιτήματος.
2.
Η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης. »
9
Η προσφυγή την οποία άσκησε o Vidrányi ενώπιον του Πρωτοδικείου είχε ως αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να αναγνωρίσει ότι η νόσος του προσφεύγοντος οφειλόταν σε επαγγελματικούς λόγους.
10
Κατά συνέπεια, το αίτημα του αναιρεσείοντος να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει αποζημίωση για τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της εκ μέρους του οργάνου αυτού παραβάσεως του καθήκοντος αρωγής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
11
Δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά το άρθρο 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ και τις αντίστοιχες διατάξεις των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Ο περιορισμός αυτός επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ και στις αντίστοιχες διατάξεις των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, οι οποίες προβλέπουν κατά συνέπεια τους εξής λόγους αναιρέσεως: αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο.
12
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την εκ μέρους του Πρωτοδικείου παράβαση νομικών κανόνων, ενώ αποκλείεται οποιαδήποτε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (βλ. Διάταξη της 20ής Μαρτίου 1991, C-115/90 Ρ, Turner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1423, σκέψη 13 ).
13
Η αίτηση αναιρέσεως είναι συνεπώς παραδεκτή μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε κατά παράβαση των κανόνων δικαίου των οποίων την τήρηση όφειλε να εξασφαλίσει.
14
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αρκεί να τονιστεί ότι o Vidrányi δεν επικαλείται τη συνδρομή καμιάς παραβάσεως κανόνων δικαίου, αλλά περιορίζεται να αμφισβητήσει την ορθότητα της εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς.
15
Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως που προβάλλει ο Vidrányi πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
16
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αρκεί να τονιστεί ότι ο Vidrányi αμφισβητεί την ορθότητα της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου, το οποίο έκρινε ότι η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής εκθέτει κατά τρόπο κατανοητό τον σύνδεσμο μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων που περιέχει και των συμπερασμάτων στα οποία καταλήγει.
17
Όπως όμως αναφέρθηκε ήδη στις σκέψεις 11 έως 13 της παρούσας αποφάσεως, η εκτίμηση αυτή των πραγματικών περιστατικών δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο έχει μόνο την αρμοδιότητα να ελέγξει αν η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων δικαίου.
18
Κατά συνέπεια, ούτε αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
19
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το Πρωτοδικείο κακώς χαρακτήρισε τις εκθέσεις με τα αποτελέσματα της έρευνας, οι οποίες είχαν καταρτιστεί στο πλαίσιο της Ρυθμίσεως, ως ιατρικής φύσεως έγγραφα, ενώ επρόκειτο για έγγραφα που αφορούσαν την υπηρεσιακή κατάσταση του Vidrányi και έπρεπε να κοινοποιηθούν απευθείας στον ενδιαφερόμενο, ο λόγος αναιρέσεως αυτός έχει την έννοια αιτιάσεως κατά του Πρωτοδικείου για το ότι παρέλειψε να πατάξει μια παράβαση της γενικής αρχής της τηρήσεως των δικαιωμάτων άμυνας.
20
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, στον υπάλληλο πρέπει να δίδεται η δυνατότητα να διατυπώνει την άποψη του επί όλων των εγγράφων που το όργανο προτίθεται να χρησιμοποιήσει κατ' αυτού.
21
Η αρχή αυτή διακηρύσσεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 26, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, κατά το οποίο το όργανο δεν μπορεί ούτε να αντιτάξει στον υπάλληλο ούτε να επικαλεστεί εναντίον του έγγραφα που αφορούν την υπηρεσιακή του κατάσταση ή την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του, εφόσον δεν του έχουν κοινοποιηθεί προηγουμένως.
22
Στον ειδικό τομέα στον οποίο εντάσσεται η διαδικασία που κίνησε ο υπάλληλος για να διαπιστωθεί ότι η νόσος που είχε ως αποτέλεσμα τη συνταξιοδότηση του οφειλόταν σε επαγγελματικούς λόγους, η εν λόγω αρχή διέπεται από τα άρθρα 21 και 23, παράγραφος 1, της Ρυθμίσεως. Το άρθρο 21 ορίζει ότι ο υπάλληλος ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα μπορούν να ζητήσουν καταρχάς να διαβιβαστεί η πλήρης ιατρική έκθεση στον ιατρό της εκλογής τους και στη συνέχεια να γνωματεύσει η υγειονομική επιτροπή πριν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) λάβει απόφαση σχετικά με το ζήτημα αν η νόσος του υπαλλήλου οφείλεται σε επαγγελματικούς λόγους. Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, ο υπάλληλος ή οι εξ αυτού έχοντες δικαιώματα έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν έναν γιατρό ως μέλος της υγειονομικής επιτροπής.
23
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η οποία κινείται από τον υπάλληλο και δεν στρέφεται εναντίον του, η διασφάλιση των δικαιωμάτων του εξασφαλίζεται συνεπώς, ενόψει της ιδιαιτερότητας των κρίσιμων εγγράφων, με τη δυνατότητα που παρέχεται στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο να λαμβάνει γνώση, μέσω του ιατρού που επέλεξε, των στοιχείων του φακέλου που σχηματίζει η ΑΔΑ και να ορίζει ως μέλος της υγειονομικής επιτροπής έναν ιατρό που θα αναλάβει την προάσπιση των συμφερόντων του.
24
Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1987, 140/86, Strack κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 3939), πρώτον, ο φάκελος στον οποίο στηρίζονται οι ιατροί ή η υγειονομική επιτροπή για να εκτιμήσουν κατά πόσον η νόσος συνιστά επαγγελματική νόσο είναι ιατρικής φύσεως και επομένως ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να έχει παρά μόνο έμμεση πρόσβαση στο φάκελο αυτό, μέσω του ιατρού που ορίζει, και, δεύτερον, τα διοικητικής φύσεως στοιχεία που ενδέχεται να περιέχονται στον φάκελο αυτό και να επηρεάζουν την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου πρέπει να περιλαμβάνονται επίσης στον ατομικό του φάκελο και έτσι ο υπάλληλος μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ΚΥΚ, να έχει άμεση πρόσβαση στα στοιχεία αυτά.
25
Όλα επομένως τα έγγραφα που υποβάλλονται στους ιατρούς ή στην υγειονομική επιτροπή εμπίπτουν στο άρθρο 21 της Ρυθμίσεως, η δε καταχώριση στον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου ορισμένων από τα έγγραφα αυτά, καθώς και η παροχή στον υπάλληλο της δυνατότητας να λαμβάνει γνώση των εγγράφων αυτών, είναι συνεπώς αναγκαίες, μόνο εφόσον τα έγγραφα αυτά χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση ή τη μεταβολή της υπηρεσιακής καταστάσεως του υπαλλήλου εκ μέρους του οργάνου στο οποίο υπηρετεί.
26
Όπως προκύπτει από την απόφαση του Πρωτοδικείου, δεν αμφισβητείται ότι οι επίμαχες εκθέσεις με τα αποτελέσματα της έρευνας αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα μιας διαδικασίας ιατρικής φύσεως και περιλαμβάνονταν στον φάκελο που υποβλήθηκε στην υγειονομική επιτροπή, οπότε ο αναιρεσείων μπορούσε να έχει πρόσβαση στα έγγραφα αυτά μέσω του ιατρού της εμπιστοσύνης του, ο οποίος αποτελούσε μέλος της επιτροπής αυτής. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι τα επίμαχα στην παρούσα υπόθεση έγγραφα είχαν χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς, ξένους προς τη διαδικασία που προβλέπει η Ρύθμιση.
27
Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του προσφεύγοντος και χαρακτήρισε ως ιατρικής φύσεως, καθόσον αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα μιας διαδικασίας ιατρικής φύσεως, τις εκθέσεις των προϊσταμένων του προσφεύγοντος, σκοπός των οποίων ήταν να αποδειχθεί αν, όπως ισχυριζόταν o Vidrányi με την προσφυγή του, οι συνθήκες εργασίας εντός της Επιτροπής μπορούσαν να προκαλέσουν τη νόσο που είχε ως αποτέλεσμα την ανικανότητα προς εργασία του προσφεύγοντος. Πράγματι, η κατάρτιση των εκθέσεων αυτών, ακόμα και αν οι εκθέσεις δεν καλύπτονται από το ιατρικό απόρρητο, αποτελεί, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Ρυθμίσεως, την εναρκτήρια πράξη της διαδικασίας που κινεί ο υπάλληλος προκειμένου να αναγνωριστεί ότι η ανικανότητά του έχει επαγγελματικά αίτια.
28
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν είναι βάσιμο.
29
Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να αποφανθεί επί ενός λόγου ακυρώσεως που στηριζόταν στην παράβαση του άρθρου 24, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά την παράβαση κανενός συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια του ισχυρισμού περί ανεπαρκούς αιτιολογίας ισοδύναμης με έλλειψη αιτιολογίας και επομένως περί παραβάσεως της γενικής αρχής που επιβάλλει σε κάθε δικαστήριο την υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις του, εκθέτοντας κυρίως τους λόγους που το οδήγησαν να μη δεχθεί ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ρητά ενώπιόν του.
30
Επ' αυτού πρέπει να τονιστεί ότι η αιτίαση αυτή διατυπώθηκε ως επίκριση του περιεχομένου της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής, στο πλαίσιο διαφοράς της οποίας αντικείμενο ήταν η αναγνώριση της υπάρξεως επαγγελματικής νόσου και όχι παραβάσεως του άρθρου 24 του ΚΥΚ. Εξάλλου, ο ίδιος ο αναιρεσείων αναγνώρισε, με την αίτηση αναιρέσεως, ότι τα αιτήματα που προέβαλε πρωτοδίκος « δεν έχουν καμία σχεδόν σχέση με το άρθρο 24 του ΚΥΚ ».
31
Επομένως, o Vidrányi, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 24 του ΚΥΚ εκ μέρους της Επιτροπής, δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό προς στήριξη των αιτημάτων του, αλλά ένα συμπληρωματικό επιχείρημα με το οποίο αμφισβητούσε την ορθότητα του περιεχομένου της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής ως προς τα αίτια της νόσου του. Το Πρωτοδικείο όμως, κατά την απόρριψη της προσφυγής του Vidrányi, ανέφερε σαφώς και με λογική συνέπεια ότι η νόσος του προσφεύγοντος μπορούσε να αποδοθεί μόνο στη δομή της προσωπικότητάς του και όχι σε άλλες αιτίες, π.χ. σε παράλειψη της υγειονομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, πράγμα που ισχυριζόταν ο προσφεύγων.
32
Κατά συνέπεια, ούτε η αιτίαση αυτή του Vidrányi είναι βάσιμη.
33
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως του Vidrányi πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
34
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του ίδιου αυτού κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Κατά το άρθρο 122 όμως του ίδιου κανονισμού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί των αναιρέσεων που ασκούν οι μόνιμοι ή οι μη μόνιμοι υπάλληλοι των οργάνων. Δεδομένου ότι o Vidrányi ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει τον Vidrányi στα δικαστικά έξοδα.
Due
Mancini
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Slynn
Κακούρης
Schockweiler
Grévisse
Zuleeg
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy