ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-302/90 ( *1 )
I — Νομικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης
1.
Με τις γενικές διατάξεις του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ, της 2ας Απριλίου 1963, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των μεθοριακών εργαζομένων (JO 1963, 62, σ. 1314), το Συμβούλιο:
α)
ορίζει, σε σχέση με την εφαρμογή του κανονισμού αυτού, τον « μεθοριακό εργαζόμενο » ως
« τον μισθωτό ή τον εξομοιούμενο προς μισθωτό ο οποίος, μολονότι κατοικεί στο έδαφος ενός των κρατών μελών, όπου καταρχήν επιστρέφει κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, εργάζεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους » (άρθρο 1, στοιχείο γ)·
β)
προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1,
« οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού ισχύουν για τους μεθοριακούς εργαζομένους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους »·
γ)
οριοθετεί έναντι του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού αυτού το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (JO 1958, 30, σ. 561), και του κανονισμού 4 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1958, περί του τρόπου εφαρμογής και περί συμπληρώσεως των διατάξεων του κανονισμού 3 που αφορά την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων (JO 1958, 30, σ. 597 ). Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 36/63,
« οι διατάξεις των κανονισμών 3 και 4 ισχύουν για τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός, εκτός αν οι διατάξεις του ορίζουν άλλως ».
Στο προοίμιο του κανονισμού 36/63 υπενθυμίζεται, στην τέταρτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, ότι οι γενικές διατάξεις των κανονισμών 3 και 4, καθώς και οι διατάξεις που αφορούν την αναπηρία, ισχύουν χωρίς να χρειάζεται να συμπληρωθούν περαιτέρω. Ειδικές συμπληρωματικές διατάξεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, καθώς και, μεταξύ άλλων, για την ασθένεια.
2.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, το οποίο καταλέγεται μεταξύ των ειδικών διατάξεων του κανονισμού αυτού, προσδιορίζει τον αρμόδιο φορέα για τις χρηματικές καταβολές λόγω ασθένειας και μητρότητας. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
« Οι χρηματικές παροχές που ο μεθοριακός εργαζόμενος δικαιούται ή θα μπορούσε να δικαιούται, αν κατοικούσε στο έδαφος της αρμόδιας χώρας, του καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σαν να κατοικούσε στο έδαφος της χώρας αυτής. »
Όσον αφορά τις παροχές σε είδος, το άρθρο 10 του κανονισμού 36/63 περιέχει ειδική διάταξη για τους άνεργους μεθοριακούς εργαζομένους, η οποία ορίζει τα εξής:
« Ο μεθοριακός εργαζόμενος ο οποίος λαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2 του άρθρου 19, παροχές ανεργίας προβλεπόμενες από τη νομοθεσία κράτους μέλους μπορεί να αξιώσει κατά την ίδια περίοδο (...) από τον ασφαλιστικό φορέα του τόπου κατοικίας τις παροχές σε είδος. Οι παροχές αυτές οφείλονται από τον αρμόδιο φορέα της χώρας που καταβάλλει τις παροχές ανεργίας. »
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προσδιορίζει τον αρμόδιο φορέα για τις παροχές που καταβάλλονται στους μεθοριακούς εργαζομένους λόγω πλήρους ανεργίας. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
« Ο μεθοριακός εργαζόμενος που τελεί σε πλήρη ανεργία δικαιούται τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σαν να είχε εργαστεί για τελευταία φορά στο έδαφος του κράτους αυτού (...) Η καταβολή των παροχών βαρύνει τον φορέα του τόπου κατοικίας. »
3.
Το άρθρο 17 του κανονισμού 3 περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για την ασθένεια και αφορά την περίπτωση των εργαζομένων οι οποίοι μεταβαίνουν σε κράτος μέλος κατόπιν συμπληρώσεως ασφαλιστικής περιόδου σε άλλο κράτος μέλος. Η παράγραφος 1, εδάφιο 1, του άρθρου αυτού ορίζει τα εξής:
« Οι μισθωτοί ή οι εξομοιούμενοι προς μισθωτούς που έχουν συμπληρώσει περιόδους ασφαλίσεως ή εξομοιούμενες περιόδους βάσει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών και μεταβαίνουν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δικαιούνται, για τους ίδιους και τα μέλη της οικογένειάς τους, τις παροχές που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, εφόσον:
i)
ήσαν ικανοί προς εργασία, όταν εισήλθαν για τελευταία φορά στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους,
ii)
είχαν υπαχθεί στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση μετά την τελευταία είσοδό τους στο εν λόγω έδαφος,
iii)
πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, αν ληφθεί υπόψη ο συνυπολογισμός των περιόδων τον οποίο προβλέπει το προηγούμενο άρθρο. »
4.
Τέλος, το άρθρο 39, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, ο οποίος άρχισε να ισχύει την Ιη Οκτωβρίου 1972 και τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6 ), αφορά τις προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί των παροχών λόγω αναπηρίας. Οι διατάξεις αυτές ορίζουν τα εξής:
«1.
Ο φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εφαρμοζόταν κατά τη στιγμή επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία που είχε ως επακόλουθο την αναπηρία, καθορίζει, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής, αν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη — εφόσον είναι αναγκαίο — οι διατάξεις του άρθρου 38.
2.
Ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνει τις παροχές αποκλειστικά από τον εν λόγω φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός.
3.
Ο ενδιαφερόμενος ο οποίος δεν δικαιούται παροχών, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1, λαμβάνει τις παροχές τις οποίες δικαιούται ακόμη δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 38. »
II — Περιστατικά και διαδικασία
5.
Η Desse, Γαλλίδα υπήκοος, εργάστηκε στο Βέλγιο ως μεθοριακή εργαζομένη από τις 25 Φεβρουαρίου 1957 μέχρι τις 4 Δεκεμβρίου 1970, ημερομηνία της απολύσεως της.
Από τις 5 Δεκεμβρίου 1970 μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 1971 η Desse λάμβανε παροχές ανεργίας στη Γαλλία, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, και κατέβαλλε εισφορές στο « σύστημα συνεχιζόμενης ασφαλίσεως » στο Βέλγιο μέχρι την 31η Ιανουαρίου 1971.
Από τις 2 μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου 1981 η Desse λάμβανε επιδόματα ασθενείας από τον βελγικό ασφαλιστικό φορέα, ο οποίος την κήρυξε ικανή προς εργασία από τις 22 Φεβρουαρίου.
Στην Desse καταβλήθηκαν και πάλι οι παροχές ανεργίας στη Γαλλία από τις 24 Φεβρουαρίου μέχρι τις 11 Οκτωβρίου 1971. Για το διάστημα μεταξύ 12ης Οκτωβρίου 1971 και 30ής Σεπτεμβρίου 1980, ημερομηνία συνταξιοδοτήσεως της, η Desse αναγνωρίστηκε ανίκανη προς εργασία από το caisse auxiliaire d'assurance maladie-invalidité ( Επικουρικό Ταμείο Ασφαλίσεως κατά Ασθενειών και Αναπηρίας, στο εξής: CAAMI ), το οποίο αποτελεί βελγικό ασφαλιστικό φορέα.
Με απόφαση όμως της 11ης Μαΐου 1973 το CAAMI αρνήθηκε να της καταβάλει τις παροχές λόγω ασθένειας. Η Desse προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του tribunal du travail de Tournai, το οποίο δέχθηκε, με απόφαση της 4ης Ιουνίου 1976, ότι τα επιδόματα λόγω πρωτογενούς ανικανότητας προς εργασία οφείλονταν στην Desse από τις 12 Οκτωβρίου 1971, τα δε επιδόματα αναπηρίας από τις 12 Οκτωβρίου 1972.
To CAAMI άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του cour du travail de Mons και το Institut national d'assurance maladie-invalidité ( Εθνικό Ινστιτούτο Ασφαλίσεως κατά Ασθενειών και Αναπηρίας, στο εξής: INAMI ) παρενέβη υπέρ του CAAMI.
Η Desse πέθανε την 1η Οκτωβρίου 1983. Η δίκη επαναλήφθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1989 κατόπιν πρωτοβουλίας των κληρονόμων της, του Napoléon και της Jocelyne Faux.
6.
Με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1990, το cour du travail de Mons ( Βέλγιο ) ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Χάνει η Γαλλίδα μισθωτή που κατοικεί στη Γαλλία και έχει εργαστεί αποκλειστικά στο Βέλγιο επί 14 περίπου έτη ως μισθωτή την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ (ιδιότητα που εξακολουθούσε να της αναγνωρίζεται κατά τον χρόνο της απολύσεώς της στις 4 Δεκεμβρίου 1970);
Αποτελεί η απώλεια αυτή της ιδιότητας του μεθοριακού εργαζομένου συνέπεια του γεγονότος ότι η εν λόγω μισθωτή τελούσε σε πλήρη ανεργία και ελάμβανε σχετικό επίδομα από τον γαλλικό ασφαλιστικό φορέα του τόπου της κατοικίας της κατά την περίοδο από 24 Φεβρουαρίου 1971 έως 11 Οκτωβρίου 1971 στο πλαίσιο του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ, της 2ας Απριλίου 1963, ενώ φαίνεται να διατηρεί την ιδιότητα αυτή βάσει των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 19, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού;
2)
Σε περίπτωση ασθενείας και ανικανότητας προς εργασία και εν συνεχεία ανικανότητας αναγνωρισμένης κατά τη βελγική νομοθεσία περί ασφαλίσεως κατά ασθενείας-αναπηρίας (νόμος της 9ης Αυγούστου 1963 ) από τις 12 Οκτωβρίου 1971 μέχρι τη συμπλήρωση συντάξιμης ηλικίας ( δηλαδή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1980 ), μπορεί η ανωτέρω να αξιώσει επίδομα πρωτογενούς ανικανότητας προς εργασία ( επί ένα έτος ) και στη συνέχεια αναπηρίας από τον αρμόδιο βελγικό φορέα, στο πλαίσιο του άρθρου 6 του κανονισμού 36/63;
3)
Πρέπει — σύμφωνα με το πνεύμα του κανονισμού 36/63 και των ειδικών συμπληρωματικών διατάξεων που χρειάστηκε να εκδοθούν (βλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού ) — να γίνει δεκτό ότι η περίοδος ανεργίας στη Γαλλία — καίτοι δεν αναγνωρίστηκε στην εν λόγω χώρα κατοικίας ως περίοδος ασφαλίσεως ή εξομοιούμενη ή ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως — πρέπει να θεωρηθεί στο Βέλγιο, χώρα της προηγουμένης απασχολήσεως, ως περίοδος ασφαλίσεως ή εξομοιούμενη ή tao-δύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως ( ιδίως ενόψει της εφαρμογής του εθνικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 περί ασφαλίσεως κατά ασθενείας-αναπηρίας) (άρθρα 66 έως 68 και 75);
'Εχει η απάντηση στο ερώτημα αυτό σχέση με τη διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, που επιβάλλει σιωπηρώς την υποχρέωση στον μεθοριακό εργαζόμενο ο οποίος περιέπεσε σε πλήρη ανεργία να ασκήσει το δικαίωμα για επίδομα ανεργίας και επομένως να δηλωθεί ως αναζητών εργασία στη χώρα της κατοικίας του ( εν προκειμένω στη Γαλλία) και όχι στη χώρα του τόπου εργασίας και υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως μισθωτών, στην οποία έχασε την απασχόληση του;
4)
Τέλος, επικουρικώς, για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα τρία πρώτα ερωτήματα και εφαρμογής του κανονισμού 3 από την 1η Οκτωβρίου 1971 και του κανονισμού ( EOK ) 1408/71 από την 1η Οκτωβρίου 1972 στον τομέα της ασφαλίσεως κατά ασθενείας-αναπηρίας:
Πρέπει ο φορέας της χώρας του τόπου εργασίας και υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως μισθωτών (εν προκειμένω του Βελγίου) να δεχθεί ότι η περίοδος ανεργίας για την οποία καταβάλλεται επίδομα στη Γαλλία κατά το άρθρο 19, παράγραφος Ι, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ ( καίτοι δεν αναγνωρίζεται στη χώρα αυτή ως περίοδος ασφαλίσεως ή εξομοιούμενη ή ισοδύναμη περίοδος) επέχει θέση περιόδου ασφαλίσεως ή εξομοιούμενης ή ισοδύναμης προς αυτή κατά την έννοια των άρθρων 66 (δοκιμαστική περίοδος) έως 68 και 75 ( λόγω της διατηρήσεως της ιδιότητας του δικαιούχου) του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 περί ασφαλίσεως κατά ασθε-νείας-αναπηρίας; »
7.
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Οκτωβρίου 1990. Έγγραφες παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου κατέθεσαν το INAMI, παρεμβαίνον υπέρ του εφεσείοντος, εκπροσωπούμενο από τους Α. Wattier και J. Saint-Ghislain, δικηγόρους Mons, το ζεύγος Faux, εφεσίβλητοι, εκπροσωπούμενοι από τους Gaston Dramaix και José Chevalier, δικηγόρους Mons, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας.
8.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
III — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
9.
Όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το INAMI ισχυρίζεται ότι, για να δικαιούται τις παροχές σε χρήμα λόγω ανικανότητας προς εργασία, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να καλύπτεται από τον ορισμό του μεθοριακού εργαζομένου που δίδεται στο άρθρο 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63, δηλαδή να κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους και να εργάζεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση όμως δεν μπορεί να πληρούται, όταν ο ενδιαφερόμενος τελεί σε πλήρη ανεργία.
Προς στήριξη της απόψεως του, το INAMI επικαλείται την ερμηνεία του όρου « απασχολείται » που χρησιμοποιείται στην ανωτέρω διάταξη του κανονισμού 36/63, ερμηνεία που δόθηκε από τη διοικητική επιτροπή της οποίας την ίδρυση προέβλεψε το άρθρο 43 του κανονισμού 3.
Η επιτροπή αυτή διευκρίνισε ότι ο εν λόγω όρος έχει ευρύτατο περιεχόμενο και καλύπτει τους « εργαζομένους που τελούν σε μερική ή περιστασιακή ανεργία και εμπίπτουν στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 36/63 ». Από τα ανωτέρω το INAMI συνάγει, αντλώντας επιχείρημα εκ του εναντίου, ότι εξαιρούνται οι τελούντες σε πλήρη ανεργία.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το INAMI ισχυρίζεται ότι η περίπτωση του μεθοριακού εργαζομένου που τελούσε σε πλήρη ανεργία και επλήγη στις 12 Οκτωβρίου 1971 από ανικανότητα προς εργασία δεν καλύπτεται από το άρθρο 6 του κανονισμού 36/63, καθόσον από το άρθρο αυτό δεν προκύπτει ποιος ασφαλιστικός φορέας βαρύνεται με την καταβολή των παροχών λόγω ασθένειας στην περίπτωση αυτή.
Επομένως, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 36/63, πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις των κανονισμών 3 και 4. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού 3, η καταβολή των παροχών λόγω ασθένειας βαρύνει το κράτος μέλος στο οποίο μεταβαίνει ο εργαζόμενος. Κατά συνέπεια, στην προκειμένη υπόθεση το βάρος καταβολής των παροχών αυτών φέρουν οι γαλλικές αρχές.
Όσον αφορά την αναπηρία που επήλθε στις 12 Οκτωβρίου 1972, το INAMI τονίζει ότι το εφαρμοστέο σύστημα προσδιορίζεται από τον κανονισμό 1408/71, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1972. Το άρθρο 39 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι το οικονομικό βάρος της αναπηρίας φέρει το κράτος μέλος του οποίου η νομοθεσία εφαρμοζόταν κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία. Στην προκειμένη περίπτωση το κράτος αυτό είναι επίσης η Γαλλία.
Όσον αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το INAMI τονίζει ότι τόσο ο κανονισμός 3 όσο και ο κανονισμός 1408/71 καθιστούν σαφές ότι ως « περίοδοι ασφαλίσεως » νοούνται οι περίοδοι καταβολής εισφορών, απασχολήσεως ή μη μισθωτής εργασίας που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία συμπληρώθηκαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο κατά το οποίο αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως.
Η γενική αυτή αρχή έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο (αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1967, 14/67, Weichner, Rec. 1967, σ. 428, της 6ης Ιουνίου 1972, 2/72, Murru, Rec. 1972, σ. 333, και της 7ης Φεβρουαρίου 1990, C-324/88, Velia, Συλλογή 1990, σ. Ι-257 ).
Κατά συνέπεια, παρά το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, η περίοδος ανεργίας της ενδιαφερομένης στη Γαλλία, την οποία η ισχύουσα τότε γαλλική νομοθεσία δεν θεωρούσε ως περίοδο ασφαλίσεως, δεν μπορούσε να θεωρηθεί στο Βέλγιο ως περίοδος ασφαλίσεως ή περίοδος εξομοιούμενη ή ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως.
Όσον αφορά το τελευταίο προδικαστικό ερώτημα, το INAMI υπενθυμίζει καταρχάς ότι, κατά το άρθρο 17 του κανονισμού 3 και το άρθρο 39 του κανονισμού 1408/71, η υποχρέωση καταβολής των εισφορών βάρυνε τον γαλλικό ασφαλιστικό φορέα.
Το INAMI τονίζει στη συνέχεια ότι, αν η εφεσίβλητη δεν δικαιούται τις παροχές αναπηρίας βάσει της γαλλικής νομοθεσίας, μπορεί να ισχυριστεί ότι δικαιούται τις παροχές αυτές στο Βέλγιο δυνάμει του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71.
Το INAMI όμως διευκρινίζει ότι η τελευταία αυτή διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 38 του ίδιου κανονισμού, το οποίο αφορά τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως, οι οποίες, όπως ήδη αναφέρθηκε, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τη νομοθεσία υπό την οποία συμπληρώθηκαν.
Το συμπέρασμα του INAMI είναι ότι, εφόσον μια περίοδος ανεργίας στη Γαλλία δεν αναγνωρίζεται ως περίοδος ασφαλίσεως από τη γαλλική νομοθεσία, η περίοδος αυτή δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς περίοδο ασφαλίσεως προς τον σκοπό κτήσεως του δικαιώματος επί των βελγικών παροχών.
10.
Το ζεύγος Faux, οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης, τονίζουν καταρχάς ότι η περίπτωση της Desse εμπίπτει στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και υπενθυμίζουν την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι οι κανονισμοί που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση πρέπει να ερμηνεύονται ενόψει των σκοπών που επιδιώκονται με τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης.
Επ' αυτού οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, πρώτον, ότι οι διατάξεις των κανονισμών που αποβλέπουν στην υλοποίηση της ελευθερίας αυτής πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως, ενώ οι εξαιρέσεις και αποκλίσεις από τις διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά (απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 242/83, Patten, Συλλογή 1984, σ. 3191 ), και, δεύτερον, ότι δεν θα επιτυγχανόταν ο σκοπός που επιδιώκεται με τα άρθρα 48 έως 51, αν οι εργαζόμενοι έχαναν, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματός τους προς ελεύθερη κυκλοφορία, τα οφέλη που τους εξασφαλίζει από άποψη κοινωνικής ασφαλίσεως η νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους ( απόφαση της 5ης Ιουλίου 1967 στην υπόθεση 9/67, Colditz, Rec. 1967, σ. 298).
Από τα ανωτέρω οι εφεσίβλητοι συνάγουν ότι η γενική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε εμποδίου που δημιουργούν οι διατάξεις των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως.
Οι εφεσίβλητοι θεωρούν ειδικότερα ότι με τα προδικαστικά ερωτήματα το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία, πρώτον, αν η Desse διατηρούσε την ιδιότητά της ως μεθοριακής εργαζομένης κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία λάμβανε επιδόματα πλήρους ανεργίας από τον γαλλικό ασφαλιστικό φορέα και, δεύτερον, αν η περίοδος της ανεργίας συνιστά περίοδο ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την κτήση του δικαιώματος επί των βελγικών παροχών κατόπιν συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, οι εφεσίβλητοι τονίζουν ότι η Desse λάμβανε επιδόματα ανεργίας από τις 5 Δεκεμβρίου 1970 μέχρι την Ι η Φεβρουαρίου 1971 και στη συνέχεια από τις 24 Φεβρουαρίου μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1971, καθώς και επιδόματα λόγω ανικανότητας προς εργασία από την 1η μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου 1971, επειδή ακριβώς είχε την ιδιότητα της μεθοριακής εργαζομένης. Η ιδιότητα αυτή πρέπει επομένως να εκτιμάται κατά το χρονικό σημείο της κτήσεως του δικαιώματος, δηλαδή εν προκειμένω στις 4 Δεκεμβρίου 1970, ημέρα απολύσεως της ενδιαφερομένης.
Οι εφεσίβλητοι προσθέτουν ότι το ίδιο το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63 αναφέρεται στην ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου που τελεί σε πλήρη ανεργία. Δεν επιτρέπεται επομένως να καταστεί κενή περιεχομένου η διάταξη αυτή λόγω στενής ερμηνείας της λέξης « απασχολείται » του άρθρου 1, στοιχείο γ, του ίδιου αυτού κανονισμού. Κατά τους εφεσίβλητους, η ερμηνεία αυτή θα κατέληγε σε κοινοτικό περιορισμό του δικαιώματος που παρέχει στον εργαζόμενο η εθνική νομοθεσία και θα αντέβαινε προς την ερμηνεία των κοινοτικών κανονισμών στην οποία έχει προβεί το Δικαστήριο βάσει της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Όσον αφορά το ζήτημα αν η περίοδος πλήρους ανεργίας για την οποία καταβάλλονταν γαλλικές παροχές συνιστά περίοδο ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την κτήση του δικαιώματος επί των βελγικών παροχών κατόπιν συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως, οι εφεσίβλητοι βάλλουν καταρχάς κατά της ερμηνείας που προτείνει το INAMI, ισχυριζόμενοι ότι η ερμηνεία αυτή στηρίζεται στους κανονισμούς 3 και 4, ενώ για τους μεθοριακούς εργαζομένους ισχύουν μόνο οι ειδικές διατάξεις του κανονισμού 36/63.
Οι εφεσίβλητοι τονίζουν στη συνέχεια ότι, αφού η Desse αναγκάστηκε να δηλωθεί ως αναζητούσα εργασία στη Γαλλία, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, και ελάμβανε παροχές σε είδος στη Γαλλία σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού αυτού, η περίοδος ανεργίας της, για την οποία ελεγχόταν στη Γαλλία, πρέπει να εξομοιωθεί με περίοδο ανεργίας για την οποία ο έλεγχος πραγματοποιείται στο Βέλγιο βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 3, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963.
Τέλος, οι εφεσίβλητοι δεν αμφισβητούν ότι η Desse δεν υπαγόταν στο γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά υποστηρίζουν ότι η κτήση του δικαιώματος επί των επιδομάτων ανεργίας στη Γαλλία κατέστη δυνατή χάρη σε κοινοτικό κανονισμό, χωρίς να εξαρτάται από την εν λόγω υπαγωγή.
Οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι εν προκειμένω πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο ο ορισμός που δίνει η γαλλική νομοθεσία στην περίοδο ασφαλίσεως ή στην εξομοιούμενη περίοδο, κατά τη νομοθεσία δε αυτή η περίοδος ανεργίας για την οποία ασκείται έλεγχος εξομοιώνεται με περίοδο ασφαλίσεως.
11.
Επί του πρώτου ερωτήματος η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας διάταξη του κανονισμού 1408/71 που έχει σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο με τη διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, έκρινε ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία μπορεί να ζητήσει μόνο τις παροχές του κράτους όπου κατοικεί (απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 1/85, Miethe, Συλλογή 1986, σ. 1837). Η Επιτροπή θεωρεί επομένως ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63 δεν παρέχει στους μεθοριακούς εργαζομένους δικαίωμα επιλογής μεταξύ της νομοθεσίας του κράτους μέλους κατοικίας και του κράτους μέλους απασχολήσεως.
Κατά συνέπεια, ο μεθοριακός εργαζόμενος χάνει την ιδιότητα αυτή όχι επειδή βρίσκεται σε πλήρη ανεργία, αλλά μόνο αν αρχίσει να εργάζεται χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν ο μεθοριακός εργαζόμενος που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία μπορεί, βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 36/63, να αξιώσει τα επιδόματα πρωτογενούς ανικανότητας προς εργασία και στη συνέχεια τα επιδόματα αναπηρίας.
Όσον αφορά τα επιδόματα ασθενείας, επομένως δε και τα επιδόματα πρωτογενούς ανικανότητας προς εργασία, η Επιτροπή τονίζει ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ρητά ότι τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους απασχολήσεως.
Όσον αφορά τις παροχές αναπηρίας, η Επιτροπή τονίζει ότι, κατά τη νέα παράγραφο 5 του άρθρου 39, η οποία προστέθηκε στον κανονισμό 1408/71 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2793/81 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1981, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ L 275, σ. 1 ), η καταβολή των παροχών αυτών βαρύνει τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους κατοικίας. Η Επιτροπή υπογραμμίζει πάντως ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη διαφορά της κύριας δίκης, αφού άρχισε να ισχύει μετά τη λήξη της περιόδου ανικανότητας της Desse προς εργασία.
Κατά την Επιτροπή, τα κρίσιμα σημεία αναφοράς στην προκειμένη υπόθεση είναι επομένως οι παράγραφοι Ι και 2 του άρθρου αυτού, οι οποίες και μόνο εφαρμόζονται στην προκειμένη υπόθεση, το συναγόμενο δε συμπέρασμα είναι ότι το ζήτημα αν ο μεθοριακός εργαζόμενος πληροί όλες τις προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί των παροχών αναπηρίας κρίνεται από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα του κράτους στο οποίο επήλθε η ανικανότητα προς εργασία, εν προκειμένω δε του κράτους απασχολήσεως.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στα δυο πρώτα ερωτήματα, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα δεν έχουν αντικείμενο.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πέμπτο τμήμα )
της 15ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-302/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour du travail de Mons ( Βέλγιο ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Caisse auxiliaire d'assurance maladie-invalidité (CAAMI), υποστηριζόμενου από το
Institut national d'assurance maladie-invalidité (INAMI),
παρεμβαίνον,
και
Napoléon και Jocelyne Faux,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των μεθοριακών εργαζομένων (JO 1963, 62, σ. 1314),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος και προεδρεύοντα, F. Gré-visse, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
το INAMI, παρεμβαίνον στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τους Α. Wattier και J. Saint-Ghislain, δικηγόρους Mons,
—
το ζεύγος Faux, εφεσίβλητοι στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενοι από τους Gaston Dramaix και José Chevalier, δικηγόρους Mons,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξε προφορικά η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Οκτωβρίου 1990, το cour du travail de Mons υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των μεθοριακών εργαζομένων (JO 1963, 62, σ. 1314), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ των Napoléon και Jocelyne Faux, κληρονόμων της Desse, η οποία πέθανε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, και του caisse auxiliaire d'assurance maladie-invalidité ( Επικουρικού Ταμείου Ασφαλίσεως κατά Ασθενειών και Αναπηρίας, στο εξής: CAAMI ) και του Institut national d'assurance maladie-invalidité (Εθνικού Ινιστιτούτου Ασφαλίσεως κατά Ασθενειών και Αναπηρίας, στο εξής: INAMI ), παρεμβαίνοντος.
3
Η Desse, η οποία είχε τη γαλλική ιθαγένεια και εργάστηκε στο Βέλγιο ως μεθοριακή εργαζομένη από τις 25 Φεβρουαρίου 1957 μέχρι τις 4 Δεκεμβρίου 1970, ημέρα της απολύσεως της, έλαβε παροχές λόγω ανεργίας στη Γαλλία βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63 μέχρι τις 11 Οκτωβρίου 1971, πλην της περιόδου μεταξύ 2ας και 21ης Φεβρουαρίου 1971, κατά την οποία της χορηγήθηκαν επιδόματα ασθενείας από τον βελγικό ασφαλιστικό φορέα.
4
Η Desse αναγνωρίστηκε ανίκανη προς εργασία από το CAAMI για την περίοδο από 12 Οκτωβρίου 1971 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1980, ημερομηνία συνταξιοδοτήσεως της. Εντούτοις, με απόφαση της 11ης Μαΐου 1973 το CAAMI αρνήθηκε να της καταβάλει τις ασφαλιστικές παροχές λόγω ασθένειας-αναπηρίας. Κατά της αποφάσεως αυτής η Desse προσέφυγε ενώπιον του tribunal du travail de Tournai, το οποίο δέχθηκε τα αιτήματά της με απόφαση της 4ης Ιουνίου 1976.
5
Το CAAMI, υποστηριζόμενο από το INAMI, άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του cour du travail de Mons, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Χάνει η Γαλλίδα μισθωτή που κατοικεί στη Γαλλία και έχει εργαστεί αποκλειστικά στο Βέλγιο επί 14 περίπου έτη ως μισθωτή την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ ( ιδιότητα που εξακολουθούσε να της αναγνωρίζεται κατά τον χρόνο της απολύσεως της στις 4 Δεκεμβρίου 1970 );
Αποτελεί η απώλεια αυτή της ιδιότητας του μεθοριακού εργαζομένου συνέπεια του γεγονότος ότι η εν λόγω μισθωτή τελούσε σε πλήρη ανεργία και ελάμβανε σχετικό επίδομα από τον γαλλικό ασφαλιστικό φορέα του τόπου της κατοικίας της κατά την περίοδο από 24 Φεβρουαρίου 1971 έως 11 Οκτωβρίου 1971 στο πλαίσιο του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ, της 2ας Απριλίου 1963, ενώ φαίνεται να διατηρεί την ιδιότητα αυτή βάσει των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 19, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού;
2)
Σε περίπτωση ασθενείας και ανικανότητας προς εργασία και εν συνεχεία ανικανότητας αναγνωρισμένης κατά τη βελγική νομοθεσία περί ασφαλίσεως κατά ασθενείας-αναπηρίας (νόμος της 9ης Αυγούστου 1963) από τις 12 Οκτωβρίου 1971 μέχρι τη συμπλήρωση συντάξιμης ηλικίας ( δηλαδή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1980), μπορεί η ανωτέρω να αξιώσει επίδομα πρωτογενούς ανικανότητας προς εργασία ( επί ένα έτος ) και στη συνέχεια αναπηρίας από τον αρμόδιο βελγικό φορέα, στο πλαίσιο του άρθρου 6 του κανονισμού 36/63 ;
3)
Πρέπει — σύμφωνα με το πνεύμα του κανονισμού 36/63 και των ειδικών συμπληρωματικών διατάξεων που χρειάστηκε να εκδοθούν (βλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού ) — να γίνει δεκτό ότι η περίοδος ανεργίας στη Γαλλία — καίτοι δεν αναγνωρίστηκε στην εν λόγω χώρα κατοικίας ως περίοδος ασφαλίσεως ή εξομοιούμενη ή ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως — πρέπει να θεωρηθεί στο Βέλγιο, χώρα της προηγουμένης απασχολήσεως, ως περίοδος ασφαλίσεως ή εξομοιούμενη ή ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως ( ιδίως ενόψει της εφαρμογής του εθνικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 περί ασφαλίσεως κατά ασθενείας-αναπηρίας ) ( άρθρα 66 έως 68 και 75 );
Έχει η απάντηση στο ερώτημα αυτό σχέση με τη διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, που επιβάλλει σιωπηρώς την υποχρέωση στον μεθοριακό εργαζόμενο ο οποίος περιέπεσε σε πλήρη ανεργία να ασκήσει το δικαίωμα για επίδομα ανεργίας και επομένως να δηλωθεί ως αναζητών εργασία στη χώρα της κατοικίας του ( εν προκειμένω στη Γαλλία ) και όχι στη χώρα του τόπου εργασίας και υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως μισθωτών, στην οποία έχασε την απασχόληση του;
4)
Τέλος, επικουρικώς, για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα τρία πρώτα ερωτήματα και εφαρμογής του κανονισμού 3 από την 1η Οκτωβρίου 1971 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 από την 1η Οκτωβρίου 1972 στον τομέα της ασφαλίσεως κατά ασθενείας-αναπηρίας:
Πρέπει ο φορέας της χώρας του τόπου εργασίας και υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως μισθωτών ( εν προκειμένω του Βελγίου ) να δεχθεί ότι η περίοδος ανεργίας για την οποία καταβάλλεται επίδομα στη Γαλλία κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ ( καίτοι δεν αναγνωρίζεται στη χώρα αυτή ως περίοδος ασφαλίσεως ή εξομοιούμενη ή ισοδύναμη περίοδος ) επέχει θέση περιόδου ασφαλίσεως ή εξομοιούμενης ή ισοδύναμης προς αυτή κατά την έννοια των άρθρων 66 ( δοκιμαστική περίοδος ) έως 68 και 75 ( λόγω της διατηρήσεως της ιδιότητας του δικαιούχου ) του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 περί ασφαλίσεως κατά ασθενείας-αναπηρίας; »
6
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
7
Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63 έχει την έννοια ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος χάνει την ιδιότητα αυτή λόγω του ότι τελεί σε πλήρη ανεργία.
8
Το INAMI ισχυρίζεται ότι, για να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του κανονισμού 36/63 σε εργαζόμενο, πρέπει ο εργαζόμενος αυτός να καλύπτεται από τον ορισμό του μεθοριακού εργαζομένου, τον οποίο περιέχει το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού αυτού, και ειδικότερα να πληροί την προϋπόθεση εργασίας στο έδαφος άλλου κράτους μέλους από το κράτος της κατοικίας του. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν συντρέχει, όταν ο ενδιαφερόμενος τελεί σε πλήρη ανεργία. Προς στήριξη της απόψεως του το INAMI επικαλείται την ερμηνεία της λέξης « απασχολείται », την οποία έδωσε η διοικητική επιτροπή που συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 43 του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων ( JO 1958, 30, σ. 597 ). Η επιτροπή αυτή έκρινε ότι η λέξη αυτή είχε ευρύτατη έννοια και κάλυπτε, μεταξύ άλλων, τους « εργαζομένους που τελούν σε μερική ή περιστασιακή ανεργία και εμπίπτουν στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 36/63 ». Από την ερμηνεία αυτή το INAMI συνάγει το συμπέρασμα ότι όσοι τελούν σε πλήρη ανεργία, των οποίων τα δικαιώματα επί των παροχών ανεργίας καθορίζονται με το άρθρο 19, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, δεν είναι πλέον μεθοριακοί εργαζόμενοι.
9
Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και η ερμηνεία την οποία υποστηρίζει το INAMI μπορεί να βρει έρεισμα στο γράμμα της φράσης « απασχολείται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους », η οποία περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63, εντούτοις αντιφάσκει προς το περιεχόμενο και το ίδιο το γράμμα άλλων διατάξεων του ίδιου αυτού κανονισμού, και συγκεκριμένα των άρθρων 19, παράγραφος 1, και 10.
10
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού αφορά τις παροχές τις οποίες δικαιούται « ο μεθοριακός εργαζόμενος που τελεί σε πλήρη ανεργία ». Το άρθρο 10 προβλέπει ότι « ο μεθοριακός εργαζόμενος ο οποίος λαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2 του άρθρου 19, παροχές λόγω ανεργίας προβλεπόμενες από τη νομοθεσία κράτους μέλους μπορεί να αξιώσει κατά την ίδια περίοδο, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς του, τις παροχές σε είδος από τον ασφαλιστικό φορέα του τόπου κατοικίας». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο άνεργος μεθοριακός εργαζόμενος διατηρεί την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου.
11
Όσον αφορά το επιχείρημα που στηρίζεται στην ερμηνεία της διοικητικής επιτροπής την οποία αφορά το άρθρο 43 του κανονισμού 3, αρκεί η παρατήρηση ότι, όπως συνάγεται από τη δικογραφία, το πρόβλημα που υπήρξε αφορμή για την ερμηνεία αυτή αφορούσε αποκλειστικά και μόνο το ζήτημα αν οι μεθοριακοί εργαζόμενοι στους οποίους χορηγούνται παροχές λόγω μερικής ή περιστασιακής ανεργίας έπρεπε να θεωρούνται ως « απασχολούμενοι » κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63. Αντίθετα, δεν εξετάστηκε καθόλου η περίπτωση των πλήρως ανέργων.
12
Στο πρώτο επομένως ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63 έχει την έννοια ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος δεν χάνει την ιδιότητα αυτή λόγω του ότι τελεί σε πλήρη ανεργία.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
13
Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν ο μεθοριακός εργαζόμενος που τελεί σε πλήρη ανεργία μπορεί να αξιώσει από τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεως την καταβολή παροχών λόγω ανικανότητας προς εργασία και στη συνέχεια παροχών αναπηρίας.
14
Όσον αφορά καταρχάς τις παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία, αρκεί η παρατήρηση ότι, εφόσον ο μεθοριακός εργαζόμενος που τελεί σε πλήρη ανεργία διατηρεί την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου, στην παρούσα υπόθεση έχει εφαρμογή το άρθρο 6 του κανονισμού 36/63, κατά το οποίο οι χρηματικές παροχές λόγω ασθενείας που μπορούσε να αξιώσει ο μεθοριακός εργαζόμενος βάρυναν το κράτος μέλος απασχολήσεως, εφόσον ο ενδιαφερόμενος κατοικούσε στο έδαφος του κράτους αυτού.
15
Όσον αφορά τις παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία του μεθοριακού εργαζομένου ο οποίος τελεί σε πλήρη ανεργία, από το άρθρο 39, παράγραφος 5, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους της κατοικίας του. Όπως όμως τόνισε η Επιτροπή, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Η διάταξη αυτή προστέθηκε στον κανονισμό αυτό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2793/81 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1981, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1408/71 ( ΕΕ L 275, σ. 1 ), ο οποίος άρχισε να ισχύει την ημέρα της δημοσιεύσεως του, δηλαδή στις 29 Σεπτεμβρίου 1981.
16
Επομένως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το κείμενο του άρθρου 39 του κανονισμού 1408/71 που ίσχυε κατά την περίοδο που αφορά η διαφορά της κύριας δίκης. Από τις παραγράφους 1 και 2 όμως της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι οι παροχές αναπηρίας βαρύνουν τον ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία εφαρμοζόταν κατά το χρονικό σημείο της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, την οποία διαδέχθηκε η αναπηρία, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία αυτή.
17
Σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κράτος μέλος του οποίου η νομοθεσία είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία του μεθοριακού εργαζομένου που τελούσε σε πλήρη ανεργία δεν μπορούσε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 36/63 και συγκεκριμένα του άρθρου 6, να είναι άλλο από το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως.
18
Συνεπώς στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατά το δίκαιο που διέπει την κύρια υπόθεση, ο μεθοριακός εργαζόμενος που τελεί σε πλήρη ανεργία μπορεί να αξιώσει τις παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, στη συνέχεια δε τις παροχές αναπηρίας, δυνάμει του άρθρου 39, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/71, από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεως.
Επί του τρίτου ερωτήματος
19
Με το τρίτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η περίοδος πλήρους ανεργίας μεθοριακού εργαζομένου ο οποίος, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, υποχρεούται να ασκεί τα δικαιώματα του ως προς τα επιδόματα ανεργίας στο κράτος μέλος κατοικίας πρέπει, μολονότι δεν αναγνωρίζεται στο κράτος αυτό ως περίοδος ασφαλίσεως ασθενείας ή ως εξομοιούμενη περίοδος, να θεωρηθεί ως περίοδος ασφαλίσεως ή ως εξομοιούμενη περίοδος στο κράτος της τελευταίας απασχολήσεως, του οποίου η νομοθεσία, η οποία είχε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο, εξομοίωνε τις περιόδους ανεργίας που συμπληρώνονταν στο έδαφος του με περιόδους ασφαλίσεως κατά ασθενείας.
20
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό,πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένα στοιχεία του εθνικού δικαίου και του κοινοτικού δικαίου, τα οποία αποτελούν την αιτία του προβλήματος που ανέκυψε στην κύρια δίκη.
21
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η βελγική νομοθεσία, η οποία αποτελεί την εφαρμοστέα νομοθεσία ως η νομοθεσία του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως (βλ. σκέψη 17 ανωτέρω), προέβλεπε μεταξύ των προϋποθέσεων για τη χορήγηση των παροχών λόγω ανικανότητας προς εργασία τη συμπλήρωση μιας περιόδου εργασίας και ασφαλίσεως ορισμένης τουλάχιστον διάρκειας ( άρθρα 66 και 68 του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, περί καθιερώσεως και οργανώσεως ενός συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά ασθενειών και αναπηρίας, Moniteur belge της 1/2.11.1963). Δυνάμει των άρθρων 21, σημείο 3, και 45, παράγραφος 1, σημείο 1, στοιχείο γ, του νόμου αυτού, οι εργαζόμενοι που τελούσαν σε ανεργία αναγνωρίζονταν ως δικαιούχοι των παροχών λόγω ανικανότητας προς εργασία, δηλαδή η περίοδος ανεργίας εξομοιωνόταν προς περίοδο ασφαλίσεως.
22
Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο αρμόδιος βελγικός ασφαλιστικός φορέας αρνήθηκε να καταβάλει στην Desse τις επίμαχες παροχές, με το αιτιολογικό ότι η περίοδος κατά την οποία η ενδιαφερομένη ελάμβανε παροχές ανεργίας στη Γαλλία, το κράτος κατοικίας της, δεν αναγνωριζόταν από το κράτος αυτό ως περίοδος ασφαλίσεως.
23
Το γεγονός όμως ότι η Desse ελάμβανε τις παροχές ανεργίας στη Γαλλία και όχι στο Βέλγιο ήταν αναγκαία συνέπεια της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Όπως δηλαδή προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, ο μεθοριακός εργαζόμενος που τελεί σε πλήρη ανεργία μπορεί να αξιώσει μόνο τις παροχές ανεργίας του κράτους μέλους κατοικίας ( βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 1/85, Miethe, Συλλογή 1986, σ. 1837, σκέψη 10, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71, η διατύπωση του οποίου είναι εν πολλοίς πανομοιότυπη με τη διατύπωση του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63 ).
24
Ενόψει όλων των ανωτέρω στοιχείων, δεν μπορεί παρά να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου ως προς το αν η περίοδος κατά την οποία η ενδιαφερόμενη ελάμβανε στη Γαλλία παροχές ανεργίας πρέπει να εξομοιωθεί με περίοδο ασφαλίσεως, προκειμένου να της χορηγηθούν παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία κατ' εφαρμογή της βελγικής νομοθεσίας.
25
Όπως έχει δεχθεί επανειλημμένα το Δικαστήριο ( βλ. π.χ. απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1967, 14/67, Weichner, Rec. 1967, σ. 427) και όπως ισχυρίστηκε το INAMI, τόσο ο κανονισμός 3 ( άρθρο Ι, στοιχείο ιστ ) όσο και ο κανονισμός 1408/71 ( άρθρο 1, στοιχείο ιη ), οι οποίοι έχουν εφαρμογή στην κύρια υπόθεση, διευκρινίζουν ότι ως « περίοδοι ασφαλίσεως » νοούνται οι περίοδοι που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία συμπληρώθηκαν.
26
Στις περιπτώσεις όμως όπως αυτή της κύριας δίκης, η ερμηνεία αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος έχει εγγραφεί ως αιτών εργασία στο κράτος μέλος κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, να στερείται στο κράτος μέλος της τελευταίας απασχολήσεως τις παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία, τις οποίες θα μπορούσε να αξιώσει αν είχε εγγραφεί ως αιτών εργασία σ' αυτό το κράτος μέλος και αν συνεπώς η περίοδος ανεργίας του είχε εξομοιωθεί στο κράτος αυτό με περίοδο ασφαλίσεως ασθενείας.
27
Κατά πάγια όμως νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ. αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 1967, 9/67, Colditz, Rec. 1967, σ. 298, της 21ης Οκτωβρίου 1975, 24/75, Petroni, Rec. 1975, σ. 1149, σκέψη 13, και της 7ης Μαρτίου 1991, C-10/90, Masgio, Συλλογή 1991, σ. I-1119, σκέψη 18), η επίτευξη του σκοπού των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης θα διακυβευόταν αν οι διακινούμενοι εργαζόμενοι έχαναν, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματος τους προς ελεύθερη κυκλοφορία, τα οφέλη που τους παρέχει ως προς την κοινωνική ασφάλιση η νομοθεσία ενός και μόνο κράτους μέλους.
28
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι διατάξεις των κανονισμών 3 και 1408/71 σχετικά με τον ορισμό των περιόδων ασφαλίσεως δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να έχει ως αποτέλεσμα να στερούνται οι διακινούμενοι εργαζόμενοι τα οφέλη που θα μπορούσαν να αξιώσουν βάσει της νομοθεσίας ενός και μόνο κράτους μέλους και να διακυβεύεται επομένως η επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης ( βλ. αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 1967, Colditz, όπ.π., της 6ης Μαρτίου 1979, 100/78, Rossi, Rec. 1979, σ. 831, και της 12ης Ιουνίου 1980, 733/79, Laterza, Rec. 1980, σ. 1915).
29
Στο τρίτο επομένως ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η περίοδος πλήρους ανεργίας μεθοριακού εργαζομένου ο οποίος, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, υποχρεούται να ασκεί τα δικαιώματα του επί των επιδομάτων ανεργίας στο κράτος μέλος κατοικίας πρέπει, μολονότι δεν αναγνωρίζεται στο κράτος αυτό ως περίοδος ασφαλίσεως ασθενείας ή ως εξομοιούμενη περίοδος, να θεωρηθεί ως περίοδος ασφαλίσεως ή ως εξομοιούμενη περίοδος στο κράτος της τελευταίας απασχολήσεως, του οποίου η νομοθεσία, η οποία είχε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο, εξομοίωνε τις περιόδους ανεργίας που συμπληρώνονταν στο έδαφός του με περιόδους ασφαλίσεως ασθενείας.
30
Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο τρίτο ερώτημα, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
31
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1990 το cour du travail de Mons, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των μεθοριακών εργαζομένων, έχει την έννοια ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος δεν χάνει την ιδιότητα αυτή λόγω του ότι τελεί σε πλήρη ανεργία.
2)
Κατά το δίκαιο που διέπει την κύρια υπόθεση, ο μεθοριακός εργαζόμενος που τελεί σε πλήρη ανεργία μπορεί να αξιώσει τις παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των μεθοριακών εργαζομένων, στη συνέχεια δε τις παροχές αναπηρίας, δυνάμει του άρθρου 39, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας.
3)
Η περίοδος πλήρους ανεργίας μεθοριακού εργαζομένου ο οποίος, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των μεθοριακών εργαζομένων, υποχρεούται να ασκεί τα δικαιώματά του επί των επιδομάτων ανεργίας στο κράτος μέλος κατοικίας πρέπει, μολονότι δεν αναγνωρίζεται στο κράτος αυτό ως περίοδος ασφαλίσεως ασθενείας ή ως εξομοιούμενη περίοδος, να θεωρηθεί ως περίοδος ασφαλίσεως ή ως εξομοιούμενη περίοδος στο κράτος της τελευταίας απασχολήσεως, του οποίου η νομοθεσία, η οποία είχε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο, εξομοίωνε τις περιόδους ανεργίας που συμπληρώνονταν στο έδαφός του με περιόδους ασφαλίσεως ασθενείας.
Slynn
Grévisse
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος τμήματος και
προεδρεύων του πέμπτου τμήματος
Gordon Slynn
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy