Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κρατικές ενισχύσεις - Απόφαση της Επιτροπής εξαρτώσα από προϋποθέσεις την έγκριση χορηγήσεως ενισχύσεως σε επιχείρηση - Μεταγενέστερη καταβολή στην ίδια επιχείρηση πρόσθετης ενισχύσεως, η οποία υπερβαίνει τα όρια της εγκρίσεως - Διαδικαστικές δυνατότητες που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 93 PAR 2 της Συνθήκης - Προσφυγή στο Δικαστήριο βάσει του δευτέρου εδαφίου ή κίνηση διαδικασίας ελέγχου βάσει του πρώτου εδαφίου - Παράνομος χαρακτήρας αποφάσεως που έχει εκδοθεί χωρίς να προηγηθεί η διαδικασία του άρθρου 93 PAR 2, εδ. 1, και με την οποία διαπιστώνεται ότι η πρόσθετη ενίσχυση δεν συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά και αξιώνεται η αναζήτησή της
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 93 PAR 2, εδ. 1 και 2)
Περίληψη
Η απόφαση της Επιτροπής η οποία διαπιστώνει ότι ενίσχυση που χορήγησε κράτος μέλος σε επιχείρηση είναι παράνομη, διότι χορηγήθηκε κατά παράβαση προηγουμένης αποφάσεως που ενέκρινε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ορισμένες ενισχύσεις προς την ίδια επιχείρηση, και η οποία απαιτεί την αναζήτησή της πρέπει να ακυρωθεί, εφόσον εκδόθηκε χωρίς να εφαρμοστεί η διαδικασία του άρθρου 93 PAR 2, εδ. 2.
Πράγματι, η Επιτροπή, ενόψει τέτοιας καταστάσεως, έπρεπε είτε να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 93 PAR 2, εδ. 2, της Συνθήκης, εφόσον έκρινε ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενήργησε χωρίς να τηρήσει ορισμένους όρους τους οποίους του επέβαλλε προηγούμενη απόφασή της, είτε να κινήσει την ειδική διαδικασία ελέγχου του άρθρου 93 PAR 2, εδ. 1, εφόσον έκρινε ότι επρόκειτο για καταβολή νέων ενισχύσεων, οι οποίες δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως κατά τη διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της προηγούμενης αποφάσεώς της.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-294/90,
British Aerospace plc, εταιρία αγγλικού δικαίου με έδρα το Λονδίνο,
Rover Group Holdings plc, εταιρία αγγλικού δικαίου με έδρα το Λονδίνο,
εκπροσωπούμενες από τους Jeremy Lever, QC, και K. P. E. Lasok, barrister, κατ' εντολή των D. F. Hall και J. E. Flynn, solicitors, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Freddy Brausch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Thomas F. Cusack, νομικό σύμβουλο, και τον Michel Nolin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 1990, κατά το μέτρο που απαιτεί από το Ηνωμένο Βασίλειο να αναζητήσει ποσό 44,4 εκατομμυρίων λιρών στερλινών (UK ), θεωρώντας το ως κρατική ενίσχυση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, R. Joliet, F. A. Schockweiler, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco, M. Zuleeg και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J.-G. Giraud
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Σεπτεμβρίου 1990, η British Aerospace Public Limited Company (στο εξής: BΑe) και η Rover Group Holdings plc (στο εξής: RG) ζητούν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 1990 (ΕΕ 1991, C 21, σ. 2), κατά το μέτρο που απαιτεί από το Ηνωμένο Βασίλειο να
αναζητήσει ποσό 44,4 εκατομμυρίων UK θεωρώντας το ως κρατική ενίσχυση.
2 Στις αιτιολογικές σκέψεις της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει μια προηγούμενη απόφαση, την 89/58/ΕΟΚ, της 13ης Ιουλίου 1988, που αφορά τις ενισχύσεις που χορήγησε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στον όμιλο Rover, επιχείρηση που παράγει αυτοκίνητα οχήματα (ΕΕ L 25, σ. 92). Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή ενέκρινε ενίσχυση υπό μορφή εισφοράς κεφαλαίου για τη διαγραφή ορισμένων χρεών του ομίλου RG, στο πλαίσιο της εξαγοράς της εν λόγω επιχειρήσεως από την BAe, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων,
- ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα μεταβάλει τους προτεινομένους όρους πωλήσεως και, ειδικότερα, αυτούς που προβλέπουν ότι η τιμή αγοράς που θα καταβάλει η BAe θα ανέρχεται σε 150 εκατομμύρια UK και ότι η BAe θα βαρύνεται στο μέλλον με όλες τις δαπάνες αναδιαρθρώσεως
- ότι η Κυβέρνηση δεν θα παράσχει στην RG περαιτέρω ενισχύσεις υπό μορφή εισφοράς κεφαλαίου ή οποιαδήποτε άλλη μορφή ενισχύσεως στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας, με εξαίρεση περιορισμένη περιφερειακή επιδότηση.
3 Κατόπιν της δημοσιεύσεως, τον Νοέμβριο του 1989, εκθέσεως και απορρήτου μνημονίου του Controller and Auditor General of the United Kingdom National Audit Office, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είχε παραχωρήσει στις BAe και RG ορισμένα οικονομικά οφέλη τα οποία δεν προβλέπονταν στην απόφαση 89/58.
4 Εκτιμώντας ότι οι πρόσθετες αυτές παραχωρήσεις συνιστούσαν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης και ότι ήταν ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, δεδομένου ότι είχαν χορηγηθεί κατά παράβαση του άρθρου 1 της αποφάσεως 89/58, η Επιτροπή θέσπισε την προσβαλλομένη πράξη, με την οποία αποφάσισε
"ότι η πρόσθετη ενίσχυση των 44,4 εκατομμυρίων UK που χορηγήθηκε προς την ΒΑe στο πλαίσιο της πωλήσεως της RG αποτελεί παράνομη ενίσχυση που καταβλήθηκε κατά παράβαση της απόφασης 89/58/ΕΟΚ και ότι οι αρχές της χώρας σας (οι βρετανικές αρχές) πρέπει να πάρουν πίσω αυτό το ποσό από εκείνους στους οποίους πληρώθηκε (δηλαδή το ποσό των 9,5 εκατομμυρίων UK προς κάλυψη του κόστους αγοράς του μειοψηφούντος μεριδίου μετοχών και το όφελος των 33,4 εκατομμυρίων UK που είχε η BΑe ως αποτέλεσμα της αναβολής της πληρωμής του τιμήματος αγοράς) καθώς και το ποσό του 1,5 εκατομμυρίου UK από την RG (που το έλαβε για κάλυψη του κόστους των σχετικών με την πώληση συμβουλών που προήλθαν από εξωτερικούς συμβούλους)".
5 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η διεξαγωγή της διαδικασίας καθώς και οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6 Οι προσφεύγουσες επικαλούνται παράβαση των διατάξεων των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, εσφαλμένο υπολογισμό του ποσού που πρέπει να αναζητηθεί, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας.
7 Κατά πρώτο λόγο, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, αν η Επιτροπή θεωρούσε ότι τα οφέλη που παραχωρήθηκαν στην ΒΑe και την RG συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, θα έπρεπε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της
Συνθήκης και να δώσει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αρνηθεί τον αυτοτελή χαρακτήρα της επίδικης αποφάσεως σε σχέση με την απόφαση 89/58, δεδομένου ότι με την απόφαση αυτή χαρακτηρίζει τα επίδικα οφέλη ως κρατικές ενισχύσεις, διαπιστώνει ότι είναι ασυμβίβαστα προς την κοινή αγορά, προβαίνει δε σε υπολογισμό του ποσού στο οποίο ανέρχονται και διατάσσει την αναζήτησή του.
8 Η Επιτροπή αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό, διατεινόμενη ότι η επίδικη απόφαση δεν έχει αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με την προπαρατεθείσα απόφαση 89/58, η οποία όρισε ένα σύνολο προϋποθέσεων στις οποίες υπέκειτο η έγκριση των ενισχύσεων τις οποίες κοινοποίησε τότε το Ηνωμένο Βασίλειο, και ότι η εν λόγω απόφαση ήταν άμεσα εκτελεστή.
9 Για την εξέταση του βασίμου αυτού του λόγου, πρέπει να υπενθυμιστεί το σύστημα που θεσπίζει το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης και οι εξουσίες της Επιτροπής δυνάμει αυτής της διατάξεως.
10 Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι το άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο 1, αναθέτει στην Επιτροπή την ευθύνη να θέσει σε εφαρμογή, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, μια ειδική διαδικασία για τη διαρκή εξέταση και τον διαρκή έλεγχο των ενισχύσεων τις οποίες προτίθενται να θεσπίσουν τα κράτη μέλη (βλ. απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, υπόθεση C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-307). Η ενδεχόμενη αναγνώριση του ασυμβιβάστου ενισχύσεως προς την κοινή αγορά δεν μπορεί να επέλθει παρά στο τέλος αυτής της διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας η Επιτροπή έχει κυρίως την υποχρέωση να τάξει στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
11 Αν το κράτος δεν συμμορφωθεί με απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα το ασυμβίβαστο των σχεδιασθεισών ενισχύσεων ή δεν τηρήσει τους όρους από τους οποίους η Επιτροπή εξήρτησε την απόφαση εγκρίσεως αυτών των ενισχύσεων, η τελευταία μπορεί, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, κατά παρέκκλιση των άρθρων 169 και 170 της Συνθήκης.
12 Από τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν προηγουμένως προκύπτει ότι, στην περίπτωση που η Επιτροπή θεωρούσε ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν είχε τηρήσει ορισμένους όρους από τους οποίους εξηρτάτο η απόφαση 89/58, θα έπρεπε, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, να ασκήσει απευθείας στο Δικαστήριο προσφυγή κατά του Ηνωμένου Βασιλείου.
13 Στην περίπτωση που εκτιμούσε ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είχε προβεί στη χορήγηση νέων ενισχύσεων που δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση 89/58, η Επιτροπή υποχρεούνταν να κινήσει την ειδική διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και να τάξει στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
14 Αληθεύει ότι το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1991, C-261/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-4437, σκέψη 20), ότι, όταν η Επιτροπή εξετάζει αν μια κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση που ήδη εκτιμήθηκε με προηγουμένη απόφαση, καθώς και οι υποχρεώσεις που η προηγουμένη αυτή απόφαση ενδεχομένως επέβαλε σε ένα κράτος μέλος. Μια τέτοια εξέταση
πάντως πρέπει να γίνεται τηρουμένων των διαδικασιών που προβλέπει η Συνθήκη.
15 Υπό τις συνθήκες αυτές, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξετάσεως των άλλων λόγων, πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 1990, κατά το μέτρο που απαιτεί από το Ηνωμένο Βασίλειο να αναζητήσει ποσό 44,4 εκατομμυρίων UK , θεωρώντας το ως κρατική ενίσχυση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
16 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 1990, κατά το μέτρο που απαιτεί από το Ηνωμένο Βασίλειο να αναζητήσει ποσό 44,4 εκατομμυρίων λιρών στερλινών, θεωρώντας το ως κρατική ενίσχυση.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy