ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-296/90 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
1.
Ο τομέας των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στον κλάδο της αρχιτεκτονικής ρυθμίζεται, σε κοινοτικό επίπεδο, από τις ακόλουθες οδηγίες:
α)
την οδηγία 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( ΕΕ L 223, σ. 15)·
β)
την οδηγία 85/614/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση, λόγω της προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( ΕΕ L 376, σ. 1 )·
γ)
την οδηγία 86/17/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1986, για την τροποποίηση, λόγω της προσχώρησης της Πορτογαλίας, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( ΕΕ L 27, p.71).
2.
Η πρώτη οδηγία έχει ως σκοπό να διευκολύνει την πρόσβαση στις δραστηριότητες στον τομέα της αρχιτεκτονικής τόσο των ελευθέρων επαγγελματιών όσο και των μισθωτών και, όσον αφορά τους πρώτους, τόσο με την ελεύθερη εγκατάσταση όσο και με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
3.
Η εν λόγω οδηγία περιλαμβάνει ειδικότερα διατάξεις για την εναρμόνιση της εκπαιδεύσεως των αρχιτεκτόνων, έναν κατάλογο των πτυχίων που αποτελούν αντικείμενο αμοιβαίας αναγνωρίσεως για την πρόσβαση στις δραστηριότητες του τομέα καθώς και άλλες διατάξεις που αποβλέπουν στο να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών άλλων κρατών μελών.
4.
Η δεύτερη και η τρίτη οδηγία συμπληρώνουν την πρώτη ώστε να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας με την ένδειξη των ισπανικών και πορτογαλικών πτυχίων.
5.
Οι τρεις αυτές οδηγίες έπρεπε να τεθούν σε ισχύ στα κράτη μέλη το αργότερο μέχρι τις 5 Αυγούστου 1987 και συνεπάγονταν την υποχρέωση για τα κράτη μέλη να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που θα ελάμβαναν προς τούτο. Για τη μεταφορά του άρθρου 22 της πρώτης οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη διέθεταν συμπληρωματική προθεσμία ενός έτους, η οποία έληξε στις 5 Αυγούστου 1988.
II — Πραγματικά περιστατικά
6.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 85/384, οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή, με τα τηλετυπήματα 164 της 17ης Μαρτίου 1987 και 344 της 16ης Ιουνίου, έναν κατάλογο πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων εκπαιδεύσεως που χορηγούνται στο ιταλικό έδαφος και πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας, καθώς και τον κατάλογο των ινστιτούτων ή αρχών που τα χορηγούν.
7.
Στις 31 Δεκεμβρίου 1988, η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει από την Ιταλική Κυβέρνηση καμία άλλη ικανοποίηση σχετικά με τις διατάξεις μεταφοράς των επίμαχων οδηγιών στο ιταλικό δίκαιο και μη διαθέτοντας άλλες πληροφορίες που να της επιτρέπουν να συναγάγει ότι η Ιταλία είχε εκπληρώσει την υποχρέωση της να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα, ζήτησε από την κυβέρνηση αυτί], σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Η επιστολή αυτή έμεινε χωρίς απάντηση. Ακολούθησε αιτιολογημένη γνώμη στις 22 Ιανουαρίου 1990. Και αυτή έμεινε αναπάντητη.
8.
Με επιστολή της 24ης Σεπτεμβρίου 1990, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
III — Γραπτή διαδικασία
9.
Το δικόγραφο της προσφυγής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Σεπτεμβρίου 1990.
10.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
11.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει, κατά περίπτωση πριν τις 5 Αυγούστου 1987 ή πριν τις 5 Αυγούστου 1988, το σύνολο των μέτρων για την εφαρμογή των οδηγιών του Συμβουλίου της 10 Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( 85/384/ΕΟΚ ), της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση, λόγω της προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ (85/614/ΕΟΚ), και της 27ης Ιανουαρίου 1986, για την τροποποίηση, λόγω της προσχωρήσεως της Πορτογαλίας, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ (86/17/ΕΟΚ), ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα αυτά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ·
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Ιταλική Κυβέρνιμη δεν αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτεται.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
12.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι προθεσμίες για τη μεταφορά των παραπάνω οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο έχουν λήξει.
13.
Η Ιταλική Κυβέρνηοη επισημαίνει ότι ο νόμος που περιλαμβάνει « διατάξεις για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ένταξη της Ιταλίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (κοινοτικός νόμος για το 1990)» ψηφίστηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1990 και δημοσιεύθηκε στο τακτικό συμπλήρωμα του GURI αριθ. 10 της 12.1.1991. Το άρθρο 5 αυτού του νόμου (επαγγελματικός τίτλος του αρχιτέκτονα: προϋποθέσεις αποκτήσεως) εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση να εκδώσει τα νομοθετικά διατάγματα που περιέχουν τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά των τριών οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο.
M. Díez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 11ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-296/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Giuliano Marenco, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, Κέντρο Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας των διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας, 4, rue Marie-Adélaïde,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας θα θέσει σε ισχύ εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, της οδηγίας 85/614/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση της προηγούμενης λόγω της προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, και της οδηγίας 86/17/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1986, για την τροποποίηση, λόγω της προσχώρησης της Πορτογαλίας, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, εκτελούντα καθήκοντα προέδρου, J. C Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. Grévisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κόριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Σεπτεμβρίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 223, σ. 15), της οδηγίας 85/614/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση της προηγούμενης λόγω της προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας ( ΕΕ L 376, σ. 1 ), και της οδηγίας 86/17/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1986, για την τροποποίηση, λόγω της προσχώρησης της Πορτογαλίας, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ ( ΕΕ L 27, σ. 71 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2
Οι τρεις αυτές οδηγίες έπρεπε να τεθούν σε ισχύ στα κράτη μέλη το αργότερο μέχρι τις 5 Αυγούστου 1987 και συνεπάγονταν την υποχρέωση για τα κράτη να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που θα ελάμβαναν προς τούτο. Για τη μεταφορά του άρθρου 22 της οδηγίας 85/384 στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη διέθεταν συμπληρωματική προθεσμία ενός έτους, η οποία έληξε στις 5 Αυγούστου 1988.
3
Στις 31 Δεκεμβρίου 1988, η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς των εν λόγω οδηγιών στο ιταλικό δίκαιο, κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Δεδομένου ότι η Επιστολή αυτή έμεινε χωρίς απάντηση, η Επιτροπή διατύπωσε στις 22 Ιανουαρίου 1990 αιτιολογημένη γνώμη. Μη λαμβάνοντας απάντηση, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5
Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αρνείται την παράβαση που της προσάπτεται.
6
Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των οδηγιών 85/384, 85/614 και 86/17, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
7
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, της οδηγίας 85/614/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση της προηγουμένης λόγω της προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, και της οδηγίας 86/17/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1986, για την τροποποίηση, λόγω της προσχωρήσεως της Πορτογαλίας, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Mantini
Moitinho de Almeida
Diez de Velasco
Ιίακούρης
Grévisse
Zuleeg
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Ιουλίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο εκτελών καθήκοντα προέδρου
Πρόεδρος τμήματος
G.F. Mantini
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy