ΕΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-310/90 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
Α — Κοινοτικές διατάξεις
Οι συναφείς διατάξεις της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ, η οποία εφαρμόζεται στον τομέα της αρχιτεκτονικής, είναι οι ακόλουθες:
«'Αρθρο 2
Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα πτυχία, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που αποκτώνται μετά από εκπαίδευση, η οποία πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 3 και 4 και χορηγούνται στους υπηκόους κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη προσδίδοντας τους, στην επικράτειά τους, όσον αφορά το δικαίωμα άσκησης των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1, και την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών με τον επαγγελματικό τίτλο του αρχιτέκτονα, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1, την ίδια ισχύ με τα πτυχία, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που χορηγεί το κράτος αυτό.
Άρθρο 3
Η εκπαίδευση, που καταλήγει στην απόκτηση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων, που αναφέρονται στο άρθρο 2, εξασφαλίζεται με σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου οι οποίες έχουν σαν κύριο αντικείμενο την αρχιτεκτονική. Οι σπουδές αυτές πρέπει να διατηρούν ισορροπία ανάμεσα στις θεωρητικές και πρακτικές πλευρές της εκπαίδευσης στην αρχιτεκτονική και να εξασφαλίζουν την απόκτηση:
(...)
Άρθρο 4
1. Η εκπαίδευση που αναφέρεται στο άρθρο 2 πρέπει να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 3 και στις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
η συνολική διάρκεια της εκπαίδευσης πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση σε πανεπιστήμιο ή ανάλογο εκπαιδευτικό ίδρυμα, ή τουλάχιστον έξι έτη σπουδών σε πανεπιστήμιο ή ανάλογο εκπαιδευτικό ίδρυμα, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία έτη με πλήρη απασχόληση'
β)
η εκπαίδευση πρέπει να επισφραγίζεται με την επιτυχία σε διαγωνισμό πανεπιστημιακού επιπέδου.
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, αναγνωρίζεται, επίσης, ότι ικανοποιεί τα κριτήρια του άρθρου 2 και η τριετής εκπαίδευση που παρέχεται στις “ Fachhochschulen ” της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία υφίσταται κατά τον χρόνο της κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 3 και επιτρέπει την πρόσβαση στην άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 σ' αυτό το κράτος μέλος με τον επαγγελματικό τίτλο του αρχιτέκτονα, εφόσον η εκπαίδευση συμπληρώνεται από περίοδο πρακτικής εξάσκησης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διαρκείας τεσσάρων ετών, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό που εκδίδει ο επαγγελματικός σύλλογος, στα μητρώα του οποίου είναι εγγεγραμμένος ο αριχτέκτονας ο οποίος επιθυμεί να αναγνωρισθεί το δίπλωμα του κατά τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Ο επαγγελματικός σύλλογος πρέπει προηγουμένως να διαπιστώσει εάν οι εργασίες που επιτέλεσε ο ενδιαφερόμενος αρχιτέκτονας στον τομέα της αρχιτεκτονικής αποτελούν πρακτικές εφαρμογές αποδεικτικές του συνόλου των γνώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 3. Το πιστοποιητικό αυτό χορηγείται με την αυτή διαδικασία με την εφαρμοζόμενη για την εγγραφή στα μητρώα του επαγγελματικού συλλόγου (...) »
Τα άρθρα 7 έως 9 της οδηγίας 85/384 θέσπισαν διαδικασία σύμφωνα με την οποία ο πίνακας των πτυχίων που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο αμοιβαίας αναγνωρίσεως πρέπει να δημοσιευθεί για ενημέρωση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κάθε κράτος μέλος οφείλει να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη τον πίνακα των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται στην επικράτεια του και πληρούν, κατ' αυτό, τα κριτήρια των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας.
Αν ούτε η Επιτροπή ούτε κανένα άλλο κράτος μέλος έχουν αμφιβολίες σχετικά, ο πίνακας δημοσιεύεται. Αν η Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος αμφιβάλλει ότι ένα ορισμένο πτυχίο ανταποκρίνεται στα κριτήρια των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας, μπορεί να ζητήσει από τη συμβουλευτική επιτροπή για την εκπαίδευση στον τομέα της αρχιτεκτονικής τη διατύπωση γνώμης. Η γνώμη αυτή δεν είναι δεσμευτική διότι, ακόμη και σε περίπτωση αρνητικής γνώμης, το πτυχίο πρέπει να περιλαμβάνεται στον προαναφερθέντα πίνακα αν το οικείο κράτος μέλος διατηρεί την ανακοίνωση του, εκτός εάν ένα άλλο κράτος μέλος ή η Επιτροπή προσφύγουν στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας.
Ο πίνακας των πτυχίων που καταρτίστηκε σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή αποτελεί το αντικείμενο της ανακοινώσεως 88/C 270/03 της Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα C 270, της 19ης Οκτωβρίου 1988, σ. 3. Ο πίνακας αυτός ενημερώθηκε και δημοσιεύθηκε υπό τη μορφή ανακοινώσεως 89/C 205/06 της Επιτροπής, στην Επίσημη Εφημερίδα C 205, της 10ης Αυγούστου 1989, σ. 5. Οι ανακοινώσεις αυτές διευκρινίζουν ότι τα πτυχία που περιλαμβάνονται στον πίνακα αυτόν πρέπει να αναγνωρίζονται για τους φοιτητές που άρχισαν τις σπουδές τους στον τομέα της αρχιτεκτονικής από το ακαδημαϊκό έτος 1988/89.
Το άρθρο 10 της οδηγίας έχει διατυπωθεί ως εξής:
« Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα πτυχία, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους, που περιέχονται στο άρθρο 11, και που χορηγούνται από τα άλλα κράτη μέλη στους υπηκόους των κρατών μελών, οι οποίοι έχουν ήδη αυτά τα προσόντα κατά την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας, ή έχουν αρχίσει σπουδές που οδηγούν σ' αυτά τα πτυχία, πιστοποιητικά ή άλλους τίτλους, το αργότερο κατά το τρίτο ακαδημαϊκό έτος, μετά την κοινοποίηση αυτή, ακόμα και αν τα προσόντα αυτά δεν ανταποκρίνονται στις ελάχιστες απαιτήσεις των πτυχίων, που αναφέρονται στο κεφάλαιο II, και τους προσδίδει, τηρώντας το άρθρο 23, όσον αφορά την πρόσβαση και την άσκηση των δραστήριοτήτων, που αναφέρονται στο άρθρο 1, την ίδια ισχύ, στην επικράτεια του, με τα πτυχία, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που το ίδιο χορηγεί στον τομέα της αρχιτεκτονικής. »
Κατά το άρθρο 11 της οδηγίας:
« Τα πτυχία, τα πιστοποιητικά και οι άλλοι τίτλοι που αναφέρονται στο άρθρο 10 είναι:
α)
στη Γερμανία
—
τα πτυχία που χορηγούν οι ανώτατες σχολές καλών τεχνών [ Dipl.-Ing, Architekt (HfbK)],
—
τα πτυχία που χορηγούν οι Technische Hochschulen, τμήμα αρχιτεκτονικής (Architektur/Hochbau), τα τεχνικά πανεπιστήμια, τμήμα αρχιτεκτονικής (Architektur/Hochbau), τα πανεπιστήμια, τμήμα αρχιτεκτονικής ( Architektur/Hochbau ), όπως, επίσης, και οι Gesamthochschulen, τμήμα αρχιτεκτονικής ( Architektur/Hochbau ), εφόσον τα ιδρύματα αυτά έχουν ενοποιηθεί σε Gesamthochschulen, ( Dipl.-Ing. και άλλες ονομασίες που είναι δυνατόν να δοθούν αργότερα στα διπλώματα αυτά ),
—
τα διπλώματα που χορηγούν οι Fachhochschulen, τμήμα αρχιτεκτονικής ( Architektur/Hochbau ) και εφόσον τα ιδρύματα αυτά έχουν ενοποιηθεί σε Gesamthochschulen, οι Gesamthochschulen, τμήμα αρχιτεκτονικής ( Architektur/Hochbau ), που συνοδεύονται, όταν η διάρκεια των σπουδών είναι κατώτερη των τεσσάρων ετών, αλλά διαρκεί το λιγότερο τρία έτη, από πιστοποιητικό που βεβαιώνει μια περίοδο επαγγελματικής εμπειρίας τεσσάρων ετών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το οποίο έχει χορηγηθεί από τον επαγγελματικό σύλλογο, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο ( Ingenieur grad. ) και άλλες ονομασίες που είναι δυνατόν να δοθούν αργότερα στα διπλώματα αυτά,
—
τα πιστοποιητικά ( Prüfungszeugnisse ) που έχουν χορηγήσει, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1973, οι Ingenieurschulen, τμήμα αρχιτεκτονικής και οι Werkkunstschulen, τμήμα αρχιτεκτονικής που συνοδεύονται από βεβαίωση των αρμοδίων αρχών, η οποία πιστοποιεί ότι ο ενδιαφερόμενος έχει επιτύχει σε εξετάσεις βάσει των τίτλων, σύμφωνα με το άρθρο 13 (...) »
Σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθούν προς την οδηγία εντός προθεσμίας είκοσι τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της.
Β — Τα πτυχία αρχιτέκτονα που χορηγούνται στην Ομοσπονδιακή δημοκρατία της Γερμανίας
Ενόψει της δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας, οι αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, όπως και αυτές των άλλων κρατών μελών, είχαν γνωστοποιήσει στην Επιτροπή πίνακα των σπουδών βάσει των οποίων χορηγούνται τα πτυχία που ανταποκρίνονται στα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας. Ο πίνακας περιελάμβανε σαράντα δύο κύκλους εκπαιδεύσεως. Για δέκα οκτώ μεταξύ αυτών διευκρινιζόταν ότι διαρκούν τέσσερα έτη, συμπεριλαμβανομένων των εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως ( Praxissemester ) που ενσωματώνονται στον κύκλο και ελέγχονται από την Fachhochschule. Η Fachhochschule της Κωνστάντιας θεωρείται ότι παρέχει σπουδές που απαιτούν τέσσερα έτη.
Μετά την αμφισβήτηση εκ μέρους κράτους μέλους των διπλωμάτων που χορηγούνται από τις Fachhochschulen, η συμβουλευτική επιτροπή για την εκπαίδευση στον τομέα της αρχιτεκτονικής διατύπωσε γνώμη, στις 29 Ιουλίου 1987, δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας.
Κατά τη γνώμη αυτή, τα μαθήματα των Fachhochschulen και των Universität-Gesamthochschulen, που περιλαμβάνουν ένα εξάμηνο πρακτικής εξασκήσεως, δεν φαίνονται να είναι σύμφωνα προς τη διάταξη που προβλέπει ότι η συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεως πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον « τέσσερα έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση », δεδομένου ότι το εξάμηνο πρακτικής εξασκήσεως, ακόμη και αν ενσωματώνεται στα μαθήματα, δεν έχει την ίδια αξία με ένα εξάμηνο σπουδών με πλήρη απασχόληση στη σχολή. Συνεπώς, κατά τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα πτυχία αρχιτεκτονικής που χορηγούνται από τις Fachhochschulen, εκτός αυτού της Fachhochschule του Κιέλου, που παρέχει διδασκαλία τεσσάρων ετών χωρίς εξάμηνο πρακτικής εξασκήσεως, ο κανών εξαιρέσεως που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, δηλαδή η πρόσθετη προϋπόθεση επαγγελματικής πείρας τεσσάρων ετών.
Με νέο ανακοινωθέν της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της 14ης Οκτωβρίου 1987, οι γερμανικές αρχές επέμειναν ότι οι δέκα οκτώ εκπαιδεύσεις των τεσσάρων ετών, μεταξύ των οποίων αυτή της Fachhochschule της Κωνστάντιας, έπρεπε να αναγνωρισθούν από τα άλλα κράτη μέλη. Διευκρίνισαν ότι τα πτυχία που χορηγούνται κατά το πέρας των εκπαιδεύσεων αυτών ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας.
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αιτιολόγησε τη θέση της ισχυριζόμενη ότι τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαιδεύσεως, ότι το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως καθορίζεται από νόμους και κανονισμούς της δημόσιας αρχής, ότι οι κανονισμοί των εξετάσεων εγκρίνονται από τον αρμόδιο υπουργό, ότι τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως ενσωματώνονται πάντοτε στις θεωρητικές σπουδές και συνοδεύονται πάντοτε από ένα εξάμηνο θεωρίας που ολοκληρώνεται με την τελική εξέταση και, τέλος, ότι τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως δεν επιτρέπονται ως τελευταίο εξάμηνο των σπουδών.
Εν συνεχεία, η Επιτροπή δημοσίευσε τα πτυχία που γνωστοποίησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την υποσημείωση: « Τα πτυχία αυτά πρέπει να αναγνωρίζονται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384 του Συμβουλίου, είτε βάσει του πρώτου εδαφίου της, είτε βάσει του δευτέρου εδαφίου της, ανάλογα με τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν » ( ΕΕ 1988, C 270, σ. 3, και ΕΕ 1989, C 205, σ. 5 ).
Γ — Βελγική νομοθεσία
Η οδηγία 85/384 μεταφέρθηκε στο βελγικό δίκαιο με το βασιλικό διάταγμα της 4ης Ιουλίου 1990. Ο Σύλλογος των Αρχιτεκτόνων υφίσταται στο Βέλγιο από το 1963 και κανείς δεν μπορεί να ασκήσει στη χώρα αυτή το επάγγελμα του αρχιτέκτονα χωρίς να έχει εγγραφεί στα μητρώα ή στον πίνακα των ασκουμένων του συλλόγου αυτού.
II — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης U. Egle, ο οποίος έχει γερμανική ιθαγένεια και κατοικεί από πολλά χρόνια στο Βέλγιο, ζήτησε να εγγραφεί στα μητρώα του Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων της επαρχίας του Limbourg. Ο Egle είναι κάτοχος πτυχίου που χορηγήθηκε από το τμήμα αρχιτεκτονικής (Architektur/Hochbau) της Fachhochschule της Κωνστάντιας, στις 25 Ιουλίου 1981, κατά τον τερματισμό τεσσάρων ετών σπουδών, συμπεριλαμβανομένων δύο εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως ενσωματωθέντων στις σπουδές και πραγματοποιηθέντων υπό την επίβλεψη της Fachhochschule, σύμφωνα με τον νόμο για τις Fachhochschulen του Land Baden-Württemberg. Η αίτηση του Egle, η οποία υποβλήθηκε προτού η οδηγία 85/384 μεταφερθεί στο βελγικό δίκαιο, αλλά μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς, απορρίφθηκε, στις 29 Μαρτίου 1988, από τον Σύλλογο των Αρχιτεκτόνων της επαρχίας τον Limbourg.
2.
Ο Egle προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Συμβουλίου τον Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων το οποίο, με την απόφαση του της 12ης Απριλίου 1989, έκρινε ότι ο Σύλλογος των Αρχιτεκτόνων της επαρχίας του Limbourg εσφαλμένως αρνήθηκε την εγγραφή του Egle στα μητρώα του συλλόγου. Το επαγγελματικό συμβούλιο στήριξε την απόφαση του στο γεγονός ότι ο Egle κατέχει ένα πτυχίο στο οποίο, κατά τα άρθρα 2 έως 4 της οδηγίας 85/384, πρέπει να αναγνωρισθεί το ίδιο έννομο αποτέλεσμα με αυτό που αναγνωρίζεται στο πτυχίο του αρχιτέκτονα που χορηγείται από το Βέλγιο. Το επαγγελματικό συμβούλιο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να μη δεχθεί, ως ανταποκρινόμενα στις προϋποθέσεις αναγνωρίσεως της οδηγίας, τα τέσσερα έτη εκπαιδεύσεως που συμπλήρωσε ο Egle, των οποίων αναπόσπαστο μέρος αποτελούν τα δύο εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως.
3.
Το Εθνικό Συμβούλιο τον Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Hof van Cassatie van België. Προς τον σκοπό αυτό επικαλέστηκε το γεγονός ότι το επαγγελματικό συμβούλιο παρανόησε τις διατάξεις της οδηγίας 85/384 δεδομένου ότι το πτυχίο του Egle δεν ανταποκρινόταν στις προϋποθέσεις αναγνωρίσεως της οδηγίας, εφόσον τα δυο εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως δεν έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των τεσσάρων ετών σπουδών με πλήρη απασχόληση που παρακολούθησε ο ενδιαφερόμενος.
4.
Κρίνοντας ότι από τη διαφορά προκύπτει το ερώτημα πως πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια των « σπουδών με πλήρη απασχόληση », το Hof van Cassatie van België ζήτησε, με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1990, από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ακολούθου ερωτήματος:
« Πρέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια εκπαίδευση διαρκείας τεσσάρων ετών, περιλαμβάνουσα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως διοργανούμενα και ελεγχόμενα από την ανωτέρα σχολή, μπορεί να θεωρηθεί ως “ σπουδές με πλήρη απασχόληση ” διαρκείας τεσσάρων ετών; »
5.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Οκτωβρίου 1990.
6.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το αναιρεσείον της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από τον René Bützler, δικηγόρο Βρυξελλών, η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Röder, του ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας, η Ιταλική Κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Ρ. G. Ferri, avvocato dello Stato και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Ε. Lasnet και P. van Nufïel.
7.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και να αναθέσει την υπόθεση στο έκτο τμήμα.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Κατά το αναιρεοείον της κύριας δίκης, πρέπει να καθοριστεί αν το πτυχίο που χορηγήθηκε από την Fachhochschule της Κωνστάντιας κατά το πέρας σπουδών διαρκείας μεν τεσσάρων ετών, αλλά περιλαμβανουσών δύο εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως, μπορεί να θεωρηθεί ως ανταποκρινόμενο στις προϋποθέσεις του άρθρου 4 ή ενδεχομένως του άρθρου 11 της οδηγίας 85/384.
Το Συμβούλιο του Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων υπογραμμίζει ότι η συμβουλευτική επιτροπή στην εκπαίδευση στον τομέα της αρχιτεκτονικής, συσταθείσα δυνάμει της οδηγίας 85/384, έκρινε ότι τα μαθήματα των Fachhochschulen που περιλαμβάνουν ένα εξάμηνο πρακτικής εξασκήσεως δεν πληρούν την προϋπόθεση των τεσσάρων ετών σπουδών με πλήρη απασχόληση.
Το αναιρεσείον αναφέρει ότι η επιτροπή αυτή αναγνώρισε ότι, παρά τις παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως σχετικά με το αντικείμενο, τη θέση σε εφαρμογή και τη ρύθμιση των εν λόγω εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως, τα μαθήματα των Fachhochschulen που περιλαμβάνουν αυτό το εξάμηνο δεν φαίνεται να είναι σύμφωνα προς τη διάταξη που προβλέπει ότι η συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεως πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον « τέσσερα έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση », δεδομένου ότι τα επίμαχα εξάμηνα, ακόμη και αν ενσωματώνονται στα μαθήματα, δεν έχουν την ίδια αξία με τα εξάμηνα σπουδών με πλήρη απασχόληση στη σχολή.
Το αναιρεσείον παρατηρεί ότι το γεγονός ότι τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαιδεύσεως, ότι το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως καθορίζεται από τους νόμους και τους κανονισμούς της δημόσιας αρχής, ότι η ρύθμιση σχετικά με τις εξετάσεις εγκρίνεται από το αρμόδιο υπουργείο, ότι τα εν λόγω εξάμηνα ακολουθεί ένα εξάμηνο θεωρίας που περατούται με την τελική εξέταση και ότι δεν γίνονται δεκτά ως το τελευταίο εξάμηνο, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί η εν λόγω διαδοχή εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως και εξαμήνων θεωρητικών μαθημάτων ως « σπουδές με πλήρη απασχόληση » κατά την έννοια των άρθρων 4 και 11 της οδηγίας, καθόσον οι συντμηθείσες σπουδές, ακολουθούμενες από μια περίοδο επαγγελματικής πείρας, υπόκεινται σε ειδική ρύθμιση και ιδιαίτερες προϋποθέσεις.
Επομένως, το αναιρεσείον θεωρεί ότι η εκπαίδευση του Egle δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 11 της οδηγίας, ώστε να πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα. Ζητεί από το Δικαστήριο: να αποφανθεί ότι τα « τέσσερα έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση », που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 85/384, αποτελούν πραγματικές θεωρητικές σπουδές, συμπληρούμενες ενδεχομένως από ευκαιριακά πρακτικά μαθήματα, αποκλειομένου πάντως κάθε είδους εκπαιδεύσεως που θα περιλάμβανε « εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως », τα οποία αποτελούν μεγαλύτερες περιόδους πρακτικών κατ' αποκλειστικότητα μαθημάτων.
2.
Η Γερμανική Κνβέρνηοη παρατηρεί εκ προοιμίου ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να διευκρινιστεί ένα σημαντικό νομικό ζήτημα ερμηνείας της οδηγίας 85/384, δεδομένου ότι η εγκατάσταση Γερμανών αρχιτεκτόνων στο Βέλγιο έχει δημιουργήσει προβλήματα κατ' επανάληψη.
Η Γερμανική Κυβέρνηση εξηγεί ότι, κατά τις σχετικές με την οδηγία 85/384 διαπραγματεύσεις, που διήρκεσαν σχεδόν δεκαοκτώ έτη, το ζήτημα της αναγνωρίσεως των εκπαιδεύσεων που παρέχονται στις γερμανικές Fachhochschulen υπήρξε ένα από τα κύρια προβλήματα. Οι Fachhochschulen περιλαμβάνουν κύκλους σπουδών τριών ετών, τριών και ημίσεος ετών και τεσσάρων ετών. Εφόσον τα γερμανικά Länder (ομόσπονδα κράτη) επέλεξαν εκπαίδευση που παρέχεται σε τέσσερα έτη, τη συνδυάζουν με την πρακτική πείρα μέσω ενός ή δύο εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των σπουδών. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στο Συμβούλιο, πολλές αντιπροσωπείες αντιτάχθηκαν στην αναγνώριση συντομότερων κύκλων εκπαιδεύσεως. Αντιθέτως, η αναγνώριση των κύκλων εκπαιδεύσεως των Fachhochschulen που περιελάμβαναν συνολική διάρκεια τεσσάρων ετών περιλαμβανομένων σ' αυτά ενός ή δύο εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα.
Όσον αφορά τις εκπαιδεύσεις των Fachhochschulen που παρέχονται σε λιγότερα από τέσσερα έτη, βρέθηκε συμβιβαστική λύση στο άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι απαιτήθηκε περίοδος επαγγελματικής πείρας τεσσάρων ετών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ως συμπληρωματική προϋπόθεση για την αναγνώριση.
Σχετικά με το ιστορικό των διαπραγματεύσεων αυτών, η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι εκπαιδεύσεις των Fachhochschulen που περιέχουν συνολική διάρκεια τεσσάρων ετών, περιλαμβανομένων σ' αυτήν ενός ή δύο εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως, εκρίθησαν ομοφώνως από τις άλλες αντιπροσωπείες ως εμπίπτουσες στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας. Συνεπώς, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζήτησαν να συμπεριληφθεί κοινή δήλωση στα πρακτικά, δυνάμει της οποίας « οι περίοδοι ασκήσεων που περιλαμβάνονται στην εκπαίδευση που ολοκληρώνεται με μία εξέταση δεν επηρεάζουν τον χαρακτήρα της πλήρους απασχολήσεως της εν λόγω εκπαιδεύσεως ».
Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι το εν λόγω πτυχίο χορηγήθηκε πριν από την κοινοποίηση της οδηγίας, πρέπει να αναγνωρισθεί σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 10 και 11, στοιχείο α, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας. Η διάρκεια των σπουδών που επισφραγίσθηκαν με τη χορήγηση του διπλώματος ανερχόταν, πράγματι, σε τέσσερα έτη. Ανεξάρτητα από το εάν η αναγνώριση στηρίζεται στις τελευταίες αυτές διατάξεις ή στις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας, το καθοριστικό σημείο είναι το ότι ενσωματωμένα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των σπουδών.
Επομένως, η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι στο υποβληθέν στο Δικαστήριο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, πρέπει να θεωρηθεί ως σπουδές τεσσάρων ετών με πλήρη απασχόληση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας, η εκπαίδευση διαρκείας τεσσάρων ετών που περιλαμβάνει εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως που διοργανώνει και ελέγχει η ανωτέρα σχολή. Ένα πτυχίο που επισφραγίζει εκπαίδευση διαρκείας τεσσάρων ετών, στο πλαίσιο της οποίας έχουν διοργανωθεί δύο εξάμηνα υπό τη μορφή εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως, συνιστά, επομένως, πτυχίο κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 2, 3 και 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας και πρέπει, συνεπώς, να αναγνωρίζεται από το κράτος υποδοχής.
Εξηγεί ότι η οδηγία, για την οποία πρόκειται, βασίζεται στην ιδέα μιας εκπαιδεύσεως που κατανέμεται σε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα στο επίπεδο της ανωτέρας σχολής. Δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας, η διδασκαλία πρέπει να διατηρεί μία ισορροπία μεταξύ των θεωρητικών και πρακτικών πλευρών της εκπαιδεύσεως στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Εξάλλου, η διδασκαλία πρέπει να διασφαλίζει την απόκτηση όχι μόνο θεωρητικών γνώσεων αλλά επίσης και πρακτικών ικανοτήτων.
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το ερώτημα πώς πρέπει να συνδυάζεται η θεωρητική εκπαίδευση με την πρακτική εκπαίδευση επαφίεται σε κάθε περίπτωση στην εκτίμηση των κρατών μελών στον τομέα οργανώσεως των σπουδών αρχιτεκτονικής. Πράγματι, η οδηγία δεν αποβλέπει σε συντονισμό των εκπαιδεύσεων, αλλά καθορίζει μόνο τα κριτήρια για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων αρχιτεκτονικής με σκοπό την πρόσβαση στην επαγγελματική δραστηριότητα. Επομένως, είναι θεμιτό για τα κράτη μέλη να καθιερώνουν κατά τρόπο διαρκή τον σύνδεσμο με την πρακτική στο πλαίσιο της θεωρητικής εκπαιδεύσεως ή ακόμη να τον οργανώνουν υπό τη μορφή ενσωματωμένων τμημάτων εκπαιδεύσεως ενός ή δύο εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας, η εκπαίδευση περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση σε ένα πανεπιστήμιο. Κατά τις διατάξεις των νομοθεσιών των Länder που διέπουν το τμήμα αρχιτεκτονικής των Fachhochschulen, τα ενσωματωμένα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των σπουδών αρχιτεκτονικής. Οι νομοθεσίες αυτές καθορίζουν τόσο την θέση των εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως στο πλαίσιο των σπουδών όσο και τα αντικείμενα τους και τα προγράμματα τους εκπαιδεύσεως, αυτό δε κατά τρόπο εναρμονισμένο προς τα αντικείμενα και τα προγράμματα εκπαιδεύσεως των εξαμήνων θεωρητικών σπουδών και της γενικής επιμορφώσεως.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, προκειμένου να συνδέσει την εκπαίδευση των Fachhochschulen με την πρακτική εξάσκηση, ο τόπος εκπαιδεύσεως για τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως είναι κυρίως η επιχείρηση. Οι Fachhochschulen επιβλέπουν εντούτοις την εκπαίδευση στην επιχείρηση και την παρακολουθούν με συνεδριάσεις εργασίας. Κατά τη διάρκεια των εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως, ο φοιτητής παραμένει εγγεγραμμένος στο πανεπιστήμιο. Η ολοκλήρωση των εξαμήνων πρακτικής εξασκήσεως και η τήρηση των επιβληθέντων προγραμμάτων ελέγχονται και εξασφαλίζονται μέσω γραπτών εκθέσεων του φοιτητή και του γραφείου αρχιτεκτόνων που έχει εγκριθεί ως κέντρο εκπαιδεύσεως από το πανεπιστήμιο, καθώς και μέσω του ελέγχου ενός καθηγητή πανεπιστημίου. Αν ο σκοπός της ασκήσεως δεν επιτυγχάνεται, το εξάμηνο πρακτικής εξασκήσεως δεν αναγνωρίζεται και πρέπει, ενδεχομένως, να επαναλειφθεί εξ ολοκλήρου ή μερικώς.
Κατά τη γνώμη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, από τη διάρθρωση του άρθρου 4 της οδηγίας προκύπτει ότι, κατά την επεξεργασία της διατάξεως αυτής ο κοινοτικός νομοθέτης στηρίχθηκε σε δύο διαφορετικές διάρκειες σπουδών για την εκπαίδευση που παρέχουν οι Fachhochschulen, δηλαδή στις σπουδές διαρκείας, αντιστοίχως, τεσσάρων ετών και μικρότερης των τεσσάρων ετών. Διαφορετικά, ρητή εξαίρεση για τις εκπαιδεύσεις των Fachhochschulen που παρέχονται σε τρία έτη, προβλεπόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 1, θα ήταν περιττή.
Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρει το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε προς τη γνώμη που διατύπωσε η συμβουλευτική επιτροπή για την εκπαίδευση στον τομέα της αρχιτεκτονικής σχετικά με την εκπαίδευση που παρέχουν οι Fachhochschulen. Στην ανακοίνωσή της, προκειμένου για τον πίνακα των πτυχίων που χορηγούν οι Fachhochschulen στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή, αντιθέτως, προσέθεσε μία υποσημείωση που λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική διάρκεια των σπουδών στις Fachhochschulen και επιβεβαιώνει ρητώς την ύπαρξη εκπαιδεύσεων που παρέχονται σε τέσσερα έτη, οι οποίες πρέπει να αναγνωρίζονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας. Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι τα άλλα κράτη μέλη δεν άσκησαν την εξουσία που τους απονέμει το άρθρο 8 της οδηγίας, ώστε η ανακοίνωση της Επιτροπής ισχύει για όλα τα κράτη μέλη.
3.
Η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι από το ζήτημα ερμηνείας που διατύπωσε το Hof van Cassatie van België προκύπτει το πρόβλημα αν το εν λόγω πτυχίο τυγχάνει της αμοιβαίας αναγνωρίσεως δυνάμει της οδηγίας 85/384. Πρέπει να καταδειχθεί αν το πτυχίο του Egle πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της εν λόγω οδηγίας, και, ιδίως, την προϋπόθεση των τεσσάρων ετών σπουδών με πλήρη απασχόληση.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι τα τέσσερα έτη που καλύπτονται από το εν λόγω πτυχίο περιλαμβάνουν δύο εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως, ο δικαστής της κύριας δίκης ορθώς αμφιβάλλει ότι τα εξάμηνα αυτά μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη συγκέντρωση τεσσάρων ετών σπουδών με πλήρη απασχόληση. Μία αρνητική απάντηση μπορεί να στηριχθεί τόσο στην ουσιαστική διαφορά που υφίσταται, προδήλως, μεταξύ των σπουδών και της ασκήσεως όσο και στο γεγονός ότι οι σπουδές που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας πρέπει να πραγματοποιούνται με πλήρη απασχόληση. Πράγματι, η προϋπόθεση σπουδών με πλήρη απασχόληση δεν μπορεί να συντρέχει αν, κατά τη διάρκεια της περιόδου των σπουδών, ασκείται δραστηριότητα άλλη πλην των σπουδών. Εξάλλου, σύμφωνα με την περιγραφή του Βέλγου δικαστή, στην περίπτωση του συγκεκριμένου πτυχίου, οι σπουδές και η άσκηση πραγματοποιήθηκαν χωριστά, αφού δύο εξάμηνα αφιερώνονται — κατά τρόπο αποκλειστικό και καθ' ολοκληρίαν, όπως φαίνεται — στην άσκηση.
Συνεπώς, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, σε σχέση προς το πρότυπο που καθορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας, το εν λόγω πτυχίο πρέπει να θεωρηθεί ως πτυχίο που επισφραγίζει μία εκπαίδευση περιλαμβάνουσα τρία έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση. Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό φαίνεται να ενισχύεται από το δεύτερο μέρος της παραγράφου 1, του άρθρου 4, της οδηγίας, που διατυπώνει ειδικό κανόνα εισάγοντα εξαίρεση υπέρ της εκπαιδεύσεως που παρέχεται από τις Fachhochschulen στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Στη διάταξη αυτή, γίνεται δεκτό ως σύνηθες χαρακτηριστικό των ιδρυμάτων αυτών το γεγονός ότι παρέχουν εκπαίδευση τριών ετών, η οποία, καθαυτή, δεν επαρκεί για να ανταποκριθεί στις διατάξεις που προβλέπονται -στο πρώτο μέρος της παραγράφου 1, του άρθρου 4, της οδηγίας.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν φαίνεται δυνατό ένα άλλο συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη το ότι, σύμφωνα με τα πιστοποιητικά που εξέτασε ο δικαστής της κύριας δίκης, πρόκειται για άσκηση περιλαμβανόμενη στον κύκλο σπουδών, εφόσον διοργανώνεται από την ίδια Fachhochschule και πραγματοποιείται πριν από την τελική εξέταση για τη χορήγηση του πτυχίου. Πράγματι, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το ιδιαίτερο αυτό στοιχείο — το οποίο διαφοροποιεί την εν λόγω άσκηση από την περίοδο επαγγελματικής πείρας που πιστοποιείται από τον αρμόδιο επαγγελματικό σύλλογο, προβλέπεται δε από το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο μέρος, της οδηγίας — πρέπει να θεωρηθεί ότι η χαρακτηριστική δραστηριότητα του ασκουμένου, ακόμη και οσάκις προβλέπεται με σκοπό τη συμμετοχή στην επαγγελματική εκπαίδευση, παραμένει, εντούτοις, πρακτική εφαρμογή και όχι δραστηριότητα σπουδών, σε σχέση προς την οποία μπορεί να έχει μόνο συμπληρωματικό χαρακτήρα. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η άσκηση διοργανώνεται και πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια των ειδικών εξαμήνων που αφιερώνονται κατ' αποκλειστικότητα σ' αυτήν και κατά τη διάρκεια των οποίων δεν πραγματοποιούνται σπουδές.
Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι από τις διατυπούμενες στο άρθρο 3 της οδηγίας διατάξεις προκύπτει επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, η πραγματοποιηθείσα άσκηση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τις σπουδές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η οδηγία στηρίζεται σε μία αντίληψη των σπουδών που είναι απόλυτα σύμφωνη προς την καθαυτή έννοια του όρου. Προσθέτει ότι το άρθρο 3 της οδηγίας προβλέπει μία ισορροπημένη κατανομή των σπουδών μεταξύ της θεωρίας και της πράξεως. Η αναφορά στην πράξη αφορά πάντως τον προσανατολισμό της εκπαιδεύσεως και όχι τη δυνατότητα της αντικαταστάσεως της με μία δραστηριότητα ασκήσεως.
Συνεπώς, η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
4.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η οδηγία 85/384 μάλλον αναφέρει τα κριτήρια, βάσει των οποίων ένα πτυχίο στον τομέα της αρχιτεκτονικής πρέπει να ληφθεί υπόψη ως τοιούτο σε ένα άλλο κράτος μέλος, παρά ότι απαριθμεί τα πτυχία που πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Είναι της γνώμης ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Αναφέρει σχετικά ότι η έννοια των « σπουδών με πλήρη απασχόληση » περιέχει δύο στοιχεία.
Η Επιτροπή εξηγεί ότι η « πλήρης απασχόληση » παραπέμπει, υπό τη συνήθη της έννοια, σε μία δραστηριότητα που απορροφά μία πλήρη εργάσιμη ημέρα και χρησιμοποιείται σε αντίθεση προς την έννοια της « μερικής απασχολήσεως », η οποία σημαίνει ότι η οικεία δραστηριότητα ασκείται μόνο κατά τη διάρκεια μέρους της εργασίμου ημέρας, αφήνοντας χρόνο ελεύθερο για άλλες δραστηριότητες. Επομένως, οι σπουδές με πλήρη απασχόληση αποτελούν σπουδές που καταλαμβάνουν μία πλήρη ημέρα, ενώ οι σπουδές με μερική απασχόληση αφήνουν ελεύθερο χρόνο για μία εργασία, για άλλες σπουδές ή για άλλες δραστηριότητες.
Κατά την Επιτροπή, η έννοια « σπουδές » δεν μπορεί να περιορισθεί επί του παρόντος στην απλή θεωρητική μάθηση, αλλά περιλαμβάνει επίσης σεμινάρια, πρακτικές ασκήσεις, τη σύνταξη εργασιών καθώς και άλλες δραστηριότητες στις οποίες οι φοιτητές πρέπει να συμμετέχουν για να λάβουν το πτυχίο. Πράγματι, πρόκειται συχνά για ένα υποχρεωτικό μέρος των σπουδών, δεδομένου ότι οι πρακτικές ασκήσεις θεωρούνται ολοένα και περισσότερο ως ένα αναγκαίο στοιχείο της εκπαιδεύσεως.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η έννοια « σπουδές με πλήρη απασχόληση » αναφέρεται στον χρόνο που ο φοιτητής οφείλει να αφιερώσει στις σχολικές δραστηριότητες για να λάβει το εν λόγω πτυχίο, χωρίς να γίνεται μνεία σχετικά του τρόπου με τον οποίο αποκτώνται οι αναγκαίες γνώσεις, ικανότητες και εφόδια. Δεδομένου ότι το προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται στην ειδική περίσταση που οι σπουδές για τις οποίες πρόκειται περιλαμβάνουν εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως, τίθεται το ερώτημα αν τα εν λόγω εξάμηνα, τα οποία προδήλως είναι αφιερωμένα, κατ' αποκλειστικότητα και κατά κύριο λόγο, στην απόκτηση πρακτικής πείρας, μπορούν να θεωρηθούν, ως «σπουδές». Θεωρεί ότι, αν τα εν λόγω πρακτικά εξάμηνα ενσωματώνονται στις σπουδές όπως συμβαίνει με τις πρακτικές ασκήσεις που πραγματοποιούνται παράλληλα προς τα θεωρητικά μαθήματα και διοργανώνονται, επιβλέπονται και αξιολογούνται από την Hochschule, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι αυτές προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν ο ενδιαφερόμενος έκανε σπουδές τεσσάρων ετών με πλήρη απασχόληση.
Η Επιτροπή προσθέτει ακόμη ότι, δεδομένου ότι το Συμβούλιο αποφάσισε ότι τα πτυχία που πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας πρέπει να επιτρέπουν παντού την πρόσβαση στο επάγγελμα του αρχιτέκτονα, αν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι, για τη λήψη του πτυχίου του αρχιτέκτονα, πρέπει να υπάρχει συμμετοχή κατά τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως σε ένα ή δύο εξάμηνα αποβλέποντα καθ' ολοκληρία ή κατά κύριο λόγο στην απόκτηση πρακτικής πείρας, η έννοια αυτή πρέπει να γίνει δεκτή από τα άλλα κράτη μέλη, τα δε πτυχία που ελήφθησαν κατά τη ρύθμιση αυτή πρέπει να αναγνωρίζονται. Υπογραμμίζει ότι ένα εξάμηνο πρακτικής εξασκήσεως αποτελεί στοιχείο της εκπαιδεύσεως, ενσωματωμένο στο πρόγραμμα σπουδών και διοργανούμενο, επιβλεπόμενο και αξιολογούμενο από τη Hochschule, ως προς το οποίο πρέπει κανείς να επιτύχει, αν θέλει να λάβει το πτυχίο.
Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εκπαίδευση, που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 της οδηγίας και της οποίας η συνολική διάρκεια περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση σε ένα πανεπιστήμιο ή σε ένα παρόμοιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αποτελεί εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, ακόμη και αν εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως περιλαμβάνονται στη διάρκεια των σπουδών, αρκεί τα εξάμηνα αυτά να είναι ενσωματωμένα στις σπουδές και να διοργανώνονται, επιβλέπονται και αξιολογούνται από το εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι, όσον αφορά τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως, όπως αυτά πραγματοποιούνται σε πολλές Fachhochschulen ενόψει της ασκήσεως του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα, οι γερμανικές αρχές γνωστοποίησαν ότι τα εξάμηνα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαιδεύσεως. Το περιεχόμενο τους ρυθμίζεται κατά τρόπο ακριβή και η πρακτική πείρα αποκτάται στο γραφείο αρχιτέκτονα αναγνωρισμένου από τη. Hochschule. Η πραγματοποίηση της δοκιμασίας ελέγχεται με γραπτές εκθέσεις του φοιτητή και του γραφείου του αρχιτέκτονα καθώς και από έναν καθηγητή, ο οποίος εξασφαλίζει την εποπτεία. Εξάλλου, αν ο σκοπός της εκπαιδεύσεως δεν επιτυγχάνεται, το εξάμηνο πρακτικής εξασκήσεως πρέπει να επαναληφθεί καθ' ολοκληρίαν ή μερικώς. Τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως πραγματοποιούνται πάντα μεταξύ των θεωρητικών εξαμήνων, οι δε σπουδές δεν μπορούν ποτέ να τελειώσουν με εξάμηνο πρακτικής εξασκήσεως.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας που προβλέπει διαφορετική ρύθμιση για την τριετή εκπαίδευση των Fachhochschulen στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η εκπαίδευση αυτή αναγνωρίζεται μόνο εφόσον συμπληρώνεται με επαγγελματική πείρα τεσσάρων ετών. Το γεγονός ότι διευκρινίζεται ότι η εξαίρεση αυτή εφαρμόζεται σε « τριετή » εκπαίδευση που παρέχεται στις Fachhochschulen έχει σημασία μόνο καθόσον υπάρχουν επίσης στις Fachhochschulen άλλες εκπαιδεύσεις περιλαμβάνουσες τουλάχιστον τέσσερα έτη σπουδών, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να περιλάβει στην εξαίρεση αυτή όλες τις εκπαιδεύσεις που παρέχονται από τις Fachhochschulen δεν θα είχε χρησιμοποιήσει τον όρο « τριετής ».
Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εκπαίδευση του αρχιτέκτονα στις Fachhochschulen, εφόσον περιλαμβάνει τέσσερα έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, ακόμη και αν οι σπουδές αυτές περιλαμβάνουν ένα ή δύο εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως. Η ανακοίνωση στην οποία αυτή προέβη, κατ' εφαρμογή των άρθρων 7 έως 9 της οδηγίας, καταλήγει εξάλλου στο ίδιο συμπέρασμα. Ασφαλώς, η ανακοίνωση αυτή περιορίζεται σε μία γενική αναφορά των πτυχίων που πρέπει να αναγνωρίζονται αμοιβαίως, τα δε πτυχία που χορηγούνται από τις Fachhochschulen αναφέρονται μόνο κατά τρόπο γενικό. Πάντως, η υποσημείωση που αφορά ειδικά τα πτυχία που χορηγούνται από τις Fachhochschulen και που ορίζει ότι τα πτυχία αυτά πρέπει να αναγνωρίζονται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, « ανάλογα με τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν », αναφέρει σαφώς ότι το μόνο κριτήριο για την καθιέρωση διακρίσεως είναι η διάρκεια της εκπαιδεύσεως. Κανένα κράτος μέλος δεν αμφισβήτησε την ανακοίνωση αυτή, παρά την αρνητική γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής για την εκπαίδευση στον τομέα της αρχιτεκτονικής.
Σχετικά με την αναγνώριση του συγκεκριμένου πτυχίου δυνάμει κεκτημένων δικαιωμάτων, η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο Egle έλαβε το πτυχίο του στον τομέα της αρχιτεκτονικής της Fachhochschule της Κωνστάντιας το 1981. Εξ αυτού του γεγονότος, μπορούσε να ζητήσει την αναγνώριση του πτυχίου του βάσει των άρθρων 10 και 11 της οδηγίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το γεγονός ότι είναι δυνατό να υπάρχουν ορισμένα κεκτημένα δικαιώματα βάσει των διατάξεων αυτών δεν αποκλείει το να γίνεται επίκληση των γενικών διατάξεων των άρθρων 2 και επομένων της οδηγίας, που δεν περιορίζονται στα νέα στοιχεία και που επιβάλλουν την αναγνώριση κάθε πτυχίου που πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας.
Κατά την Επιτροπή, η επιλογή της αναγνωρίσεως μάλλον μέσω του γενικού συστήματος παρά βάσει των κεκτημένων δικαιωμάτων δεν δημιουργεί, εν προκειμένω, καμία διαφορά ως προς το πρόβλημα της ερμηνείας. Το άρθρο 11, στοιχείο α, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας προβλέπει την ίδια διάκριση με το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας. Ασφαλώς, στο άρθρο 11 γίνεται λόγος μόνο για « διάρκεια των σπουδών » χωρίς να χρησιμοποιούνται οι όροι « με πλήρη απασχόληση », αλλά η μη χρησιμοποίηση των όρων αυτών δεν μπορεί, επιπλέον, παρά να καταλήξει κατά μείζοντα λόγο στο συμπέρασμα ότι τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως πρέπει να περιλαμβάνονται στη διάρκεια των σπουδών.
Κατά την Επιτροπή, όταν η αναγνώριση ενός πτυχίου πραγματοποιείται βάσει του άρθρου 2 της οδηγίας, το πτυχίο αυτό πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας. Συνεπώς, προτείνει το Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο προδικαστικό ερώτημα:
« Η εκπαίδευση που ανταποκρίνεται στα κριτήρια του άρθρου 3 της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ, και της οποίας η συνολική διάρκεια περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση σε ένα πανεπιστήμιο ή σε ένα παρόμοιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αποτελεί εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 4, πρώτη παράγραφος, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ ακόμη και αν στη διάρκεια των σπουδών περιλαμβάνονται εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως, αρκεί τα εξάμηνα αυτά να ενσωματώνονται στις σπουδές και να διοργανώνονται, επιβλέπονται και αξιολογούνται από το εκπαιδευτικό ίδρυμα ».
Μ. Díez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 21ης Ιανουαρίου 1992 ( *1 )
Στην υπόθεση C-310/90,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hof van Cassatie van België προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ των
Nationale Raad van de Orde van Architecten
και
Ulrich Egle,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( ΕΕ L 223, σ. 15),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους F. Α. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, P. J. G. Kapteyn, Μ. Díez de Velasco και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη:
τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
το Nationale Raad van de Orde van Architecten, εκπροσωπούμενο από τον René Bützler, δικηγόρο του Cour de cassation του Βελγίου,
—
η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Roder, Regierungsdirektor στο υπουργείο Οικονομίας,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ρ. G. Ferri, avvocato dello Stato,
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Ε. Lasnet και P. van Nuffel, μέλη της νομικής υπηρεσίας,
την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 23ης Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Νοεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Οκτωβρίου 1990, το Hof van Cassatie van België υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( ΕΕ L 223, σ. 15, στο εξής: οδηγία ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των Ulrich Egle και του Conseil national de 1' ordre des architectes ( εθνικό συμβούλιο του Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων ).
3
0 Egle, ο οποίος έχει γερμανική ιθαγένεια και κατοικεί στο Βέλγιο, ζήτησε να εγγραφεί στα μητρώα του Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων της επαρχίας του Limbourg. Ο Egle είναι κάτοχος πτυχίου που χορηγήθηκε από το τμήμα αρχιτεκτονικής ( Architektur/Hochbau ) της Fachhochschule της Κωνστάντιας, στις 25 Ιουλίου 1981, μετά τέσσερα έτη σπουδών, συμπεριλαμβανομένων δύο εξαμήνων πρακτικής ασκήσεως, σύμφωνα με τον νόμο για τις Fachhochschulen του Land Baden-Württemberg. Η αίτηση του Egle απορρίφθηκε από το συμβούλιο του Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων της επαρχίας του Limbourg.
4
Ο Egle προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του επαγγελματικού συμβουλίου του Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων επικαλούμενος τις διατάξεις της οδηγίας. Το επαγγελματικό αυτό συμβούλιο έκρινε ότι το συμβούλιο του Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων της επαρχίας του Limbourg κακώς αρνήθηκε την εγγραφή στον Egle. Κατά της αποφάσεως αυτής, το εθνικό συμβούλιο του Συλλόγου των Αρχιτεκτόνων άσκησε αναίρεση ενώπιον του Hof van Cassatie van België.
5
Κρίνοντας ότι στο πλαίσιο της διαφοράς ανέκυπτε ζήτημα ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 4 της οδηγίας, το Hof van Cassatie van België ζήτησε με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1990 από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ακολούθου ερωτήματος:
« Πρέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια εκπαίδευση διαρκείας τεσσάρων ετών, περιλαμβάνουσα εξάμηνα πρακτικής ασκήσεως διοργανούμενα και ελεγχόμενα από την ανωτέρα σχολή, μπορεί να θεωρηθεί ως “ σπουδές με πλήρη απασχόληση ” διαρκείας τεσσάρων ετών; »
6
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Πρέπει εκ προοιμίου να αναφερθεί ότι η οδηγία επιβάλλει την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής που ανταποκρίνονται στα κριτήρια που ορίζουν τα άρθρα της 3 και 4.
8
Προκειμένου για το κριτήριο που αφορά τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως του αρχιτέκτονα, που αποτελεί το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας απαιτεί όπως η διάρκεια ανέρχεται σε τουλάχιστον τέσσερα έτη σπουδών με πλήρη απασχόληση σε πανεπιστήμιο ή παρόμοιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Κατά παρέκκλιση από τη διάταξη αυτή, το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας προβλέπει ότι η τριετής εκπαίδευση που παρέχεται στις Fachhochschulen στη Γερμανία ανταποκρίνεται στην απαίτηση της οδηγίας σχετικά με τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως εφόσον αυτή η εκπαίδευση συμπληρώνεται από περίοδο επαγγελματικής πείρας τεσσάρων ετών στο ίδιο αυτό κράτος.
9
Όσον αφορά την έννοια των σπουδών, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας, η διδασκαλία στον τομέα της αρχιτεκτονικής πρέπει να διατηρεί μία ισορροπία μεταξύ των θεωρητικών και των πρακτικών πλευρών της εκπαιδεύσεως. Από αυτό προκύπτει ότι ως σπουδές μπορεί να νοείται η πρακτική διδασκαλία στην οποία οι φοιτητές πρέπει να συμμετάσχουν προκειμένου να λάβουν το πτυχίο του αρχιτέκτονα. Η οδηγία δεν διευκρινίζει με ποιο τρόπο πρέπει να συνδυάζεται η θεωρητική με την πρακτική εκπαίδευση.
10
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως που διοργανώνονται από τις Fachhochschulen αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των σπουδών. Πράγματι, το περιεχόμενο των εξαμήνων αυτών ρυθμίζεται ακριβώς από τις Fachhochschulen, η δε μέχρι τέλος παρακολούθηση τους από τον φοιτητή αξιολογείται από καθηγητή. Εξάλλου, τα εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως ενσωματώνονται κατά τέτοιο τρόπο στις σπουδές αρχιτεκτονικής, ώστε τοποθετούνται πάντοτε μεταξύ των εξαμήνων θεωρητικής εκπαιδεύσεως, και οι σπουδές δεν μπορούν ποτέ να περατωθούν με ένα εξάμηνο πρακτικής εξασκήσεως. Επομένως, η πρακτική εκπαίδευση αυτού του τύπου συνιστά αναπόσπαστο μέρος των σπουδών της αρχιτεκτονικής, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας.
11
Όσον αφορά την απαίτηση για εκπαίδευση με πλήρη απασχόληση, που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη, πρέπει να τονισθεί ότι η έννοια αυτή αναφέρεται στον χρόνο που ο φοιτητής οφείλει να αφιερώσει στις εκπαιδευτικές δραστηριότητες, προκειμένου να λάβει το πτυχίο αρχιτεκτονικής. Αυτό συμβαίνει οσάκις τα εξάμηνα πρακτικής ασκήσεως διοργανώνονται και ελέγχονται από το πανεπιστήμιο και απαιτούν, εκ μέρους του φοιτητή, πλήρη απασχόληση, όπως απαιτείται και κατά τη διάρκεια των εξαμήνων θεωρητικής εκπαιδεύσεως.
12
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από μία κοινή δήλωση της Επιτροπής και του Συμβουλίου, περιληφθείσα στα πρακτικά της συναντήσεως κατά τη διάρκεια της οποίας θεσπίστηκε η οδηγία, κατά την οποία « οι περίοδοι ασκήσεων που περιλαμβάνονται στην επισφραγιζόμενη με μία εξέταση εκπαίδευση δεν επηρεάζουν τον χαρακτήρα πλήρους απασχολήσεως της εκπαιδεύσεως αυτής ».
13
Η ίδια ερμηνεία επιβεβαιώνεται ακόμη από το γεγονός ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας προβλέπει διαφορετική ρύθμιση για τις τριετείς εκπαιδεύσεις αρχιτέκτονα που παρέχουν οι Fachhochschulen. Τα έτη αυτά αναγνωρίζονται μόνο εφόσον συμπληρώνονται από επαγγελματική πείρα τεσσάρων ετών.
14
Αυτή η προϋπόθεση επαγγελματικής πείρας που ισχύει για τις τριετείς εκπαιδεύσεις δεν θα είχε νόημα αν οι εκπαιδεύσεις που περιλαμβάνουν τέσσερα έτη σπουδών ενέπιπταν επίσης στο πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής. Πράγματι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να περιλάβει σ' αυτήν όλες τις εκπαιδεύσεις αρχιτεκτόνων που παρέχονται στις Fachhochschulen στη Γερμανία δεν θα είχε διακρίνει ανάλογα με το αν διαρκούν τρία ή τέσσερα έτη.
15
Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι εκπαίδευση διαρκείας τεσσάρων ετών που περιλαμβάνει εξάμηνα πρακτικής ασκήσεως διοργανού-μενα και ελεγχόμενα από τη Fachhochschule πρέπει να θεωρείται ως σπουδές με πλήρη απασχόληση διαρκείας τεσσάρων ετών.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 1990 το Hof van Cassatie van België, αποφαίνεται:
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι εκπαίδευση διαρκείας τεσσάρων ετών που περιλαμβάνει εξάμηνα πρακτικής εξασκήσεως διοργανούμενα και ελεγχόμενα από τη Fachhochschule πρέπει να θεωρείται ως σπουδές με πλήρη απασχόληση διαρκείας τεσσάρων ετών.
Schockweiler
Mancini
Kapteyn
Diez de Velasco
Murray
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιανουαρίου 1992.
Ο Γραμματέας
J.-G. Gi raud
Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος
F. Α. Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy