ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-299/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο
1.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1990, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218, στο εξής: βασικός κανονισμός), προβλέπει ότι:
« Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8 (... ) »
2.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α, σημείο i, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται οι προμήθειες και έξοδα μεσιτείας, με εξαίρεση τις προμήθειες αγοράς, στο μέτρο που βαρύνουν τον αγοραστή αλλά δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή.
3.
Η έκφραση « προμήθεια αγοράς » προσδιορίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού ως «τα ποσά που καταβάλλονται από έναν εισαγωγέα στον αντιπρόσωπο του για τις υπηρεσίες που συνίστανται στην αντιπροσώπευση του για την αγορά των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων »
4.
Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, συνιστάται επιτροπή δασμολογητέας αξίας, αποτελούμενη από εκπροσώπους των κρατών μελών και προε-δρευομένη από αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού η επιτροπή αυτή δύναται να εξετάζει οποιοδήποτε ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του κανονισμού.
5.
Το άρθρο 19 του βασικού κανονισμού επιτρέπει στην Επιτροπή να θεσπίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία που αυτό καθορίζει, τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για την ενεργοποίηση ορισμένων άρθρων του κανονισμού.
6.
Η Επιτροπή εξέδωσε, στις 11 Ιουνίου 1980, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 19 του βασικού κανονισμού, τους κανονισμούς ( ΕΟΚ) 1496/80 περί της δηλώσεως των στοιχείων για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και περί παροχής των σχετικών εγγράφων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 272 ) και ( ΕΟΚ) 1495/80 περί των εκτελεστικών διατάξεων ορισμένων ρυθμίσεων των άρθρων 1, 3 και 8 του βασικού κανονισμού ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 270 ).
7.
Το άρθρο 3 του κανονισμού 1495/80 προβλέπει ότι οι προμήθειες αγοράς δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία που καθορίζεται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, υπό τον όρο ότι διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή.
8.
Το άρθρο 6 του κανονισμού 1495/80, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1580/81 της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 154, σ. 36), ορίζει:
« Για τον σκοπό του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, το γεγονός ότι τα εμπορεύματα τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο πωλήσεως δηλώνονται για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητος πρέπει να θεωρείται ως επαρκής απόδειξη του γεγονότος ότι επωλήθησαν προκειμένου να εξαχθούν με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Το ίδιο [ισχύει] σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την τελωνειακή εκτίμηση [ δοθέντος ότι] κάθε μία από τις τιμές οι οποίες έχουν προκύψει από τις πωλήσεις αυτές δύναται να ληφθεί ως βάση εκτιμήσεως με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1496/80. Εντούτοις, σε περίπτωση που τα εμπορεύματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε τρίτη χώρα, κατά την περίοδο μεταξύ της πωλήσεως και της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία, δεν επιβάλλεται η χρησιμοποίηση της συναλλακτικής αξίας ως βάσεως για την τελωνειακή εκτίμηση.
Ο αγοραστής πρέπει απλώς να είναι ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη της συμβάσεως πωλήσεως. »
2. Η οαχφορά νης κύριας οίκης
9.
Η εταιρία Hepp, με έδρα το Birkenfeld, εισήγε από το 1983 έως το 1986 μαχαιροπήρουνα και είδη σερβιρίσματος από την Άπω Ανατολή. Κατασκευαστής των εμπορευμάτων αυτών ήταν η εταιρία Daelim Trading Company Ltd (στο εξής: Daelim), με έδρα τη Σεούλ.
10.
Για την αγορά η Hepp είχε προσφύγει στις υπηρεσίας της εταιρίας Novimex Fashion Ltd (στο εξής: Novimex), ελβετικής εταιρίας με έδρα το Saint Gall με την οποία είχε συνάψει, το 1982, σχετική σύμβαση διεπόμενη από το ελβετικό δίκαιο. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, η Novimex αγόραζε εμπορεύματα από την Daelim ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό της Hepp. Συνέχεια, τα εμπορεύματα παραδίδονταν στη Hepp έναντι καταβολής προμηθείας αγοράς 6 ή 7 ο/ο και αποδόσεως των σχετικών μικροεξόδων. Για κάθε συναλλαγή η Novimex παρέδιδε στη Hepp τιμολόγια όπου αναγράφονταν οι τιμές που αντιστοιχούσαν στη σύμβαση με την Daelim. Οι προμήθειες χρεώνονταν σε χωριστά τιμολόγια.
11.
Στις δηλώσεις της για τις τελωνειακές διασαφήσεις, η Hepp ανέγραφε στη στήλη « πωλητής » το όνομα της Novimex και επισύναπτε τα τιμολόγια που της παρέδιδε η Novimex και κατάρτιζε επ' ονόματι της χωρίς όμως να αναφέρει τις συμφωνηθείσες προμήθειες. Βάσει των δηλώσεων αυτών, το Hauptzollamt Karlsruhe καθόρισε, σύμφωνα με το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού, τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων.
12.
Εντούτοις, κατόπιν διενεργείας ελέγχων στη Hepp, το Hauptzollamt περιέλαβε στη δασμολογητέα αξία και το ποσό των καταβληθεισών προμηθειών αγοράς και εισέπραξε, με διορθωτική απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1986 σχετικά με εκ των υστέρων επιβολή δασμών, ποσό ύψους 1517,27 γερμανικών μάρκων ( DM ). Η απόφαση ήταν σύμφωνη προς τις γενικές οδηγίες του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών το οποίο χαρακτηρίζει τους παραγγελιοδόχους ως αγοραστές κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 1495/80, όταν ενεργούν ιδίω ονόματι (VSF Ζ 5311, Vorschriftensammlung Bundesfinanzverwaltung, 7. Lieferung, της 16ης Φεβρουαρίου 1984).
13.
Κατά της αποφάσεως της 23ης Σεπτεμβρίου 1986 η Hepp άσκησε προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Finanzgericht. Σύμφωνα με το δικαστήριο αυτό, μεταξύ της Hepp και της Novimex δεν είχε συναφθεί καμία πώληση και, όπως ήταν επόμενο, η δασμολογητέα αξία δεν μπορούσε να προσδιοριστεί δι' εφαρμογής του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού. Εντούτοις, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμοστούν κατ' αναλογία τα άρθρα 3 και 8, παράγραφος 1, στοιχείο α, σημείο i, του ίδιου κανονισμού και ότι στη δασμολογητέα αξία δεν έπρεπε να συμπεριληφθούν οι προμήθειες αγοράς.
3. Τα προδικαστικά ερωτήματα
14.
Κατά της αποφάσεως του Finanzgericht το Hauptzollamt υπέβαλε αίτηση αναθεωρήσεως ( Revision ) ενώπιον του Bundesfinanzhof, ισχυριζόμενο ότι η έννοια της δασμολογητέας αξίας πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο εντός της Κοινότητας και ότι ο χαρακτηρισμός μιας εμπορικής πράξεως ως πωλήσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από το εθνικό δίκαιο. Το Hauptzollamt θεωρεί ότι η προμήθεια αγοράς θα μπορούσε να αποκλειστεί από τη δασμολογητέα αξία μόνο αν η Hepp είχε δηλώσει άλλη συναλλαγή, εκτός αυτής που είχε συνάψει με τον παραγγελιοδόχο.
15.
Το Bundesfinanzhof, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί του Hauptzollamt έθεταν προβλήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Σε περίπτωση παρεμβολής παραγγελειο-δόχου ο οποίος ενήργησε μεν ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό τρίτου, ποια σύμβαση πρέπει να θεωρηθεί ως πώληση κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων;
2)
Αν στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι τόσο η σύμβαση μεταξύ κατασκευαστή και παραγγελιοδόχου όσο και η σύμβαση μεταξύ παραγγελιοδόχου και εισαγωγέα πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80 και αν ο εισαγωγέας έλαβε ως βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας την τιμή που προβλέπεται στη σύμβαση με τον παραγγελιοδόχο: πρέπει στην καταβληθείσα τιμή να προστεθεί και η προμήθεια αγοράς;
3)
Αν στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι υφίσταται μία και μόνο σύμβαση πωλήσεως μεταξύ κατασκευαστή και εισαγωγέα: πρέπει η προμήθεια αγοράς να συμπεριληφθεί στη δασμολογητέα αξία όταν ο εισαγωγέας, στη στήλη “πωλητής” της δηλώσεως σχετικά με τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, έχει αναγράψει το όνομα του παραγγελιοδόχου και έχει επιπλέον δηλώσει τιμή τιμολογίου που του έχει εκδώσει ο παραγγελιοδόχος ( χωρίς την προμήθεια );
4)
Αν στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι πώληση αποτελεί η σύμβαση μεταξύ κατασκευαστή και παραγγελιοδόχου όχι όμως και η σύμβαση μεταξύ παρεγγελιο-δόχου και εισαγωγέα: πώς πρέπει να γίνει, κατά το κοινοτικό δίκαιο περί δασμολογητέας αξίας, ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας όταν ο εισαγωγέας έχει δηλώσει τη δασμολογητέα αξία κατά τον τρόπο που περιγράφεται στο ερώτημα 3; »
16.
Στο σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής, το Bundesfinanzhof παρατηρεί ότι τα ερωτήματα αυτά αφορούν, σε τελευταία ανάλυση, την ερμηνεία του όρου πώληση κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού. Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η σύμβαση μεταξύ Daelim και Novimex θα έπρεπε, χωρίς αμφιβολία, να θεωρηθεί ως σύμβαση πωλήσεως. Κατά την κρίση του Bundesfinanzhof, το αντίθετο συμβαίνει όσον αφορά τη σύμβαση μεταξύ της Hepp και της Novimex. Η παράδοση εμπορευμάτων από τη Novimex στη Hepp έγινε, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ελβετικό δίκαιο, όχι δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως αλλά δυνάμει συμβάσεως διοικήσεως αλλότριων, οπότε η τιμή που αναγραφόταν στο εκδοθέν από τη Novimex τιμολόγιο δεν αποτελούσε τιμή αγοράς αλλά αντικατόπτριζε τα σχετικά μικροέξοδα της και την προμήθεια της αγοράς. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Bundesfinanzhof φρονεί ότι, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, μόνο η σύμβαση μεταξύ Daelim και Novimex αποτελεί πώληση και ότι μόνο η τιμή που προκύπτει από τη συναλλαγή αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψη ως βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
17.
Το Bundesfinanzhof παρατηρεί εντούτοις ότι ο όρος πώληση κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ομοιόμορφο εντός της Κοινότητας, ανεξάρτητα από χαρακτηρισμούς προκύπτοντες από το αστικό δίκαιο των διαφόρων κρατών. Συναφώς, η πλέον σύμφωνη προς την οικονομική πραγματικότητα και τις πρακτικές ανάγκες ερμηνεία είναι να μη θεωρείται ο παραγγελιοδόχος ως αγοραστής, εφόσον ενεργεί για λογαριασμό άλλου, πράγμα που συνεπάγεται ότι μόνο η συναλλαγή μεταξύ του κατασκευαστή και του εισαγωγέα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
18.
Το Bundesfinanzhof προσθέτει ότι, αν παρ' όλ' αυτά κρινόταν ότι, σε περίπτωση όπως η προκείμενη, πρόκειται για δύο συμβάσεις πωλήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, ο εισαγωγέας θα μπορούσε, για την τελωνειακή του διασάφηση, να επιλέξει την τιμή που χρησίμευε ως βάση υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας. Άπαξ όμως και γίνει η επιλογή αυτή, ο εισαγωγέας δεσμεύεται από τη δήλωση του.
4. Η ενώπιον νου Δικαστηρίου οιαόικασία
19.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Οκτωβρίου 1990.
20.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Hepp, εκπροσωπούμενη από τον Dr. jur. Otto Wilser, φορολογικό σύμβουλο στη Στουτγκάρδη, η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Roder, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας και τον Claus-Dieter Quassowski, Oberregierungsrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους René Barents, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, και Roberto Hayder, υπάλληλο του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής στο πλαίσιο των ανταλλαγών με εθνικούς υπαλλήλους.
21.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε, στις 24 Απριλίου 1991, να αναθέσει την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 95 του κανονισμού διαδικασίας, στο τέταρτο τμήμα του και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
22.
Η Hepp παρατηρεί ότι, κατά το γερμανικό αστικό δίκαιο, η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ παραγγελιοδόχου, ο οποίος ενεργεί ιδίω ονόματι, και παραγωγού πρέπει να θεωρείται ως σύμβαση πωλήσεως, έστω και αν ο παραγγελιοδόχος αγοράζει για λογαριασμό τρίτου. Αντιθέτως, η συναπτόμενη μεταξύ παραγγελιοδόχου και εισαγωγέα σύμβαση δεν αποτελεί πώληση. Η παράδοση εμπορευμάτων από τον παραγγελιοδόχο στον εισαγωγέα δεν γίνεται, κατά την Hepp, δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως, αλλά στο πλαίσιο συμβάσεως διοικήσεως αλλοτρίων.
23.
Στη συνέχεια, η Hepp παρατηρεί ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος ώστε να θεωρηθεί ότι ο βασικός κανονισμός δίνει στον όρο πώληση νόημα διαφορετικό από αυτό που προκύπτει γενικώς από το αστικό δίκαιο, δηλαδή μεταβίβαση της κυριότητας ενός εμπορεύματος έναντι καταβολής της τιμής αγοράς. Όμως, η συναλλαγή μεταξύ παραγγελιοδόχου που ενεργεί αγορά και εισαγωγέα δεν πληροί τον ορισμό αυτό. Ο πρώτος δεν οφείλει στον δεύτερο εμπορεύματα, αλλά την παροχή υπηρεσιών, ενώ ο εισαγωγέας δεν οφείλει την τιμή αγοράς αλλά αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και απόδοση εξόδων.
24.
Επομένως, επιβάλλεται, κατά τη Hepp, να γίνει διάκριση μεταξύ συμβάσεως πωλήσεως και διοικήσεως αλλοτρίων. Συναφώς, η Hepp διευκρινίζει ότι η διοίκηση αλλοτρίων πραγματοποιείται με έμμεση αντιπροσώπευση. Η έμμεση αντιπροσώπευση διακρίνεται από την άμεση λόγω του ότι ο αντιπρόσωπος δεν ενεργεί επ' ονόματι του αντιπροσωπευομένου, αλλά ιδίω ονόματι. Στην άμεση αντιπροσώπευση, ο αντιπρόσωπος υποβάλλει δύο τιμολόγια, ένα αφορών την πώληση που έχει συναφθεί μεταξύ του αντιπροσωπευομένου και του κατασκευαστή, και ένα αφορών τη συμφωνηθείσα προμήθεια. Αντιθέτως, στην έμμεση αντιπροσώπευση, δεν υφίσταται παρά ένα και μόνο τιμολόγιο περιλαμβάνον δύο χωριστές στήλες, μία σχετικά με την πώληση που έχει συναφθεί μεταξύ του αντιπροσώπου και του κατασκευαστή και μία σχετικά με την προμήθεια αγοράς.
25.
Κατά την Hepp, το άρθρο 3 του κανονισμού 1495/80 αφορά μόνο την περίπτωση της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως εφόσον απαιτεί η προμήθεια αγοράς να υποβάλλεται χωριστά. Πράγματι, μόνο στην περίπτωση αυτή μπορεί ο αντιπρόσωπος να αναγράψει στο τιμολόγιο τόσο τα σχετικά με την αγορά των εμπορευμάτων για λογαριασμό του παραγγελέα μικροέξοδα όσο και την προμήθεια αγοράς. Στην περίπτωση της άμεσης αντιπροσωπεύσεως, ο αντιπρόσωπος δεν υφίσταται αυτά τα έξοδα αγοράς διότι τα εμπορεύματα έχουν αγοραστεί από τον ίδιο τον αντιπροσωπευόμενο και, επομένως, στο τιμολόγιο αναγράφεται μόνο η προμήθεια του.
26.
Κατά συνέπεια, η Hepp φρονεί ότι η ερμηνεία που οι γερμανικές τελωνειακές αρχές δίδουν στο άρθρο 3 του κανονισμού 1495/80 κατά την οποία το άρθρο αυτό αφορά μόνο την άμεση αντιπροσώπευση είναι εσφαλμένη. Πράγματι, μια τέτοια ερμηνεία έχει ως αποτέλεσμα το άρθρο αυτό ποτέ να μην εφαρμόζεται.
27.
Κατά τη γνώμη της Hepp, οι γερμανικές αρχές δεν μπορούν ούτε το άρθρο 6 του κανονισμού 1495/80 να επικαλεστούν υπέρ της θέσεως τους. Η διάταξη αυτή αφορά την έννοια της πωλήσεως προς εξαγωγή και επιτρέπει να λαμβάνεται ως τιμή για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας κάθε τιμή που προκύπτει από διαδοχικές πωλήσεις που έχουν γίνει πριν από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης δεν θέτει, κατά τη Hepp, πρόβλημα διαδοχικών πωλήσεων και διακρίνεται έτσι από την περίπτωση στην απόφαση της 6ης Ιουνίου 1990, C-11/89, Unifert (Συλλογή 1990, σ. I-2275). Πράγματι, η συναλλαγή μεταξύ της Novimex και της Hepp δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πώληση προς εξαγωγή, διότι η Novimex δεν αποτελεί, από πλευράς του σχετικού για τη δασμολογητέα αξία κοινοτικού δικαίου, μεταπωλητή.
Η Hepp εκθέτει, υπό το φως των προηγουμένων παρατηρήσεων, κατά ποιον τρόπο πρέπει η δασμολογητέα αξία να προσδιορίζεται σε περίπτωση ανάλογη προς αυτήν της κύριας δίκης. Η συναλλαγή μεταξύ του κατασκευαστή και του αντιπροσώπου που ενεργεί αγορά αποτελεί πώληση προς εξαγωγή και πρέπει να ληφθεί ως βάση για τη δήλωση της δασμολογητέας σύμφωνα με το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού αξίας. Ο εισαγωγέας δεσμεύεται απ' αυτήν εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 του κανονισμού 1495/80.
28.
Η Hepp υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τη λογική του άρθρου αυτού πρέπει, ελλείψει διαδοχικών πωλήσεων, να ληφθεί υπόψη η μόνη πώληση προς εξαγωγή που έχει όντως πραγματοποιηθεί. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1496/80, η εκ μέρους του εισαγωγέα δήλωση της δασμολογητέας αξίας πρέπει να αναφέρεται στα στοιχεία της πωλήσεως αυτής, έστω και αν η εν λόγω πώληση δεν συνήφθη επ' ονόματί του.
29.
Κατά συνέπεια, η Hepp φρονεί ότι ο εισαγωγέας πρέπει να υποβάλει το τιμολόγιο που έχει παραδοθεί από τον κατασκευαστή στον αντιπρόσωπο του. Αν δεν το διαθέτει, υποχρεούται να υποβάλει το τιμολόγιο που του έχει παραδώσει ο αντιπρόσωπος του και το οποίο περιλαμβάνει στήλη αντίστοιχη προς το αρχικό τιμολόγιο αγοράς. Ωστόσο, η Hepp διευκρινίζει ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού δεν μπορεί να εφαρμοστεί διότι οι σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπου και εισαγωγέα δεν αποτελούν σύμβαση πωλήσεως. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, πρέπει να εφαρμοστεί, κατ' αναλογία, το άρθρο αυτό καθώς και το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α, σημείο ί, του κανονισμού αυτού.
30.
Η Γερμανική Κυβέρν-ηοη παρατηρεί ότι η έννοια της πωλήσεως στο πλαίσιο της δασμολογητέας αξίας, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού, πρέπει να νοηθεί κατά τρόπο ευρύτερο απ' ό,τι στο αστικό δίκαιο. Επομένως, πρέπει να καθοριστεί ανεξαρτήτως των χαρακτηρισμών του ιδιωτικού δικαίου. Καθοριστικό εν προκειμένω στοιχείο είναι, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, οι συμβάσεις να πληρούν την ουσιώδη για την ύπαρξη πωλήσεως προϋπόθεση, δηλαδή μεταβίβαση της κυριότητας ενός εμπορεύματος έναντι καταβολής τιμήματος.
31.
Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η σύμβαση αγοράς που ένας παραγγελιοδόχος συνάπτει ιδίω ονόματι μ' έναν προμηθευτή πληροί τον ορισμό αυτό διότι ο προμηθευτής μεταβιβάζει στον παραγγελιοδόχο την κυριότητα του εμπορεύματος έναντι της καταβολής της τιμής πωλήσεως. Η σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του προμηθευτή και του παραγγελιοδόχου αποτελεί, όσον αφορά την περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης, πώληση προς εξαγωγή με προορισμό το κοινοτικό έδαφος, εφόσον το εμπόρευμα προοριζόταν να παραδοθεί εντός της Κοινότητας. Από την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Ιουνίου 1990 προκύπτει ότι στερείται εν προκειμένω σημασία ο τόπος εγκαταστάσεως του αγοραστή.
32.
Η σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του παραγγελιοδόχου και του εισαγωγέα πληροί επίσης τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι ο παραγγελιοδόχος μεταβιβάζει το εμπόρευμα στον εισαγωγέα έναντι καταβολής χρηματικού ποσού, αντικείμενο δε της συμβάσεως είναι η παράδοση των εμπορευμάτων αυτών εντός του εδάφους της Κοινότητας.
33.
Αντιθέτως η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η έμμεση αντιπροσώπευση από παραγγελιοδόχο δεν δημιουργεί καμιά συμβατική σχέση μεταξύ του προμηθευτή και του εισαγωγέα. Από την αυτονομία της έννοιας της πωλήσεως στο πλαίσιο της δασμολογητέας αξίας δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη εννόμου σχέσεως μεταξύ προσώπων που, σύμφωνα με τις αρχές των διαφόρων εφαρμοστέων αστικών δικαίων, ουδεμίαν έχουν μεταξύ τους σχέση.
34.
Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η εκτίμηση της όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του προμηθευτή, του παραγγελιοδόχου που ενεργεί ιδίω ονόματι και του εισαγωγέα δεν έρχεται σε αντίθεση με τις σχετικές γνώμες της κοινοτικής επιτροπής δασμολογητέας αξίας (πόρισμα αριθ. 14, Συλλογή Δασμολογ7}νέα Αξία της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1989, σ. 364 ) και από την τεχνική επιτροπή τελωνειακής εκτιμήσεως παρά τω Συμβουλίω Τελωνειακής Συνεργασίας των Βρυξελλών {Συλλογή νου Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, επεξηγηματική σημείωση 2.1, «Προμήθειες και μεσιτείες στο πλαίσιο του άρθρου 8 της Συμφωνίας » ). Η γνώμη της κοινοτικής επιτροπής σημαίνει μόνο ότι η καταβαλόμενη στον κατασκευαστή τιμή μπορεί να αποτελέσει τη βάση της δασμολογητέας, κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, αξίας, ενώ η γνώμη της τεχνικής επιτροπής ρητώς αναγνωρίζει ότι η κατάσταση του μεσάζοντος μπορεί να διαφέρει από τη μια χώρα στην άλλη.
35.
Κατά συνέπεια, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι σε περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης υφίστανται δύο διαδοχικές πωλήσεις οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού και ότι ο εισαγωγέας έχει την ευχέρεια να επιλέξει την τιμή που πρόκειται να χρησιμεύσει ως βάση για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας. Άπαξ και γίνει η επιλογή αυτή, δεν είναι πλέον δυνατή, μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων για τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, καμία τροποποίηση ( η προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Ιουνίου 1990, σκέψη 18).
36.
Αν ο εισαγωγέας επιλέξει, για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας, την τιμή που προκύπτει από τη σύμβαση του με τον παραγγελιοδόχο, το ποσό που έχει χαρακτηριστεί ως προμήθεια αγοράς και καταχωριστεί από τον παραγγελιοδόχο σε χωριστό τιμολόγιο αποτελεί επίσης στοιχείο της τιμής που έχει πράγματι καταβληθεί ή πρόκειται να καταβληθεί από τον αγοραστή στον πωλητή. 'Ετσι, η προμήθεια αγοράς αποτελεί ευθύς εξ αρχής μέρος της τιμής αγοράς.
37.
Αν ο εισαγωγέας επιλέξει την τιμή που προκύπτει από τη συναλλαγή μεταξύ του παραγγελιοδόχου και του προμηθευτή, οι τελωνειακές αρχές δεν ζητούν την προσκόμιση του σχετικού τιμολογίου και αρκούνται στο τιμολόγιο που ο παραγγελιοδόχος έχει παραδώσει στον εισαγωγέα, αρκεί βεβαίως ο παραγγελιοδόχος να μνημονεύει σ' αυτό την τιμή που έχει καταβληθεί στον προμηθευτή στο σχετικό νόμισμα καθώς και τους όρους πωλήσεως και πληρωμής του προμηθευτή. Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η πρακτική αυτή έχει επιβληθεί στη Γερμανία με την προαναφερθείσα διοικητική οδηγία VSF Ζ 5311.
38.
Κατά την Επιτροπή, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από αυτήν που είχε αποτελέσει το αντικείμενο της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1990 λόγω του ότι δεν έχει σχέση με το πρόβλημα των δύο διαδοχικών πωλήσεων. Στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται για το ζήτημα αν η κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού πώληση αναφέρεται στη συναλλαγή μεταξύ του παραγωγού και του παραγγελιοδόχου ή στη συναλλαγή μεταξύ του τελευταίου και του εισαγωγέα.
39.
Συναφώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η έννοια της πωλήσεως, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, πρέπει να ερμηνεύεται ανεξαρτήτως των χαρακτηρισμών που τα αστικά δίκαια των διαφόρων χωρών δίδουν στις δραστηριότητες ενός παραγγελιοδόχου που ενεργεί αγορές. Φρονεί ότι ένας τέτοιος παραγγελιοδόχος, έστω και αν ενεργεί ιδίω ονόματι, απλώς μεσολαβεί μεταξύ του προμηθευτή και του εισαγωγέα. Επομένως, η έννοια της πωλήσεως πρέπει να αντιστοιχεί στη συναλλαγή μεταξύ του προμηθευτή, ως πωλητή του εμπορεύματος, και του εισαγωγέα, ως αγοραστή.
40.
Η Επιτροπή φρονεί ότι μια τέτοια ερμηνεία ανταποκρίνεται στους σκοπούς του βασικού κανονισμού και πληροί τις απαιτήσεις της διεθνούς εμπορικής πρακτικής. Η ερμηνεία αυτή προτείνεται και με τις προαναφερθείσες γνώμες της κοινοτικής επιτροπής δασμολογητέας αξίας και της τεχνικής επιτροπής επί της τελωνειακής εκτιμήσεως παρά τω Συμβουλίω Τελωνειακής Συνεργασίας των Βρυξελλών.
41.
Εξ αυτού έπεται, κατά την Επιτροπή, ότι μόνο η τιμή αγοράς μπορεί χρησιμοποιηθεί ως βάση για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται και όταν ο εισαγωγέας έχει χαρακτηρίσει, στη δήλωση του για τη δασμολογητέα αξία, τον παραγγελιοδόχο του ως πωλητή. Η Επιτροπή διευκρινίζει ακόμη ότι η ορθή συμπλήρωση των τελωνειακών εντύπων δεν πρέπει να συγχέεται με τη δυνατότητα που είχε ο εισαγωγέας στην προαναφερθείσα υπόθεση C-11/89 να επιλέξει, για τη διασάφηση του, μεταξύ δύο διαδοχικών πωλήσεων.
42.
Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα γνώμη της κοινοτικής επιτροπής δασμολογητέας αξίας, είναι αρκετό, για τη δήλωση της δασμολογητέας αξίας, να υποβάλει ο εισαγωγέας το τιμολόγιο που του έχει παραδώσει ο παραγγελιοδόχος του. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 82/57/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων ( ΕΕ 1982, L 28, σ. 38 ), ο εισαγωγέας δεν υποχρεούται να αναφέρει το όνομα του πωλητή των εμπορευμάτων.
43.
Ωστόσο, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι και η σύμβαση μεταξύ του εισαγωγέα και του παραγγελιοδόχου ο οποίος ενεργεί αγορά ιδίω ονόματι αποτελεί πώληση, ο εισαγωγέας έχει την ευχέρεια να δηλώσει, ως πώληση προς εξαγωγή, τη σύμβαση αυτή ή τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του παραγγελιοδόχου του και του προμηθευτή. Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η επιλογή της πρώτης συμβάσεως δεν σημαίνει ότι το ποσό της προμήθειας αγοράς πρέπει κατ' ανάγκη να συμπεριληφθεί στη δασμολογητέα αξία διότι, ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση, η προμήθεια αγοράς αποτελεί απλώς την αμοιβή για την υπηρεσία που παρέσχε ο παραγγελιοδόχος ως μεσάζων.
Ρ. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τέταρτο τμήμα )
της 25ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-299/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, μεταξύ
Hauptzollamt Karlsruhe
και
Gebr. Hepp GmbH & Co. KG,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Diez de Velasco, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Gebrüder Hepp GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον Dr. jur. Otto Wilser, φορολογικό σύμβουλο στη Στουτγκάρδη·
—
η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Roder, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και Claus-Dieter Quassowski, Oberregierungsrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας·
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους René Barents, νομικό σύμβουλο, και Roberto Hayder, υπάλληλο του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας της Γερμανίας αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής στο πλαίσιο της ανταλλαγής με εθνικούς υπαλλήλους·
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν η Gebr. Hepp GmbH & Co. KG και η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιουνίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 17ης Ιουλίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Οκτωβρίου 1990, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218, στο εξής: βασικός κανονισμός).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Hauptzollamt Karlsruhe και της εταιρίας Gebrüder Hepp GmbH & Co. KG με έδρα το Birkenfeld (στο εξής: Hepp) σχετικά με τη δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων που η εν λόγω εταιρία είχε εισαγάγει από την Άπω Ανατολή μεταξύ 1983 και 1986.
3
Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν αυτά πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8.
4
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α, σημείο i, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή προστίθενται οι προμήθειες και έξοδα μεσιτείας, με εξαίρεση τις προμήθειες αγοράς, εφόσον αυτές οι προμήθειες και έξοδα βαρύνουν τον αγοραστή αλλά δεν έχουν συμπεριληφθεί στην τιμή που πράγματι καταβλήθηκε ή πρόκειται να καταβληθεί για τα εμπορεύματα.
5
Η έκφραση « προμήθεια αγοράς » ορίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού ως « τα ποσά που καταβάλλονται από έναν εισαγωγέα στον αντιπρόσωπο του για τις υπηρεσίες που συνίστανται στην αντιπροσώπευση του για την αγορά των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων ».
6
Η Hepp είχε προσφύγει, όσον αφορά τις εισαγωγές της, στις υπηρεσίες της εταιρίας Novimex Fashion Ltd, ελβετικής εταιρίας με έδρα το Saint Gall (στο εξής: Novimex) με την οποία είχε συνάψει το 1982 σύμβαση διεπόμενη από το ελβετικό δίκαιο. Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως αυτής, η Novimex αγόραζε τα εμπορεύματα από μια κορεατική επιχείρηση ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό της Hepp. Στη συνέχεια, τα εμπορεύματα αυτά μεταβιβάζονταν στη Hepp έναντι καταβολής προμηθείας αγοράς 6 ή 7 °/ο και της αποδόσεως των σχετικών μικροεξόδων. Οι τιμές που προέκυπταν από τις συναλλαγές με τον Κορεάτη προμηθευτή και οι προμήθειες καταχωρίζονταν σε χωριστά τιμολόγια. Στις τελωνειακές της διασαφήσεις, η Hepp μνημόνευε στη στήλη « πωλητής » το όνομα της Novimex και επισύναπτε τα τιμολόγια που της είχε παραδώσει η Novimex και είχαν εκδοθεί επ' ονόματί της, χωρίς όμως να αναφέρει τις συμφωνηθείσες προμήθειες.
7
Το πρόβλημα για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι της διαφοράς της κύριας δίκης αφορά το αν, ενόψει των διασαφήσεων αυτών, οι προμήθειες αγοράς για τις οποίες η Novimex χορηγούσε στη Hepp χωριστά τιμολόγια πρέπει να συμπεριληφθούν στη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων από τη Hepp εμπορευμάτων. Ο Bundesfinanzhof, ενώπιον του οποίου ήχθη η διαφορά, κρίνοντας ότι για την επίλυση του προβλήματος αυτού ήταν αναγκαία η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Σε περίπτωση παρεμβολής παραγγελειοδόχου ο οποίος ενήργησε μεν ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό τρίτου, ποια σύμβαση πρέπει να θεωρηθεί ως πώληση κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων;
2)
Αν στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι τόσο η σύμβαση μεταξύ κατασκευαστή και παραγγελιοδόχου όσο και η σύμβαση μεταξύ παραγγελιοδόχου και εισαγωγέα πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80 και αν ο εισαγωγέας έλαβε ως βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας την τιμή που προβλέπεται στη σύμβαση με τον παραγγελιοδόχο: πρέπει στην καταβληθείσα τιμή να προστεθεί και η προμήθεια αγοράς;
3)
Αν στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι υφίσταται μία και μόνο σύμβαση πωλήσεως μεταξύ κατασκευαστή και εισαγωγέα: πρέπει η προμήθεια αγοράς να συμπεριληφθεί στη δασμολογητέα αξία όταν ο εισαγωγέας, στη στήλη “ πωλητής ” της δηλώσεως σχετικά με τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, έχει αναγράψει το όνομα του παραγγελιοδόχου και έχει επιπλέον δηλώσει τιμή τιμολογίου που του έχει εκδώσει ο παραγγελιοδόχος ( χωρίς την προμήθεια );
4)
Αν στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι πώληση αποτελεί η σύμβαση μεταξύ κατασκευαστή και παραγγελιοδόχου όχι όμως και η σύμβαση μεταξύ παρεγγε-λιοδόχου και εισαγωγέα: πώς πρέπει να γίνει, κατά το κοινοτικό δίκαιο περί δασμολογητέας αξίας, ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας όταν ο εισαγωγέας έχει δηλώσει τη δασμολογητέα αξία κατά τον τρόπο που περιγράφεται στο ερώτημα 3 ; »
8
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομοθετικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον είναι αναγκαίο για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9
Με τα ερωτήματα αυτά το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ' ουσίαν δύο προβλήματα. Το πρώτο αφορά το ζήτημα ποια συναλλαγή πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, της δασμολογητέας αξίας όταν η αγορά του εισαγωγέα πραγματοποιήθηκε μέσω παραγγελιοδόχου ο οποίος ενήργησε μεν ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό του εισαγωγέα αυτού. Το δεύτερο πρόβλημα που τίθεται, μετά την επίλυση του πρώτου, αφορά τον τρόπο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας όταν ο εισαγωγέας έχει χαρακτηρίσει τον παραγγελιοδόχο ως πωλητή και έχει δηλώσει, για την τελωνειακή διασάφηση, την τιμή των εμπορευμάτων βάσει του εκδοθέντος από τον παραγγελιοδόχο τιμολογίου και, πιο συγκεκριμένα, το αν στην τιμή αυτή πρέπει να συμπεριληφθεί η προμήθεια αγοράς.
Επί της συναλλαγής που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας
10
Η Γερμανική Κυβέρνηση παρατήρησε ότι σε περίπτωση παρεμβολής σε μια αγορά παραγγελιοδόχου ενεργούντος ιδίω ονόματι, δύο είναι οι συναλλαγές που πρέπει να θεωρηθούν ως αγορά κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού. Η πρώτη είναι η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ παραγγελιοδόχου και κατασκευαστή, στην οποία ο παραγγελιοδόχος είναι συμβαλλόμενος λόγω του ότι ενήργησε ιδίω ονόματι. Η δεύτερη είναι η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ παραγγελιοδόχου και εισαγωγέα, διότι αυτή η σύμβαση έχει το ουσιώδες χαρακτηριστικό πωλήσεως, δηλαδή τη μεταβίβαση σε ένα πρόσωπο της κυριότητας επί ενός εμπορεύματος έναντι της καταβολής χρηματικού ποσού.
11
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο εισαγωγέας μπορεί να επιλέξει, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, μεταξύ των τιμών των δύο αυτών διαδοχικών πωλήσεων. Όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Ιουνίου 1990, C-11/89, Unifert ( Συλλογή 1990, σ. I-2275 ), η επιλογή αυτή δεν μπορεί πλέον να τροποποιηθεί μετά τη θέση του εμπορεύματος σε ελεύθερη κυκλοφορία.
12
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι έρχεται σε αντίθεση με τον σκοπό του βασικού κανονισμού ο οποίος είναι, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική του σκέψη, η θέσπιση ενός δίκαιου ομοιόμορφου και ουδέτερου συστήματος τελωνειακής εκτιμήσεως το οποίο αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών.
13
Πράγματι, ο σκοπός αυτός, ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις της εμπορικής πρακτικής, θα διακυβευόταν αν δεν λαμβανόταν υπόψη το έργο που πράγματι επιτελεί ο παραγγελιοδόχος που παρεμβάλλεται σε μια αγορά. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο πρόσωπο ενεργεί για λογαριασμό του εισαγωγέα, διεκπεραιώνει το έργο ενός αντιπροσώπου για την αγορά των εμπορευμάτων και δεν αναλαμβάνει κανένα οικονομικό κίνδυνο από τη συναλλαγή αυτή. Κατ' αυτόν τον τρόπο, έστω και αν ενεργεί ιδίω ονόματι, το έργο του περιορίζεται στη συμμετοχή, ως εμμέσου αντιπροσώπου, σε σύμβαση πωλήσεως που έχει κατ' ουσίαν συναφθεί μεταξύ του παραγγελέα του και του προμηθευτή.
14
Κατά συνέπεια, η συναλλαγή στην οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, να γίνει αναφορά για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας είναι αυτή που έχει συντελεστεί μεταξύ του κατασκευαστή η του προμηθευτή των εμπορευμάτων, αφενός, και του εισαγωγέα, αφετέρου. Συναφώς, δεν έχει σημασία το ότι η συναλλαγή αυτή έχει συντελεστεί μέσω παραγγελιοδόχου εφόσον ο προκύπτων απ' αυτήν οικονομικός κίνδυνος έχει αναληφθεί από τον εισαγωγέα.
15
Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση ότι, σε περίπτωση παρεμβολής παραγγελιοδόχου ο οποίος ενήργησε μεν ιδίω ονόματι αλλά, στην πραγματικότητα, αντιπροσώπευσε τον εισαγωγέα για λογαριασμό του οποίου και ενήργησε, η συναλλαγή μεταξύ του κατασκευαστή ή του προμηθευτή των εμπορευμάτων, αφενός, και του εισαγωγέα, αφετέρου, είναι αυτή που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, της δασμολογητέας αξίας.
Επί του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας
16
Εφόσον διαπιστώθηκε ότι η μεταξύ κατασκευαστή ή προμηθευτή και εισαγωγέα συναλλαγή είναι αυτή που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, η τιμή που προκύπτει από τη συναλλαγή αυτή αποτελεί τη δασμολογητέα κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αξία.
17
Συνεπώς, τα ποσά που έχουν καταβληθεί από τον εισαγωγέα στον παραγγελιοδόχο για την υπηρεσία που συνίστατο στην αντιπροσώπευση για την αγορά των οικείων εμπορευμάτων αποτελούν προμήθεια αγοράς η οποία δεν πρέπει, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α, σημείο i, του βασικού κανονισμού, να συμπεριληφθεί στη δασμολογητέα αξία.
18
Συναφώς, πρέπει ακόμα να διευκρινιστεί ότι το γεγονός ότι ο εισαγωγέας ανέγραψε το όνομα του μεσάζοντος στη στήλη « πωλητής » της δηλώσεως του σχετικά με τη δασμολογητέα αξία και δήλωσε ως τιμή των εμπορευμάτων την τιμή που αναγραφόταν στο εκδοθέν από τον τελευταίο τιμολόγιο δεν έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της δασμολογητέας αξίας όπως αυτή απορρέει από την εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
19
Πράγματι, όπως παρατηρεί και ο γενικός εισαγγελέας στις παραγράφους 37 και 38 των προτάσεων του, ο συγκεκριμένος τρόπος κατά τον οποίο ένας εισαγωγέας συμπληρώνει τις διοικητικές διατυπώσεις σχετικά με την τελωνειακή διασάφηση δεν μπορεί να μεταβάλει την ουσία της έννομης καταστάσεως, δηλαδή την ύπαρξη μιας και μόνο συναλλαγής κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού και την έλλειψη εν προκειμένω, όσον αφορά τον εισαγωγέα, ευχέρειας επιλογής.
20
Επομένως, όσον αφορά το δεύτερο πρόβλημα που τίθεται με τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί απάντηση ότι η τιμή που προκύπτει από τη συναλλαγή μεταξύ του κατασκευαστή ή του προμηθευτή, αφενός, και του εισαγωγέα, αφετέρου, αποτελεί τη δασμολογητέα κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αξία και ότι η προμήθεια αγοράς δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στην αξία αυτή ακόμα και όταν ο εισαγωγέας έχει χαρακτηρίσει τον παραγγελιοδόχο ως πωλητή και έχει δηλώσει ως τιμή των εμπορευμάτων την τιμή τιμολογίου του παραγγελιοδόχου αυτού.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 17ης Ιουλίου 1990, αποφαίνεται:
1)
Σε περίπτωση παρεμβολής παραγγελιοδόχου ο οποίος ενήργησε μεν ιδίω ονόματι αλλά, στην πραγματικότητα, αντιπροσώπευσε τον εισαγωγέα για λογαριασμό του οποίου και ενήργησε, η συναλλαγή μεταξύ του κατασκευαστή ή του προμηθευτή των εμπορευμάτων, αφενός, και του εισαγωγέα, αφετέρου, είναι αυτή που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, της δασμολογητέας αξίας.
2)
Η τιμή που προκύπτει από τη συναλλαγή μεταξύ του κατασκευαστή ή του προμηθευτή, αφενός, και του εισαγωγέα, αφετέρου, αποτελεί τη δασμολογητέα κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 αξία και η προμήθεια αγοράς δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στην αξία αυτή ακόμα και όταν ο εισαγωγέας έχει χαρακτηρίσει τον παραγγελιοδόχο ως πωλητή και έχει δηλώσει ως τιμή των εμπορευμάτων την τιμή τιμολογίου του παραγγελιοδόχου αυτού.
Diez de Velasco
Κακούρης
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιουλίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Μ. Diez de Velasco
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy