Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Συνθήκη ΕΟΚ * 'Αρθρο 235 * 'Εκταση εφαρμογής
2. Πράξεις των οργάνων * Επιλογή της νομικής βάσεως * Κριτήρια
3. Κοινοτικό δίκαιο * Αρχές * 'Ιση μεταχείριση * Διάκριση λόγω ιθαγένειας * Απαγορεύεται * Πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση * Συνέπειες * Δικαίωμα εισόδου και διαμονής υπηκόου άλλου κράτους μέλους ο οποίος έχει γίνει δεκτός να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως * Οδηγία 90/366 σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών * Νομική βάση * 'Αρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 7, εδάφιο 2, άρθρα 128 και 235 οδηγία 90/366 του Συμβουλίου)
4. Προσφυγή ακυρώσεως * Ακυρωτική απόφαση * Αποτελέσματα * Περιορισμός από το Δικαστήριο * Οδηγίες
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 174, εδάφιο 2)
Περίληψη
1. Από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 235 της Συνθήκης προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση του άρθρου αυτού ως νομικής βάσεως μιας πράξεως δικαιολογείται μόνον όταν καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα την απαραίτητη αρμοδιότητα για την έκδοση της πράξεως αυτής.
2. Στο πλαίσιο του συστήματος αρμοδιοτήτων της Κοινότητας, η επιλογή της νομικής βάσεως μιας πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία αντικειμενικά και δεκτικά δικαστικού ελέγχου. Μεταξύ των στοιχείων αυτών είναι ιδίως ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως.
3. Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά τους όρους προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία απορρέει από τα άρθρα 7 και 128 της Συνθήκης ΕΟΚ, συνεπάγεται ότι στον υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος έχει γίνει δεκτός να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να χορηγείται προς τούτο δικαίωμα διαμονής για τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως.
Αποσκοπώντας στο να κατοχυρώσει και να οργανώσει το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών υπηκόων κράτους μέλους, η οδηγία 90/366 θεσπίζει, εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, και συγκεκριμένα στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, μια ρύθμιση η οποία απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, σύμφωνα με το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
Εν όψει του περιεχομένου της οδηγίας και λαμβανομένου υπόψη ότι οι πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης δεν πρέπει να περιορίζονται αναγκαίως στη ρύθμιση των δικαιωμάτων που πηγάζουν από το πρώτο εδάφιο του ιδίου άρθρου, αλλά μπορούν να έχουν εξίσου ως αντικείμενο ζητήματα των οποίων η ρύθμιση είναι αναγκαία για να μπορεί η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών να καταστεί αποτελεσματική, το Συμβούλιο είχε αρμοδιότητα να εκδώσει την οδηγία 90/366 δυνάμει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 235 και, επομένως, η οδηγία πρέπει να ακυρωθεί.
4. Η άνευ όρων ακύρωση της οδηγίας 90/366 σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών μπορεί να παρεμποδίσει την άσκηση δικαιώματος που απορρέει από τη Συνθήκη, ήτοι του δικαιώματος διαμονής των σπουδαστών προς τον σκοπό επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Επιπλέον, το ουσιώδες κανονιστικό περιεχόμενο της οδηγίας, της οποίας η προθεσμία θέσεως σε ισχύ από τα κράτη μέλη έχει ήδη εκπνεύσει, δεν αμφισβητείται ούτε από τα θεσμικά όργανα ούτε από τα κράτη μέλη. Υπό τις συνθήκες αυτές, σοβαροί λόγοι ασφάλειας δικαίου, συγκρίσιμοι προς αυτούς που συντρέχουν σε περίπτωση ακυρώσεως ορισμένων κανονισμών, δικαιολογούν την άσκηση από το Δικαστήριο της εξουσίας που του παρέχει ρητώς το άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ σε περίπτωση ακυρώσεως ενός κανονισμού και την προσωρινή διατήρηση όλων των αποτελεσμάτων της ακυρουμένης οδηγίας μέχρις ότου αντικατασταθεί με νέα οδηγία, που θα εκδοθεί με την κατάλληλη νομική βάση.
P/t/PL
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-295/90,
Eυρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Jorge Campinos, jurisconsultus του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επικουρούμενο από τους Roland Bieber, νομικό σύμβουλο, και Kieran Bradley, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον C. W. A. Timmermans, αναπληρωτή γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και την Denise Sorasio, νομικό συμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τον Arthur Alan Dashwood, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τη Jill Aussant, κυρία υπάλληλο διοικήσεως στην ίδια υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, Διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer, Kirchberg,
καθού,
υποστηριζομένου από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον J. E. G. Vaux, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από τους Richard Plender και Derrick Wyatt, barristers, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
και το
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους J. W. de Zwann και T. Heukels, αναπληρωτές νομικούς συμβούλους στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία των Κάτω Χωρών, 5, rue C. M. Spoo,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της οδηγίας 90/366/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 180, σ. 30),
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. A. Schockweiler και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco, M. Zuleeg και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαρτίου 1992, κατά την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκπροσώπησε ο F. Vainker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας του,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Μαΐου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Σεπτεμβρίου 1990, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε την ακύρωση της οδηγίας 90/366/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 180, σ. 30).
2 Η οδηγία αυτή έχει ως νομική βάση το άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΟΚ, ενώ η Επιτροπή είχε προτείνει ως βάση το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο.
3 Προς στήριξη της προσφυγής του το Κοινοβούλιο επικαλείται τρεις λόγους.
4 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κυρίως, ότι το Συμβούλιο, παραλείποντας να επιλέξει την κατάλληλη νομική βάση, ήτοι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, δεν έλαβε υπόψη τις προνομίες του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας, διότι η διάταξη αυτή προβλέπει τη συμμετοχή του εν λόγω θεσμικού οργάνου κατά τη διαδικασία της συνεργασίας, ενώ το άρθρο 235 προϋποθέτει μόνο τη διαβούλευσή του.
5 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι το Συμβούλιο δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη χρησιμοποίηση του άρθρου 235 και ότι στέρησε έτσι το Κοινοβούλιο από τη δυνατότητα να εξετάσει αν οι προνομίες του στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας έγιναν σεβαστές.
6 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, επικουρικότερα, ότι το Συμβούλιο θα έπρεπε να αιτιολογήσει την άρνησή του να δεχθεί ορισμένες τροποποιήσεις που πρότεινε το Κοινοβούλιο.
7 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλάμβανονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
8 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι η νομολογία του Δικαστηρίου εξαρτά το δικαίωμα προσφυγής του Κοινοβουλίου από διαφωνία της Επιτροπής με τη νομική άποψη του Κοινοβουλίου ως προς τις προνομίες του τελευταίου, προϋπόθεση η oποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
9 Το επιχείρημα αυτό, το οποίο η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προσπαθεί να θεμελιώσει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 1990, C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-2041), δεν μπορεί να γίνει δεκτό. 'Οπως προκύπτει από τη σκέψη 27 της αποφάσεως αυτής, το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως που ασκεί το Κοινοβούλιο εξαρτάται μόνο από την προϋπόθεση ότι η προσφυγή αυτή αποσκοπεί αποκλειστικά στη διαφύλαξη των προνομιών του και στηρίζεται μόνο σε λόγους που αντλούνται από την προσβολή αυτών.
10 Επομένως, η παρούσα προσφυγή, η οποία πληροί την προϋπόθεση αυτή, πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
Επί της νομικής βάσεως
11 Πρέπει να υπομνησθεί προκαταρκτικώς ότι, όπως διαπίστωσε ήδη το Δικαστήριο, από το γράμμα του άρθρου 235 προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση του άρθρου αυτού ως νομικής βάσεως μιας πράξεως δικαιολογείται μόνον όταν καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα την απαραίτητη αρμοδιότητα για την έκδοση της πράξεως αυτής (βλ., κατά κύριο λόγο, την απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 1493, σκέψη 13).
12 Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο να εκδώσει την επίδικη οδηγία βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, όπως υποστήριξαν το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και, κατά τη συνεδρίαση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία μετέβαλε την αρχική της θέση κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-357/89, Raulin (Συλλογή 1992, σ. Ι-0000).
13 Κατά πάγια έκτοτε νομολογία, στο πλαίσιο του συστήματος αρμοδιοτήτων της Κοινότητας, η επιλογή της νομικής βάσεως μιας πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία αντικειμενικά και δεκτικά δικαστικού ελέγχου. Μεταξύ των στοιχείων αυτών είναι ιδίως ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως (βλ. ιδίως την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991, C-300/89, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. Ι-2867, σκέψη 10).
14 Η προσβαλλομένη οδηγία αποσκοπεί στο να θεσπίσει και να οργανώσει το δικαίωμα διαμονής, περιοριζόμενο στη διάρκεια της εκπαιδεύσεως, των σπουδαστών υπηκόων κράτους μέλους καθώς και του συζύγου και των συντηρουμένων τέκνων τους. Οι δικαιούχοι πρέπει μόνο να αποδείξουν με κάθε μέσον ότι είναι εγγεγραμμένοι σε αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα προκειμένου να παρακολουθήσουν, κατά κύρια απασχόληση, κύκλο επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ότι έχουν υγειονομική ασφάλιση και ότι δεν θα επιβαρύνουν τo σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους υποδοχής. Λαμβάνουν από το κράτος υποδοχής ένα έγγραφο διαμονής, η μέγιστη ισχύς του οποίου είναι ένα έτος, δυναμένη να ανανεωθεί. Εξαίρεση από τις διατάξεις της οδηγίας μπορεί να προβλεφθεί μόνο για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας. Η οδηγία αυτή δεν παρέχει δικαίωμα σε υποτροφίες με τις οποίες σκοπείται η κάλυψη των εξόδων διατροφής των δικαιούχων εις βάρος του κράτους υποδοχής.
15 'Οπως τόνισε το Δικαστήριο στη σκέψη 34 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Raulin, το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση αναφέρεται όχι μόνο στους όρους που επιβάλλονται από το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα, όπως π.χ. τα έξοδα εγγραφής, αλλά και σε κάθε μέτρο που είναι δυνατό να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Είναι πρόδηλο ότι ένας σπουδαστής ο οποίος έχει γίνει δεκτός να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως κινδυνεύει να μην μπορεί να παρακολουθήσει τα μαθήματα, αν δεν έχει δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος εντός του οποίου διεξάγονται τα μαθήματα αυτά. Συνεπώς, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά τους όρους προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία απορρέει από τα άρθρα 7 και 128 της Συνθήκης ΕΟΚ, συνεπάγεται ότι στον υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος έχει γίνει δεκτός να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να χορηγείται προς τούτο δικαίωμα διαμονής για τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως.
16 Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η επίδικη οδηγία θεσπίζει, εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, και συγκεκριμένα στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο της 128, μια ρύθμιση η οποία απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, σύμφωνα με το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο.
17 Το Συμβούλιο και η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκαν ωστόσο κατά τη σύνεδρίαση ότι η επίδικη οδηγία απένειμε στους σπουδαστές δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας ανάλογο προς αυτό των διακινουμένων εργαζομένων, το οποίο βαίνει πέραν του δικαιώματος διαμονής προς τον σκοπό της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και ότι, κατά συνέπεια, ο σκοπός και το περιεχόμενο της οδηγίας υπερέβαιναν το πλαίσιο του άρθρου 7 της Συνθήκης και απαιτούσαν επομένως τη χρησιμοποίηση του άρθρου 235 ως νομικής βάσεως.
18 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η γενική αρχή του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, μπορεί να εφαρμοστεί μόνο υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της Συνθήκης (βλ. ιδίως την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1977, 8/77, Sagulo, Rec. 1977, σ. 1495, σκέψη 11) και ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, αποσκοπεί στο να επιτρέψει στο Συμβούλιο να θεσπίσει, βάσει των υφισταμένων δικαιωμάτων και συμφερόντων, τις αναγκαίες διατάξεις για την πραγματική κατάργηση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας στους τομείς όπου η αρμοδιότητά του δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε μια από τις ειδικές διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν τα διάφορα πεδία εφαρμογής της Συνθήκης. Εντούτοις, οι πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης δεν πρέπει να περιορίζονται αναγκαίως στη ρύθμιση των δικαιωμάτων που πηγάζουν από το πρώτο εδάφιο του ιδίου άρθρου, αλλά μπορούν να έχουν εξίσου ως αντικείμενο ζητήματα των οποίων η ρύθμιση είναι αναγκαία για να μπορεί η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών να καταστεί αποτελεσματική.
19 Διαπιστώνεται, εν συνεχεία, ότι τα διάφορα στοιχεία της επίδικης οδηγίας συνδέονται με την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος διαμονής των σπουδαστών προς τον σκοπό της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ιδίως ότι το δικαίωμα διαμονής που απονέμεται στον σύζυγο και στα συντηρούμενα τέκνα εμφανίζεται ως αναγκαίο στοιχείο για την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος διαμονής του σπουδαστή, όπως τονίζεται ρητώς στην όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
20 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι το Συμβούλιο είχε αρμοδιότητα να εκδώσει την επίδικη οδηγία βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 235.
21 Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση των επικουρικών λόγω που προέβαλε το Κοινοβούλιο και η προσβαλλομένη οδηγία πρέπει να ακυρωθεί.
Ως προς τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως
22 Η Επιτροπή και οι Κυβερνήσεις του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου ζήτησαν από το Δικαστήριο να περιορίσει τα αποτελέσματα μιας ενδεχομένης ακυρώσεως της οδηγίας. Το Κοινοβούλιο επισήμανε ρητώς ότι δεν επρόκειτο να υποβάλει ένσταση κατά του περιορισμού αυτού.
23 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, πρώτον, η άνευ όρων ακύρωση της προσβαλλομένης οδηγίας μπορεί να παρεμποδίσει την άσκηση δικαιώματος που απορρέει από τη Συνθήκη, ήτοι του δικαιώματος διαμονής των σπουδαστών προς τον σκοπό επαγγελματικής καταρτίσεως.
24 Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προσκόμισαν στο Δικαστήριο όλοι οι διάδικοι, το ουσιώδες κανονιστικό περιεχόμενο της οδηγίας δεν αμφισβητείται ούτε από τα θεσμικά όργανα ούτε από τα κράτη μέλη.
25 Τέλος, πρέπει ομοίως να ληφθεί υπόψη ότι η προθεσμία θέσεως σε ισχύ από τα κράτη μέλη των αναγκαίων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για τη συμμόρφωση προς την οδηγία, την οποία προβλέπει το άρθρο 6, εξέπνευσε στις 30 Ιουνίου 1992.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, σοβαροί λόγοι ασφάλειας δικαίου, συγκρίσιμοι προς αυτούς που συντρέχουν σε περίπτωση ακυρώσεως ορισμένων κανονισμών, δικαιολογούν την άσκηση από το Δικαστήριο της εξουσίας που του παρέχει ρητώς το άρθρο 174, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ σε περίπτωση ακυρώσεως ενός κανονισμού και επιτρέπουν στο Δικαστήριο να προσδιορίσει εκείνα τα αποτελέσματα της επίδικης οδηγίας που πρέπει να διατηρήσουν την ισχύ τους.
27 Υπό τις ειδικές συνθήκες της υπό κρίση περιπτώσεως, πρέπει να διατηρηθεί προσωρινώς σε ισχύ το σύνολο των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας οδηγίας, μέχρις ότου το Συμβούλιο την αντικαταστήσει με νέα οδηγία που θα εκδοθεί με την κατάλληλη νομική βάση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατ' εφαρμογή της παραγράφου 4, πρώτο εδάφιο, του ιδίου αυτού άρθρου, η Επιτροπή και οι Κυβερνήσεις του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίες παρενέβησαν στη διαδικασία, φέρουν τα δικά τους έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την οδηγία 90/366/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών.
2) Τα αποτελέσματα της οδηγίας διατηρούνται σε ισχύ μέχρις εκδόσεως) οδηγίας στηριζομένης στην κατάλληλη νομική βάση.
3) Καταδικάζει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
4) Η Επιτροπή καθώς και η Βρετανική και Ολλανδική Κυβέρνηση φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy