Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προϋπολογισμός των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Διαδικασία του προϋπολογισμού - Υποχρέωση μεταφοράς του πλεονάσματος - 'Εκταση
(Απόφαση του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1988, άρθρο 7)
2. Προϋπολογισμός των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Αρχές - Ετήσιος και ενιαίος - Οι αρχές αυτές εκφράζονται με την υποχρέωση μεταφοράς του πλεονάσματος στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους - Μερική μεταφορά - Παράνομη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 199 και 202, απόφαση του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1988, άρθρο 7, δημοσιονομικός κανονισμός, άρθρο 32)
3. 'Ιδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Πόροι από τον ΦΠΑ - Συντελεστής τον οποίο έχει καθορίσει η απόφαση περί ιδίων πόρων των Κοινοτήτων - Εφαρμογή για συγκεκριμένο οικονομικό έτος ενός χαμηλότερου συντελεστή, ο οποίος όμως αρκεί για την κάλυψη των δαπανών που κρίνονται αναγκαίες - Επιτρέπεται
(Απόφαση του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1988, άρθρο 2 PAR 4)
4. Προσφυγή ακυρώσεως - Ακυρωτική απόφαση - Αποτελέσματα - Περιορισμός εκ μέρους του Δικαστηρίου - 'Ακυρος διορθωτικός και συμπληρωματικός προϋπολογισμός των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 174, εδ. 2)
Περίληψη
1. Δεδομένου ότι το άρθρο 7 της αποφάσεως περί ιδίων πόρων των Κοινοτήτων προβλέπει γενικά ότι το ενδεχόμενο πλεόνασμα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων έναντι του συνόλου των πραγματικών δαπανών ορισμένου οικονομικού έτους μεταφέρεται στο επόμενο οικονομικό έτος, χωρίς να αναφέρεται σε καμία συγκεκριμένη κατηγορία πόρων ούτε σε κανένα ειδικό ποσό του πλεονάσματος, το άρθρο αυτό αφορά ολόκληρο το διαπιστωθέν πλεόνασμα, ανεξάρτητα από την προέλευσή του, και όχι μόνο το κλάσμα του πλεονάσματος αυτού που αντιπροσωπεύουν οι πόροι που προέρχονται από το ακαθάριστο εθνικό προϊόν των κρατών μελών.
2. Ο κανόνας που απορρέει από το άρθρο 7 της αποφάσεως περί ιδίων πόρων και από το άρθρο 32 του δημοσιονομικού κανονισμού, ότι δηλαδή το πλεόνασμα των ιδίων πόρων έναντι των δαπανών συγκεκριμένου οικονομικού έτους δεν μπορεί να μεταφερθεί παρά μόνο στο επόμενο οικονομικό έτος, εκφράζει δύο θεμελιώδεις αρχές του προϋπολογισμού, την αρχή ότι ο προϋπολογισμός είναι ετήσιος και την αρχή ότι το προϋπολογισμός είναι ενιαίος. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, οι οποίες διακηρύσσονται στα άρθρα 199 και 202 της Συνθήκης, όλα τα έσοδα που διαθέτει η Κοινότητα για ορισμένο οικονομικό έτος πρέπει να εγγράφονται στον προϋπολογισμό του έτους αυτού. Κατά συνέπεια, η μη μεταφορά ενός μέρους του πιστωτικού υπολοίπου συγκεκριμένου οικονομικού έτους στο επόμενο οικονομικό έτος έχει ως συνέπεια ότι στον προϋπολογισμό του τελευταίου αυτού οικονομικού έτους δεν εμφαίνονται όλα τα έσοδα που διαθέτει η Κοινότητα για το συγκεκριμένο αυτό έτος και συνεπώς αντιβαίνει προς τις προαναφερθείσες αρχές. Αφού δεν μεταφέρει στο επόμενο οικονομικό έτος παρά μόνο ένα μέρος του πλεονάσματος, ο διορθωτικός και συμπληρωματικός προϋπολογισμός αριθ. 2 για το οικονομικό έτος 1990 είναι παράτυπος και η πράξη με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την οριστική έγκρισή του πρέπει να ακυρωθεί.
3. Η υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως περί ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο καθορίζει τον συντελεστή για τους πόρους από τον ΦΠΑ στο 1,4 % της βάσης μετρήσεως του ΦΠΑ για τα κράτη μέλη, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τους σκοπούς της αποφάσεως αυτής. Κατά συνέπεια, επιτρέπεται η εφαρμογή συντελεστή μικρότερου από 1,4 % στην εξαιρετική εκείνη περίπτωση κατά την οποία η υποχρεωτική εφαρμογή του κανόνα περί μεταφοράς του πλεονάσματος ενός οικονομικού έτους στο επόμενο θα είχε ως αποτέλεσμα να διαθέτουν οι Κοινότητες, για το επόμενο αυτό έτος, πόρους που δεν θα βρίσκονταν σε καμία αντιστοιχία προς τις δαπάνες που κρίνονται αναγκαίες.
4. Για σοβαρούς λόγους, αναγόμενους στην ασφάλεια δικαίου και στην ανάγκη διασφαλίσεως της συνεχίσεως της λειτουργίας των κοινοτικών υπηρεσιών, επιβάλλεται να μη θίξει η ακύρωση της πράξεως με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την οριστική έγκριση ενός διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ακύρωση η οποία απαγγέλλεται μετά το τέλος του οικονομικού έτους, τη νομιμότητα ούτε των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν ούτε των υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν ούτε των πράξεων βεβαιώσεως και εισπράξεως ιδίων πόρων που διενεργήθηκαν πριν από τη δημοσίευση της ακυρωτικής αποφάσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-284/90,
Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τους Arthur Alan Dashwood, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και Yves Cretien, σύμβουλο της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
προσφεύγον,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους Jorge Campinos, jurisconsultus, και Christian Pennera, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Jean Amphoux και David Gilmour, νομικούς συμβούλους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αφενός του διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού αριθ. 2 για το οικονομικό έτος 1990, τον οποίο ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 11 Ιουλίου 1990, και αφετέρου της πράξεως του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1990, με την οποία διαπιστώθηκε η οριστική έγκριση του διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού αυτού (ΕΕ L 239, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. A. Schockweiler, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J.-G. Giraud,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 19ης Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Οκτωβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Σεπτεμβρίου 1990, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζήτησε, δυνάμει των άρθρων 173 της Συνθήκης ΕΟΚ και 146 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, την ακύρωση αφενός του διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού αριθ. 2 για το οικονομικό έτος 1990, τον οποίο ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 11 Ιουλίου 1990, και αφετέρου της πράξεως του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1990, με την οποία διαπιστώθηκε η οριστική έγκριση του διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού αυτού (ΕΕ L 239, σ. 1).
2 Το Συμβούλιο ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να ορίσει ότι η ακύρωση των πράξεων αυτών δεν θίγει τη νομιμότητα ούτε των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν ούτε των υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν ούτε των πράξεων βεβαιώσεως και εισπράξεως ιδίων πόρων που διενεργήθηκαν πριν από το τέλος του οικονομικού έτους 1990.
3 Η Επιτροπή διαβίβασε στο Συμβούλιο στις 20 Μαρτίου 1990, κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977 που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 77), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 610/90 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1990 (ΕΕ L 70, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), το προσχέδιο του διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού αριθ. 2 για το οικονομικό έτος 1990 (στο εξής: προσχέδιο ΔΣΠ 90/2). Σκοπός του προσχεδίου ΔΣΠ αυτού ήταν η εγγραφή στον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 1990 ενός μέρους του πιστωτικού υπολοίπου του οικονομικού έτους 1989, καθώς επίσης η προσαρμογή της διορθώσεως του προϋπολογισμού υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου και η προσαρμογή των επιστροφών προς την Ισπανία και την Πορτογαλία.
4 Με το σχέδιο διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού αριθ. 2 για το οικονομικό έτος 1990 (στο εξής: σχέδιο ΔΣΠ 90/2), το οποίο κατάρτισε στις 7 Μαΐου 1990, το Συμβούλιο απέστη του προσχεδίου ΔΣΠ 90/2. Το Συμβούλιο καταρχάς ενέγραψε στο σχέδιό του ολόκληρο το πιστωτικό υπόλοιπο από το οικονομικό έτος 1989, ενώ παράλληλα αποφάσισε να μην εγγράψει την "τέταρτη κατηγορία ιδίων πόρων", δηλαδή τα έσοδα που προέρχονται από την εφαρμογή ορισμένου συντελεστή στο άθροισμα των ακαθάριστων εγχώριων προϊόντων (στο εξής: πόροι από το ΑΕΠ), κατηγορία που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δ, της οδηγίας 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 185, σ. 24, στο εξής: απόφαση περί ιδίων πόρων). Τέλος, παρά την αντίθετη πρόταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο μείωσε το ύψος των ιδίων πόρων που προέρχονται από την εφαρμογή ενιαίου συντελεστή στη βάση επιβολής του ΦΠΑ (στο εξής: πόροι από τον ΦΠΑ), συντελεστή που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ, και παράγραφος 4, της ίδιας αυτής αποφάσεως.
5 Το Κοινοβούλιο τροποποίησε το σχέδιο ΔΣΠ 90/2, μεταξύ άλλων, με την τροπολογία υπ' αριθ. 2, η οποία αφορούσε την κατάσταση εσόδων και της οποίας σκοπός ήταν να ανακτήσει το σχέδιο ΔΣΠ τη μορφή που είχε το προσχέδιο ΔΣΠ της Επιτροπής. Η τροπολογία αυτή αφορούσε δηλαδή τα άρθρα 130 ("ίδιοι πόροι που προέρχονται από τον ΦΠΑ"), 140 ("ίδιοι πόροι που στηρίζονται στο ΑΕΠ") και 300 ("διαθέσιμο πλέονασμα του προηγούμενου οικονομικού έτους") του σχεδίου ΔΣΠ 90/2. Το Κοινοβούλιο ενέγραψε τα έσοδα από τον ΦΠΑ βάσει του συντελεστή 1,4 % που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως περί ιδίων πόρων. Στη συνέχεια ενέγραψε τους ιδίους πόρους από το ΑΕΠ μόνο σε σχέση με τη χρηματοδότηση της διορθωτικής καταβολής προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Τέλος, ενέγραψε στον προϋπολογισμό του 1990 ένα μόνο μέρος του υπολοίπου από το οικονομικό έτος 1989.
6 Το Συμβούλιο, όταν συνήλθε στις 25 και 26 Ιουνίου 1990, αποφάσισε να απορρίψει ρητά την ανωτέρω τροπολογία υπ' αριθ. 2 του Κοινοβουλίου, για τον λόγο ότι δεν επρόκειτο για τροπολογία κατά την έννοια του άρθρου 203 της Συνθήκης, αφού οι τροπολογίες κατά την έννοια του άρθρου αυτού αφορούν μόνο τις μη υποχρεωτικές δαπάνες και όχι την κατάσταση εσόδων. Το Συμβούλιο επανέφερε την κατάσταση εσόδων που περιελάμβανε το σχέδιο ΔΣΠ 90/2, όπως είχε διορθωθεί με δύο διορθωτικές επιστολές.
7 Στις 11 Ιουλίου 1990 το Κοινοβούλιο συζήτησε τις τροποποιήσεις που είχε επιφέρει το Συμβούλιο στο σχέδιο ΔΣΠ και κατόπιν αυτού ενέκρινε οριστικά τον διορθωτικό και συμπληρωματικό προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 1990 (στο εξής: ΔΣΠ 90/2), αφού πρώτα ενσωμάτωσε την προαναφερθείσα τροπολογία του υπ' αριθ. 2.
8 Στις 11 Ιουλίου 1990 ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την οριστική έγκριση του ΔΣΠ 90/2, πράγμα που γνωστοποίησε στο Συμβούλιο με έγγραφο της 12ης Ιουλίου 1990.
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
10 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον ζητείται από το Δικαστήριο αφενός να ακυρώσει τον ΔΣΠ 90/2, τον οποίο ενέκρινε το Κοινοβούλιο στις 11 Ιουλίου 1990, και αφετέρου να ορίσει ότι δεν θίγεται η νομιμότητα των πράξεων που διενεργήθηκαν σε εκτέλεση του προϋπολογισμού.
11 Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η οριστική έγκριση του ΔΣΠ 90/2 δεν αποτελεί πράξη κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως. Αναφερόμενο στο διατακτικό της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 1986 στην υπόθεση 34/86, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 2155), το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι προσφυγή ακυρώσεως μπορεί να ασκηθεί μόνο κατά της πράξεως του Κοινοβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1990, με την οποία διαπιστώθηκε η οριστική έγκριση του ΔΣΠ αυτού, και ότι συνεπώς το αίτημα του Συμβουλίου περί ακυρώσεως του ΔΣΠ αυτού είναι απαράδεκτο.
12 Επ' αυτού επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η ενδεχόμενη ακύρωση της πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου της 11ης Ιουλίου 1990, την οποία ζητεί το Συμβούλιο υποστηρίζοντας ότι ο ΔΣΠ 90/2 είναι παράτυπος, θα έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση του ΔΣΠ αυτού (βλ. σκέψη 46 της ανωτέρω αποφάσεως Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου).
13 Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να εξεταστεί το αίτημα του Συμβουλίου περί ακυρώσεως του ΔΣΠ 90/2 και συνεπώς δεν χρειάζεται να εξεταστεί ούτε η ένσταση απαραδέκτου που προτείνει συναφώς το Κοινοβούλιο.
14 Οι παρατηρήσεις του Κοινοβουλίου επί του αιτήματος της προσφυγής σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να διαταχθούν σε περίπτωση ακυρώσεως της πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου της 11ης Ιουλίου 1990 θα εξεταστούν μετά την εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας.
Επί της ουσίας
15 Προς στήριξη της προσφυγής του το Συμβούλιο προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι ο ΔΣΠ 90/2 είναι παράτυπος, αφενός βάσει του άρθρου 7 της αποφάσεως περί ιδίων πόρων και του άρθρου 32 του δημοσιονομικού κανονισμού, και αφετέρου από την άποψη των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου.
16 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, κατά το άρθρο 7 της αποφάσεως περί ιδίων πόρων και το άρθρο 32 του δημοσιονομικού κανονισμού, απαιτείται η μεταφορά στο οικονομικό έτος 1990 ολοκλήρου του πιστωτικού υπολοίπου από το οικονομικό έτος 1989 (στο εξής: κανόνας περί μεταφοράς του πλεονάσματος). Το Συμβούλιο θεωρεί ότι οι διατάξεις αυτές δεν αφήνουν κανένα περιθώριο επιλογής ως προς το ύψος του πλεονάσματος που πρέπει να μεταφερθεί στο επόμενο οικονομικό έτος και προσθέτει ότι, ενόψει της αρχής της ισοσκελίσεως του προϋπολογισμού, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 199, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, και ενόψει του γεγονότος ότι η μεταφορά αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα, ακόμη και αν δεν εγγράφονταν οι πόροι από το ΑΕΠ, πλεόνασμα εσόδων έναντι των πραγματικών δαπανών για το οικονομικό έτος 1990, έπρεπε να καθοριστεί χαμηλότερος ενιαίος συντελεστής για τους πόρους από τον ΦΠΑ απ' ό,τι στην περίπτωση της αυτόματης εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως περί ιδίων πόρων, την οποία επέλεξε το Κοινοβούλιο.
17 Προς αντίκρουση του επιχειρήματος αυτού, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει καταρχάς ότι από τη λογική του συστήματος του προϋπολογισμού, και ειδικότερα από συγκριτική ανάλυση των άρθρων 2 και 7 της αποφάσεως περί ιδίων πόρων και των αντίστοιχων άρθρων των προγενέστερων αποφάσεων, δηλαδή της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970 (JO L 94, σ. 19) και της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 1985 (ΕΕ L 128, σ. 15), προκύπτει ότι το πλεόνασμα εσόδων στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 7 της αποφάσεως αυτής μπορεί να προκύπτει μόνο από την τελευταία σε προτεραιότητα κατηγορία ιδίων πόρων, τους πόρους από το ΑΕΠ, και όχι από τους εξ ορισμού ιδίους πόρους, στους οποίους ανήκουν και οι πόροι από τον ΦΠΑ.
18 Η επιχειρηματολογία αυτή του Κοινοβουλίου δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
19 Το άρθρο 7 της αποφάσεως περί ιδίων πόρων δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ των εσόδων των Κοινοτήτων. Μολονότι κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, της προαναφερθείσας αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970 ο κανόνας περί μεταφοράς του πλεονάσματος ισχύει μόνο αφού εφαρμοστούν πλήρως οι διατάξεις της παραγράφου 1, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου αυτού, οι οποίες αφορούν τους πόρους από τον ΦΠΑ, η παράγραφος 5 αναφέρεται γενικά στο "ενδεχόμενο πλεόνασμα των εσόδων των Κοινοτήτων από τις συνολικές πραγματικές δαπάνες κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους" και δεν αναφέρεται σε καμία συγκεκριμένη κατηγορία πόρων ούτε σε κανένα ειδικό ποσό του πλεονάσματος. Εν πάση περιπτώσει, στους πόρους από τον ΦΠΑ δεν αναφέρονται ούτε το άρθρο 7 της αποφάσεως περί ιδίων πόρων ούτε το αντίστοιχο προς αυτό άρθρο 6 της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 1985.
20 Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο α, της αποφάσεως περί ιδίων πόρων, ο συντελεστής ΦΠΑ ισούται με τον συντελεστή που προκύπτει από την "εφαρμογή του 1,4 % στη βάση του ΦΠΑ για τα κράτη μέλη". Κατά το Κοινοβούλιο, αφού επομένως ο συντελεστής ΦΠΑ έχει καθοριστεί άπαξ διά παντός, οι πόροι από τον ΦΠΑ ανήκουν οριστικά στην Κοινότητα και συνεπώς δεν επιτρέπεται να επιστρέφονται.
21 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το πλεόνασμα από το οικονομικό έτος 1989 ήταν τόσο μεγάλο, ώστε κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 1990 αποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατη η ταυτόχρονη εφαρμογή του άρθρου 199, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, κατά το οποίο ο προϋπολογισμός πρέπει να είναι ισοσκελισμένος, του άρθρου 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως περί ιδίων πόρων, το οποίο καθορίζει τον συντελεστή ΦΠΑ σε 1,4 %, και του κανόνα που καθιερώνει το άρθρο 7 της αποφάσεως αυτής και ο οποίος επιβάλλει, όπως διασαφηνίζεται στο άρθρο 32 του δημοσιονομικού κανονισμού, τη μεταφορά του υπολοίπου του προϋπολογισμού στο επόμενο οικονομικό έτος. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι δύο πρώτοι κανόνες είναι ουσιώδεις και συνεπώς η εφαρμογή τους δεν επιτρέπεται να ματαιώνεται από την εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 7, ο οποίος έχει κυρίως τεχνικό χαρακτήρα.
22 Ούτε τα επιχειρήματα αυτά μπορούν να γίνουν δεκτά.
23 Καταρχάς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το ανωτέρω εκτιθέμενο στη σκέψη 21 πρόβλημα της ταυτόχρονης εφαρμογής των διατάξεων περί προϋπολογισμού πρέπει να επιλυθεί σύμφωνα με τις βασικές αρχές που διέπουν το σύστημα του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων.
24 Όσον αφορά το άρθρο 199, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, κανείς από τους διαδίκους δεν αμφισβητεί την υποχρέωση να εφαρμοστεί στον προϋπολογισμό του 1990 η αρχή του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.
25 Όσον αφορά την υποχρέωση εφαρμογής του κανόνα περί μεταφοράς του πλεονάσματος, από το γράμμα των άρθρων 7 της αποφάσεως περί ιδίων πόρων και 32 του δημοσιονομικού κανονισμού προκύπτει ότι το πλεόνασμα ενός οικονομικού έτους δεν μπορεί να μεταφερθεί παρά μόνο στο επόμενο οικονομικό έτος.
26 Ο κανόνας αυτός εκφράζει δύο θεμελιώδεις αρχές του προϋπολογισμού, την αρχή ότι ο προϋπολογισμός είναι ετήσιος και την αρχή ότι το προϋπολογισμός είναι ενιαίος. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, οι οποίες διακηρύσσονται στο πρώτο εδάφιο των άρθρων 199 και 202 της Συνθήκης αντίστοιχα, όλα τα έσοδα που διαθέτει η Κοινότητα για ορισμένο οικονομικό έτος πρέπει να εγγράφονται στον προϋπολογισμό του έτους αυτού.
27 Κατά συνέπεια, η μη μεταφορά ενός μέρους του πιστωτικού υπολοίπου συγκεκριμένου οικονομικού έτους στο επόμενο οικονομικό έτος, δηλαδή η λύση που επέλεξε το Κοινοβούλιο και υποστηρίζει η Επιτροπή, έχει ως συνέπεια ότι στον προϋπολογισμό του τελευταίου αυτού οικονομικού έτους δεν εμφαίνονται όλα τα έσοδα που διαθέτει η Κοινότητα για το συγκεκριμένο αυτό έτος και συνεπώς αντιβαίνει προς τις προαναφερθείσες αρχές.
28 Όσον αφορά την υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως περί ιδίων πόρων, το οποίο καθορίζει τον συντελεστή ΦΠΑ σε 1,4 %, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τους σκοπούς της αποφάσεως αυτής.
29 Επ' αυτού πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι η απόφαση περί ιδίων πόρων, όπως και οι προϊσχύσασες αποφάσεις, αφορούν και οι τρεις, όπως διασαφήνισε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 31 έως 34 των προτάσεών του, την περίπτωση ανεπάρκειας των υφισταμένων εσόδων. Για την αντιμετώπιση ακριβώς του προβλήματος αυτού η απόφαση περί ιδίων πόρων, στη δεύτερη και δέκατη αιτιολογική σκέψη της οποίας αναφέρεται ότι το όριο του 1,4 % για τον συντελεστή ΦΠΑ δεν αρκούσε πλέον για την κάλυψη των προβλεπομένων δαπανών της Κοινότητας, προέβλεψε μια νέα κατηγορία πόρων, οι οποίοι αποτελούν το προϊόν της εφαρμογής ενός ενιαίου συντελεστή επί του ΑΕΠ και των οποίων το ύψος μπορεί να ποικίλλει σε συνάρτηση με την ανάγκη ισοσκελίσεως του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες, σύμφωνα με το άρθρο 199, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
30 Στη συνέχεια πρέπει να τονιστεί ότι από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως περί ιδίων πόρων προκύπτει ότι "η Κοινότητα πρέπει να διαθέτει σταθερά και εγγυημένα έσοδα τα οποία θα της επιτρέπουν την εξυγίανση της σημερινής κατάστασης και την υλοποίηση των κοινών πολιτικών" και ότι "τα έσοδα αυτά πρέπει να βασίζονται στις δαπάνες οι οποίες έχουν κριθεί αναγκαίες για τον σκοπό αυτό (...)".
31 Κατά συνέπεια, εφόσον εδώ πρόκειται για το πλεόνασμα εσόδων το οποίο, μεταφερόμενο στον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 1990, δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση προς τις δαπάνες οι οποίες έχουν κριθεί αναγκαίες για το οικονομικό αυτό έτος, αλλά προκύπτει από την υποχρεωτική εφαρμογή του κανόνα περί μεταφοράς του πλεονάσματος, δεν αντιβαίνουν προς τους σκοπούς της αποφάσεως περί ιδίων πόρων, δεδομένου ότι πρόκειται για εξαιρετική περίπτωση και σκοπός είναι η τήρηση της αρχής της ισοσκελίσεως του προϋπολογισμού, ο καθορισμός του συντελεστή ΦΠΑ σε ποσοστό χαμηλότερο από το 1,4 % το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως αυτής και η εγγραφή συνεπώς των πόρων από τον ΦΠΑ κατά το μέτρο μόνο που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των δαπανών που προβλέπονται για το οικονομικό αυτό έτος.
32 Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ορθώς το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι ο ΔΣΠ 90/2 είναι παράτυπος σε σχέση με τα άρθρα 7 της αποφάσεως περί ιδίων πόρων και 32 του δημοσιονομικού κανονισμού, αφού δεν μεταφέρει στα έσοδα του προϋπολογισμού του 1990 παρά μόνο ένα μέρος του πλεονάσματος του προηγούμενου οικονομικού έτους.
33 Κατά συνέπεια, πρέπει, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί ο άλλος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει το Συμβούλιο, να ακυρωθεί, λόγω της παρατυπίας του ΔΣΠ 90/2 που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, η πράξη με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την οριστική έγκριση του ΔΣΠ αυτού και να γίνει δεκτό ότι η ακύρωση αυτή καθιστά ανίσχυρο τον ΔΣΠ 90/2.
Επί των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως
34 Με το δικόγραφο της προσφυγής το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να ορίσει ότι η ακύρωση της πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου δεν θίγει τη νομιμότητα ούτε των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν ούτε των υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν ούτε των πράξεων βεβαιώσεως και εισπράξεως ιδίων πόρων που διενεργήθηκαν πριν από το τέλος του οικονομικού έτους 1990.
35 Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το Συμβούλιο δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητεί ταυτόχρονα την ακύρωση της πράξεως αυτής και την πλήρη διατήρηση των αποτελεσμάτων της, πράγμα που σημαίνει ότι ένα από τα δύο αυτά αιτήματα είναι απαράδεκτο.
36 Η άποψη αυτή πρέπει να απορριφθεί. Επ' αυτού πρέπει να τονιστεί ότι στο Δικαστήριο εναπόκειται να καθορίζει τις συνέπειες της ακυρώσεως, χωρίς να δεσμεύεται από τις σχετικές προτάσεις των διαδίκων, και ότι, εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο έχει έννομο συμφέρον να ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας, ακόμη και αν διατηρηθούν πλήρως τα αποτελέσματα της ακυρουμένης πράξεως.
37 Δεδομένου ότι η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου ακυρώνεται μετά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, το Δικαστήριο θεωρεί ότι για σοβαρούς λόγους, αναγόμενους στην ασφάλεια δικαίου και στην ανάγκη διασφαλίσεως της συνεχίσεως της λειτουργίας των κοινοτικών υπηρεσιών, επιβάλλεται να μη θίξει η ακύρωση της πράξεως αυτής τη νομιμότητα ούτε των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν ούτε των υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν ούτε των πράξεων βεβαιώσεως και εισπράξεως ιδίων πόρων που διενεργήθηκαν πριν από τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Το Συμβούλιο δεν ζήτησε να καταδικαστεί το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα έξοδά του. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, η παρεμβαίνουσα θα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την πράξη του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1990, με την οποία διαπιστώθηκε η οριστική έγκριση του διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού αριθ. 2 των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 1990.
2) Η ακύρωση της ανωτέρω πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1990, δεν θίγει τη νομιμότητα ούτε των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν και των υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν ούτε των πράξεων βεβαιώσεως και εισπράξεως ιδίων πόρων που διενεργήθηκαν πριν από τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, σε εκτέλεση του διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού αριθ. 2, όπως αυτός δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
3) Κάθε διάδικος, περιλαμβανομένης και της παρεμβαίνουσας, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy